Έχει η Καινή Διαθήκη επηρεαστεί από τις ειδωλολατρικές θρησκείες;

του Ronald Nash-

Σύνοψη

Πολλοί χριστιανοί σπουδαστές κολεγίων έχουν αντιμετωπίσει κριτικές του Χριστιανισμού βασισμένες στους ισχυρισμούς ότι ο πρώιμος χριστιανισμός και η Καινή Διαθήκη δανείστηκαν σημαντικές πεποιθήσεις και πρακτικές από διάφορες ειδωλολατρικές Μυστηριακές Θρησκείες. Δεδομένου ότι αυτοί οι ισχυρισμοί υπονομεύουν θεμελιώδη χριστιανικά δόγματα όπως τον θάνατο και την ανάσταση του Χριστού, οι συνέπειες είναι σοβαρές. Αλλά τα στοιχεία για τέτοιους ισχυρισμούς, ακόμη και όταν υπάρχουν, βρίσκονται συχνά σε πηγές που είναι αρκετούς αιώνες μεταγενέστερες της Καινής Διαθήκης. Επιπλέον, οι υποτιθέμενοι παραλληλισμοί προκύπτουν συχνά από φιλελεύθερους μελετητές που απερίσκεπτα περιγράφουν τις ειδωλολατρικές πεποιθήσεις και πρακτικές με χριστιανική γλώσσα, και έπειτα απορούν με τους εντυπωσιακούς παραλληλισμούς που νομίζουν ότι έχουν ανακαλύψει.

Κατά τη διάρκεια του πρώτου μισού του 20ού αιώνα, διάφοροι φιλελεύθεροι συγγραφείς και καθηγητές υποστήριξαν ότι οι διδασκαλίες της Καινής Διαθήκης (Κ.Δ.) για το θάνατο και την ανάσταση του Ιησού, η Νέα Γέννηση, και οι χριστιανικές πρακτικές του Βαπτίσματος και του Δείπνου του Κυρίου (Θείας Ευχαριστίας), προήλθαν από τις ειδωλολατρικές Μυστηριακές Θρησκείες. Πιο σημαντικού ενδιαφέροντος από όλα αυτά είναι η κατηγορία ότι το δόγμα περί σωτηρίας της Κ.Δ. παραλληλίζει θέματα που βρίσκονται συνήθως στις Μυστηριακές Θρησκείες: ένας σωτήρας-θεός πεθαίνει βίαια για εκείνους που τελικά θα λυτρώσει, και μετά εκείνος ο θεός επανέρχεται στη ζωή.

Έχει η Καινή Διαθήκη επηρεαστεί από τις ειδωλολατρικές θρησκείες του πρώτου αιώνα μ.Χ.; Αν και ανέλυσα αυτό το θέμα σε ένα βιβλίο του 1992, [1] τα ζητήματα είναι τόσο σημαντικά — ειδικά για τους χριστιανούς σπουδαστές κολεγίων που συχνά δεν ξέρουν πού να ψάξουν για απαντήσεις — ώστε υπάρχει ιδιαίτερη αξία στην εξέταση αυτού του ζητήματος με έναν τρόπο όμως λιγότερο ακαδημαϊκό, πιο εκλαϊκευμένο.

ΠΟΙΕΣ ΗΤΑΝ ΟΙ ΜΥΣΤΗΡΙΑΚΕΣ ΘΡΗΣΚΕΙΕΣ;

Εκτός από τον Ιουδαϊσμό και τον Χριστιανισμό, οι Μυστηριακές Θρησκείες ήταν οι θρησκείες με τη μεγαλύτερη επιρροή κατά τους πρώτους αιώνες μετά Χριστόν. Ο λόγος που αυτές οι λατρείες αποκλήθηκαν «Μυστηριακές Θρησκείες» είναι ότι περιλάμβαναν μυστικές τελετές που ήταν γνωστές μόνο στους μυημένους αυτών των θρησκειών. Το σημαντικότερο όφελος αυτών των πρακτικών θεωρούνταν ότι ήταν κάποιο είδος σωτηρίας.

Οι Μυστηριακές Θρησκείες δεν ήταν, φυσικά, οι μόνες εκδηλώσεις του θρησκευτικού πνεύματος στην ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία. Κάποιος θα μπορούσε επίσης να βρεί δημόσιες λατρείες που δεν απαιτούσαν κάποια τελετή μύησης στις μυστικές πεποιθήσεις και πρακτικές. Η Ελληνική θρησκεία των Ολύμπιων Θεών και το Ρωμαϊκό αντίστοιχό της είναι παραδείγματα αυτού του τύπου θρησκείας.

Κάθε περιοχή της Μεσογείου παρήγαγε τη δική της μυστηριακή θρησκεία. Από την Ελλάδα ήρθαν οι λατρείες της Δήμητρας και του Διόνυσου, καθώς επίσης και οι Θρησκείες των Ελευσίνιων και Ορφικών Μυστηρίων, οι οποίες αναπτύχθηκαν αργότερα. [2] Η Μικρά Ασία γέννησε τη λατρεία της Κυβέλης, της Μεγάλης Μητέρας, και του εραστή της, ενός βοσκού, που ονομαζόταν Άττις. Η λατρεία της Ισιδας και του Όσιρη (που αλλάζει αργότερα σε Σέραπη) δημιουργήθηκε στην Αίγυπτο, ενώ η Συρία και η Παλαιστίνη γέννησαν τη λατρεία του Άδωνη. Τέλος, η Περσία (Ιράν) ήταν ένας από τους ηγετικούς τόπους λατρείας του Μίθρα, η οποία — λόγω της συχνής χρήσης εικόνων πολέμου – είχε μία ιδιαίτερη απήχηση στους Ρωμαίους στρατιώτες. Οι αρχαιότερες Ελληνικές Μυστηριακές Θρησκείες ήταν κρατικές θρησκείες, υπό την έννοια ότι είχαν τη θέση μιας δημόσιας ή αστικής λατρείας και εξυπηρετούσαν εθνικούς ή δημόσιους σκοπούς. Οι μεταγενέστερες μη-Ελληνικές μυστηριακές θρησκείες είχαν χαρακτήρα προσωπικό, ιδιωτικό, και ατομικιστικό.

ΒΑΣΙΚΑ ΓΝΩΡΙΣΜΑΤΑ

Θα πρέπει να αποφύγουμε οποιαδήποτε πρόταση ότι υπήρχε μια κοινή μυστηριακή θρησκεία. Ενώ μια τάση προς εκλεκτικισμό ή σύνθεση αναπτύχθηκε μετά το 300 μ.Χ. κάθε μια από τις μυστηριακές θρησκείες ήταν ξεχωριστή και διακριτή θρησκεία κατά τη διάρκεια του αιώνα που είδε τη γέννηση της Χριστιανικής Εκκλησίας. Επιπλέον, κάθε μυστηριακή λατρεία υιοθετούσε διαφορετικές μορφές σε διαφορετικές πολιτιστικές συνθήκες, και υποβάλλονταν σε σημαντικές αλλαγές, ειδικά μετά το 100 μ.Χ. Εντούτοις, οι Μυστηριακές Θρησκείες παρουσίαζαν πέντε κοινά χαρακτηριστικά.

(1) Κεντρικός σε κάθε μυστήριο ήταν η χρήση του ετήσιου κύκλου βλάστησης, στον οποίο η ζωή ανανεώνεται κάθε άνοιξη και πεθαίνει κάθε φθινόπωρο. Οι οπαδοί των μυστηριακών λατρειών έδιναν βαθιά συμβολική σημασία στις φυσικές διαδικασίες της αύξησης, του θανάτου, της αποσύνθεσης, και της αναγέννησης.

(2) Όπως αναφέρθηκε παραπάνω, κάθε λατρεία έκανε σημαντική χρήση μυστικών τελετών ή μυστηρίων, συνδέοντάς τις συχνά με μια ιεροτελεστία μύησης. Κάθε Μυστηριακή Θρησκεία επίσης μετέδιδε ένα «μυστικό» στον μυούμενο που περιλάμβανε πληροφορίες για τη ζωή του θεού ή της θεάς της θρησκείας και πώς ο άνθρωπος μπορούσε να επιτύχει την ενότητα με εκείνη την θεότητα. Αυτή η «γνώση» ήταν πάντα μια μυστική ή εσωτερική γνώση, ανέφικτη από οποιονδήποτε βρισκόταν έξω από τον κύκλο της συγκεκριμένης θρησκείας.

(3) Κάθε μυστήριο επίσης εστιαζόταν σε έναν μύθο στον οποίο η θεότητα είτε επέστρεφε στη ζωή μετά από το θάνατο, είτε θριάμβευε πάνω στους εχθρούς της. Απαραίτητο συστατικό του μύθου ήταν το θέμα της απολύτρωσης από κάθε τι γήινο και εφήμερο. Το μυστικό νόημα της λατρείας και του μύθου που την συνόδευε, εκφραζόταν σε ένα «μυσταγωγικό δράμα» που απευθυνόταν κατά ένα μεγάλο μέρος στα συναισθήματα και τις συγκινησιακές καταστάσεις των μυούμενων. Αυτή η θρησκευτική έκσταση υποτίθεται ότι τους οδηγούσε να νομίζουν ότι βίωναν την αρχή μιας νέας ζωής.

(4) Τα μυστήρια έκαναν ελάχιστη ή καθόλου χρήση διδασκαλιών και ορθών πεποιθήσεων. Ενδιαφέρονταν πρώτιστα για τη συναισθηματική ζωή των οπαδών τους. Οι θρησκείες χρησιμοποιούσαν πολλά διαφορετικά μέσα για να επηρεάσουν τα συναισθήματα και να προκαλέσουν φαντασιώσεις στους μυημένους, και να επιφέρουν έτσι την «ένωση με τον Θεό»: ιερές πομπές, νηστεία, θεατρικό δράμα, πράξεις εξαγνισμού, αστράπτοντα φώτα, και εσωτεριστικές τελετουργίες. Αυτή η έλλειψη οποιασδήποτε έμφασης για ορθή πίστη δείχνει μια σημαντική διαφορά μεταξύ των ειδωλολατρικών μυστηρίων και του Χριστιανισμού. Η Χριστιανική πίστη ήταν αποκλειστική υπό την έννοια ότι αναγνώριζε μόνο μια νόμιμη οδό προς τον Θεό και τη σωτηρία, τον Ιησού Χριστό. Οι μυστηριακές θρησκείες ήταν περιεκτικές υπό την έννοια ότι τίποτα δεν απέτρεπε έναν οπαδό μιας μυστηριακής λατρείας από του να συμμετέχει παράλληλα και σε άλλα μυστήρια.

(5) Ο άμεσος στόχος των μυημένων ήταν η μυστική εμπειρία που θα τους οδηγούσε να αισθανθούν ότι είχαν επιτύχει την ένωση με τον θεό τους. Πέρα από αυτήν την αναζήτηση για τη μυστική ένωση υπήρχαν δύο ακόμη στόχοι: κάποιο είδος απολύτρωσης ή σωτηρίας, και η απόκτηση αθανασίας.

ΕΞΕΛΙΞΗ

Πριν το 100 μ.Χ., οι Μυστηριακές Θρησκείες κατά ένα μεγάλο μέρος περιορίζονταν σε συγκεκριμένες τοποθεσίες και ήταν ένα σχετικά νέο φαινόμενο. Μετά το 100 μ.Χ., άρχισαν βαθμιαία να γίνονται δημοφιλείς και να αποκτούν επιρροή σε όλη τη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία. Ωστόσο, υποβλήθηκαν σε σημαντικές αλλοιώσεις που προέκυπταν συχνά από απορρόφηση στοιχείων άλλων θρησκειών. Δεδομένου ότι οι θιασώτες των μυστηρίων γίνονταν όλο και πιο εκλεκτικοί στις πεποιθήσεις και τις πρακτικές τους, νέοι και περίεργοι συνδυασμοί των παλαιότερων μυστηρίων άρχισαν να προκύπτουν. Και δεδομένου ότι οι λατρείες συνέχισαν να μετριάζουν τα πιο απαράδεκτα χαρακτηριστικά των παλαιότερων πρακτικών τους, άρχισαν να προσελκύουν μεγαλύτερους αριθμούς οπαδών.

ΑΝΑΔΟΜΗΣΗ ΤΩΝ ΜΥΣΤΗΡΙΩΝ

Μόνον όταν φτάνουμε στον 3ο αιώνα μ.Χ. βρίσκουμε ικανοποιητικό πληροφοριακό υλικό για τις Μυστηριακές Θρησκείες (από τα γραπτά της εποχής) για να μπορέσουμε να κάνουμε μια σχετικά πλήρη αναδόμηση του περιεχομένου τους. Πάρα πολλοί συγγραφείς χρησιμοποιούν αυτό το πρόσφατο υλικό (μετά το 200 μ.Χ.) για να αναδομήσουν τη μυστηριακή εμπειρία του 3ου αιώνα και έπειτα απερίσκεπτα τη μεταφέρουν πίσω, θεωρώντας ότι και η αρχική θρησκεία πρέπει να είχε την ίδια φύση. Αυτή η πρακτική είναι εξαιρετικά κακή από επιστημονική άποψη και δεν θα πρέπει να περάσει απρόκλητα. Πληροφορίες για μια λατρεία που έρχεται αρκετές εκατοντάδες χρόνια μετά το κλείσιμο του Κανόνα της Καινής Διαθήκης δεν θα πρέπει να μεταφερθούν πίσω σε αυτό που θεωρείται ως θέση της λατρείας αυτής κατά τη διάρκεια του 1ου αιώνα μ.Χ. Το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι ποια πιθανή επιρροή τα μυστήρια μπορεί να είχαν σε τμήματα της Χριστιανοσύνης μετά το 400 μ.Χ., αλλά ποια επίδραση τα αναδυόμενα μυστήρια μπορεί να είχαν στην Καινή Διαθήκη τον 1ο αιώνα.

Η ΛΑΤΡΕΙΑ ΤΗΣ ΙΣΙΔΑΣ ΚΑΙ ΤΟΥ ΟΣΙΡΗ

Η λατρεία της Ίσιδας δημιουργήθηκε στην Αίγυπτο και πέρασε από δύο σημαντικά στάδια. Στην παλαιότερη αιγυπτιακή εκδοχή της, που δεν ήταν Μυστηριακή Θρησκεία, η Ίσιδα θεωρούνταν θεά του ουρανού, της γης, της θάλασσας, και του αθέατου κάτω κόσμου. Σε αυτό το πιο αρχικό στάδιο, η Ίσιδα ονόμασε έναν σύζυγο Όσιρη. Η λατρεία της Ίσιδας έγινε Μυστηριακή μόνον αφότου ο Πτολεμαίος ο Α΄ εισήγαγε σημαντικές αλλαγές, μετά το 300 π.Χ. Στο μεταγενέστερο στάδιο, ένας νέος θεός που ονομάστηκε Σέραπις έγινε σύζυγος της Ίσιδας. Ο Πτολεμαίος εισήγαγε αυτές τις αλλαγές προκειμένου να συντεθούν τα αιγυπτιακά και ελληνικά ενδιαφέροντα στο βασίλειό του, επιταχύνοντας έτσι τον εξελληνισμό της Αιγύπτου.

Από την Αίγυπτο, η λατρεία της Ίσιδας διείσδυσε βαθμιαία στη Ρώμη. Ενώ η Ρώμη απέρριψε αρχικά τη λατρεία της, η θρησκεία μπήκε τελικά στην πόλη κατά τη διάρκεια της βασιλείας του Καλιγούλα (37-41 μ.Χ.). Η επιρροή της διαδόθηκε βαθμιαία κατά τη διάρκεια των επόμενων δύο αιώνων, και σε μερικές περιοχές έγινε ένας σημαντικός ανταγωνιστής του Χριστιανισμού. Η επιτυχία της λατρείας στη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία φαίνεται να προκύπτει από το εντυπωσιακό τελετουργικό της και την ελπίδα της αθανασίας που πρόσφερε στους οπαδούς της.

Ο βασικός μύθος της λατρείας της Ίσιδας αφορούσε τον Όσιρη, τον σύζυγό της κατά τη διάρκεια του πρώτου Αιγυπτιακού και μη-μυστηριακού στάδιου της θρησκείας. Σύμφωνα με την πιο κοινή έκδοση του μύθου, ο Όσιρις δολοφονήθηκε από τον αδελφό του, που βύθισε έπειτα το φέρετρο που περιείχε το σώμα του Όσιρη στον ποταμό Νείλο. Η Ίσιδα ανακάλυψε το σώμα και το επέστρεψε στην Αίγυπτο. Αλλά ο γαμπρός της άλλη μια φορά απόκτησε πρόσβαση στο σώμα, διαμελίζοντάς το αυτήν τη φορά σε δεκατέσσερα κομμάτια τα οποία διασκόρπισε παντού. Μετά από μια μακροχρόνια αναζήτηση, η Ίσιδα ανάκτησε κάθε μέρος του σώματος. Είναι σε αυτό το σημείο που είναι κρίσιμη η ορολογία που χρησιμοποιείται για να περιγράψει το τι ακολούθησε. Μερικές φορές εκείνοι που λένε την ιστορία ικανοποιούνται να πουν ότι ο Όσιρις επέστρεψε στη ζωή, ακόμα κι αν μια τέτοια ορολογία απαιτεί πολύ περισσότερο απ’ ότι ο μύθος επιτρέπει. Μερικοί συγγραφείς πηγαίνουν ακόμα πιο πέρα και αναφέρονται στην υποτιθέμενη «ανάσταση» του Όσιρη. Ένας φιλελεύθερος μελετητής επεξηγεί πόσο προκατειλημμένοι είναι μερικοί συγγραφείς που περιγράφουν τον ειδωλολατρικό μύθο με χριστιανική γλώσσα: «Το νεκρό σώμα του Όσιρη επέπλευσε στο Νείλο και επέστρεψε στη ζωή, και αυτό επιτεύχθηκε με ένα βάπτισμα στα ύδατα του Νείλου.» [3]

Αυτή η προκατειλημμένη και απρόσεκτη χρήση της γλώσσας προτείνει τρεις παραπλανητικές αναλογίες μεταξύ Όσιρη και Χριστού: (1) ένας Θεός σωτήρας πεθαίνει και (2) έπειτα δοκιμάζει μια ανάσταση που συνοδεύεται από (3) το βάπτισμα στο νερό. Αλλά οι υποτιθέμενες ομοιότητες, καθώς επίσης και η ορολογία που χρησιμοποιείται για να τους περιγράψει, αποδεικνύονται επινοήσεις του σύγχρονου μελετητή και δεν αποτελούν μέρος του αρχικού μύθου. Οι συγκρίσεις μεταξύ της ανάστασης του Ιησού και της νεκρανάστασης του Όσιρη είναι πολύ υπερβολικές και διογκωμένες.[4] Δεν παρουσιάζουν όλες οι εκδοχές του μύθου τον Όσιρη να επιστρέφει στη ζωή, σε μερικές γίνεται απλά βασιλιάς του κάτω κόσμου. Εξίσου εξεζητημένες είναι οι προσπάθειες να βρεθεί ένα ανάλογο του Χριστιανικού βαπτίσματος στο μύθο του Όσιρη.[5] Η μοίρα του φέρετρου του Όσιρη στο Νείλο είναι τόσο σχετική με το βάπτισμα όσο και η βύθιση της Ατλαντίδας.

Όπως προηγουμένως αναφέρεται, κατά τη διάρκεια του μεταγενέστερου σταδίου της, η αρσενική θεότητα στη θρησκεία της Ίσιδας δεν είναι πλέον ο θνήσκων Όσιρις, αλλά ο Σέραπις. Ο Σέραπις απεικονίζεται συχνά ως Θεός ήλιος, και είναι σαφές ότι δεν ήταν θνήσκων Θεός. Προφανώς έπειτα, δεν θα μπορούσε να είναι ένας αναστημένος Θεός. Κατά συνέπεια, αξίζει να θυμόμαστε ότι η εκδοχή της μετά τον Πτολεμαίο θρησκείας της Ίσιδας που κυκλοφορούσε περίπου από το 300 π.Χ. μέχρι τους πρώτους αιώνες της χριστιανικής εποχής δεν είχε απολύτως τίποτα που θα μπορούσε να μοιάσει με έναν σωτήρα-Θεό που πεθαίνει και ανασταίνεται.

Η ΛΑΤΡΕΙΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΛΗΣ ΚΑΙ ΤΟΥ ΑΤΤΗ

Η Κυβέλη, επίσης γνωστή ως Μεγάλη Μητέρα, λατρευόταν σε μεγάλο μέρος του Ελληνιστικού κόσμου. Άρχισε αναμφισβήτητα ως θεά της φύσης. Η πρώιμη λατρεία της περιλάμβανε οργιαστικές τελετές στις οποίες οι φρενιτιώδεις αρσενικοί λατρευτές οδηγούνταν να ευνουχιστούν, και έτσι γίνονταν «Γκάλλι» ή ευνούχοι-ιερείς της θεάς. Η Κυβέλη τελικά έφτασε να θεωρηθεί η Μητέρα όλων των Θεών και Κυρία όλης της ζωής.

Το μεγαλύτερο μέρος των πληροφοριών μας για τη λατρεία αυτή περιγράφει τις πρακτικές της κατά τη διάρκεια της μεταγενέστερης περιόδου της, της ρωμαϊκής. Αλλά οι λεπτομέρειες είναι λιγοστές και σχεδόν όλο το υλικό είναι σχετικά μεταγενέστερο, χρονολογούμενο πολύ μετά το κλείσιμο του Κανόνα της Κ. Διαθήκης.

Σύμφωνα με τον μύθο, η Κυβέλη αγάπησε έναν βοσκό που ονομαζόταν Άττις. Επειδή ο Άττις ήταν άπιστος, η Κυβέλη τον έκανε παράφρονα. Κυριευμένος από την τρέλα, ο Άττις ευνουχίστηκε και πέθανε. Αυτό οδήγησε την Κυβέλη σε μεγάλο πένθος, και εισήγαγε τον θάνατο στο φυσικό κόσμο. Αλλά έπειτα η Κυβέλη αποκατέστησε τον Άττη στη ζωή, γεγονός που έφερε επίσης τον κόσμο της φύσης πίσω στη ζωή.

Οι εκ των προτέρων υποθέσεις του ερμηνευτή τείνουν να καθορίσουν τη γλώσσα που χρησιμοποιείται για να περιγράψει το τι ακολούθησε το θάνατο του Άττη. Πολλοί συγγραφείς αναφέρονται απρόσεκτα στην «ανάσταση του Άττη.» Αλλά σίγουρα αυτό είναι μια υπερβολή. Δεν υπάρχει καμία αναφορά στο μύθο που να μοιάζει με ανάσταση, ενώ αυτό που λέει είναι ότι η Κυβέλη μπορούσε μόνο να συντηρήσει το νεκρό σώμα του Άττη. Πέρα από αυτό, υπάρχει αναφορά στο τρίχωμα του σώματος που συνεχίζει να αυξάνεται, μαζί με κάποια μετακίνηση του μικρού δάχτυλού του. Σε μερικές εκδοχές του μύθου, όταν ο Άττις επέστρεψε στη ζωή πήρε τη μορφή ενός αειθαλούς δέντρου. Δεδομένου ότι η βασική ιδέα που κρύβεται κάτω από τον μύθο είναι ο ετήσιος κύκλος βλάστησης, οποιαδήποτε ομοιότητα με τη σωματική ανάσταση του Χριστού είναι πολύ παρατραβηγμένη.

Τελικά μια δημόσια επανεμφάνιση του μύθου του Άττη έγινε ετήσιο γεγονός στο οποίο οι προσκυνητές μοιράζονταν την «αθανασία» του Άττη. Κάθε άνοιξη οι οπαδοί της Κυβέλης πενθούσαν για τον νεκρό Άττη με πράξεις νηστείας και αυτο-μαστίγωσης.

Ήταν μόνο κατά τη διάρκεια των μεταγενέστερων Ρωμαϊκών εορτασμών (μετά το 300 μ.Χ.) της γιορτής της άνοιξης που εμφανίζεται μια μακρινή σύνδεση με την «ανάσταση». Το πευκόδεντρο που συμβόλιζε τον Άττη κοβόταν και έπειτα μεταφερόταν σαν πτώμα στο ιερό. Αργότερα στην παρατεταμένη γιορτή, το δέντρο θαβόταν ενώ οι μυημένοι συμμετείχαν σε μία φρενίτιδα που περιλάμβανε την εντομή των σωμάτων τους (τελετουργικό κόψιμο) με μαχαίρια. Την επόμενη νύχτα, ο «τάφος» του δέντρου άνοιγε και η «ανάσταση του Άττη» γιορταζόταν. Αλλά η γλώσσα αυτών των μεταγενέστερων πηγών είναι ιδιαίτερα διφορούμενη. Στην πραγματικότητα, καμία ευδιάκριτη, σαφής αναφορά στην υποτιθέμενη «ανάσταση» του Άττη δεν εμφανίζεται, ακόμη και στην πολύ κατοπινή λογοτεχνία του 4ου αιώνα μ.Χ.

ΤΟ ΤΑΥΡΟΒΟΛΙΟ

Η πιο γνωστή ιεροτελεστία της λατρείας της Μεγάλης Μητέρας ήταν το ταυροβόλιο. Είναι σημαντικό να αναφέρουμε ωστόσο, ότι αυτό το τελετουργικό δεν ήταν μέρος της λατρείας στα πιο αρχικά στάδιά της. Εισήχθηκε στη θρησκεία κάπου μετά τα μέσα του 2ου αιώνα μ.Χ.

Κατά τη διάρκεια της τελετής, οι μυούμενοι στέκονταν όρθιοι ή ξαπλωμένοι σε ένα κοίλωμα καθώς ένας ταύρος θανατωνόταν σε μια πλατφόρμα από πάνω τους. [6] Ο μυούμενος θα λουζόταν έπειτα στο ζεστό αίμα του θνήσκοντος ζώου. Έχει υποστηριχτεί ότι το ταυροβόλιο αποτέλεσε μια πηγή για τη χριστιανική ορολογία σχετικά με το λούσιμο στο αίμα του Αρνίου (Αποκαλ. 7:14) ή τον ραντισμό με το αίμα του Ιησού (Α΄ Πετρ. 1:2). Έχει αναφερθεί επίσης ως πηγή για αυτό που δίδαξε ο Παύλος στο Ρωμαίους 6:14, όπου σχετίζει το χριστιανικό βάπτισμα με την ταύτιση του Χριστιανού με τον θάνατο και την ανάσταση του Χριστού.

Καμία έννοια θανάτου και ανάστασης δεν ήταν ποτέ μέρος του ταυροβόλιου, ωστόσο. Τα καλύτερα διαθέσιμα στοιχεία απαιτούν από εμάς σήμερα να χρονολογήσουμε το τελετουργικό περίπου 100 χρόνια μετά τη συγγραφή από τον Παύλο του εδαφίου Ρωμ. 6:14. Κανένα υπάρχον κείμενο δεν υποστηρίζει ότι το ταυροβόλιο συμβόλιζε το θάνατο και την «ανάσταση» του Άττη. Η ειδωλολατρική ιεροτελεστία δεν θα μπορούσε να είναι η πηγή για τη διδασκαλία του Παύλου στο Ρωμαίους 6. Μόνο κοντά στο τέλος του 4ου αιώνα προστέθηκε στο τελετουργικό η έννοια της αναγέννησης. Διάφοροι σημαντικοί μελετητές βλέπουν μια χριστιανική επιρροή σε αυτήν την εξέλιξη.[7] Είναι σαφές, λοιπόν, ότι η χρονολογική εξέλιξη της ιεροτελεστίας καθιστά αδύνατο να έχει επηρεάσει τον Χριστιανισμό του 1ου αιώνα. Η διδασκαλία της Καινής Διαθήκης για τον ραντισμό του αίματος του Χριστού πρέπει να ειδωθεί στα πλαίσια του υποβάθρου της που είναι η Παλαιά Διαθήκη : του Πάσχα και της θυσίας στο Ναό.

ΜΙΘΡΑΪΣΜΟΣ

Οι προσπάθειες να αναδημιουργηθούν οι πεποιθήσεις και οι πρακτικές του Μιθραϊσμού αντιμετωπίζουν τεράστιες προκλήσεις λόγω των διασκορπισμένων πληροφοριών που έχουν επιζήσει. Οι υπερασπιστές της λατρείας εξηγούσαν τον κόσμο με βάση δύο έσχατες και αντιτιθέμενες αρχές, μια καλή (απεικονισμένη ως φως) και μία κακή (σκότος). Τα ανθρώπινα όντα πρέπει να επιλέξουν με ποια πλευρά θα παλέψουν, όντας παγιδευμένοι στη σύγκρουση μεταξύ φωτός και σκότους. Ο Μίθρας έφτασε να θεωρηθεί ως ο ισχυρότερος μεσίτης που θα μπορούσε να βοηθήσει τους ανθρώπους να αποκρούσουν τις επιθέσεις από τις δαιμονικές δυνάμεις. [8]

Ο σημαντικότερος λόγος για τον οποίο δεν είναι δυνατή καμία Μιθραϊκή επιρροή στον Χριστιανισμό του 1ου αιώνα είναι η χρονολόγηση: είναι όλα λανθασμένα! Η άνθηση του Μιθραϊσμού εμφανίστηκε μετά το κλείσιμο του κανόνα της Καινής Διαθήκης, πολύ πιο αργά από του να έχει επηρεάσει οτιδήποτε υπάρχει στην Καινή Διαθήκη.[9] Επιπλέον, κανένα μνημείο σχετικά με αυτή τη θρησκεία δεν μπορεί να χρονολογηθεί νωρίτερα από το 90-100 μ.Χ., και ακόμη και αυτή η χρονολόγηση απαιτεί από εμάς να κάνουμε μερικές υπερβολικές υποθέσεις. Οι χρονολογικές δυσκολίες, έπειτα, καθιστούν τη δυνατότητα μιας Μιθραϊκής επιρροής στον πρώιμο Χριστιανισμό εξαιρετικά απίθανη. Βεβαίως, δεν απομένει κανένα αξιόπιστο στοιχείο για μια τέτοια επιρροή.

ΕΝΤΥΠΩΣΙΑΚΟΙ ΠΑΡΑΛΛΗΛΙΣΜΟΙ;

Αρκετά έχουν ειπωθεί ως εδώ για να μας επιτρέψουν να σχολιάσουμε ένα από τα σημαντικότερα ελαττώματα των προαναφερθέντων φιλελεύθερων μελετητών. Αναφέρομαι στη συχνότητα με την οποία τα γραπτά τους παρουσιάζουν μια απρόσεκτη, ή και επιπόλαιη χρήση της ορολογίας. Συχνά αντιμετωπίζουμε μελετητές που πρώτα χρησιμοποιούν χριστιανική ορολογία για να περιγράψουν τις ειδωλολατρικές πεποιθήσεις και πρακτικές, και έπειτα θαυμάζουν για τους εντυπωσιακούς παραλληλισμούς που νομίζουν ότι έχουν ανακαλύψει. Κάποιος μπορεί να προχωρήσει ακόμα παραπέρα «αποδεικνύοντας» την πρώιμη χριστιανική εξάρτηση από τα Μυστήρια, περιγράφοντας κάποια μυστηριακή πεποίθηση ή πρακτική με Χριστιανική ορολογία. Ο J. Godwin κάνει κάτι τέτοιο στο βιβλίο του, Μυστηριακές Θρησκείες στον Αρχαίο Κόσμο, όπου περιγράφει το κριοβόλιο (δείτε την υποσημείωση 6) ως «βάπτισμα αίματος» στο οποίο ο μυούμενος «πλένεται στο αίμα του αρνιού ».[10] Ενώ οι απληροφόρητοι αναγνώστες θαμπώνονται από αυτήν την αξιοπρόσεκτη ομοιότητα με τον Χριστιανισμό (δείτε Αποκ. 7:14), οι έμπειροι αναγνώστες θα δουν μια τέτοια αξίωση ως αντανάκλαση μιας ισχυρής, αρνητικής προκατάληψης ενάντια στον Χριστιανισμό.

Οι υπερβολές και οι υπεραπλουστεύσεις αφθονούν σε αυτό το είδος φιλολογίας. Αντιμετωπίζουμε παρατραβηγμένους ισχυρισμούς για τις υποτιθέμενες ομοιότητες μεταξύ Βαπτίσματος και Δείπνου του Κυρίου (Θείας Ευχαριστίας) με τα παρόμοια «μυστήρια» σε ορισμένες μυστηριακές λατρείες. Οι προσπάθειες να βρεθούν αναλογίες μεταξύ της ανάστασης του Χριστού και των υποτιθέμενων «αναστάσεων» των μυστηριακών θεοτήτων περιλαμβάνουν μεγάλες δόσεις υπεραπλούστευσης και απροσεξίας σε λεπτομέρειες.

ΕΙΔΩΛΟΛΑΤΡΙΚΑ ΤΕΛΕΤΟΥΡΓΙΚΑ ΚΑΙ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΑ ΜΥΣΤΗΡΙΑ

Και μόνο το γεγονός ότι ο Χριστιανισμός έχει ένα ιερό γεύμα και ένα βάπτισμα του σώματος θεωρείται αρκετή απόδειξη ότι δανείστηκε αυτές τις τελετές από τα παρόμοια γεύματα και τα λουσίματα στις ειδωλολατρικές λατρείες. Από μόνες τους, φυσικά, τέτοιες εξωτερικές ομοιότητες δεν αποδεικνύουν τίποτα. Σε τελική ανάλυση, οι θρησκευτικές τελετές μπορούν να πάρουν μόνον έναν περιορισμένο αριθμό μορφών, και αφορούν φυσικά τις σημαντικές ή κοινές πτυχές της ανθρώπινης ζωής. Το σημαντικότερο ζήτημα είναι η έννοια των ειδωλολατρικών πρακτικών. Τελετουργικά βαπτίσματα που χρονολογούνται πριν την Κ. Διαθήκη έχουν μια διαφορετική έννοια από το Χριστιανικό βάπτισμα, ενώ τα ειδωλολατρικά βαπτίσματα μετά το 100 μ.Χ. πρέπει να θεωρηθούν ως πολύ μεταγενέστερα ώστε να επηρεάσουν την Καινή Διαθήκη, ενώ στην πραγματικότητα είναι αυτά που έχουν επηρεαστεί από τον Χριστιανισμό.[11] Τα ιερά γεύματα στα προ-χριστιανικά ελληνικά μυστήρια δεν μπορούν να αποδείξουν τίποτα, δεδομένου ότι η χρονολογία είναι όλη λανθασμένη. Οι ελληνικές τελετές που υποτίθεται ότι έχουν επηρεάσει τους Χριστιανούς του 1ου αιώνα είχαν εξαφανιστεί πολύ καιρό πριν φτάσουμε στον Ιησού και τον Παύλο, ενώ τα ιερά γεύματα σε μετα-χριστιανικά μυστήρια όπως τον Μιθραϊσμό έρχονται πάρα πολύ μετά.

Αντίθετα από τις ιεροτελεστίες μύησης των μυστηριακών θρησκειών, το χριστιανικό βάπτισμα βλέπει από πίσω, αυτό που ένα πραγματικό, ιστορικό πρόσωπο – ο Ιησούς Χριστός – έκανε στην ιστορία. Οι ακόλουθοι των μυστηριακών θρησκειών θεωρούσαν ότι «τα μυστήριά τους» είχαν τη δύναμη να δώσουν στο άτομο τα οφέλη της αθανασίας με έναν μηχανικό ή μαγικό τρόπο, χωρίς να υποβληθούν σε οποιοδήποτε ηθικό ή πνευματικό μετασχηματισμό. Αυτό δεν ήταν βεβαίως η άποψη του Παύλου, είτε για τη σωτηρία είτε για τη λειτουργία των χριστιανικών μυστηρίων. Σε αντίθεση με τις ειδωλολατρικές τελετές μύησης, το χριστιανικό βάπτισμα δεν είναι μια μηχανική ή μαγική τελετή. Είναι σαφές ότι η προέλευση του χριστιανικού βαπτίσματος δεν μπορεί να αναζητηθεί ούτε στο ταυροβόλιο (που είναι οπωσδήποτε μετά τον 1οαιώνα) ούτε στα λουσίματα των ειδωλολατρικών μυστηρίων, αλλά στα λουσίματα εξαγνισμού που βρίσκονται στην Παλαιά Διαθήκη και επίσης στην Εβραϊκή πρακτική της βάπτισης των προσηλύτων – η τελευταία είναι η πλέον πιθανή πηγή για τις βαπτιστικές πρακτικές του Ιωάννη του Βαπτιστή.

Από όλες τις μυστηριακές λατρείες, μόνον ο Μιθραϊσμός είχε κάποια ομοιότητα με το Δείπνο του Κυρίου (Θεία Ευχαριστία). Ένα κομμάτι ψωμιού και ένα κύπελλο νερού τοποθετούνταν μπροστά στους μυούμενους, ενώ ο ιερέας του Μίθρα έλεγε ορισμένες τελετουργικές λέξεις. Αλλά η μεταγενέστερη εισαγωγή του τελετουργικού αποκλείει οποιαδήποτε επιρροή πάνω στο χριστιανισμό του 1ου αιώνα.

Ισχυρισμοί ότι το Δείπνο του Κυρίου (Θεία Ευχαριστία) προήλθε από τα ειδωλολατρικά ιερά γεύματα στηρίζονται σε υπερβολές και υπεραπλουστεύσεις. Οι υποτιθέμενοι παραλληλισμοί και αναλογίες καταρρέουν παντελώς.[12] Οποιαδήποτε αναζήτηση για ιστορικά προηγούμενα του Δείπνου του Κυρίου είναι πιθανότερο να πετύχει εάν μένει πιό κοντά στα Εβραϊκά θεμέλια της Χριστιανικής πίστης από του να περιπλανιέται μακριά στις πρακτικές των ειδωλολατρικών λατρειών. Το Δείπνο του Κυρίου έβλεπε πίσω σε ένα πραγματικό, ιστορικό πρόσωπο και στη θυσία του Γολγοθά που έγινε σε ιστορικό τόπο και χρόνο, όχι σε μυθολογικές περιστάσεις. Η αφορμή για την εισαγωγή απ’ τον Ιησού, του Δείπνου του Κυρίου (της Θείας Ευχαριστίας) ήταν η Εβραϊκή γιορτή του Πάσχα. Οι προσπάθειες να βρεθούν ειδωλολατρικές προελεύσεις για το βάπτισμα και το Δείπνο του Κυρίου είναι καταδικασμένες σε αποτυχία.

Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΤΩΝ ΜΥΣΤΗΡΙΑΚΩΝ ΘΕΩΝ ΚΑΙ Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΤΟΥ ΙΗΣΟΥ

Ο καλύτερος τρόπος για να αξιολογηθεί η υποτιθέμενη εξάρτηση των πρώιμων χριστιανικών πεποιθήσεων για τον θάνατο και την ανάσταση του Χριστού από τους ειδωλολατρικούς μύθους ενός θεού που πεθαίνει και ανασταίνεται, είναι να εξεταστούν προσεκτικά οι υποτιθέμενοι παραλληλισμοί. Ο θάνατος του Ιησού διαφέρει από τους θανάτους των ειδωλολατρικών θεών σε τουλάχιστον έξι σημεία:

(1) κανένας από τους αποκαλούμενους σωτήρες-θεούς δεν πέθανε υπέρ κάποιου άλλου. Η έννοια του Υιού του Θεού που πεθαίνει υπέρ των πλασμάτων του είναι μοναδική στον Χριστιανισμό. [13]

(2) μόνον ο Ιησούς πέθανε για την αμαρτία. Όπως ο Gunter Wagner παρατηρεί, σε κανέναν από τους ειδωλολατρικούς θεούς «δεν έχει αποδοθεί η πρόθεση να βοηθήσουν τους ανθρώπους με το θάνατό τους. Το είδος του θανάτου που υπέστησαν είναι πολύ διαφορετικό (ατύχημα κυνηγιού, αυτο-ευνουχισμός, κ.λπ.)». [14]

(3) ο Ιησούς πέθανε μια για πάντα (Εβρ. 7:27 9:25-28 10:10-14). Αντίθετα, οι μυστηριακοί θεοί ήταν θεότητες της φύσης των οποίων οι επαναλαμβανόμενοι θάνατοι και νεκραναστάσεις απεικονίζουν τον ετήσιο κύκλο της φύσης.

(4) ο θάνατος του Ιησού ήταν ένα πραγματικό γεγονός στην ιστορία. Ο θάνατος του μυστηριακού Θεού εμφανίζεται σε ένα μυθικό δράμα χωρίς ιστορικούς δεσμούς, η επανάληψη του οποίου γιορτάζει τον επαναλαμβανόμενο θάνατο και αναγέννηση της φύσης. Το αναμφισβήτητο γεγονός ότι η πρώιμη Εκκλησία θεώρησε ότι η διακήρυξή του θανάτου και της ανάστασης του Ιησού στηρίχτηκε σε ένα πραγματικό ιστορικό γεγονός, καθιστά παράλογη οποιαδήποτε προσπάθεια να αντλήσει αυτήν την πεποίθηση από τις μυθολογικές, μη-ιστορικές δοξασίες των ειδωλολατρικών θρησκειών. [15]

(5) αντίθετα από τους μυστηριακούς Θεούς, ο Ιησούς πέθανε εκούσια. Τίποτα παρόμοιο με την εκούσια θυσία του Ιησού δεν εμφανίζεται ακόμα και σιωπηρά στα μυστήρια.

(6) και τελικά, ο θάνατος του Ιησού δεν ήταν μια ήττα, αλλά ένας θρίαμβος. Ο Χριστιανισμός στέκεται ολοκληρωτικά έξω από τα ειδωλολατρικά μυστήρια δεδομένου ότι η διακήρυξη του θανάτου του Ιησού είναι ένα μήνυμα θριάμβου. Ακόμη και το ότι ο Ιησούς δοκίμασε τον πόνο και την ταπείνωση του σταυρού, αποτέλεσε τη νίκη. Η διάθεση της Καινής Διαθήκης για θρίαμβο αντιπαρατίθεται αισθητά με εκείνη των μυστηριακών θρησκειών, των οποίων οι οπαδοί έκλαιγαν και πενθούσαν για τη φοβερή μοίρα που πήρε από τη ζωή τους Θεούς τους. [16]

Ο ΑΝΑΣΤΗΜΕΝΟΣ ΧΡΙΣΤΟΣ ΚΑΙ ΟΙ «ΑΝΑΣΤΗΜΕΝΟΙ ΣΩΤΗΡΕΣ-ΘΕΟΙ»

Ποιοι μυστηριακοί θεοί βίωσαν πραγματικά μια ανάσταση από τους νεκρούς; Βεβαίως κανένα πρώιμο κείμενο δεν αναφέρεται σε οποιαδήποτε ανάσταση του Άττη. Ούτε και η περίπτωση του Όσιρη να αναστήθηκε είναι σαφέστερη. Κάποιος μπορεί να κάνει λόγο για «ανάσταση» στις ιστορίες του Όσιρη, του Άττη, και του Άδωνη μόνο αν επεκτείνει πολύ αυτή την έννοια.[17] Για παράδειγμα, αφού η Ίσιδα συνέλεξε τα κομμάτια του διαμελισμένου σώματος του Όσιρη, ο Όσιρης έγινε «Κύριος του κάτω κόσμου.» Αυτό είναι φτωχό υποκατάστατο μιας ανάστασης όπως αυτής του Ιησού Χριστού. Και, κανένας ισχυρισμός δεν μπορεί να γίνει για ότι ο Μίθρας ήταν ένας Θεός που πέθανε και αναστήθηκε. Το ρεύμα της άποψης των ακαδημαϊκών έχει στραφεί εντυπωσιακά εναντίον των προσπαθειών που θέλουν να παρουσιάσουν τον αρχικό Χριστιανισμό πως εξαρτιόταν από τους αποκαλούμενους θνήσκοντες και αναστηνόμενους θεούς της ελληνιστικής ειδωλολατρείας.[18] Οποιαδήποτε αμερόληπτη εξέταση των στοιχείων δείχνει ότι τέτοιες αξιώσεις πρέπει να απορριφθούν.

ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ ΑΝΑΓΕΝΝΗΣΗ ΚΑΙ ΜΥΣΤΗΡΙΑΚΕΣ ΤΕΛΕΤΕΣ ΜΥΗΣΗΣ

Τα φιλελεύθερα κείμενα πάνω στο θέμα αυτό είναι γεμάτα από σαρωτικές γενικεύσεις με σκοπό να δείξουν ότι ο αρχικός Χριστιανισμός δανείστηκε την έννοιά του της αναγέννησης από τα ειδωλολατρικά μυστήρια.[19] Αλλά τα στοιχεία καθιστούν σαφές ότι δεν υπήρξε κανένα προ-χριστιανικό δόγμα για αναγέννηση από το οποίο οι Χριστιανοί θα μπορούσαν να είχαν δανειστεί. Υπάρχουν πραγματικά πολύ λίγες αναφορές στην έννοια της αναγέννησης σε στοιχεία που έχουν επιβιώσει, και ακόμη κι αυτές είναι είτε πολύ μεταγενέστερες είτε πολύ διφορούμενες. Δεν παρέχουν καμία βοήθεια στο ζήτημα της προέλευσης της έννοιας αυτής στην Κ. Διαθήκη. Η αξίωση ότι τα προ-χριστιανικά μυστήρια θεωρούσαν τις μυητικές ιεροτελεστίες τους ως ένα είδος αναγέννησης, δεν υποστηρίζεται από οποιοδήποτε στοιχείο σύγχρονο με αυτές τις πρακτικές. Αντ’ αυτού, μια άποψη που βρίσκεται σε πολύ πιο πρόσφατα κείμενα μεταφέρεται από τους σημερινούς μελετητές πίσω στις πρωταρχικές μυητικές ιεροτελεστίες, και έτσι ερμηνεύουν υποθετικά ότι πρόκειται για δραματικές απεικονίσεις της «αναγέννησης» του μυούμενου. Η πεποίθηση ότι τα προ-χριστιανικά μυστήρια χρησιμοποίησαν «την αναγέννηση» ως τεχνικό όρο δεν έχει υποστηριξη ούτε έστω και από ένα αρχαίο κείμενο.

Οι περισσότεροι σύγχρονοι μελετητές υποστηρίζουν ότι η μυστηριακή χρήση της έννοιας της αναγέννησης (που πιστοποιείται μόνο σε στοιχεία που χρονολογούνται μετά το 300 μ.Χ.) διαφέρει τόσο σημαντικά από τη χρήση στη Κ. Διαθήκη ώστε αποκλείεται οποιαδήποτε δυνατότητα για σύνδεση μεταξύ τους. Το περισσότερο που τέτοιοι μελετητές είναι πρόθυμοι να αποδεχτούν, είναι η πιθανότητα μερικοί Χριστιανοί να δανείστηκαν τη μεταφορά ή την εικόνα από την κοινή ορολογία του εποχής και να την ανασχημάτισαν ώστε να ταιριάξει με τις τελείως διαφορετικές όμως θεολογικές πεποιθήσεις τους. Έτσι ακόμα κι αν η μεταφορά της αναγέννησης ήταν ελληνιστικής προέλευσης, το περιεχόμενό της μέσα στον Χριστιανισμό ήταν μοναδικό.[20]

ΕΠΤΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΑ ΚΑΤΑ ΤΗΣ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗΣ

ΕΞΑΡΤΗΣΗΣ ΑΠΟ ΤΑ ΜΥΣΤΗΡΙΑ

Ολοκληρώνω με την υπογράμμιση επτά σημείων που καταρρίπτουν τις φιλελεύθερες προσπάθειες να αποδειχτεί ότι ο Χριστιανισμός του 1ουαιώνα δανείστηκε τις ουσιαστικές πεποιθήσεις και πρακτικές του από τις ειδωλολατρικές Μυστηριακές Θρησκείες.

(1) Τα επιχειρήματα που προσφέρονται για «να αποδείξουν» μια χριστιανική εξάρτηση από τα μυστήρια φανερώνουν το λογικό σφάλμα της ψεύτικης αιτίας. Αυτό το σφάλμα διαπράττεται όποτε κάποιος διαλογίζεται ότι ακριβώς επειδή δύο πράγματα υπάρχουν δίπλα-δίπλα, το ένα από τα δύο θα πρέπει να έχει προκαλέσει την ύπαρξη του άλλου. Όπως όλοι πρέπει να ξέρουμε, από μόνη της μία σύμπτωση δεν αποδεικνύει την αιτιώδη σύνδεση. Ούτε η ομοιότητα αποδεικνύει την εξάρτηση.

(2) Πολλές υποτιθέμενες ομοιότητες μεταξύ του Χριστιανισμού και των μυστηρίων είναι είτε πολύ υπερβολικές είτε κατασκευασμένες. Οι μελετητές περιγράφουν συχνά τα ειδωλολατρικά τελετουργικά με ορολογία που δανείζονται από τον Χριστιανισμό. Η απρόσεκτη χρήση της ορολογίας θα μπορούσε να μας οδηγήσει να μιλήσουμε για «Μυστικό Δείπνο» στον Μιθραϊσμό ή για «βάπτισμα» στη λατρεία της Ίσιδας. Είναι ανεπίτρεπτη ανοησία να πάρουμε τη λέξη «σωτήρας» με ό,τι αυτή υποδηλώνει στην Κ. Διαθήκη και να την εφαρμόσουμε στον Όσιρη ή τον Άττη σαν ήταν σωτήρες-θεοί υπό οποιαδήποτε παρόμοια έννοια.

(3) Η χρονολόγηση είναι τελείως λανθασμένη. Σχεδόν όλες οι πηγές πληροφοριών μας για τις ειδωλολατρικές θρησκείες που θεωρούνται ότι έχουν επηρεάσει τον αρχικό Χριστιανισμό χρονολογούνται πολύ μεταγενέστερα. Βρίσκουμε συχνά συγγραφείς να χρησιμοποιούν κείμενα 300 χρόνια μετά τον Παύλο προσπαθώντας να υποστηρίξουν ότι από αυτά επηρεάστηκαν οι διδασκαλίες του Παύλου. Πρέπει να απορρίψουμε την υπόθεση ότι ακριβώς επειδή μια ειδωλολατρική θρησκεία είχε μια ορισμένη πίστη ή πρακτική τον 3ο ή 4ο αιώνα μ.Χ., θα είχε την ίδια πίστη ή πρακτική τον 1ο αιώνα.

(4) Ο Παύλος ποτέ δεν θα είχε δανειστεί συνειδητά από τις ειδωλολατρικές θρησκείες. Όλες μας οι πληροφορίες μας για αυτόν καθιστούν ιδιαίτερα απίθανο ότι υπό οποιαδήποτε έννοια επηρεάστηκε από τις ειδωλολατρικές πηγές. Ο Παύλος έδωσε μεγάλη έμφαση στην αρχική κατάρτισή του σε μια ακριβή μορφή Ιουδαϊσμού (Φιλιπ. 3:5). Προειδοποίησε τους Κολασσαείς ενάντια στο ίδιο το είδος της επιρροής που οι συνήγοροι του Χριστιανικού συγκρητισμού έχουν αποδώσει σε αυτόν, δηλαδή, να μην επιτρέψουν η πίστη τους να αλωθεί από άλλες φιλοσοφίες (κεφ. 2:8).

(5) Ο αρχικός Χριστιανισμός ήταν μια αποκλειστική πίστη. Όπως ο J. Machen εξηγεί, οι μυστηριακές λατρείες ήταν μη αποκλειστικές. «Ένα άτομο θα μπορούσε να μυηθεί στα μυστήρια της Ίσιδας ή του Μίθρα χωρίς καθόλου να αφήσει τις προηγούμενες πεποιθήσεις του, αλλά εάν επρόκειτο να γίνει δεκτός στην εκκλησία, σύμφωνα με το κήρυγμα του Παύλου, έπρεπε να εγκαταλείψει όλους τους άλλους Σωτήρες χάριν του Κυρίου Ιησού Χριστού. Ανάμεσα στον επικρατούντα συγκρητισμό του Ελληνο-Ρωμαϊκού κόσμου, η θρησκεία του Παύλου, μαζί με τη θρησκεία του Ισραήλ, στέκονται απολύτως μόνες.»[21] Αυτή η χριστιανική αποκλειστικότητα πρέπει να αποτελεί αφετηρία για όλη την έρευνα σχετικά με τις πιθανές σχέσεις μεταξύ του Χριστιανισμού και των Ειδωλολατρικών ανταγωνιστών του. Οποιοσδήποτε υπαινιγμός συγκρητισμού στην Καινή Διαθήκη θα είχε προκαλέσει την άμεση διαμάχη.

(6) Αντίθετα από τα μυστήρια, η θρησκεία του Παύλου στηρίχτηκε σε γεγονότα που συνέβησαν πραγματικά στην ιστορία. Ο μυστικισμός των μυστηριακών θρησκειών ήταν ουσιαστικά μη-ιστορικός. Οι μύθοι τους ήταν δράματα, ή εικόνες, αυτού που ο μυούμενος περνούσε, μη πραγματικά ιστορικά γεγονότα, όπως αντίθετα ο Παύλος θεωρούσε τον θάνατο και την ανάσταση του Χριστού. Η χριστιανική πεποίθηση ότι ο θάνατος και η ανάσταση του Χριστού συνέβησαν σε ένα ιστορικό πρόσωπο σε συγκεκριμένο τόπο και χρόνο, δεν έχει απολύτως κανένα παράλληλο με οποιαδήποτε ειδωλολατρική Μυστηριακή Θρησκεία.

(7) Οι λίγοι παραλληλισμοί που μπορούν ακόμα να παραμείνουν μπορεί να απεικονίζουν μια χριστιανική επιρροή στα ειδωλολατρικά συστήματα. Όπως ο Bruce Metzger έχει υποστηρίξει, «δεν πρέπει απερίσκεπτα να υποθέτει κανείς ότι τα ειδωλολατρικά μυστήρια επηρέασαν πάντα τον Χριστιανισμό, επειδή είναι όχι μόνο δυνατό αλλά και πιθανό το ότι σε ορισμένες περιπτώσεις, η επιρροή κινήθηκε στην αντίθετη κατεύθυνση.»[22] Δεν πρέπει να μας εκπλήσσει το ότι οι ηγέτες των μυστηριακών λατρειών που επιτυχώς προκαλούνταν από τον Χριστιανισμό, έπρεπε να κάνουν κάτι για να αντιμετωπίσουν την πρόκληση. Ποιος καλύτερος τρόπος υπήρχε από το να προσφέρουν ένα ειδωλολατρικό υποκατάστατο; Οι ειδωλολατρικές προσπάθειες να αντιμετωπιστεί η αυξανόμενη επιρροή του Χριστιανισμού με τη μίμησή του, είναι ξεκάθαρα προφανείς στα μέτρα που καθιερώθηκαν από τον Ιουλιανό τον Αποστάτη, ο οποίος ήταν Ρωμαίος αυτοκράτορας από το 361 έως το 363 μ.Χ.

ΕΝΑΣ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟΣ ΛΟΓΟΣ

Οι προσπάθειες κάποιων σύγχρονων λόγιων να υπονομεύσουν τη μοναδικότητα της Χριστιανικής αποκάλυψης μέσω των ισχυρισμών μιας ειδωλολατρικής θρησκευτικής επιρροής καταρρέουν γρήγορα από τη στιγμή που μία πλήρης παροχή πληροφοριών μας είναι διαθέσιμη. Είναι σαφές ότι τα φιλελεύθερα επιχειρήματα δείχνουν μία εκπληκτικά κακή επιστημονική μέθοδο. Πράγματι, αυτό το συμπέρασμα μπορεί να είναι πάρα πολύ γενναιόδωρο. Σύμφωνα με έναν συγγραφέα, μία ακριβέστερη έκθεση αυτών των κακών επιχειρημάτων θα τα περιέγραφε ως «προκατειλημμένη ανευθυνότητα».[23] Αλλά οι συνετοί αναγνώστες προκειμένου να είναι πλήρως ενημερωμένοι για αυτά τα θέματα, θα πρέπει να εξετάσουν το υλικό που αναφέρεται στη συνοπτική βιβλιογραφία.


ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

1.        Βλ. Ronald Nash, The Gospel and the Greeks (Richardson, TX: Probe Books, 1992). Το βιβλίο δημοσιεύθηκε αρχικά το 1984 με τον τίτλο, ChristianityandtheHellenistWorld.

2.        Πρέπει να προσπεράσω αυτές τις ελληνικές εκδοχές των μυστηριακών λατρειών. Βλ. Nash, 131-36.

3.        Joseph Klausner, From Jesus to Paul (New York: Macmillan, 1943), 104.

4.        Βλ. Edwin Yamauchi, «Easter — Myth, Hallucination, or History?» Christianity Today, 29 March 1974, 660-63.

5.        Βλ. Gunter Wagner, Pauline Baptism and the Pagan Mysteries (Edinburgh: Oliver and Boyd, 1967), 260ff.

6.        όταν η τελετή χρησιμοποιούσε αρνί, ονομαζόταν «κριοβόλιο». Δεδομένου ότι τα αρνιά κόστιζαν πολύ λιγότερο από τους ταύρους, αυτή η τροποποίηση ήταν μάλλον συνηθισμένη.

7.        Βλ. Nash, κεφάλαιο 9.

8.        για περισσότερες λεπτομέρειες, βλ. Nash, 143-48.

9.        βλ. Franz Cumont, The Mysteries of Mithra (Chicago: Open Court, 1903), 87ff.

10.      Joscelyn Godwin, Mystery Religions in the Ancient World (New York: Harper and Row, 1981), 111.

11.      Βλ. Nash, κεφάλαιο 9.

12.      Βλ. Herman Ridderbos, Paul: Paul: An Outline of His Theology (Grand Rapids: Eerdmans, 1975), 24.

13.      Βλ. Martin Hengel, The Son of God (Philadelphia: Fortress Press, 1976), 26.

14.      Wagner, 284.

15.      Βλ. W. Κ. Γ. Guthrie, The Son of God (Philadelphia: Fortress Press, 1976), 26.

16.      Βλ.Μ.Χ. Nock, «Early Gentile Christianity and Its Hellenistic Background,» in Essays on the Trinity and the Incarnation, ed. A. E. J. Rawlinson (London: Longmans, Green, 1928), 106.

17.      Βλ. J. Gresham Machen, The Origin of Paul’s Religion (New York: Macmillan, 1925), 234-35.

18.      Βλ. Nash, 161-99.

19.      Βλ. Nash, 173-78.

20.      Βλ. W. Φ. Flemington, The New Testament Doctrine of Baptism (London: SPCK, 1948), 76-81.

21.      Machen, 9.

22.      Bruce M. Metzger, Historical and Literary Studies: Pagan, Jewish, and Christian (Grand Rapids: Eerdmans, 1968), 11. Οι πιθανοί παραλληλισμοί εδώ θα χρονολογούνταν φυσιολογικά αργότερα, μετά από το 200 μ.Χ. στο μεγαλύτερο μέρος τους.

23.      Gordon Χ. Clark, Thales to Dewey (Boston: Houghton Mifflin, 1957), 195.

Προτεινόμενη ανάγνωση
  • Seyoon Kim, The Origin of Paul’s Gospel (Grand Rapids: Eerdmans, 1982).
  • J. Gresham Machen, The Origin of Paul’s Religion (New York: Macmillan, 1925).
  • Ronald Nash, The Gospel and the Greeks (Richardson, TX: Probe Books, 1992).
  • Gunter Wagner, Pauline Baptism and the Pagan Mysteries (Edinburgh: Oliver and Boyd, 1967).

Το άρθρο προέρχεται από τη σελίδα http://www.diakrisis.gr/articles.php?lng=gr&pg=232 που μας το υπέδειξε αναγνώστης μας εδώ.

ΤΕΚΜΗΡΙΑ ΤΗΣ ΣΤΑΥΡΩΣΗΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΑΝΑΣΤΑΣΗΣ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ

Το παρακάτω κείμενο  το έβαλε ως σχόλιο αναγνώστης μας εδώ λέγοντας ότι έχει δημοσιευθεί σε φόρουμ μουσουλμάνων.  Δεν γνωρίζουμε πολλά για τη σιινδόνη του Τορίνο, αλλά γνωρίζουμε ότι ο Χριστός έχει αναστηθεί και είναι μαζί μας στην αιωνιότητα είτε η σινδόνη είναι γνήσια είτε όχι.  Δημοσιεύουμε το σχόλιο ως αυτοτελές άρθρο με την ευχή κάθε μουσουλμάνοςνα γνωρίσει τον Κύριο Ιησού Χριστό, το αληθινό Φως.

ΤΕΚΜΗΡΙΑ ΤΗΣ ΣΤΑΥΡΩΣΗΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΑΝΑΣΤΑΣΗΣ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ

Σε αυτή την ταπεινή παρέμβασή μου, συγχωρέστε με, θα επιχειρήσω να σας παράσχω, πρώτα ο Θεός, ελάχιστα τεκμήρια για το κορυφαίο γεγονός της ανθρώπινης ιστορίας, τη σταύρωση και την ανάσταση του Θεανθρώπου Ιησού. ΔΕΝ ελπίζω ότι θα «σας πείσω», αν και κανείς δεν ξέρει πώς θα βλαστήσει στον καθένα ο σπόρος του Θεού, όμως σας δίνω κάποιες πληροφορίες, ώστε ο καθένας που αγωνιά πραγματικά για την Αλήθεια και για τη δική του σωτηρία, να μπορεί να ΕΡΕΥΝΗΣΕΙ Ο ΙΔΙΟΣ και να καταλήξει σε ΔΙΚΑ ΤΟΥ συμπεράσματα, πέρα από κάθε θρησκευτική ή άλλη προπαγάνδα.


Α. Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΤΟΥ ΥΙΟΥ ΤΟΥ ΘΕΟΥ
[απόσπασμα από εκτενέστερο άρθρο μου]

Πώς γίνεται ο Υιός του Θεού και, κατά τους χριστιανούς, Θεός, να θανατώνεται από τους ανθρώπους;
Σύμφωνα με το Κοράνι, ο Ιησούς δε σταυρώθηκε, αλλά «φάνηκε να σταυρώνεται», ενώ στην πραγματικότητα ο Θεός Τον διέσωσε και Τον ανέβασε κρυφά στους ουρανούς (σούρα 4, 157-158). Ο Ιησούς, κατά το Ισλάμ, δε μπορεί να σταυρώθηκε, γιατί ένας εκλεκτός του Θεού είναι παράλογο και αδύνατο να εγκαταλειφθεί απ’ Αυτόν στα χέρια των εχθρών του και να υποβληθεί σε βασανιστικό θάνατο.

Ι

Η ιδέα αυτή όμως είναι αντίθετη με την ίδια την Αγία Γραφή, αλλά και με την ιστορία των πιστών στο Θεό, που συχνά βασανίζονταν και θανατώνονταν, παρά την πίστη τους. Ξεκινώντας από τον αθώο Άβελ, γιο του Αδάμ, προχωρούμε στο λαό του Θεού (τον παλαιό Ισραήλ), που υποδουλώθηκε τόσα χρόνια στους Αιγύπτιους (και ασφαλώς πολλοί αθώοι πέθαναν πριν την εμφάνιση του Μωυσή –ανάμεσά τους και αμέτρητα νεογέννητα αγόρια, που θανατώθηκαν την εποχή που γεννήθηκε ο Μωυσής) και περνάμε στους ίδιους τους προφήτες, οι οποίοι κατά κανόνα καταδιώχθηκαν και πολλοί θανατώθηκαν βασανιστικά: ο Ιερεμίας λιθοβολήθηκε, ο Ιεζεκιήλ σύρθηκε δεμένος στην ουρά ενός αλόγου, ο Ζαχαρίας σφάχτηκε «ανάμεσα στο ναό και το θυσιαστήριο» (Ματθ. 23, 35) και άλλοι αλλιώς, σε βαθμό που ο Ιησούς να χαρακτηρίζει την Ιερουσαλήμ πόλη «που σκοτώνει τους προφήτες και λιθοβολεί τους απεσταλμένους προς αυτήν» (Ματθ. 23, 37)! Αλλά και για τους δικούς Του απεσταλμένους ο Ιησούς προφητεύει ότι θα μαστιγωθούν και θα σταυρωθούν ή θα θανατωθούν με διάφορους τρόπους (Ματθ. 23, 34), πράγμα που τονίζει ιδιαίτερα στους μαθητές Του (π.χ. Ματθ. 10, 16-31, κ.α.). Στην επί του όρους ομιλία Του (Ματθ. 5, 10-12) χαρακτηρίζει «μακάριους» (ευτυχισμένους) εκείνους που θα καταδιωχθούν «όπως οι προφήτες» εξ αιτίας της πίστης τους σ’ Αυτόν.
Έτσι προειδοποιούνται οι χριστιανοί κάθε εποχής ότι τους περιμένουν σκληροί διωγμοί, ενώ αναιρείται και η εσφαλμένη υπόθεση ότι οι χριστιανοί διώκονται επειδή είναι αμαρτωλοί, καθώς και ότι οι μουσουλμάνοι νίκησαν τους χριστιανούς επειδή τους ευλόγησε ο Θεός, του Οποίου κατέχουν την αληθινή πίστη (σούρα 5, 18, απευθυνόμενο στους χριστιανούς: «Γιατί τότε σας παιδεύει για τις αμαρτίες σας;»). Αντίθετα: οι πιστοί του αληθινού Θεού βασανίζονται σ’ αυτή τη ζωή, τις περισσότερες φορές δεν υπερισχύουν, φαίνονται αδύναμοι, θύματα των εχθρών τους, που είναι και εχθροί του Θεού. Όμως μέσα σ’ αυτή την αδυναμία, αν κρατήσουν την πίστη και την αγάπη (αν «αντέξουν ώς το τέλος», όπως λέει ο Ιησούς, Ματθ. 24, 13), κερδίζουν την αγιότητα. Όταν ο απόστολος Παύλος ζήτησε από τον Ιησού να τον θεραπεύσει από τον κακό άγγελο που τον βασάνιζε, Εκείνος του απάντησε ότι η δύναμή Του (του Ίδιου του Ιησού, που εδώ εμφανίζεται καθαρά ως Θεός) τελειοποιείται μέσα στην αδυναμία ή την ασθένεια (Β΄ Κορ. 12, 8-9).
Έχοντας λοιπόν έναν τέτοιο Σωτήρα, το πιο φυσικό είναι να πέσει και ο ίδιος θύμα των εχθρών του, να βασανιστεί έως θανάτου και έτσι να νικήσει τους εχθρούς του και τον ίδιο το θάνατο. Ο Χριστός ΔΕ ΣΤΑΥΡΩΝΕΤΑΙ ΕΠΕΙΔΗ ΝΙΚΗΘΗΚΕ. Σταυρώνεται, γιατί αρνείται να διαφύγει ή να αμυνθεί (Ματθ. 26, 51-54). Με τη σταύρωσή Του όμως κατορθώνει το ακατόρθωτο: επανέρχεται στη ζωή και ανοίγει την πόρτα της ανάστασης για όλους τους ανθρώπους. Ο Ίδιος προλέγει ότι στο τέλος της ιστορίας όλοι οι άνθρωποι θα αναστηθούν. Αυτή η ανάσταση οφείλεται στο ότι Εκείνος (ο νέος Αδάμ, ο πνευματικός μας πρόγονος) αναστήθηκε. Αυτός είναι και ο λόγος για τον οποίο ήρθε στον κόσμο: όχι μόνο να μας φέρει το θέλημα του Θεού (όπως οι προφήτες) αλλά να σώσει τον κόσμο, ως Θεός. Και τον σώζει με τη σταύρωση και την ανάστασή Του.
Εννοείται ότι πεθαίνει ως άνθρωπος, όχι ως Θεός. Επειδή όμως είναι ο Ίδιος και Θεός και άνθρωπος, μπορούμε να πούμε ότι πεθαίνει ως Θεάνθρωπος.
Συνεπώς, καμιά παραδοξότητα δεν υπάρχει στο ότι ο Μεσσίας σταυρώθηκε.

ΙΙ. ΠΡΟΦΗΤΕΙΕΣ ΓΙΑ ΤΗ ΣΤΑΥΡΩΣΗ

Την ίδια ιδέα με τους μουσουλμάνους αδελφούς μας είχαν και οι Εβραίοι της εποχής του Χριστού (πράγμα που φανερώνει ότι οι μουσουλμάνοι έχουν παραμείνει στο προκαταρκτικό στάδιο της αποκάλυψης του Θεού, στην Παλαιά Διαθήκη, αρνούμενοι να προχωρήσουν στην Καινή Διαθήκη): όταν ο Ιησούς, μετά την ανάστασή Του, συνάντησε δύο μαθητές Του έξω από τα Ιεροσόλυμα –και τους εμφανίστηκε με άλλη μορφή, για να Τον αναγνωρίσουν στην κατάλληλη στιγμή– εκείνοι Του είπαν πως είναι θλιμμένοι γιατί σταυρώθηκε ο Ιησούς. Τότε ο Ιησούς τους χαρακτήρισε «ανόητους και βραδυκίνητους στην πίστη προς τα λόγια των προφητών» και ΤΟΥΣ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΕ ΤΙΣ ΠΡΟΦΗΤΕΙΕΣ που έλεγαν ότι ο Χριστός θα βασανιστεί και θα πεθάνει, αρχίζοντας από το Μωυσή (Λουκ. 24, 25-27).
Έχουμε λοιπόν μια αναίρεση των ισχυρισμών του κορανίου βασισμένη στην ίδια την Αγία Γραφή, την οποία οι αδελφοί μας μουσουλμάνοι σέβονται ως θεόπνευστη. Ας δούμε μερικές από αυτές τις προφητείες, ξεκινώντας κι εμείς από το Μωυσή:
Στη Γένεση, 3, 15, όπως είπαμε (την οποία έγραψε ο Μωυσής), ο Θεός αναφέρεται στο «σπέρμα της γυναίκας», που θα συντρίψει το κεφάλι του όφη (του διαβόλου) και εκείνος θα του πληγώσει τη φτέρνα. Η προφητεία αυτή ονομάζεται «πρωτευαγγέλιο» και είναι η πρώτη αναφορά του Θεού στο Μεσσία. Η πληγή στη φτέρνα ερμηνεύεται ως ένα ασήμαντο τραύμα, όπως ήταν (για τον παντοδύναμο Υιό του Θεού) η σταύρωση.
Ο προφήτης Ησαΐας, κεφ. 53, γράφει ξεκάθαρα ότι ο Μεσσίας θα βασανιστεί και θα σώσει τον κόσμο με το βασανισμό Του («σηκώνει τις αμαρτίες μας και υποφέρει για μας… τραυματίστηκε για τις αμαρτίες μας… οδηγήθηκε σαν πρόβατο στη σφαγή… από τις αμαρτίες του λαού μου οδηγήθηκε στο θάνατο…» κ.τ.λ.). Στο Ησαΐα 12, 6, ο «άγιος του Ισραήλ» (ο Θεός) είναι Εκείνος που «υψώθη εν μέσω της Σιών», δηλαδή ο Χριστός (βλ. Ησ. 52, 13: «ο παις μου υψωθήσεται και δοξασθήσεται και μετεωρισθήσεται σφόδρα» = ο δούλος μου θα υψωθεί και θα δοξαστεί και θα κρεμαστεί πολύ). Ο Ίδιος ο Χριστός ερμηνεύει την «ύψωση» ως σταύρωση (Ιω. 8, 28, και 12, 32-34). Προσοχή: ο Μεσσίας, κατά τον Ησαΐα, έρχεται για να σώσει τον κόσμο και όχι απλώς για να διδάξει ή για να μεταφέρει σ’ εμάς το θέλημα του Θεού.
Αλλά και ο άγιος Ιωάννης ο Πρόδρομος, ο υιός του Ζαχαρία, χαρακτηρίζει το Μεσσία «αμνό του Θεού» (αρνάκι του Θεού), που σηκώνει την αμαρτία του κόσμου (Ιω. 1, 29), εννοώντας προφανώς ότι θα θυσιαστεί, όπως το αρνάκι, που ήταν το κατ’ εξοχήν ζώο για θυσίες. «Αρνίον εσφαγμένον» Τον ονομάζει και η Αποκάλυψη (Αποκ. 5, 6, και σε πολλά άλλα σημεία), ενώ οι άγιοί Του «έχουν λευκάνει τις στολές τους στο αίμα Του» και νίκησαν το διάβολο «διά το αίμα του αρνίου» (Αποκ. 7, 14, και 12, 11)
Ο Ιησούς αρκετές φορές προειδοποίησε τους μαθητές Του για τη σταύρωσή Του (π.χ. Ματθ. 16, 21-28, Λουκ. 18, 31-33, κ.α.). Στο Ματθ. 26, 31, αναφέρεται στην προφητεία «πατάξω τον ποιμένα και διασκορπισθήσονται τα πρόβατα της ποίμνης» (Ζαχαρία 13, 7).
Ο προφήτης Ζαχαρίας, 11, 12-13, μιλάει για τα τριάντα αργύρια (αργυρά νομίσματα), που εισέπραξε ο Ιούδας όταν πρόδωσε τον Ιησού. Ο άγιος ευαγγελιστής Ματθαίος αναφέρεται στην προφητεία (Ματθ. 27, 9), μόνο που την ενώνει με την προφητεία του Ιερεμία, 18, 2, που μιλάει για τον «αγρόν του κεραμέως», τον οποίο αγόρασαν με τα τριάντα αργύρια οι Εβραίοι αρχιερείς, όταν τα επέστρεψε ο Ιούδας.
Υπάρχουν ωστόσο και πολλές άλλες αναφορές στους Ψαλμούς, που αναφέρονται προφητικά στη σταύρωση και εκπληρώθηκαν στον Ιησού, όπως Ψαλμ. 68, 22 («μου έδωσαν χολή για τροφή και στη δίψα μου με πότισαν ξύδι», βλ. Ματθ. 27, 48), Ψαλμ. 21, 2 («Θεέ μου, Θεέ μου, πρόσεξέ με, γιατί με εγκατέλειψες;», βλ. Ματθ. 27, 46), Ψαλμ. 21, 19 («μοίρασαν μεταξύ τους τα ρούχα μου και έβαλαν κλήρο για τα ενδύματά μου», Ιω. 19, 23-24), κ.ά. (για τη θεία έμπνευση των Ψαλμών βλ. σούρα 4, 163).
Ο Ιησούς κραύγασε πάνω στο σταυρό «Θεέ μου, Θεέ μου, γιατί με εγκατέλειψες;», γιατί στην ανθρώπινη ζωή Του πέρασε όλα τα βάσανα που περνάει ο άνθρωπος, μεταξύ των οποίων και την αίσθηση ότι ο Θεός τον έχει εγκαταλείψει. Με αυτό τον τρόπο καθαγίασε τα βάσανα των ανθρώπων και τα μετέτρεψε σε δρόμο για να πλησιάσουμε το Θεό (αν τα υπομείνουμε με πίστη και υπομονή, όπως Εκείνος).
Επίσης, στην Παλαιά Διαθήκη περιλαμβάνονται πολλές ΠΡΟΤΥΠΩΣΕΙΣ του θανάτου του Ιησού και της σωστικής σημασίας του. «Τύπος» ή «προτύπωση» στην Αγία Γραφή είναι ένα πρόσωπο ή γεγονός της Παλαιάς Διαθήκης, που διαμορφώθηκε από το Θεό έτσι, ώστε να αντιστοιχεί σε ένα πρόσωπο ή γεγονός της Καινής Διαθήκης, το οποίο έμπρακτα συμβολίζει. Ο Ίδιος ο Ιησούς, όπως θα δούμε, αναγνώριζε αυτή την ερμηνεία ως σωστή. Το ίδιο και ο απόστολος Παύλος (βλ. π.χ. επιστολή προς Εβραίους, κεφ. 7 και 9 κ.λ.π.). Ας δούμε μερικές από αυτές τις αναφορές:
Ο φόνος του Άβελ, γιου του Αδάμ (Γένεσις, 4, 1-8): ο αθώος βοσκός θανατώθηκε από τον αδελφό του λόγω φθόνου, όπως ο Ιησούς (που είναι «ο ποιμήν ο καλός», Ιω. κεφ. 10, ο οποίος μάλιστα «θέτει την ψυχή του υπέρ των προβάτων», στίχ. 15) θανατώθηκε για τον ίδιο λόγο από τους αδελφούς Του, τους ανθρώπους.
Η θυσία του Αβραάμ (Γένεσις, 22, 1-13): όπως ο πατριάρχης Αβραάμ προσφέρθηκε να θυσιάσει το μοναχογιό του, ο οποίος μάλιστα πήγε για τη θυσία μόνος του, χωρίς βία, και μετέφερε και στους ώμους του τα ξύλα για τη φωτιά, έτσι και ο Θεός θυσίασε το Μονογενή Υιό Του για τη σωτηρία των ανθρώπων, ο Οποίος μάλιστα πήγε οικειοθελώς να θανατωθεί, κουβαλώντας στους ώμους Του το σταυρό του μαρτυρίου.
Ο αμνός του Πάσχα, δηλαδή το αρνάκι που έσφαξαν οι Εβραίοι το βράδυ πριν φύγουν από την Αίγυπτο: με το αίμα του σημάδεψαν τις πόρτες τους, ώστε ο εξολοθρευτής άγγελος, που θα σκότωνε τα πρωτότοκα παιδιά των Αιγυπτίων, να μη μπει στα σπίτια τους (Έξοδος, 12, 21-28). Έτσι κι ο Ιησούς θυσιάστηκε ως αμνός (βλ. και Ησαΐα, κεφ. 53) και με το Αίμα Του έσωσε το λαό Του (την ανθρωπότητα) από τον αιώνιο θάνατο. Γι’ αυτό και ο Ιωάννης είπε για το Χριστό: «Να ο αμνός του Θεού, που σηκώνει την αμαρτία του κόσμου». Γι’ αυτό επίσης οι Εβραίοι επί αιώνες έτρωγαν το Πάσχα αρνάκι, και μάλιστα χωρίς να του σπάσουν τα κόκαλα, επειδή και του Χριστού τα οστά στο σταυρό δεν έσπασαν (Ιω. 19, 33-37, βλ. και στην Παλαιά Διαθήκη, Αριθμοί, 9, 12, Ψαλμ. 33, 21). Γι’ αυτό, τέλος, ο Ιησούς σταυρώθηκε κατά την παραμονή του εβραϊκού Πάσχα, όπως και ο αμνός της Εξόδου σφάχτηκε την παραμονή του πρώτου Πάσχα, δηλαδή της απελευθέρωσης από την Αίγυπτο με τη διάβαση της Ερυθράς Θάλασσας.
Η ύψωση του φιδιού στην έρημο (Αριθμοί 21, 6-10): κατά το μακρύ ταξίδι της επιστροφής από την Αίγυπτο στη Χαναάν οι Εβραίοι αντιμετώπισαν πολλά προβλήματα. Ένα απ’ αυτά ήταν οι νυχτερινές επιθέσεις θανατηφόρων φιδιών. Ο Θεός διέταξε το Μωυσή να κατασκευάσει ένα χάλκινο φίδι και να το υψώσει πάνω σε μια ράβδο. Όποιος δαγκωνόταν από φίδι, έστρεφε το βλέμμα του στο υψωμένο χάλκινο φίδι και θεραπευόταν από το δηλητήριο (αυτό αποδεικνύει και ότι δεν είναι άτοπο να κάνει θαύματα ο Θεός μέσω εικόνων ή άλλων αντικειμένων). Ο Ίδιος ο Κύριός μας Ιησούς Χριστός αναφέρθηκε σ’ αυτό τον τύπο: «όπως ο Μωυσής ύψωσε το φίδι στην έρημο, έτσι πρέπει να υψωθεί ο υιός του ανθρώπου» (Ιω. 3, 14-17 –με πλήρη αναφορά στη σωτηρία του κόσμου διά του Χριστού, του Μονογενούς Υιού του Θεού). Ο Ιησούς ονόμαζε τον εαυτό Του «υιό του ανθρώπου» (=άνθρωπο) με βάση το Δανιήλ 7, 13.
Το «σημείον του Ιωνά του προφήτου»: ο Ιωνάς, ως γνωστόν, παρέμεινε τρεις ημέρες στην κοιλιά του θαλάσσιου κήτους και κατόπιν βγήκε στη στεριά σώος και αβλαβής. Ομοίως, και ο Ιησούς θα παρέμενε «εν τη καρδία της γης» τρεις ημέρες και τρεις νύχτες και κατόπιν θα επανερχόταν (όπως και επανήλθε) στη ζωή σώος και αβλαβής. Ο ΙΔΙΟΣ Ο ΙΗΣΟΥΣ αναφέρθηκε στην προτύπωση του Ιωνά στο Ματθ. 12, 38-40.
Ας αναφέρουμε τέλος ότι ο Ιησούς πολλές φορές μίλησε για το θάνατό Του και τη σωστική σημασία του. Στο Ιω. 12, 23-24, καταγράφεται ο λόγος Του ότι «ήρθε η ώρα να δοξαστεί ο υιός του ανθρώπου, γιατί ο κόκκος του σίτου» (σπόρος του σιταριού), «αν δεν πεθάνει πέφτοντας στη γη, μένει μόνος, αν όμως πεθάνει φέρνει πολύ καρπό». Στο Ματθ. 21, 33-44, καταγράφεται η παραβολή Του για τους «κακούς γεωργούς», διαχειριστές ενός αμπελιού, που θανάτωσαν όχι μόνο τους απεσταλμένους του ιδιοκτήτη του αμπελιού (προφήτες), αλλά και τον ίδιο το γιο του. Στο Ιω. 10, 15, όπως είπαμε, αναφέρεται ο λόγος Του για τον «καλό ποιμένα» (βοσκό), που δίνει τη ζωή του για να σώσει τα πρόβατά Του από το λύκο (σημειωτέον ότι στην Παλαιά Διαθήκη ποιμήν του λαού ονομάζεται ο Θεός, ενώ στην Καινή ο Χριστός – άλλη μια απόδειξη ότι ο Χριστός είναι Θεός).

Β. ΤΕΚΜΗΡΙΟ ΤΗΣ ΑΝΑΣΤΑΣΗΣ: ΤΟ ΑΓΙΟ ΦΩΣ

Οι χριστιανοί αναφέρουν την ύπαρξη μυστηριώδους φωτοχυσίας στον Τάφο του Ιησού και φλόγας που ανάβει θαυματουργικά ήδη από τον 1ο αι. μ.Χ. Για την ακρίβεια ο άγιος Γρηγόριος Νύσσης (4ο αι. μ.Χ.), στο έργο του «Δεύτερος λόγος περί αναστάσεως», αναφέρει ότι οι απόστολοι Πέτρος και Ιωάννης –τα ίδια τα ξημερώματα της ανάστασης– είδαν μέσα στον τάφο τα σάβανα του Ιησού, ενώ ήταν ακόμη σκοτάδι (για το σκοτάδι βλ. Ιω. 20, 1), επειδή ο τάφος μέσα ήταν λουσμένος στο φως. Το ίδιο αναφέρει και ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός τον 8ο αι. μ.Χ., μοναχός στη μονή του αγ. Σάββα, έξω από τα Ιεροσόλυμα. Κατά κάποιους μάλιστα, από αυτό εμπνεύστηκε το στίχο «Νυν πάντα πεπλήρωται φωτός, ουρανός τε και γη και τα καταχθόνια», που βρίσκεται στην ακολουθία της νύχτας του Μ. Σαββάτου, ποίημα δικό του.
Άλλες πρώιμες μαρτυρίες για το Άγιο Φως:
Το 2ο αι. μ.Χ., παρουσία του πατριάρχη Νάρκισσου, σημειώθηκε έλλειψη λαδιού και δε μπορούσαν να ανάψουν το καντήλι («λυχνάρι») για τη λειτουργία του Πάσχα. Ένας άντρας γέμισε το καντήλι νερό από την πηγή του Σιλωάμ. Το καντήλι άναψε θαυματουργικά με το νερό και παρέμενε αναμμένο, καθ’ όλη την διάρκεια της Πασχάλιας Λειτουργίας (Ευσέβιος, Ιστορία της Εκκλησίας, 4ος αι., Βιβλίο ΣΤ’, κεφ. 9, 1-3).
Ο Μέγας Θεοδόσιος (4ος αι.), κάποτε επισκέφθηκε κρυφά την Ιερουσαλήμ, και αμέσως μετά, ΟΛΑ τα λυχνάρια των εικόνων άναψαν. «Το θαύμα αυτό εξέπληξε τον Πατριάρχη, αλλά άγγελος του αποκάλυψε πως αυτός που προσευχόταν δεν ήταν απλός άνθρωπος, αλλά ο άγιος βασιλέας Θεοδόσιος» (Επίσκοπος Πορφύριος (Ουσπένσκυ), Το βιβλίο του είναι μου, Μέρος 3, S-Pb., 1896, σελ. 299-300). [Ας σημειωθεί εδώ ότι ο Μ. Θεοδόσιος, παρά τα λάθη του, δεν ήταν ένας «σκληρός φανατικός», όπως τον νομίζουν πολλοί, αλλά ένας άνθρωπος με ειλικρινή πίστη, που υπήρξε, μετά το Μέγα Κωνσταντίνο, ο πρώτος αυτοκράτορας που δεν δίωξε την Ορθοδοξία (εκτός από τους δευτερεύοντες αυτοκράτορες που βασίλεψαν πάρα πολύ λίγο).]
Ο μοναχός Barnard τον 9ο αιώνα (865 μ.X.) μιλάει εκτενώς για το Άγιο Φως, όπως το ξέρουμε και σήμερα: «Είναι περιττό να γράψω πολλά για τον τάφο αυτό, επειδή ο Bede λέει αρκετά γι’ αυτόν στην δική του Ιστορία (της Αγγλικής Εκκλησίας). Όμως αξίζει να αναφερθεί πως αυτό που συμβαίνει το Μεγάλο Σάββατο, την Παραμονή του Πάσχα. Το πρωί αρχίζει η λειτουργία μέσα στην εκκλησία αυτή. Μετά, όταν τελειώσει, μπαίνουν ψάλλοντας το «Κύριε Ελέησον» μέχρι να έρθει άγγελος και να ανάψει με φως τα κανδήλια που κρέμονται πάνω από τον τάφο. Ο Πατριάρχης μεταδίδει αυτό το Φως στους επισκόπους και τον υπόλοιπο λαό, και ο καθένας έχει φως, εκεί που στέκεται.» Mabilon. Acta Sancta. Τόμος. III. P. II. Σελ. 473.

ΙΣΛΑΜΙΚΕΣ ΜΑΡΤΥΡΙΕΣ:

Εκτενείς περιγραφές του θαύματος του αγίου Φωτός κάνουν και οι Άραβες συγγραφείς Ahmed ibn al-Kassa (θ. 936 μ.Χ.) στο έργο του “Signs of Quibla” (Σημεία του Κίμπλα), Abu l-Abbas Ahmad (θ. 947 μ.Χ.), al-Biruni (1000 μ.Χ.) κ.ά., ενώ η Ιερουσαλήμ ήταν ακόμη στα χέρια των μουσουλμάνων Αράβων και οι χριστιανοί που ζούσαν εκεί ήταν Ορθόδοξοι. Φυσικά, ΠΡΙΝ από τις σταυροφορίες και την κυριαρχία των παπικών («ρωμαιοκαθολικών») σταυροφόρων στους Αγ. Τόπους (η α΄ σταυροφορία κηρύχτηκε τον 11ο αι., δηλ. το 1095 μ.Χ.).
Ο al-Biruni π.χ. γράφει: «Οι Χριστιανοί έχουν ήδη σβήσει τα φανάρια τους και τις δάδες τους από πριν, και περιμένουν, μέχρι να δουν μια καθαρή λευκή φωτιά, που κάνει το κανδήλι να ανάβει. Με την φωτιά αυτή ανάβουν τα κανδήλια μέσα στα τεμένη και τους ναούς. Μετά γράφεται μια αναφορά προς τον Χαλίφη σχετικά με την ώρα που κατέβηκε η φωτιά. Αν γινόταν αμέσως μετά την μεσημβρινή ώρα, αναμενόταν γόνιμη χρονιά, αλλά αν καθυστερούσε μέχρι την εσπέρα ή αργότερα, τότε θα αναμενόταν άγονη χρονιά. Η ίδια πηγή αναφέρει επίσης πως κάποιος κυβερνήτης είχε φέρει μαζί του ένα τεμάχιο χάλκινου σύρματος αντί φυτιλιού, για να μην μπορέσει να αναφλεγεί και να φανεί έτσι πως το όλο φαινόμενο απέτυχε. Όμως κατέβηκε το πυρ, και ο χαλκός πήρε φωτιά. Η κάθοδος αυτής της φωτιάς από ψηλά, σε μια μέρα που επαναλαμβάνεται μετά από συγκεκριμένο χρονικό διάστημα, γίνεται αφορμή να μένουμε έκπληκτοι….» (άρα ήταν αυτόπτης μάρτυρας).
Ο Μητροπολίτης Καισαρείας Αρέθας, στο μήνυμά του προς τον Εμίρη της Δαμασκού (αρχές 10ου αι.) γράφει: «Κάθε χρόνο μέχρι τώρα, την ημέρα της αγίας Του Αναστάσεως, ο Πανάγιος και Πολύτιμος Τάφος Του κάνει θαύματα…. (όντας όλα τα φώτα της Ιερουσαλήμ σβηστά και)….. με την θύρα (του Παναγίου Τάφου) σφραγισμένη….και οι Χριστιανοί να στέκονται τριγύρω του, μέσα στον Ναό της Αναστάσεως […], φωνάζοντας «Κύριε Ελέησον!», ξαφνικά εμφανίζεται μια αστραπή φωτός και ανάβει το καντήλι, και στην συνέχεια όλοι οι κάτοικοι της Ιερουσαλήμ παίρνουν από το φως αυτό και ανάβουν τα δικά τους τα κεριά…».
Εντυπωσιακή αναφορά στο θαύμα του Αγίου Φωτός κάνει ο κληρικός Νικήτας, το 947 μ.Χ., σε επιστολή του προς τον αυτοκράτορα Κωνσταντίνο Ζ΄ τον Πορφυρογέννητο.
Ας σημειωθεί τώρα ότι οι σταυροφόροι, που ήταν παπικοί, δεν αγαπούσαν καθόλου το θαύμα του αγίου Φωτός, γιατί το άναβαν πάντοτε οι Ορθόδοξοι, πράγμα που αποδυνάμωνε την κυριαρχία του καθολικισμού στους Αγ. Τόπους, που επιδίωκαν αυτοί. Έτσι, ο στρατιωτικός ιερέας του πρώτου βασιλέα της Ιερουσαλήμ Βαλδουίνου Fulcher (Fulk) της Σαρτρ, έγραψε ότι το Άγιο Φως δεν εμφανίστηκε μέχρι να απομακρυνθούν οι Λατίνοι μοναχοί και κληρικοί από την εκκλησία του Αγίου Κουβουκλίου. Avdulovsky F.M., Holy Fire Coming From Holy Sepulchre of Our God and Savior Jesus Christ on The Great Saturday in Jerusalem. («Το Άγιο Φως το Προερχόμενο από τον Πανάγιο Τάφο του Θεού και Σωτήρος Ημών Ιησού Χριστού κατά το Μεγάλο Σάββατο») Μόσχα, 1887, σελ. 37-41.
Ο Αρμένιος ιστορικός του 12ου αι. Ματθαίος Εδέσσης μάς λέει πως το 1102 το Άγιο Φως αρνήθηκε να εμφανιστεί, αφού οι Φράγκοι (σταυροφόροι) είχαν αρπάξει τους Αγίους Τόπους από τους τοπικούς ιερείς και είχαν βγάλει τους Έλληνες έξω από τα μοναστήρια με τις κλωτσιές. Οι νεόφερτοι «πήραν το μήνυμα», και αποκατέστησαν τους διωγμένους. Το Φως εμφανίστηκε, με μια μέρα καθυστέρηση.
Οι μαρτυρίες αυτές, καθώς και άλλες, μεταγενέστερες, περιλαμβάνονται στις μελέτες:
Όλγα Τερζή, «Ιστορική μελέτη για το Άγιο Φως»: http://www.impantokratoros.gr/7F53C195.el.aspx.
Κατερίνα Ν. (μετάφραση): «Πρώιμες μαρτυρίες περί του Αγίου Φωτός»: http://www.oodegr.com/oode/asynithista/thavmata/agio_fws1.htm (μτφρ. από το αγγλικό, που δημοσιεύεται εδώ: http://www.holyfire.org/eng/history.htm).
Βλ. ακόμη: Λυκούργου Μαρκούδη, «Μαρτυρία περί του Αγίου Φωτός»: http://www.oodegr.com/oode/asynithista/thavmata/agio_fws_martyria1.htm.
Θα πρέπει επίσης να λάβουμε υπόψιν την περίπτωση του αγίου μάρτυρα Τούνομ, Άραβα εμίρη, που, στις 18 Απριλίου 1579, είδε το Άγιο Φως να βγαίνει από την κολώνα της πλαϊνής πύλης του Ναού της Αναστάσεως (όπου είχαν συγκεντρωθεί οι Ορθόδοξοι διωγμένοι από τους Τούρκους), έπεσε από το μιναρέ χωρίς να πάθει κακό, διακήρυξε ότι η Ορθοδοξία είναι η αληθινή πίστη και εκτελέστηκε από τους πρώην ομοθρήσκους του μουσουλμάνους.

ΣΗΜΕΡΙΝΕΣ ΜΑΡΤΥΡΙΕΣ

Τέλος, πρέπει να αναφέρουμε ότι, ανεξάρτητα από τις αρχαίες πηγές, οι σημερινές μαρτυρίες για την τέλεση του θαύματος (όχι μόνο για το ότι εμφανίζεται χωρίς να το ανάψει ανθρώπινο χέρι, αλλά και ότι δεν καίει) είναι αρκετές για να λύσουν κάθε απορία αν πρόκειται για «θαύμα ή μύθο». Περιορίζομαι να παραπέμψω σε συγκλονιστικό βίντεο αφιέρωμα («Άγιο Φως – μαρτυρίες και εμπειρίες»), με πλάνα και μαρτυρίες, που δημοσιεύτηκε πέρυσι στο διαδίκτυο στην ιστοσελίδα http://www.oodegr.com και από τότε έχει μεταφραστεί σε πέντε έξη γλώσσες. Το βίντεο δημοσιεύεται εδώ: http://www.oodegr.com/english/ekklisia/holylight.htm.
Βέβαια κάποιοι θα μπουν εδώ και θα παπαγαλίσουν ό,τι λέει ο Καλόπουλος, για απάτη με φώσφορο κ.τ.λ. Απάτη δεν θα μπορούσε να γίνει υπό μουσουλμανική και παπική (των σταυροφόρων) κατοχή, και μάλιστα επί τόσους αιώνες, χωρίς να ανακαλυφθεί και τιμωρηθεί ΟΥΤΕ ΕΝΑΣ «απατεώνας». Για τον ένθερμο ερευνητή, παραπέμπω και εδώ: http://www.oodegr.com/oode/asynithista/thavmata/expaganus_agio_fws_1.htm.
Μια αυτοψία θα πείσει κάθε ειλικρινά ενδιαφερόμενο – του χρόνου, αδελφοί, εύχομαι να κάνετε Πάσχα στον Άγιο Τάφο.

Γ. ΤΕΚΜΗΡΙΟ ΤΗΣ ΣΤΑΥΡΩΣΗΣ: Η ΣΙΝΔΟΝΗ ΤΟΥ ΤΟΡΙΝΟ

Πιθανότατα οι μουσουλμάνοι αδελφοί μας θα είναι ήσυχοι ως προς τη σινδόνη του Τορίνο (με τη μορφή του Ιησού πάνω της), αφού ξέρουν ότι η χρονολόγηση με άνθρακα 14 την τοποθέτησε ανάμεσα στο 13ο και το 14ο αιώνα μ.Χ. Όμως, στη θέση τους δεν θα ήμουν και τόσο ήσυχος. Η χρονολόγηση αυτή είναι αμφισβητήσιμη για ΠΟΛΛΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ (θα το δούμε παρακάτω), ενώ υπάρχουν επίσης ΠΑΡΑ ΠΟΛΛΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ που αποδεικνύουν ότι το σεντόνι προέρχεται από τον 1ο αι. μ.Χ. και μάλιστα από την Παλαιστίνη, ενώ συνδέεται και με την περίοδο του Πάσχα.
Επίσης, μαρτυρίες για την ύπαρξή του υπάρχουν το αργότερο από το 10ο αι. μ.Χ., που αυτό και μόνο αρκεί για να καταρρίψει την εγκυρότητα της χρονολόγησης με άνθρακα.
Δημοσιεύω δύο αρθράκια:

Ι

Σινδόνη του Τορίνο: αλήθεια ή απάτη;
Πηγή: http://www.diakrisis.gr/articles.php?lng=gr&pg=86

Έπειτα από τρεις δεκαετίες επιστημονική εξέταση, η Σινδόνη είναι ακόμα το επίκεντρο της αντιλογίας. Ενώ η επιστημονική άποψη και αυτή των ΜΜΕ γενικά το απορρίπτουν ως σάβανο του Χριστού, η επιστημονική και ιστορική απόδειξη συνεχίζει να αφθονεί. Ο Bill Geating συνοψίζει τα τελευταία δεδομένα.
Η Σινδόνη του Τορίνου είναι ένα αρχαίο κίτρινο λινό ύφασμα που φέρει την εικόνα ενός μουσάτου άνδρα καλυμμένου με σταγόνες αίματος, η θέση του οποίου ταιριάζει σε θάνατο από σταύρωση. Φιλοξενείται στο Τορίνο της Ιταλίας για περισσότερο από 400 χρόνια και πολλοί πιστεύουν ότι είναι η εικόνα του Ιησού.
Το μέγεθός του είναι 4,35 μέτρα μακρύ, 1,1 μέτρα πλατύ, και η Σινδόνη είναι υφασμένη από λινό με ύφανση ψαροκόκαλου από ίνες κοινού λιναριού που χρησιμοποιούνταν την εποχή του Χριστού. Η εικόνα της Σινδόνης είναι η εμπρόσθια και η οπίσθια όψη ενός Καυκάσιου άνδρα, περίπου 30 ετών, γύρω στα 1,80 ύψος και βάρος περίπου 77 κιλά.
Σε όλη την εικόνα υπάρχουν κηλίδες αίματος που ανταποκρίνονται σε θάνατο από σταύρωση. Επίσης φαίνονται τρύπες από καψίματα και μερικές σταγόνες νερού από την πυρκαγιά του 1532.
Ιστορικές μελέτες ανιχνεύουν την Σινδόνη στο 1356 μ.Χ. όταν εκτέθηκε στην Liery της Γαλλίας από τον Geoffrey De Charney. Το 1452 το ύφασμα πουλήθηκε στον Δούκα του Σαβόϋ, και το 1578 μεταφέρθηκε στο Τορίνο της Ιταλίας όπου παραμένει μέχρι σήμερα.
Η ιστορία της Σινδόνης πριν τον Μεσαίωνα είναι νεφελώδης. Ένα πιθανό σενάριο προτείνει ότι μετά τον θάνατο του Χριστού (ή το 70 μ.Χ. που καταστράφηκε η Ιερουσαλήμ) μεταφέρθηκε στην Έδεσσα της Τουρκίας (σύγχρονη Urfa). Γνωστό σαν το Μανδήλιον ή Εικόνα της Έδεσσας ήταν διπλωμένο για να φαίνεται μόνο το πρόσωπο μέσα σε μια ανοιχτή θήκη.
Το 944 μ.Χ. ο Βυζαντινός Αυτοκρατορικός Στρατός εισέβαλε στην Έδεσσα [Θ.Ρ.: η οποία, αν και βυζαντινή πόλη, βρισκόταν υπό αραβική κατοχή από το 638 μ.Χ.] με το σκοπό να ξαναποκτήσουν το ύφασμα και μετά να το παραδώσουν στην Κωνσταντινούπολη. Η Τέταρτη Σταυροφορία (1204) λεηλάτησε την Κωνσταντινούπολη και η Σινδόνη του Τορίνου ουσιαστικά εξαφανίστηκε μέχρι τον 14ο αιώνα. Πιθανόν ήταν στην κατοχή των Ναïτών ιπποτών, ένα διεθνές τάγμα σταυροφορίας από πολεμιστές μοναχούς, όταν αυτό επανεμφανίστηκε με τον De Charney το 1353.
Η επιστημονική και εξονυχιστική έρευνα της Σινδόνης επικεντρώθηκε στο κατά πόσον η απεικόνιση είχε δημιουργηθεί φυσικά ή τεχνητά. Πάνω από 500.000 ώρες επιστημονικής εξέτασης από 63 επιστημονικούς κλάδους έχουν εφαρμοστεί στην Σινδόνη. Περισσότερο εκτεταμένη ήταν η ανάλυση του 1978 από 40 επιστήμονες όλο το 24ωρο για 5 μέρες. Αυτοί συμπέραναν ότι η απεικόνιση ΔΕΝ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΕΙΝΑΙ ΖΩΓΡΑΦΙΚΗ!
Δεν υπήρχε κανένα άξιο λόγου ίχνος χρώματος, μπογιάς, βαφής ή σταγόνες πάνω στο ύφασμα. Ούτε η εικόνα έδειχνε την κατεύθυνση που φυσιολογικά δημιουργείται από τα περάσματα της βούρτσας. Ούτε υπήρχε κανένα Περίγραμμα της εικόνας καθώς θα ήταν απαραίτητο για να δημιουργήσουν μια ζωγραφική παράσταση. Ούτε βρέθηκε καμιά απόδειξη «στερέωσης» του υφάσματος που συμβαίνει όταν εφαρμοστεί οποιαδήποτε υγρή ουσία. Η εικόνα φαίνεται να είναι καθαρά επιφανειακή, διαπερνώντας μόνο τις δύο κορυφαίες μικρο-ίνες.
Οι σταγόνες αίματος πάνω στο μέτωπο και τα μαλλιά ταιριάζουν με πληγές από αγκαθωτό στεφάνι. Πάνω από 100 σημάδια μαστιγώματος στην πίσω πλευρά, ταιριάζουν το μαστίγωμα που έκανε το ρωμαϊκό μαστίγιο (Flagum). Το αίμα που κυλούσε κάτω από τα χέρια και στα πόδια δείχνουν τρύπημα που προέρχεται από καρφιά. Η ροή του αίματος κάτω από τα χέρια ταιριάζει τη ροή της βαρύτητας που συμβαίνει κατά την σταύρωση. Η απουσία απεικονίσεων του αντίχειρα και στα δύο χέρια, δείχνει ότι είχε τρυπηθεί ο καρπός του χεριού και όχι τα χέρια. Ένα καρφί στον καρπό του χεριού θα τρυπούσε το μεσαίο νεύρο, προκαλώντας το σπάσιμο του αντίχειρα στην παλάμη.
Η φωτογράφηση της Σινδόνης το 1898 αποκάλυψε το κρυμμένο «αληθινά θετικό» που έκανε την εικόνα της Σινδόνης ένα φωτογραφικό αρνητικό. Η ανάλυση της εικόνας που έγινε το 1978 αποκάλυψε ότι τα τρισδιάστατα χαρακτηριστικά της Σινδόνης, δείχνουν ότι το ύφασμα έχει πάνω του μια πραγματική τρισδιάστατη ανθρώπινη μορφή, που είναι αδύνατον να δημιουργηθεί με ζωγραφική.
Πρόσφατες μελέτες από τους Ισραηλινούς βοτανολόγους Avinoan Danin και Uri Baruch, μαζί με τους Αμερικανούς Alan και Mary Whanger, αποκάλυψε ισχυρή απόδειξη ότι η προέλευση της Σινδόνης είναι μέσα από την περιοχή της Ιερουσαλήμ. Ακόμη, το ύφασμα περιέχει αναρίθμητους κόκκους γύρης και απεικονίσεις φυτών. Με το μικροσκόπιο, αναγνωρίστηκαν με σιγουριά, τουλάχιστον 30 τύποι κόκκων γύρης.
Απεικονίσεις φυτών, αν και πιο δύσκολο να αναγνωριστούν, περιλαμβάνουν τα Zygophyllum dumosum, Gundelia tournefortii, Cistus creticus και Capparis aegyptia. Όλα μαζί, είναι μοναδικά σε μόνο μια περιοχή πάνω στη γη –τα βουνά της Ιουδαίας και την έρημο του Ισραήλ. Η ταυτόχρονη άνθηση τον Μάρτιο και Απρίλιο των 8 φυτών που αναγνωρίστηκαν πάνω στην Σινδόνη, ανταποκρίνονται στη βιβλική αφήγηση του θανάτου του Χριστού. Ένα από αυτά τα λουλούδια (Capparis aegyptia) αρχίζει να ανοίγει το μεσημέρι και φθάνει σε πλήρες άνοιγμα λίγο πριν την δύση του ήλιου. Στις 3 ή 4 μμ, το άνοιγμα των μπουμπουκιών τους, ταιριάζει με την ώρα του θανάτου του Χριστού.
Το 1988, η Σινδόνη του Τορίνου χρονολογήθηκε με τον άνθρακα 14 από τρία διαφορετικά εργαστήρια. Και τα τρία το χρονολόγησαν μεταξύ του 1260 μ.Χ. και του 1390 μ.Χ. Ακόμη, έχουν εγερθεί ανησυχίες σχετικά με την ακρίβεια των μετρήσεων. Ζωντανοί μύκητες και βακτήρια έχουν ανακαλυφθεί πάνω στο ύφασμα, δημιουργώντας ένα «βιο-πλαστικό στρώμα» το οποίο μπορεί να παροδηγήσει την χρονολόγηση με τον άνθρακα 14. Ο Harry Grove, που διεύθυνε το τεστ με τον άνθρακα 14, δήλωσε ότι το μικρόβιο είναι μια «ανάπτυξη που θα πρέπει να ληφθεί σοβαρά… αυτό αξίζει περισσότερο λεπτομερή έρευνα».
Το τμήμα της Σινδόνης που χρησιμοποιήθηκε για το ραδιομετρικό τεστ, γνωστό σαν «Γωνία του Ραέ», ήρθε από ένα σημείο ευαίσθητο σε μόλυνση, εξαιτίας της μεταχείρισης που υπέστη η Σινδόνη σε όλους τους αιώνες. Είναι επίσης πιθανόν ότι η πυρκαγιά του 1532 δημιούργησε μια σημαντική αύξηση στην συσσώρευση άνθρακα 14, και ως εκ τούτου να αύξησε τον ραδιομετρικό υπολογισμό.
Αν και η επιστήμη δεν έχει ακόμη προσδιορίσει τον μηχανισμό με τον οποίο δημιουργήθηκε η απεικόνιση της Σινδόνης, έχει προταθεί κάποιος τύπος ροής ουδετερονίων από ραδιενέργεια. Επίσης αυτή η διαδικασία θα παράγει πρόσθετο άνθρακα 14, λοξοδρομώντας την χρονολόγησή του.
Οι αλλαγές στο πρωτόκολλο του τεστ με τον άνθρακα 14 το 1988 περιλάμβαναν:
Εξέταση από ένα τμήμα της Σινδόνης.
Χρησιμοποίηση μόνο τριών εργαστηρίων, αντί των αρχικών επτά.
Το τμήμα της Σινδόνης «Γωνία του Ραέ» που ήταν γνωστό πως είχε μολυνθεί από πυρκαγιά και ανθρώπινο άγγιγμα, αντί ενός καθαρότερου τμήματος.
Συγκεντρωμένη μαζί, όλη αυτή η απόδειξη εγείρει σοβαρές αμφιβολίες για την εγκυρότητα του τεστ του 1988.
Εάν η Σινδόνη χρονολογηθεί ακριβώς τον 14ο αιώνα, τότε απαιτείται η γνώση, η ικανότητα και η δεξιοτεχνία πάρα πολλών πεδίων από έναν πλαστογράφο του Μεσαίωνα. Αυτός ο καλλιτέχνης χρειάζονταν εκτεταμένη γνώση στην ανατομία και φυσιολογία μέχρι να μπορεί με ακρίβεια να απεικονίσει τις λεπτομέρειες της σταύρωσης, όπως και γνώση των φωτογραφικών αρνητικών και των τρισδιάστατων εικόνων. Επίσης θα απαιτούνταν βαθιά γνώση της χημείας του αίματος και των προσθέσεων με μικροσκόπιο ντόπιων ποικιλιών γύρης από συγκεκριμένη τοποθεσία.
Κατά πόσον η Σινδόνη είναι ένα ταφικό ύφασμα της Παλαιστίνης του 1ου αιώνα ή μια πλαστογραφία της μεσαιωνικής Ευρώπης, μελετείται ακόμη. Κατά πόσον είναι το πραγματικό σάβανο του Χριστού είναι πέρα απʼ τον ορίζοντα της επιστήμης. Ακόμη, η εικόνα της Σινδόνης και οι κηλίδες αίματος, μπορούν να μας βοηθήσουν να φανταστούμε τα τρομερά παθήματα του Χριστού. Ότι είναι άδειο αυτό το σάβανο, μας υπενθυμίζει την ανάστασή Του.
Μια αριστουργηματική αναπαραγωγή ή το πραγματικό σάβανο, αυτό μπορεί να μιλήσει σε όλους όσους έχουν ακουμπήσει την πίστη τους σε Αυτόν.
«Δεν είναι εδώ, επειδή αναστήθηκε, όπως το είχε πει. Ελάτε, δείτε τον τόπο όπου ήταν τοποθετημένος ο Κύριος» (Ματθαίος 28:6).
BILL GEATING
Μετάφραση κατόπιν αδείας από το περιοδικό BIBLE AND SPADE-Winter 2000. Τίτλος πρωτότυπου: Shroud of Turin 2000.

ΙΙ

ΣΥΝΟΨΙΖΟΝΤΑΣ ΤΗΝ ΑΡΧΑΙΑ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΣΙΝΔΟΝΗΣ
Πηγή: http://www.diakrisis.gr/articles.php?lng=gr&pg=87

Οι κριτικοί σωστά έχουν κατηγορήσει ότι είναι αδύνατον για κάτι τόσο ασυνήθιστο, όσο η Σινδόνη, να έχει διαφύγει της προσοχής για 13 αιώνες, μόνο για να εμφανιστεί στην κατοχή ενός κατώτερου Γάλλου ευγενούς το 1355. Η Σινδόνη φαίνονταν να έχει έρθει από το πουθενά σε έναν αιώνα πασίγνωστο για πλαστογραφίες. Αλλά το 1969, ο Βρεττανός συγγραφέας και ιστορικός ερευνητής Ian Wilson παρατήρησε δυνατές ομοιότητες μεταξύ της Σινδόνης και των μεσαιωνικών περιγραφών της πιο διάσημης εικόνας των αρχών του Μεσαίωνα- “Την Αχειροποίητη Εικόνα της Έδεσσας”.
Η καταγεγραμμένη ιστορία της Εικόνας της Έδεσσας άρχισε τον 6ο αιώνα στην χριστιανική πόλη της Έδεσσας, στην σύγχρονη ανατολική Τουρκία. Πιστεύονταν ότι ήταν ένα ύφασμα στο οποίο ο ζωντανός Ιησούς είχε αποτυπώσει το πρόσωπό του, η Εικόνα σκόπιμα στάλθηκε σε έναν βασιλιά της Έδεσσας. Ήταν τόσο μακρύ, ώστε έπρεπε να “διπλωθεί στα τέσσερα” για να τοποθετηθεί στο πλαίσιο υποστήριξης. Εάν η Σινδόνη του Τορίνου διπλώνονταν για να αποκρύψει το σώμα και να φαίνεται μόνο το πρόσωπο, θα ήταν πολύ όμοια με τις αρχαιότερες απεικονίσεις της Εικόνας της Έδεσσας που έχουν βρεθεί.
Συγγραφείς του Μεσαίωνα λένε ότι η Εικόνα δεν ήταν έργο τέχνης, αλλά το αμυδρό “ιδρωμένο” αποτύπωμα του Ιησού. Επίσης λέγανε ότι υπήρχε αίμα πάνω σε αυτό. Όλα αυτά τα χαρακτηριστικά μπορούν να παρατηρηθούν σήμερα πάνω στην Σινδόνη. Ο Wilson στο βιβλίο του «Η Σινδόνη του Τορίνου» (1978), σημειώνει ότι μετά που την εικόνα της Έδεσσας την πήραν οι Βυζαντινοί στην Κωνσταντινούπολη το 944, άρχισαν ήσυχα να παραδέχονται ότι είχαν την Σινδόνη σαν ένα από τα αποκτήματά τους. Αυτός ήταν πιθανόν ένας από τους θησαυρούς που κλάπηκαν στην Τέταρτη Σταυροφορία (1204) και αργότερα εμφανίστηκε στην Γαλλία. Έτσι, η Εικόνα της Έδεσσας φαίνεται στενά συνδεδεμένη με την Σινδόνη του Τορίνου.
Οι περισσότεροι ιστορικοί έδωσαν λίγη προσοχή στην θεωρία του Wilson, πιστεύοντας ότι η εικόνα της Έδεσσας ήταν απλά ένα ζωγραφισμένο πρόσωπο πάνω σε ένα μικρό ύφασμα. Αλλά οι αποδείξεις συνεχίζουν να βγαίνουν στην επιφάνεια. Ειδική εξέταση στο φως των φωτογραφιών της Σινδόνης δείχνει γραμμές από παλιά τσακίσματα, κάτι που ισχυρά υποστηρίζει ένα παλαιό «δίπλωμα στα τέσσερα». Επίσης υπάρχουν αναφορές από συγγραφείς των αρχών του Μεσαίωνα που πίστευαν ότι η Εικόνα της Έδεσσας είχε την εικόνα ενός πλήρους σώματος.
Τελικά, πρόσφατα στην Βιβλιοθήκη του Βατικανού, αναγνωρίστηκε μια ομιλία του Γρηγόριου, αρχιδιακόνου της Αγίας Σοφίας (του μεγάλου καθεδρικού ναού στην Κωνσταντινούπολη) που ήταν ειδικός στην ιστορία της Εικόνας της Έδεσσας. Την νύχτα 16 Αυγούστου 944, η εικόνα της Έδεσσας, μόλις είχε «ελευθερωθεί» από την Έδεσσα, την έφεραν στο παλάτι του αυτοκράτορα στην Κωνσταντινούπολη. Αυτή ήταν μια από τις λίγες καταγεγραμμένες δημόσιες εμφανίσεις της Εικόνας. Η ομιλία του Γρηγόριου σε αυτό το περιστατικό δυνατά υπονοεί ότι η εικόνα αφαιρέθηκε τουλάχιστον εν μέρει από το κάλυμμά της (ένα είδος πλαισίου κορνίζας) και ξεδιπλώθηκε τόσο πολύ ώστε να μην αποκαλύπτει μόνο το πρόσωπο, αλλά επίσης ένα ματωμένο πληγωμένο πλευρό. Στην ομιλία του, ο Γρηγόριος λέει ότι το αίμα και ο ιδρώτας του προσώπου έπεφτε σταγόνα –σταγόνα από το πλευρό του Ιησού. Αυτός επίσης αναφέρει «αίμα και νερό εκεί» σαν εάν να έδειχνε στο πληγωμένο πλευρό για το ακροατήριό του. Εάν η Εικόνα της ΄Εδεσσας είχε ένα πληγωμένο πλευρό, αυτή αποτελούνταν από περισσότερο από την εικόνα ενός προσώπου και ηχεί αξιοσημείωτα σαν την Σινδόνη του Τορίνου. Μια τέτοια σύνδεση θα έσπρωχνε την ιστορία της Σινδόνης πίσω στον 6ο μ.Χ. αιώνα, ένας πρόσθετος λόγος για να αμφιβάλλουμε την χρονολόγηση με τον άνθρακα-14 το 1988.
JOHN LONG
Μετάφραση κατόπιν αδείας από το περιοδικό BIBLE AND SPADE-Winter 2000. Τίτλος πρωτότυπου: Closing in on the shroudʼs history.

ΙΙΙ
Συνιστώ σε κάθε ενδιαφερόμενο τη μελέτη του Αθανάσιου Κ. Δημητριάδη «Αναφορά στη Σινδόνη του Τορίνου», εκδ. Τήνος 1998, όπου, με πλήθος βιβλιογραφικών παραπομπών, αναφέρονται λεπτομερώς τα προβλήματα αξιοπιστίας της χρονολόγησης με άνθρακα 14, αλλά και η καταγγελία του θέματος από τον καθηγητή του παν/μίου του Dermstadt Βέρνερ Μπουλστ σε διεθνές συνέδριο στο πανεπιστήμιο της Μπολόνια το 1989 (βλ. εκτενώς το σχετικό κεφάλαιο, σελ. 38-54).
Εκεί αναφέρονται και άλλα τεκμήρια της παλαιότητας και αυθεντικότητας της σινδόνης, όπως ο εντοπισμός νομισμάτων της ΕΠΟΧΗΣ ΤΟΥ ΙΗΣΟΥ, τοποθετημένων στα μάτια του σώματος. Τα νομίσματα φάνηκαν το 1977, όταν η εικόνα του προσώπου αναλύθηκε με εξοπλισμό διαστημικής τεχνολογίας (σελ. 26-27). Η τοποθέτηση νομισμάτων στα μάτια των νεκρών ήταν ταφικό έθιμο της εποχής εκείνης.
Εκεί επίσης αναφέρονται οι πρώιμες μαρτυρίες για τη σινδόνη (σελ. 72-84). Λίγα λόγια γι’ αυτό, εκτός από όσα ειπώθηκαν ανωτέρω:
Το Ιερό Μανδήλιο (που καθώς φαίνεται ήταν η σινδόνη, διπλωμένη έτσι μέσα σε θήκη, που φαινόταν μόνο το πρόσωπο του Κυρίου) εντοιχίστηκε σε μια κόχγη του τείχους της Έδεσσας από τον επίσκοπο της πόλης, όταν ξέσπασε διωγμός κατά των χριστιανών το 2ο αιώνα, από τους διαδόχους του πρώτου χριστιανού βασιλιά Άβγαρου. Ανακαλύφθηκε όταν κατέρρευσε το τείχος, το 550 μ.Χ., σε μια περσική επίθεση. Τότε οι χριστιανοί αρχίζουν να ζωγραφίζουν το Χριστό όπως Τον ξέρουμε σήμερα από τις ορθόδοξες εικόνες, εξαιτίας προφανώς της μορφής που είναι αποτυπωμένη πάνω στο ύφασμα, που το θεωρούσαν «μαντήλι», λόγω της θήκης όπου ήταν διπλωμένο.
Μετά το 10ο αιώνα, που η εικόνα έρχεται στην ΚΠολη, προφανώς αποκαλύπτεται ότι είναι σεντόνι. Μαρτυρίες προς τούτο:
Στις αρχές του 12ου αι. αρχίζει να ζωγραφίζεται η σκηνή του «Επιτάφιου Θρήνου», εμφανώς επηρεασμένη από τη μορφή που απεικονίζεται στη σινδόνη. Παράλληλα εμφανίστηκαν οι «επιτάφιοι», τα υφάσματα που τοποθετούνται στο συμβολικό τάφο του Χριστού τη Μ. Παρασκευή (και σήμερα στους ναούς). Κοινό χαρακτηριστικό τους η ολόσωμη μορφή του Ιησού με τα χέρια σταυρωμένα, όπως η μορφή της σινδόνης.
Γύρω στο 1192 (εκατό χρόνια πριν τη χρονολογία που έδωσε για τη σινδόνη ο άνθρακας 14) χρονολογείται η εικόνα του Κώδικα Pray, στη Βουδαπέστη, με τον ενταφιασμό του Ιησού ΑΚΡΙΒΩΣ ΟΠΩΣ φαίνεται στη σινδόνη: Τον ξαπλώνουν σε ένα σεντόνι με «ύφανση ψαροκόκαλου», με ιδιαίτερα σημάδια που υπάρχουν ΚΑΙ στη σινδόνη, ενώ το σώμα του Κυρίου έχει τα χαρακτηριστικά και τη στάση της μορφής της σινδόνης.
Εκτός αυτών, ο Γάλλος στρατιωτικός Ρομπέρ ντε Κλαρί, το 1203, αναφέρει ότι στην Παναγία των Βλαχερνών, στην ΚΠολη, «φυλασσόταν η Σινδόνη, στην οποία είχε τυλιχθεί ο Κύριός μας, και η οποία υψωνόταν όρθια κάθε Παρασκευή, έτσι που να μπορεί κανείς να δει καθαρά τη μορφή του Κυρίου».
Αλλά και η «Δωδεκάβιβλος» του Δωσίθεου (τόμ ΙΑ΄, κεφ. Β΄, σελ. 20, έκδ. Βασ. Ρηγοπούλου) αναφέρει ότι επί Μιχαήλ Παφλαγόνος έγινε λιτανεία στην ΚΠολη, όπου λιτανεύθηκαν «τα σπάργανα του Σωτήρος». Σπάργανα = τα «εντάφια σπάργανα», δηλ. το σάβανό Του, αυτό που βρέθηκε στο τάφο μετά την ανάσταση του Ιησού! (Βλ. κατά Ιωάννην, 20, 5-7).

Η αρχαία Εκκλησία διαφθάρηκε από την ελληνική φιλοσοφία;

-Του Δρ Paul R. Eddy, επίκουρου καθηγητή Θεολογίας του BethelCollege-

Μια κοινή κριτική του ιστορικού ορθόδοξου Χριστιανισμού είναι η αξίωση ότι ο αρχαίος χριστιανισμός αλλοιώθηκε από τις διανοητικές δυνάμεις του “ελληνισμού». (Ο ελληνισμός, φυσικά, αναφέρεται στην επιρροή της αρχαίας ελληνικής φιλοσοφίας και πολιτισμού, που εξαπλώθηκε σε όλο τον μεσογειακό κόσμο μετά από τις κατακτήσεις του Μεγάλου Αλεξάνδρου τον τέταρτο αιώνα π.Χ.). Συγκεκριμένα, τα δόγματα της Τριάδας και της θεότητας του Χριστού έχουν απορριφθεί ως αντιβιβλικές ιδέες που εισήχθησαν στο χριστιανισμό μέσω της διαβρωτικής επιρροής της ελληνικής φιλοσοφίας, ιδιαίτερα των ιδεών του Πλάτωνα. Τόσο πολύ καιρό πριν όπως το 1531, στο βιβλίο του, “OntheErrorsoftheTrinity” («Στα Λάθη της Τριάδας»), ο Μιχαήλ Σερβέτος επέκρινε τους ‘Ελληνιστικούς’ όρους που χρησιμοποιήθηκαν από τους Τριαδικούς Χριστιανούς για να εξηγήσουν την κατανόηση τους για τον Θεό. Πιο πρόσφατα, οι διάφοροι επικριτές του ορθόδοξου χριστιανισμού –συμπεριλαμβανομένων των Μορμόνων, των Μαρτύρων του Ιεχωβά, των Μουσουλμάνων, των οπαδών της Νέας Εποχής, και των θεολογικά φιλελεύθερων— έχουν υποστηρίξει ότι η αληθινή βιβλική κατανόηση του Θεού Πατέρα, του Ιησού Χριστού, και του Αγίου Πνεύματος, αλλοιώθηκαν τον 3ο, 4ο και 5ο αιώνα, από την ελληνική φιλοσοφία και τον ειδωλολατρικό πολυθεϊσμό, οι οποίοι οδήγησαν στην ανάπτυξη των δογμάτων της Τριάδας και της θεότητας του Χριστού. Τα ακόλουθα παραδείγματα θα τεκμηριώσουν αυτή την προσέγγιση:

1.) Ο Stephen E. Robinson, καθηγητής Αρχαίων Γραφών στο Πανεπιστήμιο Brigham Young, και Μορμόνος απολογητής, γράφει:

«Οι Ευαγγελικοί έρχονται σε αυτά τα συμπεράσματα [σχετικά με τη φύση του Θεού] μόνο όταν αυτοί προσπαθήσουν να επιβάλουν τις πλατωνικές τους υποθέσεις και τις κατηγορίες τους στη θεολογία των Μορμόνων [Άγιοι των Τελευταίων Ημερών] .. Οι Μορμόνοι ενοχλούνται από το γεγονός ότι ο Θεός της χριστιανικής «ορθοδοξίας» είναι ουσιαστικά όμοιος με το Θεό των Ελληνιστικών φιλοσόφων».

Με τη συγκεκριμένη άποψη για το δόγμα της Τριάδας, ο Robinson υποστηρίζει ότι είναι βασισμένο στις: «μη βιβλικές προσπάθειες των Συνόδων του τετάρτου – και πέμπτου- αιώνα να καθορίσουν ακριβώς πώς ο Θεός είναι συγχρόνως ένας και τρεις με τη χρησιμοποίηση των ελληνικών φιλοσοφικών εννοιών, κατηγοριών, και όρων.» Ολοκληρώνει λέγοντας: «Δεν εμπιστεύομαι τους διανοούμενους της Ελληνιστικής εκκλησίας να έχουν υπολογίσει ακριβώς πώς αυτό είναι έτσι. ..»

2.) Μία δημοφιλής έκδοση των Μαρτύρων του Ιεχωβά, με τον τίτλο «Πρέπει να πιστεύετε στην Τριάδα;», εξηγεί την ανάπτυξη του δόγματος της Τριάδας ως εξής:

«Σ’ όλο τον αρχαίο κόσμο, ακόμα και από την εποχή της Βαβυλωνίας, ήταν κοινή η λατρεία ειδωλολατρικών θεών που ήταν ομαδοποιημένοι σε τριάδες. Αυτή η αντίληψη επικρατούσε επίσης στην Αίγυπτο, στην Ελλάδα, και στη Ρώμη πριν από το Χριστό, στη διάρκεια της ζωής του, και μετά απ’ αυτόν. Και μετά το θάνατο των αποστόλων, αυτά τα ειδωλολατρικά πιστεύω άρχισαν να εισβάλλουν στη Χριστιανοσύνη… Μολονότι [ο Πλάτωνας] δεν δίδαξε την Τριάδα με τη σημερινή της μορφή, το περιεχόμενο της φιλοσοφίας του άνοιξε το δρόμο γι’ αυτήν (σελ.9,11)».

3.) Οι Μουσουλμάνοι απολογητές Muhammad Ataur Rahim και Ahmad Thomson κάνουν μια παρόμοια κριτική της Τριάδας:

«Καθώς η διδασκαλία του Ιησού διαδίδονταν πέρα από τους Άγιους Τόπους, ήρθε σε επαφή με άλλους πολιτισμούς και σε σύγκρουση με τους κυβερνήτες. Άρχισε να αφομοιώνεται και να προσαρμόζεται από αυτούς τους πολιτισμούς και άλλαξε επίσης για να μειώσει τους διωγμούς από τούς κυβερνήτες. Στην Ελλάδα, ειδικά, μεταμορφώθηκε, ταυτόχρονα ώστε η υπόστασή του να εκφράζεται με μια νέα γλώσσα για πρώτη φορά, και με την ευθυγράμμισή του με τις ιδέες και τις φιλοσοφίες εκείνου του πολιτισμού. Ήταν η πολυθεϊστική άποψη των Ελλήνων που συνέβαλε κατά ένα μεγάλο μέρος στη διατύπωση του δόγματος μιας Τριάδας, μαζί με τη βαθμιαία ανύψωση του Ιησού. .. από προφήτη του Θεού σε μια ύπαρξη χωριστή, αλλά όμως αδιαίρετο μέρος του Θεού».

Τι να κάνουμε με αυτή την κριτική; Υπάρχουν στοιχεία του πλατιά εξαπλωμένου «Ελληνισμού» μέσα στην αρχαία εκκλησία; Εάν ναι, αυτό σημαίνει ότι τα κεντρικά δόγματα της χριστιανικής πίστης αλλοιώθηκαν στη διαδικασία;

Ότι γνωρίζουμε είναι αυτό: Ο «Ελληνισμός» ήταν μια πολιτιστική δύναμη που άγγιξε τις περισσότερες περιοχές στον αρχαίο μεσογειακό κόσμο. Κατά συνέπεια, δεδομένου ότι ο χριστιανισμός προέκυψε στο μεσογειακό κόσμο, δεν είναι έκπληξη ότι οι πρώτοι Χριστιανοί έπρεπε να εξετάσουν τα αποτελέσματά του. Ξέρουμε ότι μεταξύ των πρώτων Χριστιανών υπήρξαν διάφορες αντιδράσεις στην ελληνιστική φιλοσοφία. Παραδείγματος χάριν, ο Τερτυλλιανός υποστήριξε ότι ο χριστιανισμός και η ελληνική φιλοσοφία δεν έχουν τίποτα κοινό. Αφ’ ετέρου, ο Ιουστίνος ο Μάρτυρας αισθάνθηκε αρκετά άνετα να κάνει συγκρίσεις μεταξύ του χριστιανισμού και της ελληνικής φιλοσοφίας προκειμένου να προσελκύσει Ελληνιστικούς ειδωλολάτρες στο Ευαγγέλιο. Ο Ιουστίνος δεν ήταν μόνος στην προσπάθεια να δημιουργηθούν γέφυρες από την ελληνική φιλοσοφία στο χριστιανισμό. Όπως ο Ιουστίνος, πολλοί πρώτοι Χριστιανοί ήταν πρόθυμοι να δανειστούν ορισμένους όρους και ιδέες από τον πολιτιστικό κόσμο της εποχής τους προκειμένου να μεταδοθεί το Ευαγγέλιο σε εκείνους γύρω από αυτούς. Αυτό σημαίνει ότι, κατά τη διαδικασία, επιτράπηκε στις Ελληνιστικές ιδέες να εισέλθουν στο μήνυμα του Ευαγγελίου και να διαστρεβλωθεί το αληθινό νόημά του; Αν και αυτό είναι μια κοινή κριτική του ορθόδοξου χριστιανισμού, μπορεί να αποδειχθεί ότι, στην πραγματικότητα, είναι ένα επιχείρημα χωρίς κανένα πραγματικό θεμέλιο. Τα ακόλουθα τέσσερα σημεία θα χρησιμεύσουν να αποκαλύψουν τις αδυναμίες αυτής της άποψης.

1) Ο εβραϊκός κόσμος, από τον οποίο ο χριστιανισμός προέκυψε, ήταν ήδη αγγιγμένος από τον ελληνισμό πριν από τη γέννηση του Χριστού.

Οι επικριτές που χρησιμοποιούν αυτό το επιχείρημα το κάνουν συχνά να ακούγεται σαν η ζωή και ο πολιτισμός του Ιησού και των πρώτων μαθητών να ήταν άθικτοι από τον Ελληνισμό, και ότι μόνο στους μετέπειτα αιώνες του επιτράπηκε να «μολύνει» την εκκλησία. Εντούτοις, ξέρουμε από την ιστορία ότι απλά δεν έχουν έτσι τα γεγονότα. Στην πολύ καλή μελέτη του, “Judaism and Hellenism” («Ιουδαϊσμός και Ελληνισμός»), ο Martin Hengel έχει δείξει ότι, από τα μέσα του τρίτου π.Χ. αιώνα, η εβραϊκή Παλαιστίνη είχε ήδη δοκιμάσει τα αποτελέσματα του ελληνισμού με διάφορους τρόπους. Παραδείγματος χάριν: (1) Κάτω από την Πτολεμαϊκή βασιλεία, οι Εβραίοι αναγκάστηκαν να δεχτούν διάφορες μορφές Ελληνιστικής κυβέρνησης και διοίκησης, (2) ως κατοίκους ενός σημαντικού παράκτιου τμήματος γης, η Παλαιστίνη εξυπηρέτησε ως ένα σταυροδρόμι για το διεθνές εμπόριο, το οποίο έφερε πολλούς ελληνιστές εμπόρους στην περιοχή, (3) η ελληνική γλώσσα – η κοινή γλώσσα της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας – έγινε ένα μέρος του εβραϊκού πολιτισμού (και έγινε η γλώσσα της Καινής Διαθήκης!), (4) Οι ελληνικές εκπαιδευτικές τεχνικές υιοθετήθηκαν, εν μέρει, από τους Εβραίους. Κατά συνέπεια, η ιδέα ενός αγνού Ιουδαϊσμού, άθικτου από τον ελληνισμό, που «γεννάει» έναν εξίσου άθικτο αρχαίο Χριστιανισμό ο οποίος αργότερα «αλλοιώθηκε» από τον ελληνισμό είναι απλά μία αναληθής ιστορική εικόνα.

2) Οι πρόσφατες μελέτες έχουν δείξει ότι η επιρροή του ελληνισμού στους διάφορους λαούς στον αρχαίο κόσμο ήταν κατά ένα μεγάλο μέρος επιφανειακή, και προσέλκυσε πρώτιστα την άρχουσα τάξη και εκείνους με πολιτικές και διοικητικές φιλοδοξίες.

Στην ογκώδη μελέτη του για την Ελληνιστική περίοδο, ο Peter Green καταδεικνύει ότι τα αποτελέσματα του ελληνισμού στους τοπικούς πολιτισμούς στον αρχαίο κόσμο, λειτούργησαν σαν ένα αναγκαστικό πολιτιστικό «επίχρισμα» πάνω σε μια κατά τ’ άλλα υγιή και διακριτή παραδοσιακή κοσμοθεωρία. Ο G.W.Bowersock έχει έρθει σε παρόμοια συμπεράσματα:

«Η διατήρηση όλων αυτών των τοπικών παραδόσεων δείχνει ότι δεν υπήρξε παρά ένας επιφανειακός Εξελληνισμός ενός μεγάλου μέρους της Μικράς Ασίας, της Εγγύς Ανατολής, και της Αιγύπτου…. [Ο ελληνισμός ] ήταν ένα μέσο όχι απαραιτήτως αντίθετο στις τοπικές ή γηγενείς παραδόσεις. Αντίθετα, παρείχε έναν νέο και πιο εύγλωττο τρόπο για να εκφραστούν αυτές».

Αυτές οι παρατηρήσεις δείχνουν το γεγονός ότι ο ελληνισμός δεν έτεινε να διεισδύει και να «διαφθείρει» τις τοπικές θρησκευτικές παραδόσεις του αρχαίου κόσμου. Μάλλον, οι άνθρωποι διατήρησαν τις θρησκευτικές παραδόσεις τους παρά την Ελληνιστική επιρροή σε άλλους τομείς των ζωών τους. Αυτό οδηγεί στη τρίτη μας παρατήρηση.

3) Αν και ο Ιουδαϊσμός και ο αρχαίος Χριστιανισμός επηρεάστηκαν από τον περιβάλλοντα πολιτισμό με ορισμένους τρόπους, φρούρησαν επιμελώς τις θρησκευτικές πεποιθήσεις και τις πρακτικές τους από τις Ελληνιστικές ειδωλολατρικές επιρροές, ακόμη και μέχρι το σημείο του μαρτυρίου.

Ερχόμαστε τώρα στην καρδιά του ζητήματος. Η ιστορική και η αρχαιολογική απόδειξη δείχνει ότι και ο Ιουδαϊσμός και ο αρχαίος Χριστιανισμός φρούρησαν προσεκτικά τις θρησκευτικές απόψεις τους από τον περιβάλλοντα Ελληνιστικό πολιτισμό. Παραδείγματος χάριν, όσον αφορά τον Ιουδαϊσμό, η αρχαιολογική εργασία του EricMeyers στην πόλη Sepphoris στην Άνω Γαλιλαία του πρώτου αιώνα αποκαλύπτει ότι, παρά την Ελληνιστική επιρροή στα διάφορα πολιτιστικά επίπεδα, ο Ιουδαϊκός λαός διατήρησε μια αυστηρή τήρηση της Τορά (του Μωσαϊκού Νόμου).

Όταν ερχόμαστε στον αρχαίο Χριστιανισμό, είναι σαφές ότι οι θρησκευτικές επιρροές μάλλον είναι εβραϊκές, παρά ελληνιστικές ειδωλολατρικές. Η ουσία του Χριστιανικού Ευαγγελίου δεν είναι τίποτα περισσότερο ούτε λιγότερο από την εκπλήρωση όλων των διαθηκικών υποσχέσεων της Παλαιάς Διαθήκης μέσω του αναμενόμενου για καιρό Εβραίου Μεσσία. Είναι το αποκορύφωμα της ιστορίας των σχέσεων του Γιάχουε (Yahweh)-Θεού με τον εβραϊκό λαό μέσω μιας σειράς διαθηκών, που καταλήγουν στη Νέα Διαθήκη του Ιησού Χριστού. Είναι μία Εβραϊκή κοσμοθεωρία που εξουσιάζει το Ευαγγέλιο, όχι αυτή της ειδωλολατρίας. Τα συμπεράσματα του GregoryDix σχετικά με το θέμα του Εξελληνισμού του Ευαγγελίου επιβεβαιώνουν αυτήν την αξίωση: ο κεντρικός πυρήνας του Ευαγγελίου αποτελείται από «έναν Εβραϊκό Μονοθεϊσμό και ένα Εβραϊκό Μεσσιανισμό και μία Εβραϊκή Εσχατολογία, τα οποία εκφράζονται σε έναν συγκεκριμένο τύπο λατρείας και ηθικής

Αυτό το συμπέρασμα συγκρούεται με αυτό που ήταν μια δημοφιλής άποψη χριστιανικής προέλευσης στις αρχές του εικοστού αιώνα. Αυτή η άποψη, που έχει μια ομάδα, κριτικών μελετητών γνωστών ως «Σχολή της Ιστορίας των Θρησκειών», υποστήριξε ότι πολλές αρχαίες χριστιανικές πεποιθήσεις και πρακτικές είχαν δανειστεί πραγματικά από τις Ελληνιστικές ειδωλολατρικές «μυστηριακές λατρείες.» Τα τελευταία χρόνια, εντούτοις, αυτή η άποψη έχει εγκαταλειφθεί κατά ένα μεγάλο μέρος από τους λόγιους. Τα στοιχεία τώρα καταδεικνύουν ότι ο αρχαίος Χριστιανισμός γίνεται καλύτερα κατανοητός καθώς αναδύεται από τον Εβραϊκό κόσμο σκέψης. Στο βιβλίο του, “ChristianityandtheHellenisticWorld” («Ο Χριστιανισμός και ο Ελληνιστικός Κόσμος»), ο φιλόσοφος RonaldNash απορρίπτει τους ισχυρισμούς της «Σχολής της Ιστορίας των Θρησκειών». Τα συμπεράσματά του είναι αξιοσημείωτα:

«Ήταν ο αρχαίος Χριστιανισμός μια συγκρητιστική πίστη; Δανείστηκε οποιαδήποτε από τις ουσιώδεις πεποιθήσεις και πρακτικές του είτε από την Ελληνιστική φιλοσοφία ή θρησκεία ή από τον Γνωστικισμό; Τα στοιχεία απαιτούν αυτή η ερώτηση να απαντηθεί αρνητικά».

Το συμπέρασμα του Nash ταιριάζει με τα συμπεράσματα πολλών άλλων. Η εργασία των ιστορικών και βιβλικών μελετητών, όπως των Ν. Τ. Wright και DavidFlusser επιβεβαιώνουν ότι ο Ιουδαϊσμός του πρώτου αιώνα, είναι το κατάλληλο πλαίσιο μέσα στο οποίο πρέπει να κατανοηθεί η άνοδος του αρχαίου Χριστιανισμού. Είναι αλήθεια ότι ο Χριστιανισμός τελικά ήρθε σε ρήξη με τον Ιουδαϊσμό. Αντίθετα από τον Ιουδαϊσμό, κατάλαβε τον Θεό ως τρισυπόστατη ύπαρξη, και τον Μεσσία να είναι ταυτόχρονα θείος και ανθρώπινος. Εντούτοις, αυτές οι θεολογικές προοπτικές είχαν την ρίζα τους στην εμπειρία των πρώτων Εβραίων Χριστιανών όπως καταγράφονται στη Καινή Διαθήκη. Όπως ο Dix έχει σημειώσει, «ο Χριστιανισμός έπαψε να είναι Ιουδαϊκός, αλλά με αυτόν τον τρόπο δεν έγινε Ελληνικός. Έγινε ο εαυτός του – Χριστιανισμός«.

4) Πολλά από τα κεντρικά στοιχεία του Ευαγγελίου είναι διαμετρικά αντίθετα στην Ελληνιστική νοοτροπία.

Αυτή η αξίωση μπορεί να αποδειχθεί με τα εξής παραδείγματα: Κατ’ αρχάς, όπως ο Ιουδαϊσμός, το Χριστιανικό Ευαγγέλιο πιστοποιεί ότι ο Θεός δημιούργησε όλα τα πράγματα «από το τίποτα» («exnihilo»). Αυτό είναι αντίθετο προς την Ελληνική άποψη της προϋπάρχουσας αιώνιας ύλης. Δεύτερον, δεδομένου ότι ο Θεός δημιούργησε όλα τα πράγματα, συμπεριλαμβανομένης της ύλης, ο Χριστιανισμός (με τον Ιουδαϊσμό) καταλαβαίνει την ύλη γενικά, και το ανθρώπινο σώμα ειδικότερα, σαν «πολύ καλά» (Γένεση 1:31). Η Ελληνιστική κοσμοθεωρία κατανοούσε την ύλη ως κάτι αμφισβητήσιμο στην καλύτερη περίπτωση – εάν όχι εντελώς κακή. Το σώμα θεωρούνταν κάτι σαν ένας αφύσικος τάφος, μέσα στον οποίο η αιώνια ανθρώπινη ψυχή παγιδεύτηκε προσωρινά μέχρι να απελευθερωθεί από τον θάνατο. Λαμβανομένου υπόψη ότι, με τον Ιουδαϊσμό, ο Χριστιανισμός διακήρυττε ότι το να είσαι άνθρωπος σήμαινε να έχεις ένα σώμα, και έτσι ότι θα βιώσουμε την ανάσταση του σώματος (ένα άφθαρτο σώμα!) στη μετά θάνατον ζωή, η Ελληνική άποψη της μετά θάνατον ζωής ήταν η ελευθερία από το σώμα.

Μερικοί έχουν σημειώσει τις ομοιότητες μεταξύ ορισμένων ελληνικών συστημάτων ηθικής και των διδασκαλιών της Καινής Διαθήκης πάνω στην ηθική. Εντούτοις, ακόμη και εδώ υπάρχουν σημαντικές διαφορές. Ενώ κάποιος μπορεί να προσδιορίσει ορισμένα κοινά χαρακτηριστικά γνωρίσματα, όπως οι λογοτεχνικές μορφές και οι βασικοί ηθικοί κώδικες, υπάρχουν προεξέχουσες διαφορές στο κίνητρο (οι Χριστιανοί παρακινούνται από το σεβασμό για το Θεό και την κλήση Του στην αγιότητα, οι Έλληνες από την αυτονόητη «λογική») και τα μέσα για να ζήσεις μια ηθική ζωή (οι Χριστιανοί ενδυναμώνονται από το Άγιο Πνεύμα, οι Έλληνες στηρίζονται επάνω στην έμφυτη σοφία και ικανότητά τους). Τελικά, αντίθετα από την ελληνική φιλοσοφική άποψη, η ελπίδα του ουρανού αποτελεί τη βάση για τους Χριστιανούς ώστε να εμμένουν κάτω από ηθική πίεση.

Τέλος, πρέπει να εξετάσουμε τον ισχυρισμό ότι τα δόγματα της θεότητας του Χριστού και της Τριάδας είναι μεταγενέστερες ελληνιστικές ειδωλολατρικές διαφθορές του αρχαίου και «καθαρού» χριστιανισμού. Δύο απαντήσεις θα αρκέσουν να παρουσιάσουν τις αδυναμίες αυτών των ισχυρισμών. Κατ’ αρχάς, οι ισχυρισμοί εκείνων όπως οι Μορμόνοι και οι Μάρτυρες του Ιεχωβά, ότι ο Χριστιανισμός της Καινής Διαθήκης διαφθάρηκε από την μεταγενέστερη Ελληνιστική επιρροή αποτυγχάνουν να υπολογίσουν το γεγονός ότι είναι τα ίδια τα στοιχεία της Καινής Διαθήκης που οδήγησαν τους πρώτους Χριστιανούς πατέρες να ομολογήσουν τη θεότητα του Χριστού και την Τριαδικότητα του Θεού. Ενώ λόγοι χώρου δεν επιτρέπουν μια λεπτομερή βιβλική υπεράσπιση αυτών των δογμάτων, μπορεί να γίνει αναφορά σε διάφορες σημαντικές μελέτες που καταδεικνύουν ότι αυτά τα δόγματα έχουν την ρίζα τους στη Καινοδιαθηκική μαρτυρία για τον Ιησού Χριστό (δείτε στην Βιβλιογραφία το Νο11 για τις προτεινόμενες πηγές).

Δεύτερον, η πρόσφατη έρευνα έχει αποδείξει ότι η αρχαία Χριστιανική ιδέα της θεότητας του Χριστού αναπτύχθηκε όχι σε ένα Ελληνιστικό πλαίσιο αλλά σε έναν ευδιάκριτα Εβραϊκό κόσμο σκέψης. Ο Richard Bauckham, ένας λόγιος αυτού του σχετικά νέου κινήματος μελετητών (μερικές φορές γνωστού ως «Νέα Σχολή της Ιστορίας των Θρησκειών») δηλώνει αυτά τα συμπεράσματα συνοπτικά:

«Όταν η Χριστολογία της Καινής Διαθήκης διαβάζεται με αυτό το εβραϊκό θεολογικό πλαίσιο στο μυαλό, γίνεται σαφές ότι, από το πιο πρώιμο ξεκίνημα της μετα-Πασχάλιας Χριστολογίας και μετά, οι πρώτοι Χριστιανοί περιέλαβαν τον Ιησού, ακριβώς και σαφώς, μέσα στη μοναδική ταυτότητα του ενός Θεού του Ισραήλ…Η πιο πρώιμη Χριστολογία ήταν ήδη η υψηλότερη Χριστολογία».

Τελικά, αν και η αξίωση ότι η αρχαία Χριστιανική πίστη και πρακτική διαφθάρηκαν από την Ελληνιστική επιρροή, υποστηρίζεται συνήθως από τους επικριτές του ορθόδοξου χριστιανισμού, τα ιστορικά στοιχεία δεν υποστηρίζουν αυτήν την αξίωση. Μάλλον, όπως ο Ιουδαϊσμός από τον οποίο προέκυψε, η Χριστιανική πίστη φρούρησε αυστηρά τη μοναδική θρησκευτική ταυτότητά της στη μέση της θρησκευτικής και φιλοσοφικής ποικιλομορφίας του αρχαίου Μεσογειακού κόσμου.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ:

1.        Craig L. Blomberg and Stephen E. Robinson, How Wide the Divide? A Mormon and an Evangelical in Conversation (Downers Grove, IL: InterVarsity, 1997), p. 92.

2.        Blomberg and Robinson, How Wide the Divide?, p. 128.

3.        Should You Believe in the Trinity? (New York: Watchtower Bible & Tract Society, 1989), p. 11.

4.        Muhammad ‘Ata’ur-Rahim and Ahmad Thomson, Jesus Prophet of Islam, 2nd ed. (London: Ta-Ha Pub., 1996), p. 2.

5.        Martin Hengel, Judaism and Hellenism: Studies in their Encounter in Palestine during the Early Hellenistic Period, 2 vols., (trans. John Bowden; Philadelphia: Fortress, 1974). See also Hengel’s Jews, Greeks and Barbarians: Aspects of the Hellenization of Judaism in the Pre-Christian Period (trans. John Bowden; Philadelphia: Fortress, 1980); and The ‘Hellenization’ of Judea in the First Century after Christ (trans. John Bowden; Philadelphia: Trinity, 1989).

6.        Peter Green, Alexander to Actium: The Historical Evolution of the Hellenistic Age (Berkeley: University of California Press, 1990), pp. 312-335.

7.        G. W. Bowersock, Hellenism in Late Antiquity (Ann Arbor: University of Michigan Press, 1990) 6-7.

8.        Eric Meyers, «The Challenge of Hellenism for Early Judaism and Christianity,» Biblical Archaeology 55 (1992) pp. 84-91.

9.        Gregory Dix, The ‘Hellenization’ of the Gospel (Uppsala: Almqvist & Wiksells, 1953), p. 3 (emphasis in text).

10.      Ronald Nash, Christianity and the Hellenistic World (Grand Rapids: Zondervan, 1984), p. 270.
See N. T. Wright, The New Testament and the People of God (Minneapolis: Fortress, 1992); David Flusser, Jewish Sources in Early Christianity (New York: Adama, 1987).

11.      Dix, ‘Hellenization’ of the Gospel, p. 29. For a more detailed discussion see Paul R. Eddy, «Christian and Hellenistic Moral Exhortation: A Literary Comparison Based on I Thessalonians 4,» in Directions in New Testament Methods (ed. M. Albl, P. R. Eddy, and R. Mirkes; Milwaukee: Marquette University Press, 1993), pp. 45-51.
On the deity of Christ see: Murray J. Harris, Jesus as God: The New Testament Use of theos in Reference to Jesus (Grand Rapids: Baker, 1992); Robert M. Bowman, Jehovah’s Witnesses, Jesus Christ, and the Gospel of John (Grand Rapids: Baker, 1989); Millard Erickson, The Word Became Flesh: A Contemporary Incarnational Christology (Grand Rapids: Baker, 1991). On the Trinity see: Robert M. Bowman, Why You Should Believe in the Trinity: An Answer to Jehovah’s Witnesses (Grand Rapids: Baker, 1989); Gregory Boyd, Oneness Pentecostals and the Trinity (Grand Rapids: Baker, 1992). Ελληνικά βιβλία: ΙΗΣΟΥΣ Ο ΦΥΣΕΙ ΩΝ ΘΕΟΣ-Κ.ΛΕΝΗ, ΤΡΙΑ ΚΡΙΣΙΜΑ ΕΡΩΤΗΜΑΤΑ ΓΙΑ ΤΟΝ ΧΡΙΣΤΟ- MurrayJ. Harris, Ο ΙΗΣΟΥΣ ΓΙΑΧΒΕ-Ν.ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΥ, Ο ΩΝ Ο ΗΝ ΚΑΙ Ο ΕΡΧΟΜΕΝΟΣ-Π.ΠΑΝΑΓΙΩΤΙΔΗ.

12.      Richard Bauckham, God Crucified: Monotheism and Christology in the New Testament (Grand Rapids: Eerdmans, 1998) vi-vii.

ΠΗΓΗ: http://diakrisis.gr/articles.php?lng=gr&pg=181 (μετάφραση κατόπιν αδείας του άρθρου Was Early Christianity Corrupted by ‘Hellenism’? http://www.xmark.com/focus/Pages/hellenism.html )

ΓΙΑ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΕΣ ΛΕΠΤΟΜΕΡΕΙΕΣ ΔΕΙΤΕ ΤΟ ΣΧΕΤΙΚΟ ΑΡΘΡΟ στο Ορθόδοξο Βίκι: http://el.orthodoxwiki.org/Χριστιανισμός_και_Φιλοσοφία

Οι ρίζες του τριαδολογικού δόγματος

Μια που βρισκόμαστε στην αναστάσιμη περίοδο, δημοσιεύουμε ένα ακόμη ποστ με θεολογικό χαρακτήρα. Είναι απόσπασμα εκτενέστερης εργασίας του ορθόδοξου θεολόγου Θ. Ρηγινιώτη, που δημοσιεύεται με μορφή σχολίων σε μουσουλμανικό μπλογκ. Το αντλούμε από εδώ:

http://nabiallah.wordpress.com/%ce%bf-%cf%80%cf%81%ce%bf%cf%86%ce%ae%cf%84%ce%b7%cf%82-%ce%bc%ce%bf%cf%85%cf%87%ce%ac%ce%bc%ce%bc%ce%b5%ce%bd%cf%84-%cf%83%cf%84%ce%b7-%ce%b2%ce%af%ce%b2%ce%bb%ce%bf/#comment-176

Όταν οι αδελφοί μας μουσουλμάνοι έχουν μπροστά τους τις χαντίθ, εμφανίζονται απολύτως βέβαιοι για την αυθεντικότητά τους – έστω, για την αυθεντικότητα εκείνων που οι πνευματικοί τους διδάσκαλοι έχουν αναγνωρίσει και καταχωρίσει ως αυθεντικές. Φυσικά μπορούν να βρουν πολλά «ορθολογικά» επιχειρήματα για να υποστηρίξουν την άποψή τους, αλλά ο αληθινός λόγος είναι ένας: εμπιστεύονται τις χαντίθ, γιατί θεωρούν εξ ορισμού αξιόπιστους τους συλλέκτες και σχολιαστές τους.

Όταν όμως εμείς επικαλούμαστε λόγια του Ιησού, εκείνοι εύκολα τα απορρίπτουν ως μυθεύματα και πλαστογραφίες. Όταν επικαλούμαστε λόγια των αποστόλων, εκείνοι εύκολα χαρακτηρίζουν τους αποστόλους (τους αγίους αυτούς αυτόπτες μάρτυρες του Ιησού) ως πλαστογράφους. Και όταν επικαλούμαστε λόγια των αγίων Πατέρων της Εκκλησίας, εύκολα βρίσκουν κάθε μομφή να τους προσάψουν, αρκεί να μειώσουν την εγκυρότητα της θεμελιώδους διδασκαλίας του χριστιανισμού.

Στην Καινή Διαθήκη, ο Ίδιος ο Ιησούς ζητάει πίστη στον Εαυτό Του (π.χ. Ιω. 3, 29 και 9, 35-38) και δηλώνει ότι η τιμή προς Αυτόν πρέπει να είναι ίση με την τιμή προς τον Πατέρα (Ιω. 5, 23, «ίνα πάντες τιμώσι τον υιόν καθώς τιμώσι τον πατέρα»). Πώς λοιπόν ο συγγραφέας μας ισχυρίζεται ότι αυτό είναι «ειδωλολατρία» και «προσβολή» προς το Θεό;

Η τριαδολογία του χριστιανισμού δεν επινοήθηκε στην Α΄ Οικουμενική Σύνοδο, αλλά αποτελεί την αποκάλυψη που έκαναν για το Θεό ο Ιησούς και (την Πεντηκοστή) το Άγιο Πνεύμα – αποκάλυψη που βίωσαν και βιώνουν οι άγιοι κάθε γενιάς. Αυτή είναι η πίστη και η ακλόνητη διδασκαλία των χριστιανών αγίων από την αρχή του χριστιανισμού, και φυσικά συνιστά πρόοδο ως προς την Παλαιά Διαθήκη, όπου οι άνθρωποι δεν ήταν ακόμη σε θέση να αντιληφθούν κάτι τέτοιο. Αν η Παλαιά Διαθήκη περιείχε την τέλεια αποκάλυψη του Θεού, δε θα χρειαζόταν να έρθει ο Χριστός, ακόμη και ως προφήτης.

Στην Καινή Διαθήκη η τριαδολογία δεν αναπτύσσεται ούτε διατυπώνεται αναλυτικά, ακριβώς διότι βιώνεται πέρα από κάθε αμφισβήτηση. Φαίνεται όμως ότι υπάρχει, από πλήθος τριαδολογικών αναφορών, όπως οι κλασικές: «βαπτίζοντες αυτούς εις το όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος» (Ματθ. 28, 19) και «η χάρις του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού και η αγάπη του Θεού και Πατρός και η κοινωνία του Αγίου Πνεύματος είη μετά πάντων υμών» (Β΄ Κορινθ. 13 – πρόκειται, κατά τους μελετητές, για φράση από την πρωτοχριστιανική [αποστολική] θεία λειτουργία).

Η γενιά λοιπόν των αγίων αποστόλων πίστευε στην Αγία Τριάδα. Το ίδιο και η αμέσως επόμενη γενιά, των αγίων αποστολικών Πατέρων (1ο μισό του δεύτερου αιώνα μ.Χ.). Πουθενά δεν φαίνεται «μετατόπιση» της πίστης των χριστιανών από κάποιο «μονοπρόσωπο Θεό» προς την Αγία Τριάδα. Για την πίστη των Πατέρων της πρώτης μεταποστολικής γενιάς (των μαθητών των αποστόλων) στην Αγία Τριάδα παραπέμπω στα άρθρα: http://www.oodegr.com/oode/theos/triada1.htm και: http://www.oodegr.com/oode/theos/airetika/da_vinci3.htm.

Οι άγιοι αυτοί, όπως και οι μεταγενέστεροι, καθώς και οι άγιοι των Οικουμενικών Συνόδων, δεν «επινοούσαν» δόγματα, αλλά γνώριζαν την αλήθεια για το Θεό με την ένωση προς Αυτόν, δηλαδή με την αγιότητά τους (θέωση). Η θέωσή τους φαίνεται όχι μόνον από τα θαύματά τους (επαναλαμβάνω ότι οι Πράξεις αναφέρουν πλήθος θαυμάτων των αποστόλων), αλλά και από τον τρόπο ζωής τους, τον γεμάτο αγάπη και αυτοθυσία για τον πλησίον.

Για να γίνει κάπως κατανοητό τι εννοώ, παραπέμπω τον αναγνώστη στο βίο του μεγάλου χριστιανού πνευματικού πατέρα του 20ού αιώνα αγίου Σιλουανού του Αθωνίτη, γραμμένο από το μαθητή του και επίσης άγιο Σωφρόνιο Σαχάρωφ (έκδ. Ιεράς Μονής Τιμίου Προδρόμου, Έσσεξ Αγγλίας). Εκεί θα αντιληφθεί τι σημαίνει «αγιοπνευματικός φωτισμός» και «γνώση του Θεού διά του Αγίου Πνεύματος». Ως προς την Αγία Γραφή, θα το αντιληφθεί κάπως διαβάζοντας τις Πράξεις των αποστόλων, όχι μόνο το κεφ. 2 (όπου περιγράφεται η κάθοδος του Αγίου Πνεύματος κατά την Πεντηκοστή), αλλά ολόκληρο το έργο.

Το γεγονός ότι η τριαδολογία είναι η αρχική διδασκαλία του χριστιανισμού φαίνεται και από το σάλο που προκλήθηκε, όταν ο Άρειος (ιερέας στην Αλεξάνδρεια) άρχισε να διδάσκει ότι ο Υιός δεν είναι Θεός. Όχι μόνο δε φαίνεται πουθενά (ας μας υποδείξει κάποιος μία πηγή) «μετατόπιση» της χριστιανικής θεολογίας προς την τριαδολογία, αλλά, αντίθετα, φαίνεται ότι κάποιοι μετατοπίστηκαν κατά καιρούς από την τριαδολογία προς διάφορες απόπειρες «διάσωσης του απόλυτου μονοθεϊσμού», επειδή προσπαθούσαν να κατανοήσουν τη θεολογία διανοητικά (σαν φιλόσοφοι) και όχι να τη βιώσουν με την ένωση προς το Θεό (ως άγιοι). Αυτοί ήταν οι «μοναρχιανοί», που χωρίζονταν σε δύο κλάδους και δίδασκαν είτε ότι ο Ένας Θεός εμφανίστηκε ο Ίδιος σαν Πατέρας στην Παλαιά Διαθήκη, σαν Υιός στην Καινή και σαν Άγιο Πνεύμα στην Εκκλησία (τροπικοί μοναρχιανοί ή πατροπασχίτες), είτε ότι ο Χριστός ήταν ένας κοινός άνθρωπος που αναδείχθηκε σε Θεό λόγω της ανυπέρβλητης ηθικής του καθαρότητας (δυναμικοί μοναρχιανοί ή υιοθετιστές). Ο Άρειος ήταν η μετεξέλιξη του δυναμικού μοναρχιανισμού.

Λόγω των πρώτων μοναρχιανών, κάποιοι πρώιμοι χριστιανοί διδάσκαλοι έκαναν κάποιες απόπειρες να διατυπώσουν λεκτικά την τριαδολογία – οι απόπειρες αυτές δεν ήταν απόλυτα επιτυχημένες, και δίνουν στο συγγραφέα μας παρακάτω τη χαρά να επισημάνει διάφορες «αδυναμίες» της. Όμως η τριαδολογία εκφράστηκε με τον καλύτερο δυνατό τρόπο από τους Πατέρες της Νίκαιας και την επόμενη γενιά, από το Μ. Αθανάσιο (που συμμετείχε στη Νίκαια ως διάκονος), το Μέγα Βασίλειο και άλλους (βλ. http://www.oodegr.com/oode/dogmat1/doc_theos2.htm).

Αυτοί οι άγιοι, εξαιτίας των αιρέσεων, διατυπώνουν λεκτικά την κατ’ ουσίαν «άρρητη» εμπειρία τους από την παρουσία του Θεού εντός τους. Για μας είναι τόσο έγκυροι, όσο είναι για τους μουσουλμάνους ο Μωάμεθ. Γνωρίστε το βίο τους και μάθετε για τις εμπειρίες τους και θα καταλάβετε το γιατί.

Η Αγία Τριάδα στη Βίβλο

Ας δούμε τώρα αυτό που ενδιαφέρει τους μουσουλμάνους και όλους τους «ορθολογιστές»: η Βίβλος υποστηρίζει την τριαδολογία; Φυσικά, εμείς απαντάμε καταφατικά. Η τριαδολογία δεν είναι ξένη προς τη Βίβλο. Ωστόσο –επαναλαμβάνω– δεν περιμένουμε να μας πει η Βίβλος για το Θεό, διότι ο Θεός (διά της άκτιστης χάριτός Του) βρίσκεται κάθε στιγμή εντός της νοεράς καρδίας των αγίων μας και εκεί τους διδάσκει την αλήθεια γι’ Αυτόν (τέτοιος άγιος μπορεί να είναι κι ένας φτωχός και παραμελημένος γείτονάς μας κι όχι οπωσδήποτε κάποιο «στέλεχος» της θεσμικής Εκκλησίας – http://www.oodegr.com/oode/epistimi/genika/epist_erevna_theou1.htm). Θα αναφερθούμε στο θέμα της βιβλικής τριαδολογίας για χάρη των αδελφών μας μουσουλμάνων και λοιπόν «αντιτριαδιστών», που αναλίσκονται σε φιλολογικές αναλύσεις, αναζητώντας με το μικροσκόπιο τι λέει η Βίβλος για το ένα ή το άλλο θέμα και ξεχνώντας να ρωτήσουν απευθείας τον Ίδιο το Θεό με νηστεία, προσευχή, εξομολόγηση και (επιτρέψτε μου) θεία κοινωνία. Το σωστό θα ήταν να ερευνήσουν έτσι, όσα χρόνια κι αν κρατήσει η έρευνά τους – σαν αγωνιστές κι όχι σαν φιλόλογοι. Φιλολογικά, μπορούμε να ανακαλύψουμε ή και να επινοήσουμε όσα επιχειρήματα και αντεπιχειρήματα θέλετε.

Παρόλα αυτά, ας ξεκινήσουμε, Θεού θέλοντος.

1. Παλαιά Διαθήκη

Η Παλαιά Διαθήκη αποτελεί «σκιά» της βασιλείας του Θεού («των μελλόντων αγαθών»), καθώς απευθύνεται στη νηπιώδη ανθρωπότητα (πρβ. Α΄ Κορινθίους, 13, 11: «ότε ήμην νήπιος, ως νήπιος ελάλουν, ως νήπιος εφρόνουν, ως νήπιος ελογιζόμην× ότε δε γέγονα ανήρ, κατήργηκα τα του νηπίου»). Η Καινή Διαθήκη πάλι δεν είναι η ίδια η βασιλεία του Θεού, αλλά «τύπος» της (προτύπωση). Η βασιλεία του Θεού είναι η κατάσταση στην οποία εισέρχεται ο άνθρωπος καθώς προχωρεί στη θέωση και ολοκληρωτικά θα τη δούμε από τη δευτέρα παρουσία και μετά («βλέπομεν γαρ άρτι δι’ εσόπτρου και εν αινίγματι, τότε δε πρόσωπον προς πρόσωπον», Παύλος).

Έτσι, στην Π.Δ. η Αγία Τριάδα αποκαλύπτεται «συνεσκιασμένα» (σκιωδώς), καθώς οι άνθρωποι, μη έχοντας ακόμη την ένωση Θεότητας και ανθρωπότητας, που συντελέστηκε στο πρόσωπο του Χριστού, και τη χάρη του Αγίου Πνεύματος, που ξεχύθηκε στην ανθρωπότητα κατά την πεντηκοστή, δε μπορούσαν ακόμη να αντέξουν την αποκάλυψη αυτή (όπως και οι αντιτριαδικές αιρέσεις και οι μουσουλμάνοι, οι οποίοι, ας μου επιτραπεί να το πω, αποκρούουν αυτή τη χάρη, ίσως από ατολμία, μένοντας προσκολλημένοι στη νηπιώδη προ Χριστού κατάσταση). Το ότι δεν είχαν ακόμη αυτά τα πλεονεκτήματα δεν είναι «αδικία του Θεού σε βάρος τους», διότι η Π.Δ. είναι ακριβώς το πρώτο στάδιο της πορείας που οδήγησε στην κάθοδο του Χριστού και του Αγ. Πνεύματος (Παρακλήτου). Οι δε προ Χριστού νεκροί γνώρισαν επίσης το Χριστό και συμμετείχαν (ελεύθερα και εφόσον το θέλησαν) στο παγκόσμιο Σώμα Του (την Εκκλησία) κατά την κάθοδό Του στον Άδη με το σταυρικό θάνατό Του, όταν «τοις εν φυλακή πνεύμασι πορευθείς εκήρυξεν» (Α΄ επιστολή του αγίου αποστόλου Πέτρου, 3, 19-20).

Στην Π.Δ. λοιπόν η Αγία Τριάδα αποκαλύπτεται τουλάχιστον με έξι τρόπους:

1. Με τον πληθυντικό αριθμό στα χωρία Γέν. 1, 26 («ας φτιάξουμε άνθρωπο κατά την εικόνα και την ομοίωσή μας») και Γέν. 11, 7 («ας κατεβούμε και ας τους μπερδέψουμε τις γλώσσες»).

Στους στίχους αυτούς ο Θεός σίγουρα δεν μιλάει στους αγγέλους Του, διότι ούτε συνεργάστηκαν μαζί Του στη δημιουργία του ανθρώπου, ούτε αναφέρεται κάπου ότι ο άνθρωπος είναι πλασμένος «κατ’ εικόνα και ομοίωσιν» και των αγγέλων. Ωστόσο, δε χρησιμοποιεί ούτε το λεγόμενο «πληθυντικό της μεγαλοπρέπειας», δηλαδή να μιλήσει για τον Εαυτό Του στον πληθυντικό αντί για τον ενικό, κατά τη βασιλική συνήθεια. Αν ο Θεός χρησιμοποιούσε «πληθυντικό της μεγαλοπρέπειας», θα έπρεπε να τον χρησιμοποιεί σε όλη τη διάρκεια της Αγίας Γραφής, δηλαδή ούτε μια φορά να μη λέει «Εγώ, ο Θεός», αλλά πάντα «Εμείς, ο Θεός». Κάτι τέτοιο όμως δε συμβαίνει.

Αντίθετα, υπάρχει Κάποιος, με τον Οποίο συνεργάστηκε ο Θεός κατά τη δημιουργία όλων των δημιουργημάτων Του: ο Υιός (Ιω. 1, 3, Α΄ Κορινθίους,, 8, 6, Κολ. 1, 16-17). Για μας είναι φανερό (και κανένα απολύτως λόγο δεν έχουμε να αμφιβάλλουμε) ότι ο Θεός μιλάει με τον Υιό, που είναι ο Λόγος και η Σοφία Του.

Εδώ οφείλω να αναφέρω ότι ο απόστολος Παύλος, στην προς Κολοσσαείς, 1, 16-17, γράφει για το Χριστό: «ότι εν αυτώ εκτίσθη τα πάντα, τα εν τοις ουρανοίς και τα επί της γης, τα ορατά και τα αόρατα, είτε θρόνοι είτε κυριότητες είτε αρχαί είτε εξουσίαι. τα πάντα δι’ αυτού και εις αυτόν έκτισται. και αυτός εστί προ πάντων και τα πάντα εν αυτώ συνέστηκε».

2. Με την εμφάνιση των Τριών Ανδρών στον Αβραάμ στο κεφ. 18 της Γένεσης. Εκεί είναι φανερό ότι ο Αβραάμ αντιμετωπίζει και τους Τρεις ως ισότιμους. Ήρθε «να Τους συναντήσει», είπε και στους Τρεις να καθίσουν, να πλυθούν, να φάνε κ.τ.λ., χαρακτήρισε τον εαυτό του «υπηρέτη Τους» και Εκείνοι του απάντησαν σαν με ένα στόμα (στ. 5). Και οι Τρεις μαζί «έφαγαν» και, όταν σηκώθηκαν, «κοίταξαν προς τα Σόδομα και τα Γόμορρα».

Η ιδέα ότι πρόκειται για το Θεό και δύο τιμητικούς συνοδούς αγγέλους είναι απλά άτοπη. Το ότι στο τέλος Το ότι φαίνεται οι Δύο να φεύγουν και «ο Κύριος» να μένει και να μιλάει με τον Αβραάμ, δε σημαίνει ότι οι άλλοι Δύο δεν ήταν Κύριοι. Υπόψιν ότι λέει «οι άνδρες έφυγαν» και όχι «οι δύο άνδρες», σα να είχαν φύγει και οι Τρεις – προφανώς επειδή στο Θεό δεν υπάρχει αρίθμηση που να διαχωρίζει τον Έναν από τους Άλλους.

Υπάρχει στο χριστιανισμό η ιδέα ότι, επειδή ο Θεός Πατήρ θεωρείται «πάντη αόρατος», το δε Άγιο Πνεύμα δεν συνηθίζει να εμφανίζεται με μορφή ανθρώπου, οι Τρεις Άνδρες ήταν ο Υιός και δύο άγγελοι «εις τύπον» (συμβολισμό) του Πατρός και του Αγίου Πνεύματος. Πιθανόν. Πάντως είναι αδιαφιλονίκητο ότι ήρθαν ως η Τριαδική Θεότητα και έτσι αναγνωρίστηκαν και αντιμετωπίστηκαν από τον άγιο πατριάρχη Αβραάμ και δέχτηκαν αναντίρρητα αυτή την αντιμετώπιση.

3. Με τους ανεξήγητους (για μας, «τριαδικούς») πληθυντικούς στις προφητείες, όπου φαίνεται α) ότι εντός της Θεότητος υπάρχουν περισσότερα από ένα πρόσωπα (π.χ. Οβδιού, 1), β) ότι εμφανίζονται τουλάχιστον δύο «Κύριοι», που ο Ένας στέλνει στη Γη τον Άλλο: π.χ. Ζαχαρία, κατά τους Ο΄ 2, 12-15 [στο Μασσωριτικό (εβρ. κείμενο), Ζαχ. 2, 8-11], Ησαΐα, 45, 1. 45, 14-15. 48, 12-16. Αμώς 4, 11, Μιχαίας 4, 6-7. 6, 1-2, Μαλαχίας 1, 9. 3, 1-5, Σοφονίας κεφ. 1, Ιερεμίας 11, 9-11 και 17. 12, 14. 14, 15. 17, 13. 23, 1-2 (ο προφήτης δεν θα έλεγε «το λαό μου», μόνον ο Θεός το λέει αυτό). 33, 4-5 (Ο΄, 40, 4-5). Δείτε επίσης και Έξοδος 21, 13. 31, 17. 34, 5-6, Δευτ. 28, 13-14 και 20 (μιλάει ο Θεός, όπως φαίνεται στους στ. 2 και 62, αλλά και στο 29, 1, λέει «σε διατάζω» και «με εγκατέλειψες» κι όμως παράλληλα αναφέρεται «στον Θεό» σα να πρόκειται για Άλλο Πρόσωπο) κ.λ.π. (επί του θέματος, «ξεναγός μου» στην Π.Δ. ήταν η εξαίρετη μελέτη του καθηγητή Νικόλαου Σωτηρόπουλου Ο Ιησούς Γιαχβέ).

Σημείωση: πάντα ο «Κύριος», που μιλάει διά του στόματος των προφητών, είναι ο Θεός, ανεξάρτητα αν είναι μετάφραση του Γιαχβέ ή του Αδονάι, του Ελοχείμ κ.τ.λ. Το επισημαίνω, για να προλάβω τυχόν βεβιασμένη απολογία μουσουλμάνων, ότι μπορεί κάποια «Κύριος» να υπονοούν κάτι ή κάποιον άλλο.

4. Η εμφάνιση του περίφημου «αγγέλου του Θεού», που συγχρόνως είναι και προσκυνητός και χαρακτηρίζεται επίσης Θεός ή Κύριος. Ας μιλήσουμε λίγο γι’ Αυτόν:

Εκείνος που εμφανίστηκε στο Μωυσή μέσα από τη φλεγόμενη βάτο χαρακτηρίζεται «άγγελος Κυρίου» (Έξοδος, 3, 2). Κατά τη θεόπνευστη απολογία του αγίου Στεφάνου στις Πράξ. 7, 38, Εκείνος ήταν που μίλησε στο Μωυσή. Στο Μωυσή όμως μίλησε μόνον ο Γιαχβέ –άρα ο άγγελος Κυρίου ήταν που ονόμασε τον Εαυτό Του «Γιαχβέ»!

Προφανώς είναι ο Ίδιος «άγγελος» που εμφανίστηκε στην περιπλανώμενη Άγαρ (Γέν. 16, 7-14) και της είπε «θα πολλαπλασιάσω τους απογόνους σου» («Εγώ», όχι «ο Θεός»). Ποτέ στην Αγία Γραφή ο απεσταλμένος του Θεού δε μεταφέρει τα λόγια του Θεού σα να ήταν ο ίδιος ο Θεός! Ακόμη και οι προφήτες, που μεταφέρουν λόγια του Θεού σε πρώτο πρόσωπο, πάντα ξεκινούν με τη φράση «τάδε λέγει Κύριος». Προφανώς το ίδιο ισχύει και στην περίπτωση του Κορανίου: ο αφηγητής του πληροφόρησε το Μωάμεθ ότι είναι «ο άγγελος Γαβριήλ», αλλιώς πώς το ήξερε ο Μωάμεθ;

Το Γέν. 16, 13, χαρακτηρίζει καθαρά Αυτόν τον άγγελο «Κύριο» και η Άγαρ Τον ονόμασε «ο Θεός ο επιδών με» και εξεπλάγη που αξιώθηκε να Τον αντικρίσει. Αν είχε κάνει λάθος, περνώντας έναν απλό άγγελο για το Θεό, εκείνος θα το διευκρίνιζε. Για του λόγου του αληθές, βλ. π.χ. Λουκ. 1, 11-20 και 26-38.

Μια ακόμη φορά που εμφανίζεται αυτό το «περίεργο» Ον είναι στο Γέν. 32, 24-32, στην πάλη του Ιακώβ με τον Θεό στο πέρασμα του Ιαβώκ. Ο Ιακώβ αντιμετωπίζει τον άγνωστο αντίπαλό του ως «το Θεό», Τον καλεί να τον ευλογήσει και εκπλήσσεται που Τον είδε πρόσωπο με πρόσωπο και επέζησε. Και ο Θεός Εκείνος μετονομάζει τον Ιακώβ σε Ισραήλ, κάνοντας μια χαρακτηριστική πράξη, την οποία κάνει μόνον ο Θεός (Γέν. 17, 5 και 15).

Για την ταύτιση του αγγέλου τούτου με το Θεό, παραθέτω και τις εξής μαρτυρίες: α) Στο Γέν. 31, 11-13, εμφανίζεται στον Ιακώβ «ο άγγελος του Θεού», ο οποίος του λέει: «Εγώ ειμί ο Θεός ο οφθείς σοι [=που σου φανερώθηκα] εν τόπω Θεού, ού ήλειψάς μοι εκεί στήλην…»! (εννοεί το όραμα της σκάλας προς τον ουρανό, στο Γέν. 28, 12-22).

β) Στο Γέν. 35, 1-15, ο Θεός στέλνει τον Ιακώβ να κατασκευάσει θυσιαστήριο «για το Θεό που του φανερώθηκε όταν έφευγε από τον αδελφό του», δηλαδή για Εκείνον, με τον οποίο πάλευε στο Ιαβώκ. Αυτό δηλώνει, αφενός, ότι «Ένας Θεός» τον διέταξε να φτιάξει θυσιαστήριο για έναν «άλλο Θεό», και αφετέρου ότι θα πρόσφερε θυσίες προς τιμήν του «αγγέλου», άρα ο άγγελος ήταν Θεός.

γ) Δίνοντας ο Ιακώβ την ευλογία του στα εγγόνια του, τα παιδιά του Ιωσήφ, λέει: «ο Θεός, ώ ευηρέστησαν οι πατέρες μου ενώπιον αυτού, Αβραάμ και Ισαάκ, ο Θεός ο τρέφων με εκ νεότητος έως της ημέρας ταύτης, ο άγγελος ο ρυόμενός με [=ο σώζων με] εκ πάντων των κακών ευλογήσαι τα παιδία ταύτα…» κ.τ.λ. (Γέν. 48, 15-16 – οφείλω την επισήμανση του τελευταίου χωρίου σε ομιλία του Μιχάλη Μαυροφοράκη δημοσιευθείσα στο διαδίκτυο).

Αυτός ο ορατός Θεός, που είναι συγχρόνως και «άγγελος» (αγγελιαφόρος) του Θεού, κατά τους χριστιανούς είναι ο Υιός, επειδή  Εκείνος χαρακτηρίζεται «μεγάλης βουλής άγγελος», Ησαΐα 9, 6, και «άγγελος της διαθήκης», Μαλαχία 3, 1. Είναι ο απεσταλμένος της μεγάλης βουλής (απόφασης) του Θεού για τη σωτηρία των ανθρώπων. Ολόκληρη η Π.Δ. είναι η προετοιμασία για την έλευσή Του (ως Ιησού Χριστού), που είναι και η εκπλήρωση της πρωταρχικής προφητείας, Γέν. 3, 15 και όλων των μεσσιανικών προφητειών.

5. Με την εμφάνιση της Σοφίας του Θεού, ενός ξεκάθαρα θεϊκού όντος, που μάλιστα μιλάει διά στόματος των προφητών σε πρώτο πρόσωπο, όπως μόνον ο Θεός κάνει, στα βιβλία Παροιμίες, Ιωβ, Σοφία Σολομώντος και Σοφία Σειράχ.

Εγώ από στόματος Υψίστου εξήλθον και ως ομίχλη κατεκάλυψα γην. εγώ εν υψηλοίς κατεσκήνωσα, και ο θρόνος μου εν στύλω νεφέλης. γύρον ουρανού εκύκλωσα μόνη και εν βάθει αβύσσων περιεπάτησα. εν κύματι θαλάσσης και εν πάση τη γη και εν παντί λαώ και έθνει εκτησάμην… έτι διδασκαλίαν ως προφητείαν εκχεώ [=θα αναβλύσω] και καταλείψω αυτήν εις γενεάς αιώνων. ίδετε ότι ουκ εμοί μόνω εκοπίασα, αλλά πάσι τοις εκζητούσιν αυτήν» (Σοφία Σειράχ, κεφ. 24).

«…και μετά σου η σοφία η ειδυία τα έργα σου και παρούσα, ότε εποίεις τον κόσμον… Εξαπόστειλον αυτήν εξ αγίων ουρανών και από θρόνου δόξης σου πέμψον αυτήν…» (Σοφία Σολομώντος, 9, 9-10).

Η Σοφία είναι παρούσα όταν ο Θεός έκτιζε τον κόσμο και προφητεύεται η αποστολή της στον κόσμο. «Εξήλθε το στόμα του Θεού» (δηλαδή είναι ο Λόγος Του) και θα αναβλύσει διδασκαλία και προφητεία, που θα την αφήσει για πάντα στη γη. Είναι «η μήτηρ της αγαπήσεως της καλής και της οσίας ελπίδος, του φόβου» (=της συστολής) «και της γνώσεως» (Σοφία Σειράχ, κεφ. 24) και, κατά τους χριστιανούς, ταυτίζεται με τον Υιό. «Χριστός, Θεού Δύναμις και Θεού Σοφία» κατά τον Παύλο (Α΄ Κορινθίους, 1, 24). «Νους, Λόγος, Σοφία, Υιός του Πατρός, και απόρροια, ως φως από Πυρός, το Πνεύμα» γράφει ήδη το 2ο αι. για τον Ιησού ο απολογητής άγιος Αθηναγόρας ο Αθηναίος (Πρεσβεία περί χριστιανών, κεφ. 24).

Σύγκρινε τις παραπάνω περιγραφές της Σοφίας με τις ακόλουθες αναφορές για τον Υιό, δηλ. το Χριστό:

«Εν αρχή ην ο Λόγος και ο Λόγος ην προς τον Θεόν [=δίπλα στο Θεό] και Θεός ην ο Λόγος. Ούτος ην εν αρχή προς τον Θεόν. πάντα δι’ αυτού εγένετο, και χωρίς αυτού εγένετο ουδέ έν ό γέγονεν. εν αυτώ ζωή ην, και η ζωή ην το φως των ανθρώπων. και το φως εν τη σκοτία φαίνει, και η σκοτία αυτό ου κατέλαβεν […] Ην το φως το αληθινόν, ό φωτίζει πάντα άνθρωπον ερχόμενον εις τον κόσμον. εν τω κόσμω ην, και ο κόσμος δι’ αυτού εγένετο, και ο κόσμος αυτόν ουκ έγνω [=δεν τον αναγνώρισε]. […] και ο Λόγος σαρξ εγένετο και εσκήνωσεν εν ημίν, και εθεασάμεθα [=είδαμε] την δόξαν αυτού [=το φως Του], δόξαν ως μονογενούς παρά πατρός, πλήρης χάριτος και αληθείας. […] Θεόν ουδείς εώρακε πώποτε [=κανείς δεν είδε ποτέ το Θεό]. ο μονογενής υιός ο ων εις τον κόλπον του πατρός, εκείνος εξηγήσατο» (Ιω. 1, 1-5. 9-10. 14. 18).

Σε απόλυτη συνάφεια ο απόστολος Παύλος αναφέρει για τον Υιό:

«…ός εστίν εικών του Θεού του αοράτου, πρωτότοκος πάσης κτίσεως [=γεννημένος πριν από κάθε δημιούργημα], ότι εν αυτώ εκτίσθη τα πάντα, τα εν ουρανοίς και τα επί της γης, τα ορατά και τα αόρατα, είτε θρόνοι είτε κυριότητες είτε αρχαί είτε εξουσίαι. τα πάντα δι’ αυτού και εις αυτόν έκτισται. και αυτός εστί προ πάντων, και τα πάντα εν αυτώ συνέστηκε, και αυτός εστίν η κεφαλή του σώματος, της εκκλησίας, ός εστίν αρχή, πρωτότοκος εκ των νεκρών, ίνα γένηται εν πάσιν αυτός πρωτεύων, ότι εν αυτώ ευδόκησε παν το πλήρωμα κατοικήσαι […]» (προς Κολοσσαείς, 1, 15-19).

Οι Παροιμίες είναι γραμμένες από τον προφήτη και βασιλιά Σολομώντα. Η θέση του βιβλίου του Ιώβ επίσης είναι αδιαμφισβήτητη εντός της Αγίας Γραφής. Για να προλάβω ωστόσο τυχόν υποβάθμιση των βιβλίων Σοφία Σολομώντος και Σοφία Σειράχ από τους αδελφούς μας μουσουλμάνους απολογητές, διευκρινίζω ότι: τα δύο βιβλία αυτά ανήκουν στην Παλαιά Διαθήκη κατά τους Ο΄. Είναι από τα βιβλία που γράφτηκαν απευθείας στα ελληνικά, γι’ αυτό δεν περιελήφθησαν ποτέ στο εβραϊκό Μασσωριτικό (Μ). Όμως το Ο΄ είναι η Παλαιά Διαθήκη που χρησιμοποιούν οι θεόπνευστοι συγγραφείς της Καινής Διαθήκης, οι οποίοι χρησιμοποιούν και τα βιβλία που λείπουν από το Μ. Μερικά παραδείγματα: Ματθ. 9, 36 (Ιουδίθ 11, 19), Ματθ. 22, 25-28 (Τωβίτ 3, 8 και 5, 11), Ματθ. 27, 41-43 (Σοφ. Σολ. 2, 12-20), Ρωμαίους, 1, 21 (Σοφ. Σολ. 13, 1), Ρωμαίους, 9, 21 (Σοφ. Σολ. 15, 7), Ρωμαίους, 10, 6 (Βαρούχ 3, 29), Ιάκ. 1, 19 (Σοφία Σειράχ 5, 11), Α΄ Πέτρ. 1, 6-7 (Σοφ. Σολ. 3, 5-6) κ.λ.π. Πρώτη φορά χριστιανοί απέρριψαν το Ο΄ και στράφηκαν στο Μ μετά την προτεσταντική μεταρρύθμιση (16ος αι.), νομίζοντας ότι ξέρουν καλύτερα από τους συγγραφείς της Καινής Διαθήκης και τους πρώτους χριστιανούς (στην πραγματικότητα, για να διαφοροποιηθούν από τους ρωμαιοκαθολικούς). Έτσι τα βιβλία αυτά «εξορίστηκαν» από τη χριστιανική Αγία Γραφή. Δυστυχώς και μερικές εκδόσεις που επιμελήθηκαν ορθόδοξοι (π.χ. Βάμβας) ακολούθησαν αυτό το λάθος, λόγω προτεσταντικών επιδράσεων.

Το όνομα Σοφία για το Χριστό είναι τόσο βασικό, που ο περίφημος καθεδρικός ναός της Κωνσταντινούπολης, ο αφιερωμένος σ’ Αυτόν, ονομάζεται Ναός της του Θεού Σοφίας, Αγία Σοφία. Ο ναός αυτός προκάλεσε σειρά ομώνυμων ναών στο Κίεβο, τη Θεσσαλονίκη και άλλες ορθόδοξες πόλεις.

6. Η ύπαρξη πολλών προσώπων στη Θεότητα φαίνεται και από τις προφητείες, κατά τις οποίες διά στόματος των προφητών μιλάει ο αναμενόμενος και μελλοντικά ερχόμενος Μεσσίας (βλ. π.χ. Ζαχαρίας, 11, 4-14, ιδ. 11-14). Εφόσον ο Μεσσίας μιλάει διά στόματος των προφητών, επομένως είναι Θεός, αφενός επειδή μόνον ο Θεός έχει αυτή την ιδιότητα (να μιλάει σε πρώτο πρόσωπο διά στόματος των προφητών) και αφετέρου επειδή και σε αυτές τις προφητείες (εκτός από τους προφητικούς ψαλμούς του Δαβίδ) οι προφήτες ξεκινούν με τη φράση «Αυτά λέει ο Κύριος».

Ένα παράδειγμα είναι το Ησαΐα 61, 1-2, που ο Χριστός το χρησιμοποίησε ως αναφορά στον εαυτό Του (Λουκ. 4, 17-21). Επομένως σ’ αυτό το κεφάλαιο δε μιλάει ο προφήτης, αλλά διά στόματος του προφήτη μιλάει ο μελλοντικός Μεσσίας, ο Υιός. Και Αυτός, ο Ίδιος, στο στ. 8 λέει: «διότι εγώ είμαι Κύριος που αγαπά τη δικαιοσύνη και μισεί την αδικία… και θα συστήσω γι’ αυτούς διαθήκην αιώνιον» κ.τ.λ.

Είπαμε ότι υπάρχουν και οι προφητικοί Ψαλμοί (χριστολογικοί/μεσσιανικοί), όπου ο Μεσσίας μιλάει διά του προφήτη. Μερικά παραδείγματα Ψαλμ. 68, 22 («μου έδωσαν χολή για τροφή και στη δίψα μου με πότισαν ξύδι», βλ. Ματθ. 27, 48), Ψαλμ. 21, 2 («Θεέ μου, Θεέ μου, πρόσεξέ με, γιατί με εγκατέλειψες;», βλ. Ματθ. 27, 46), Ψαλμ. 21, 19 («μοίρασαν μεταξύ τους τα ρούχα μου και έβαλαν κλήρο για τα ενδύματά μου», Ιω. 19, 23-24), κ.ά. (για τη θεία έμπνευση των Ψαλμών βλ. και στο Κοράνι, σούρα 4, 163).

[Σημείωση: Ο Ιησούς κραύγασε πάνω στο σταυρό «Θεέ μου, Θεέ μου, γιατί με εγκατέλειψες;», γιατί στην ανθρώπινη ζωή Του πέρασε όλα τα βάσανα που περνάει ο άνθρωπος, μεταξύ των οποίων και την αίσθηση ότι ο Θεός τον έχει εγκαταλείψει. Με αυτό τον τρόπο καθαγίασε τα βάσανα των ανθρώπων και τα μετέτρεψε σε δρόμο για να πλησιάσουμε το Θεό (αν τα υπομείνουμε με πίστη και υπομονή, όπως Εκείνος)].

2. Καινή Διαθήκη

Για τις τριαδολογικές αναφορές της Καινής Διαθήκης μιλήσαμε ήδη στα προηγούμενα. Αναφορές όπως: «βαπτίζοντες αυτούς Εις το όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος» (Ματθ. 28, 19) και «η χάρις του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού και η αγάπη του Θεού και Πατρός και η κοινωνία του Αγίου Πνεύματος είη μετά πάντων υμών» (Β΄ Κορινθ. 13), ξέρουμε πολύ καλά ότι υπάρχουν επειδή οι χριστιανοί ενώνονταν με τον Τριαδικό Θεό και δεν «πίστευαν» και «λάτρευαν» ένα «μονοπρόσωπο Θεό», με τον οποίο δεν είχαν άμεση επαφή, αλλά απλώς «διάβαζαν γι’ Αυτόν στην Π.Δ.».

Ο συγγραφέας του παρόντος παρακάτω προσπαθεί να μας πείσει ότι η εντολή του Χριστού για βάπτισμα στο όνομα της Αγίας Τριάδας δεν αποκαλύπτει την τριαδικότητα του Θεού. Η προσπάθεια αυτή είναι αστεία. Ξέρουμε πολύ καλά τι εννοεί ο Χριστός, γιατί έχει αποδειχθεί και επιβεβαιωθεί αναρίθμητες φορές στην ιστορία της Εκκλησίας, στις εμπειρίες των αγίων και πολλών απλών χριστιανών καθαρών στην καρδιά – δεν περιμένουμε από ένα μη χριστιανό να μας εξηγήσει εξετάζοντας τα κείμενα από φιλολογική άποψη.

Ας ξεκινήσουμε από αυτό που αποκαλύπτει η Κ.Δ. για την ακριβή σχέση του Χριστού προς το Θεό:

Για τη σχέση του Υιού με τον Πατέρα η Κ.Δ. είναι σαφής. Είναι «ο μονογενής υιός» του Πατρός (Ιω. 1, 14 και 18, Ιω. 3, 16 και 18). Στα δύο τελευταία χωρία ο Ίδιος ο Ιησούς χαρακτηρίζει έτσι τον εαυτό Του.

Ο όρος «ο μονογενής υιός» σημαίνει τα εξής:

α) Ο Πατήρ Τον γέννησε, δεν Τον δημιούργησε. Αν Τον είχε δημιουργήσει, θα μπορούσε να χαρακτηριστεί «υιός» μεταφορικά, όμως δεν θα ήταν ο μονογενής. Το να χαρακτηριστεί υιός μονογενής ένα δημιούργημα (κι όχι γέννημα) είναι κάτι το τραγικό και ταιριάζει μόνο σε στείρα ανθρώπινα ζευγάρια, όχι στο Θεό. Άλλωστε η Αγία Γραφή είναι και σ’ αυτό σαφής: «Υιός μου ει συ, εγώ σήμερον γεγέννηκά σε» (= σε γέννησα), Εβρ. 1, 5, από τον Ψαλμό 2, 7 (όλος ο Ψαλμός 2 αναφέρεται στο Μεσσία).

β) Ο Πατήρ δεν έχει άλλο υιό. Όλοι οι άλλοι που χαρακτηρίζονται «υιοί Θεού», άγγελοι ή άνθρωποι, είναι υιοί Του λόγω υιοθεσίας (Ρωμαίους, 8, 15, Γαλάτας, 3, 26), την οποία μάλιστα προκάλεσε ο Υιός «τοις πιστεύουσιν εις το όνομα αυτού» (σ’ αυτούς που πιστεύουν στο όνομά Του) δίνοντάς τους «την εξουσία» να γίνουν παιδιά του Θεού (Ιω. 1, 12). Ο Υιός όμως είναι φυσικός Υιός του Πατρός, όχι υιοθετημένος: υιός μονογενής.

γ) Όταν ο Θεός ονομάζεται «ο Πατήρ» (χωρίς άλλο προσδιορισμό, χωρίς δηλαδή να αναφέρεται τίνος Πατήρ είναι), ονομάζεται έτσι διότι είναι Πατήρ του Υιού. Ο Υιός πάλι λέγεται «ο Υιός» (χωρίς άλλο προσδιορισμό), ως ο Υιός του Πατρός. Βλ. π.χ. Λουκ. 10, 22, Ιω. 5, 19-26, Εβρ. 1, 1 κ.λ.π.

Εξυπακούεται ότι ο Θεός δεν γέννησε «σαν γυναίκα». Η γέννηση του Υιού, όπως και η εκπόρευση του Αγίου Πνεύματος, είναι «μυστηριώδης» και «θεοπρεπής» (=ταιριαστή στο Θεό), δε μοιάζει με οτιδήποτε μπορεί να φανταστούμε ως άνθρωποι. Γι’ αυτό, το να λέμε ότι «ο Θεός γέννησε» και «έχει Υιό» δεν αποτελεί σε καμία περίπτωση «ύβρη» γι’ Αυτόν.

Αυτός λοιπόν «ο μονογενής υιός», βρίσκεται σε απόλυτη ενότητα με τον Πατέρα και «όλα όσα έχει ο Πατήρ» τα έχει και Εκείνος. Και εδώ τίθενται τα επόμενα ερωτήματα:

α) ποια είναι αυτά που έχει ο Πατήρ και τα έχει δώσει «όλα» στον Υιό;

β) υπάρχει κάτι που έχει ο Πατήρ και ο Υιός δεν το έχει;

Η απάντηση στο β προφανώς είναι αρνητική: αν υπήρχε κάτι που το έχει ο Πατήρ και δεν το έχει ο Υιός, ο Κύριος δεν θα έλεγε ότι έχει «όλα» όσα έχει ο Πατήρ. Αυτό και μόνο αρκεί για να αποδείξει ότι ο Υιός είναι Θεός όπως και ο Πατήρ –γι’ αυτό άλλωστε είναι και «ο» Κύριος (με άρθρο), λέξη, που, όπως είδαμε, χρησιμοποιείται στην Παλαιά Διαθήκη για να αποδώσει το όνομα Γιαχβέ, και γενικά ως τίτλος ταιριάζει μόνο στο Θεό.

Ας το δούμε όμως αναλυτικότερα, διερευνώντας το ερώτημα α.

Ο Πατήρ είναι πάνσοφος και παντοδύναμος. Ο Υιός είναι; Προφανώς, αφού ο Ίδιος είναι η Σοφία και η Δύναμις του Θεού (Α΄ Κορινθίους, 1, 24). Άρα ο Θεός είναι πάνσοφος και παντοδύναμος ως Πατήρ και Υιός.

Ο Πατήρ έχει ζωή μέσα Του και ζωοποιεί όποιους θέλει, και ο Υιός έχει ζωή μέσα Του και ζωοποιεί όποιους θέλει (Ιω. 5, 21. 25-26). Μάλιστα τους νεκρούς θα τους αναστήσει ο Υιός, όχι ο Πατήρ! (Ιω. 5, 25-26. 6, 39).

Ο Πατήρ είναι προαιώνιος, όμως δημιούργησε «τους αιώνες» (όπως και «τα πάντα») διά του Υιού (Εβρ. 1, 2), άρα και ο Υιός υπάρχει πριν τους αιώνες (πριν το χρόνο –«προ πάντων», Κολ. 1, 17), επομένως είναι επίσης προαιώνιος.

Αυτά, λοιπόν, που πιστεύουμε γι’ Αυτόν οι χριστιανοί, δεν τα βγάλαμε από το κεφάλι μας, αλλά τα πιστεύουμε (και μάλιστα αμετακίνητα), επειδή ο Ίδιος τα δίδαξε και τα έγραψαν οι άγιοι και αξιόπιστοι αυτόπτες μάρτυρες, οι μαθητές Του.

Ας δούμε μερικά μόνο από τα αμέτρητα σημεία, στα οποία στηρίζουμε αυτή την άποψη:

● Σε όλη την έκταση των Ευαγγελίων ο Ιησούς ονομάζει πάντοτε το Θεό «Πατέρα Του» και αρκετές φορές τον εαυτό Του «ο Υιός». Όπως είπαμε, είναι φανερό ότι, όταν ο Θεός ονομάζεται «ο Πατήρ» (χωρίς άλλο προσδιορισμό, χωρίς δηλαδή να αναφέρεται τίνος Πατήρ είναι), ονομάζεται έτσι διότι είναι Πατήρ του Υιού. Ο Ιησούς πάλι λέγεται «ο Υιός» (χωρίς άλλο προσδιορισμό), ως ο Υιός του Πατρός. Βλ. π.χ. Λουκ. 10, 22, Ιω. 5, 19-26, προς Εβραίους 1, 1 κ.λ.π.

● Ενώ είναι σαφές στην Παλαιά Διαθήκη ότι μόνο στο Θεό πρέπει να πιστεύουν οι άνθρωποι και μόνον Αυτόν να λατρεύουν, ο Ιησούς ζητάει πίστη στον εαυτό Του (π.χ. Ιω. 3, 29, και 9, 35-38) και δηλώνει ότι η τιμή προς Αυτόν πρέπει να είναι ίση με την τιμή προς τον Πατέρα (Ιω. 5, 23, «ίνα πάντες τιμώσι τον υιόν καθώς τιμώσι τον πατέρα»). Στο μεγάλο προφητικό όραμα της Αποκάλυψης, κεφ. 22, 3-4, οι πιστοί στη νέα Ιερουσαλήμ (στον παράδεισο) θα λατρεύουν εξίσου «τον Θεόν και το Αρνίον» (το Χριστό). Ανάλογη αναφορά δες και στο Αποκάλυψη, 5, 13. Ενδιαφέρον εδώ ότι ο Θεός και το Αρνίον (ο Χριστός) έχουν τον ίδιο θρόνο, κοινό και για τους Δυο, ενώ η Αποκάλυψη μιλάει γι’ Αυτούς σε ενικό αριθμό αντί για πληθυντικό (όπως και στα Αποκάλυψη, 11, 15. 20, 6).

● Επίσης, ο Χριστός πάντα δεχόταν να Τον προσκυνούν οι άνθρωποι (π.χ. Ματθ. 28, 9 και 17, Ιω. 9, 38, και 18, 6), ακόμη και τα κακά πνεύματα (Μάρκ. 5, 6), πράξη τιμής που πρέπει να αποδίδεται μόνο στο Θεό, σύμφωνα και την εντολή «Κύριον τον Θεόν σου προσκυνήσεις και αυτώ μόνο λατρεύσεις» (Ματθ. 4, 10).

● Στην Παλαιά Διαθήκη το όνομα του Θεού φέρει τη δύναμη του Θεού, όμως στην Καινή Διαθήκη την ιδιότητα αυτή την έχει το όνομα του Ιησού. Ο Ιησούς δίνει εξουσία να γίνουν παιδιά του Θεού εκείνοι που πιστεύουν στο όνομά Του, όχι «στο όνομα του Θεού» (Ιω. 1, 12). Όταν συγκεντρώνονται άνθρωποι «εις το όνομα του Ιησού», Εκείνος βρίσκεται ανάμεσά τους (Ματθ. 18, 20). Οι απόστολοι κάνουν θαύματα λέγοντας το όνομα του Ιησού (π.χ. Λουκ. 10, 17, Πράξ. 3, 6 και 16, 18). Το όνομα του Ιησού μπορεί να τελεί θαύματα, ακόμη και αν απλώς προφέρεται από ανθρώπους που δεν είναι «πιστοί Του» (Ιω. 9, 49-50). Κατά τον απόστολο Πέτρο, οι προφήτες μαρτυρούν ότι, διά του ονόματός Του, θα λάβει συγχώρηση των αμαρτιών κάθε ένας που πιστεύει σ’ Αυτόν (Πράξεις των αποστόλων 10, 43). Οι απόστολοι Βαρνάβας και Παύλος «παραδεδώκασι τας ψυχάς αυτών» (=διακινδύνευσαν τη ζωή τους) «υπέρ του ονόματος του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού» (Πράξ. 15, 26), ο δε Παύλος είναι έτοιμος να πεθάνει «υπέρ του ονόματος του Κυρίου Ιησού» (Πράξ. 21, 13).

● Ας σημειωθεί βέβαια ότι η επίκληση του ονόματος του Θεού είναι μια πρόσκληση στο Θεό να παρέμβει, δηλαδή μια προσευχή. Ομοίως, η επίκληση του ονόματος του Ιησού είναι μια πρόσκληση στον Ιησού να παρέμβει, δηλαδή μια προσευχή προς Αυτόν: «ό,τι αν αιτήσητε εν τω ονόματί μου, τούτο ποιήσω, ίνα δοξασθή ο πατήρ εν τω υιώ. εάν τι αιτήσητε εν τω ονόματί μου, εγώ ποιήσω» (Ιω. 14, 13-14). Αυτό είναι κάτι άλλο (προσευχή προς τον Ιησού) και άλλο το «ό,τι αν αιτήσητε τον πατέρα εν τω ονόματί μου, δω υμίν» του Ιω. 15, 16 (προσευχή προς τον Πατέρα).

Η αποστολική Εκκλησία είναι απόλυτα σίγουρο ότι προσευχόταν προς τον Ιησού. Ο άγιος Στέφανος Του ζήτησε να παραλάβει το πνεύμα του (Πράξ. 7, 59 –και στο στ. 60 λέει «Κύριε, μη στήσης αυτοίς την αμαρτίαν ταύτην», όπου αμέσως πριν έχει ονομάσει «Κύριο» τον Ιησού!), ο απόστολος Παύλος προσεύχεται σ’ Αυτόν στο Πράξ. 22, 17-21 (ακόμη κι αν υποθέσουμε ότι η προσευχή του αρχικά απευθυνόταν στον Πατέρα, όμως συνεχίστηκε ως επικοινωνία με τον Ιησού), ενώ άλλοτε Του ζήτησε να τον απαλλάξει από τον κακό άγγελο που τον τυραννούσε (Β΄ Κορινθίους, 12, 8-9 –ο Κύριος εκεί είναι ο Ιησούς, όπως φαίνεται από το στίχο 9). Ο απόστολος και προφήτης Ιωάννης Τον παρακάλεσε να έρθει γρήγορα (Αποκάλυψη, 22, 20). Ο απόστολος Πέτρος λέει στον Αινέα, τον παράλυτο της πόλης Λύδδα, «Αινέα, ιάται σε Ιησούς ο Χριστός» (σε θεραπεύει ο Ιησούς, ο Χριστός, Πράξ. 9, 34), άρα ο Ίδιος ο Χριστός, εκείνη τη στιγμή, παρενέβη από τον ουρανό και τέλεσε τη θεραπεία.

Η προσευχή προς τον Ιησού, ενώ βρίσκεται στον ουρανό, είναι ακριβώς το ίδιο με αυτό που έκαναν οι άνθρωποι που Του ζητούσαν βοήθεια όσο ζούσε στη γη (π.χ. Ματθ. 9, 27. 15, 22, Μάρκ. 3, 10. 9, 17-29. 5, 22-23, κ.α.). Όπως έκανε αμέτρητα θαύματα εδώ, έτσι κάνει και από τον ουρανό. Αφού Εκείνος υποσχέθηκε ότι θα βρίσκεται μαζί μας όλες τις ημέρες μέχρι τη συντέλεια του αιώνος (Ματθ. 28, 20), γιατί να μην προσευχόμαστε σ’ Αυτόν; Εξάλλου είναι σε συνεχή επικοινωνία μαζί μας, όπως αποδεικνύει το όραμα της Δαμασκού, το όραμα του Ανανία (Πράξ. 9, 17), η θεραπεία του Αινέα, το Ματθ. 18, 20 κ.λ.π.

● Ο Χριστός επίσης κατέχει τα «κλειδιά της βασιλείας των ουρανών» και την εξουσία να συγχωρεί αμαρτίες (Λουκ. 7, 48-50, κ.α.), εξουσία που ανήκει μόνο στο Θεό (βλ. π.χ. Ησαΐα 43, 24) –και είναι δικά Του, δεν τα διαχειρίζεται απλώς εξ ονόματος του Πατρός, γι’ αυτό και μπορεί να τα μεταβιβάσει στους μαθητές Του (Ματθ. 16, 19, και 18, 18). Ομοίως, τους μεταβιβάζει και την εξουσία να κάνουν θαύματα (Λουκ. 9, 1-6). Αυτό φανερώνει ότι τα θαύματά Του τα πραγματοποιεί με τη δική Του δύναμη και όχι «με την άδεια του Θεού», όπως φαίνεται να λέει στο ισλαμικό κοράνι. Ας σημειωθεί ότι ο Ιησούς διακηρύσσει ότι έχει «όλα όσα έχει και ο Πατέρας» (βλ. Ιω. 10, 30. 14, 9-11. 16, 15. 17, 10 και 17, 21) και μάλιστα ότι, όπως ο Πατέρας, έτσι κι Εκείνος μπορεί να δίνει ζωή (ανάστησε μάλιστα τρεις νεκρούς όσο ήταν στη γη), πράγμα που θα κάνει σε όλη του τη μεγαλοπρέπεια όταν θα αναστήσει όλους τους νεκρούς, για να κάνει ο Ίδιος την τελική κρίση και την κατάταξη των ανθρώπων στον παράδεισο και την κόλαση (Ματθ. 25, 31-46, Ιω. 5, 25 και 28).

● Στο Ματθ. 23, 34-38, ο Ιησούς λέει προς τους εκπροσώπους της εβραϊκής θρησκείας ορισμένα εκπληκτικά πράγματα. Στίχ. 34: «διά τούτο ιδού εγώ αποστέλλω προς υμάς προφήτας και σοφούς και γραμματείς, και εξ αυτών αποκτενείτε» (θα σκοτώσετε) «και σταυρώσετε, και εξ αυτών μαστιγώσετε εν ταις συναγωγαίς υμών και διώξετε από πόλεως εις πόλιν…» – στίχ. 37-38: «Ιερουσαλήμ, Ιερουσαλήμ, η αποκτείνουσα τους προφήτας και λιθοβολούσα τους απεσταλμενους προς αυτήν. ποσάκις ηθέλησα επισυναγαγείν τα τέκνα σου ον τρόπον επισυνάγει όρνις τα νοσσία εαυτής υπό τας πτέρυγας, και ουκ ηθελήσατε. ιδού αφίεται υμίν ο οίκος υμών έρημος».

Αυτά τα λόγια όμως ταιριάζουν μόνο στον Θεό. Η Παλαιά Διαθήκη είναι γεμάτη από τέτοια λόγια και είναι όλα δικά Του λόγια. Κατ’ αρχάς, μόνο Εκείνος λέει «ιδού εγώ» (π.χ. Ζαχαρίας 12, 2, Ιερεμίας 23, 2, Μαλαχίας 3, 22, κ.α.) και μόνον Εκείνος στέλνει τους προφήτες, ενώ εδώ ο Ιησούς λέει ότι θα τους στείλει ο Ίδιος. Και, κατά δεύτερον, τίθεται το ερώτημα: πότε ο Ιησούς προσπάθησε να μαζέψει το λαό της Ιερουσαλήμ «κάτω απ’ τα φτερά Του», όπως η όρνιθα τα πουλιά της (και μάλιστα τόσο πολλές φορές, ώστε να θεωρεί πλέον πως είναι μάταιος κόπος); Η μόνη πιθανή απάντηση σ’ αυτό είναι: σε όλη τη διάρκεια της εβραϊκής ιστορίας. Είναι ο Θεός.

Για όλους αυτούς τους λόγους θεωρούμε πως, όταν στην Καινή Διαθήκη ο Ιησούς χαρακτηρίζεται «Θεός», π.χ. Ιω. 1, 1, Ιω. 20, 28 [ο Θωμάς «είπεν αυτώ» (σ’ Αυτόν) «ο Κύριός μου και ο Θεός μου»] κ.ά., αυτό γίνεται με την απόλυτη και κυριολεκτική έννοια που έχει το όνομα αυτό στον Πατέρα – και, όταν χαρακτηρίζεται «ο Κύριος», το όνομα αυτό έχει την ίδια έννοια με το όμοιο «ο Κύριος» που αναφέρεται στο Θεό.

Τέτοιες αναφορές βλ. και σε άλλα σημεία, όπως τα Πράξ. 20, 28, Ρωμαίους, 9, 5, Εφεσ. 5, 5 («εν τη βασιλεία του Χριστού και Θεού»), Α΄ Τιμ. 3, 16, Τίτ. 1, 10 («την διδασκαλίαν του σωτήρος ημών Θεού» –ο Χριστός δίδαξε, όχι ο Πατήρ), Τίτ. 2, 13 («επιφάνειαν της δόξης του μεγάλου Θεού και σωτήρος ημών Ιησού Χριστού, ος έδωκεν εαυτόν υπέρ πάντων» –η επιφάνεια [εμφάνιση] θα είναι του Χριστού, όχι του Πατρός), Εβρ. 3, 4, Β΄ Πέτρ. 1, 1, Α΄ Ιω. 5, 20 κ.ά.

Ας σημειώσω ότι οι αδελφοί μας μουσουλμάνοι –και όλες οι αντιτριαδικές αιρέσεις– «ξεφεύγουν» από το ακαταμάχητο αυτό τεκμήριο της θεότητας του Χριστού (το ότι στην Κ.Δ. χαρακτηρίζεται «Θεός») με διάφορους τρόπους: είτε λέγοντας ότι «η λέξη Θεός δεν σημαίνει μόνο το Θεό αλλά και… δυνατός» (επιχείρημα των Μαρτύρων του Ιεχωβά), είτε απαξιώνοντας (αυθαίρετα) την αξιοπιστία των αγίων αποστόλων και συγγραφέων της Κ.Δ.. Ο μουσουλμάνος απολογητής Α. Ελντίν κάπου γράφει: «δείξτε μου ένα σημείο, όπου ο Χριστός να λέει για τον εαυτό του ότι είναι Θεός, κι εγώ θα γίνω χριστιανός». Κι όμως, ακόμη κι αν υπήρχε τέτοιο σημείο, αμέσως κάθε μουσουλμάνος απολογητής θα το απέρριπτε ως «ψεύδος, κατασκευασμένο από τους καινοδιαθηκικούς συγγραφείς».

Ας προσθέσω σε όλα τα παραπάνω τη μαρτυρία του αγίου αρχαγγέλου Γαβριήλ, ο οποίος παρέδωσε στους ανθρώπους, μέσω ενός αγιορείτη μοναχού, τους στίχους «Άξιον εστίν ως αληθώς, μακαρίζειν σε την Θεοτόκον, την αειμακάριστον και παναμώμητον και μητέρα του Θεού ημών», που ετέθησαν από τον ίδιο στην αρχή του «Μικρού μεγαλυναρίου» της Παναγίας και ψάλλονται πλέον, ήδη από τα βυζαντινά χρόνια, κατά τη θεία λειτουργία, τον παρακλητικό κανόνα προς την Παναγία και σε άλλες περιστάσεις. Αψευδείς μάρτυρες του θαύματος είναι η τοποθεσία «Εν τω άδειν» (=στο ψάλσιμο) μέσα στα δάση του Αγίου Όρους, εκεί όπου συνέβη το γεγονός, και η θαυματουργή εικόνα της Παναγίας «Άξιον εστί», μπροστά στην οποία ψάλθηκαν πρώτη φορά και μας παραδόθηκαν οι στίχοι. Η επέτειος του γεγονότος εορτάζεται στην Ορθόδοξη Εκκλησία κάθε χρόνο στις 11 Ιουνίου. Είναι αξιοσημείωτο ότι ο άγιος άγγελος χαρακτήρισε την Παναγία «Θεοτόκο» και «Μητέρα του Θεού ημών», αποδεχόμενος τους χαρακτηρισμούς που της αποδίδουμε οι χριστιανοί [βλ. λεπτομερή περιγραφή του θαύματος στο βιβλίο του αγίου Νικόδημου του Αγιορείτη Νέον Μαρτυρολόγιον, εκδ. Αστήρ, σελ. 294-295 (πρώτη έκδ. περί το 1800), ληφθείσα από χειρόγραφο του ιερομονάχου Σεραφείμ του Θυηπόλου, «Πρώτου» του Αγίου Όρους περί το 1550 μ.Χ.].

Η απελπισμένη απολογητική του Ισλάμ-6: Είναι η Βίβλος αξιόπιστη;

Οι ισλαμιστές έχουν ανάγκη από στοιχεία που να δείχνουν ότι η Αγία Γραφή είναι αναξιόπιστη, καθώς έρχεται σε πάρα πολλά σημεία σε πλήρη αντίθεση με τις διδασκαλίες του Κορανίου. Από τα πρώτα χρόνια δημιουργίας του Ισλάμ ισχυρίστηκαν ότι σε κάποια σημεία οι εβραϊκές και χριστιανικές γραφές, αν και ήταν θεόπνευστες, αργότερα υπέστησαν παραχάραξη και αλλοίωση, ώστε να υποστηρίξουν ότι οι γραφές αυτές ήταν σωστές μόνο στα σημεία που συμφωνούσαν με το Κοράνι και όλα τα υπόλοιπα ήταν πειραγμένα! Όμως στην προσπάθειά τους αυτή αντιμετωπίζουν τα εξής προβλήματα:

* η θέση και η επιδίωξη αυτή των ισλαμιστών είναι γνωστή και έτσι δεν μπορούν να θεωρηθούν αμερόληπτοι,

* η θέση δεν γίνεται ιδιαίτερα πιστευτή από αυτούς που δεν δέχονται τη θεοπνευστία του Κορανίου

* ακόμα κι αυτοί που δέχονται τη θεοπνευστία του Κορανίου, δηλ. οι μουσουλμάνοι, χρειάζονται εξίσου κάποια εξωμουσουλμανική υποστήριξη ώστε να αισθανθούν ότι στη θέση τους έχουν δίκιο, και δεν είναι οι μόνοι που υποστηρίζουν ότι οι εβραϊκές και χριστιανικές γραφές είναι αναξιόπιστες.

Γι’ αυτό οι ισλαμιστές χρειάζονται κάποιους «άθρησκους» κι ακόμα καλύτερα «χριστιανούς λογίους» που να υποστηρίζουν ότι είναι αναξιόπιστες οι εβραϊκές και χριστιανικές γραφές, ώστε να πουν «ορίστε, το λένε κι αυτοί που είναι επιστήμονες και χριστιανοί, άρα έχουμε δίκιο».

Στο άρθρο μας «Η απελπισμένη απολογητική του Ισλάμ-5: Ο “περικλυτός” Μουχάμμαντ που τον προφήτεψε ο Ιησούς!» είχαμε γράψει: «στο θέμα της κριτικής κειμένου της Αγίας Γραφής, θέμα το οποίο αναμασούν τακτικά όλοι οι απολογητές του Ισλάμ, θα αναφερθούμε σε αυτοτελές άρθρο». Το παρόν άρθρο φιλοδοξεί να καλύψει αυτό το θέμα, και μάλιστα τα σημεία που θέτει ο απολογητής του Ισλάμ Bassam Zawadi σε ένα άρθρο του με τίτλο, “Who Authored the New Testament”. Το άρθρο αυτό, που αθροιστικά περιέχει 42 επιχειρήματα με αμφιβολίες, για τον συγγραφέα κυρίως, διαφόρων βιβλίων της Κ.Δ. ο φίλος μας Άχμαντ Ελντίν δημοσιεύει (παραλλαγμένο) σε μετάφραση εδώ: http://islamforgreeks.org/2010/03/09/new-testament-unreliability-part-1/ με τον τίτλο «Η α(να)ξιοπιστία της Καινής Διαθήκης».
Κατ’ αρχήν πρέπει να παρατηρήσουμε ότι ήδη ο φίλος μας ο Άχμαντ έχει κάνει ένα λογικό άλμα, καθώς από το «ποιος έγραψε την Καινή Διαθήκη» που είναι ο τίτλος του αρχικού άρθρου του Zawadi, αυτός πήγε στο ότι «Η Καινή Διαθήκη είναι αναξιόπιστη». Κι εδώ πρέπει κάποιος να αναρωτηθεί: Το ότι δεν γνωρίζουμε ποιος έγραψε ένα βιβλίο (αν δεχτούμε φυσικά, ότι δεν γνωρίζουμε ποιος το έγραψε) εξυπακούεται ότι το βιβλίο είναι αναξιόπιστο ως προς το περιεχόμενό του; Όχι ασφαλώς. Πρόκειται για δυο άσχετα θέματα, τα οποία ο ισλαμιστής φίλος μας συνδέει μόνο και μόνο επειδή αυτό είναι το συμπέρασμα στο οποίο θέλει να μας οδηγήσει. Στη δική μας περίπτωση, όπως και στην κάθε περίπτωση αναγνώστη που γνωρίζει να διαβάζει με κριτική σκέψη κι όχι να καταπίνει αμάσητο ό,τι του σερβίρουν, έχει χάσει το παιχνίδι της προπαγάνδας.

Πρέπει ακόμη να πούμε ότι το άρθρο όπως το δημοσιεύει ο Άχμαντ Ελντίν έχει ήδη σχολιαστεί εύστοχα από τον θεολόγο Θ. Ρηγινιώτη ως εξής:

«Στο άρθρο σου http://islamforgreeks.org/2010/03/09/new-testament-unreliability-part-1/ έχεις συγκεντρώσει τις απόψεις από ένα σωρό αιρετικούς μελετητές, οι οποίοι εκφράζουν τις θεωρίες τους για την πατρότητα των βιβλίων της Καινής Διαθήκης, τις έχεις τιτλοφορήσει “κριτική αντιμετώπιση της ΚΔ” και τις προβάλλεις θριαμβευτικά ως επιστημονικά ορθές…
Θεωρείς δηλαδή ότι οι δυτικοί επιστήμονες του 19ου και 20ού αιώνα ξέρουν καλύτερα από τους χριστιανούς του 1ου, 2ου, 3ου αιώνα κ.τ.λ., οι οποίοι αποδέχτηκαν τα βιβλία της ΚΔ ως έργα των συγκεκριμένων συγγραφέων ΚΑΙ ως αυθεντικές πηγές της διδασκαλίας και της ζωής του Χριστού.
Ξεχνάς όμως να μας πεις πώς οι νεώτεροι αιρετικοί επιστήμονες “αποδεικνύουν” αυτά που υποστηρίζουν με τόσο σθένος. Για να δώσω ένα παράδειγμα, είναι εύκολο να πω ότι “πιθανόν” ο Λουκάς π.χ. να έγραψε τις Πράξεις, “πιθανόν και όχι” κ.τ.λ. Και πώς ορίζω το πιθανόν; Μέσα στο “πιθανόν” μπορώ να κλείσω ό,τι θέλω. Και: δεν μετράνε καθόλου οι αρχαίοι μελετητές, που ομόφωνα δέχτηκαν το Λουκά ως συγγραφέα των Πράξεων;» (Από Εδώ.)

«Ξεχνάς επίσης, αδελφέ, ότι αν η ΚΔ είναι τόσο αναξιόπιστη, αναιρείται ο χαρακτηρισμός των χριστιανών από το Κοράνι ως “Λαού της Βίβλου”. ΔΕΝ έχουν Βίβλο οι χριστιανοί, κατά τη γνώμη σου, αλλά ένα σωρό αναξιόπιστα χαρτιά. Πώς λοιπόν είναι “λαός της Βίβλου”; Βέβαια το Κοράνι δεν ήξερε τι θα γράφουν τον 20ό αιώνα οι δυτικές “αυθεντίες” που επικαλείσαι εσύ, αδελφέ…
Φυσικά, δεν αποδέχεσαι καμιά φιλολογική αυθεντία όταν πρόκειται για τη φιλολογική κριτική του Κορανίου και εύκολα κατέκρινες τις αναφορές του καθηγητή Θρησκειολογίας Αναστασίου Γιαννουλάτου (σήμερα επισκόπου Αλβανίας) για τη φιλολογική κριτική του Κορανίου, που δημοσιεύεται εδώ: http://www.oodegr.com/oode/islam/piges/koranio_genika_1.htm .
Κλείνω το παρόν μικρό σχόλιο με δύο παραπομπές για την πατρότητα και την αξιοπιστία των βιβλίων της ΚΔ:
1) http://www.johnsanidopoulos.com/2009/11/who-wrote-gospel-of-matthew.html (δε διαβάζω αγγλικά, ως γνωστόν, αλλά είδα τι λέει με βοήθεια),
2) http://www.oodegr.com/oode/grafi/kritiki/kritiki2.htm
Ευχαριστώ» (Από Εδώ.)

«ΥΓ. 1) Πρέπει να διευκρινίσω γιατί τονίζω ότι οι δυτικοί μελετητές είναι αιρετικοί. Διότι οι προτεστάντες (από τους οποίους ξεκίνησε η δήθεν «φιλολογική κριτική» της Βίβλου) ένιωσαν υποχρεωμένοι να ανακηρύξουν τα βιβλία της ΚΔ «ψευδεπίγραφα» και «μεταγενέστερα» των αποστόλων, γιατί αλλιώς θα έπρεπε να παραδεχτούν ότι η πρώτη Εκκλησία είχε θεία λειτουργία και κληρικούς, ενώ ο προτεσταντισμός, (για λόγους αντίθεσης προς τον παπισμό) υποστηρίζει το αντίθετο. Αυτό και όχι κάποιο «επιστημονικό» κριτήριο προκάλεσε τις απόψεις που παρατίθενται, οι δε ρωμαιοκαθολικοί, αλλά και ορθόδοξοι, μελετητές που υποστηρίζουν τα ίδια, δεν είναι παρά πιστοί μαθητές των προτεσταντών.
2) Ξεχνάς όμως (σκόπιμα), αδελφέ μου Άχμεντ, ότι η χριστιανική πίστη και θεολογία ΔΕΝ πηγάζει από τη Βίβλο, αλλά από την άμεση αποκάλυψη του Θεού στους αγίους όλων των εποχών. Η αποκάλυψη αυτή είναι απόλυτα ελεγμένη και διαπιστωμένη ως αυθεντική φανέρωση του Τριαδικού Θεού εν Χριστώ και όχι φαντασία ή π.χ. παγίδα του διαβόλου [έλεγχος που λείπει τραγικά από το Ισλάμ, το οποίο αφελώς υποστηρίζει –όπως μου έχεις γράψει– ότι «δεν υπάρχουν» τέτοιου είδους δαιμονικές πλάνες (αν όμως δεν υπάρχουν, τότε θα πρέπει να δεχτείς και την επικοινωνία του Θεού με τους αποστόλους στις Πράξεις των αποστόλων ως γνήσιες αποκαλύψεις του Θεού εν Χριστώ)].
Η ΚΔ καταγράφει απλώς το προφορικό κήρυγμα του Χριστού και των αγίων αποστόλων Του. Όποιοι κι αν την έγραψαν, όποτε κι αν την έγραψαν, δεν αλλάζει το γεγονός ότι αυτά έλεγε ο Χριστός και οι μαθητές Του. Αλλιώς, ας εμφανιστούν άλλες ιστορικές πηγές που να λένε ότι το κήρυγμα του Ιησού και των αποστόλων ήταν «κάτι άλλο» (και τέτοιες πηγές δεν είναι τα απόκρυφα ευαγγέλια, εκτός αν προτιμάτε τις μυθολογίες του γνωστικισμού περί «Αιώνων», Καλού και Κακού Θεού κ.τ.λ.). Όταν γράφτηκε η ΚΔ είχε ΗΔΗ διαμορφωθεί ο χριστιανισμός και υπήρχαν ΗΔΗ άνθρωποι σε κατάσταση θέωσης (άγιοι). Αυτοί είναι και οι πραγματικοί (και μόνοι) διδάσκαλοι του χριστιανισμού. Αυτοί, ήδη από το 2ο αι. μ.Χ., αναγνώρισαν τα βιβλία της ΚΔ ως γνήσια έργα των αποστόλων. Αρχικά τα ευαγγέλια και κάποιες επιστολές του Παύλου, γιατί δεν ήταν διαδεδομένες όλες οι επιστολές των αποστόλων σε όλες τις τοπικές Εκκλησίες. Σιγά σιγά, καθώς οι επιστολές αντιγράφονταν και εξαπλώνονταν, σχηματίστηκε ο κανόνας της ΚΔ που έχουμε. Πρώτη τέτοια συλλογή έγινε τα χρόνια του αγ. Ειρηναίου Λυών (μετά το 150 μ.Χ.), ενάντια στην αιρετική συλλογή του Μαρκίωνα, που πίστευε ότι ο Χριστός είχε έρθει άσαρκος, ως καθαρό πνεύμα, και είχε αφαιρέσει από την ΚΔ όλα τα σημεία που αποδείκνυαν ότι ήταν αληθινός άνθρωπος.
Για περισσότερες πληροφορίες παραπέμπω στο βιβλίο μου (που έχεις) «Τα απόκρυφα ευαγγέλια και ο σχηματισμός της ΚΔ» (εκδ. Πύρρα) και στο σχετικό άρθρο μου στην ΟΟΔΕ: http://www.oodegr.com/oode/grafi/apokryfa/apokr_evaggelia1.htm. Σημειωτέον μόνον ότι τώρα έχω μια παρατήρηση: δεν είναι απόκρυφα ευαγγέλια τα χαρακτηριζόμενα ως «ορθόδοξα απόκρυφα», όπως π.χ. το Πρωτευαγγέλιο του Ιακώβου. Είναι πρωτοχριστιανικά βιβλία, άλλα περισσότερο κι άλλα λιγότερο αληθινά, που συγκεντρώνουν πληροφορίες για τα πρόσωπα και γεγονότα της ΚΔ που λείπουν από τη Βίβλο (το Κοράνι έχει πάρει πολλές πληροφορίες από αυτά).
Ευχαριστώ…» (Από Εδώ.)

Σχολιασμός λοιπόν υπάρχει, και μάλιστα εμπεριστατωμένος. Εμείς σκεφτήκαμε να κάνουμε κάτι διαφορετικό: Επειδή γνωρίζουμε καλά ότι μεταξύ των μελετητών της Αγίας Γραφής, ακόμη και στον προτεσταντικό χώρο, οι απόψεις ότι η Αγία Γραφή είναι αξιόπιστη και οι συγγραφείς της γνωστοί υπερτερούν αριθμητικά και ποιοτικά από τις απόψεις ότι είναι αναξιόπιστη και οι συγγραφείς της άγνωστοι, αποφασίσαμε να συγκεντρώσουμε απόψεις υπέρ της αξιοπιστίας της Αγίας Γραφής και να τις παρουσιάσουμε. Είναι πολύ πιο εύκολο να βρει κανείς απόψεις υπέρ της αξιοπιστίας της Α.Γ. παρά εναντίον της, και λυπόμαστε τον καημένο τον Zawadi που πρέπει να έψαξε με μανία μέχρι να συγκεντρώσει τις 42 γνώμες που μας επιδεικνύει, και οι οποίες ανήκουν στους εξής 15:

Raymond Brown
R.T France
Bruce Metzger
Lee Martin McDonald
Stanley E. Porter
Martin Hengel
Michael Green
Leon Morris
Colin G. Kruse
Craig L. Blomberg
Τομ Ράιτ
John Drane
Ben Witherington
J. N. D. Kelly
Richard Bauckham

Επίσης, για να μην μακρυγορούμε με τους αναπόδεικτους ισχυρισμούς του κάθε «κριτικού», αποφασίσαμε να παρουσιάσουμε έναν κατάλογο από επιχειρήματα που δεν μπορούν να γίνουν δεκτά, και τα οποία είναι τα εξής:

* Δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη ως αμφιβολία πατρότητας, το γεγονός ότι ένα κείμενο γράφεται με υπόδειξη του παραδοσιακού συγγραφέα. Εάν οι επιστολές της αιχμαλωσίας γράφτηκαν με υπόδειξη και έλεγχο από τον Παύλο επειδή οι συνθήκες της φυλακής δεν του επέτρεπαν να τις γράψει ο ίδιος, τότε είναι Παύλειες. Αν το «Κατά Ιωάννη ευαγγέλιο» είχε γραφτεί από έναν στενό μαθητή του Ιωάννη υπό τις οδηγίες του αποστόλου (όπως γράφει ο Green, άποψη η οποία χρησιμοποιείται κατά της αξιοπιστίας της Α.Γ.), τότε είναι του Ιωάννη.

* Επιχειρήματα του στυλ: «όλες οι παραδόσεις για το ποιος έγραψε κάτι, είναι από τη μετέπειτα ζωή της εκκλησίας» (Ράιτ), δεν λένε τίποτα. Αυτό είναι σχεδόν δεδομένο σε πάρα πολλές περιπτώσεις κειμένων ή ιστορικών μαρτυριών γενικότερα. Υπάρχουν πολλά ιστορικά γεγονότα και πρόσωπα που η (γραπτή) μαρτυρία που έχουμε γι’ αυτά μπορεί να έρχεται 2 ή 3 αιώνες μετά. Για παράδειγμα ο Αλκιμένης, ήταν ένας τραγικός ποιητής από τα Μέγαρα, που αναφέρεται μόνο από το λεξικό της Σούδας και πολλούς αιώνες μετά. Επίσης, ο Ανδροσθένης, ήταν ένας Αθηναίος ανδριαντοποιός του τέλους του 3ου π.Χ. αιώνα και αναφέρεται μόνο από τον Παυσανία 5 αιώνες μετά. Θα αμφισβητήσουμε όλους αυτούς επειδή δεν έχουν διασωθεί γραπτές μαρτυρίες της εποχής τους;

* Επίσης το να λέμε: «Το ίδιο το βιβλίο είναι ανώνυμο, και δεν κάνει καμία δήλωση σχετικά με το συντάκτη του» (Drane), δεν σημαίνει τίποτε, καθώς ακόμη και να έλεγε ποιος ήταν ο συγγραφέας θα μπορούσε να μην είναι αλήθεια.

* Επιχείρημα ανάξιο λόγου είναι επίσης ότι: «στο τέλος αποκλίνουσες απόψεις, θα συνεχίζουν να υπάρχουν» (Morris). Η απόλυτη ομοφωνία για όλες τις λεπτομέρειες και τα ζητήματα που προκύπτουν επάνω σε θέματα ιστορίας είναι κάτι εντελώς απίθανο έτσι ή αλλιώς. Αυτό έλειπε να μείνουμε σε αυτό, περιμένοντας απόλυτες ομοφωνίες.

* Επίσης όταν ο συγγραφέας δεν παίρνει σαφή θέση και λέει απλά: «Πολλοί συντηρητικοί λόγιοι υποστήριξαν» (Kelly), δεν υπάρχει τρόπος να μετρηθεί αυτή η ασαφής τοποθέτηση.

* Επιπροσθέτως, η χρήση της λέξης «πιθανόν» θα θεωρηθεί νορμάλ/κανονική αφού μιλάμε για ιστορικά δεδομένα: π.χ. Για τον Martin Hengel είναι «πιθανόν» ότι ο συντάκτης του ευαγγελίου του Μάρκου, ήταν ένας σύντροφος και διερμηνέας του Πέτρου. Για να φανεί η σημασία αυτής της λέξης, ας υποθέσουμε ότι έγραφε: «Δεν είναι πιθανόν» ή «Δεν είναι τόσο/πολύ πιθανόν να είναι ο συγγραφέας σύντροφος και διερμηνέας του Πέτρου». Στην περίπτωση αυτή θα ήταν υπερβολή να πιαστούμε από τη λέξη «πιθανόν» και να πούμε ότι έπρεπε να λέει «αποκλείεται» για να την εκλάβουμε αρνητικά.

Ας προχωρήσουμε τώρα στα επιχειρήματα κατά της αξιοπιστίας της Α.Γ. ανά βιβλίο. Καταρχάς, αναλύσαμε όλο το άρθρο του απολογητή του Ισλάμ και κάναμε κατόπιν μια κατάταξη των επιχειρημάτων του κατά της αξιοπιστίας της Κ.Δ. ανά βιβλίο, ώστε να γίνει με συστηματικό τρόπο η αναίρεσή τους.
Στο σχήμα της απάντησης που ακολουθεί, βάλαμε τα επιχειρήματα με τη σειρά που έχουν τα βιβλία της Κ.Δ. στον Κανόνα. Είναι φανερό ότι τα περισσότερα επιχειρήματα αφορούν αμφιβολίες για την αυθεντικότητα του συγγραφέα των βιβλίων.
Μια διατύπωση με τη μορφή: «ΚΑΤΑ Χ 2 (Metzger, Kruse)»
σημαίνει ότι ο απολογητής του Ισλάμ παραθέτει απόψεις ΔΥΟ λογίων κατά κάποιου βιβλίου της Κ.Δ. και τα ονόματά τους είναι αυτά στην παρένθεση.
Από κάτω ακολουθεί πάντα η απάντησή μας με τη μορφή (π.χ.): «ΥΠΕΡ Χ 6»
το οποίο σημαίνει ότι εμείς απαντάμε ΥΠΕΡ της αυθεντικότητας κάποιου βιβλίου της Κ.Δ. με απόψεις ΕΞΙ λογίων κ.ο.κ.


1) -=Κ.Δ. 1=- ‘Κατά Ματθαίον’:
Αμφιβολίες για συγγραφέα.
ΚΑΤΑ Χ 6 (Bauckham, Witherington, Green, Metzger, Porter & McDonald, Hengel).

ΥΠΕΡ Χ 8

Χρησιμοποιούμε δύο μαρτυρίες ΥΠΕΡ της αυθεντικότητας του Ματθαίου, που μας έδωσε (άθελά του;) ο μουσουλμάνος απολογητής:

1. Kruse: «για τον απόστολο Ματθαίο ως συγγραφέα…δεν υπάρχει ένας ιδιαίτερα έγκυρος λόγος για να αρνηθούμε αυτή την παράδοση της παλαιάς εκκλησίας».

2. Blomberg: «τα αποδεικτικά στοιχεία που εξετάστηκαν μέχρι σήμερα («Δομή», «Θεολογία», κλπ) επιτρέπουν τη συγγραφή από τον απόστολο Ματθαίο».

Επιπλέον:

3. Δεν υπήρχε λόγος να αποδώση η παράδοσις το πρώτον Ευαγγέλιον εις τον Απόστολον Ματθαίον και όχι εις άλλον Απόστολον. Τούτο ήτο η πραγματικότης. Αν υποθέσωμεν ότι το Ευαγγέλιον προήλθεν εκ πλαστογράφου, ούτος θα εξέλεγεν ένα περισσότερον περίοπτον Απόστολον […] Όλοι οι μάρτυρες ούτοι συμφωνούν εις το να αποδίδουν ρητώς το πρώτον Ευαγγέλιον εις τον Απόστολον Ματθαίον.
Κατά Ματθαίον‘, ΘΗΕ, τόμ. 8 (1966), στ. 824.

4. Κατά Ματθαίον: αν και σε κανένα σημείο το ίδιο το βιβλίο δεν λέει ποιος το έγραψε, η παράδοση το αποδίδει άμεσα ή έμμεσα στον Απόστολο Ματθαίο, και ο παραδοσιακός τίτλος στο ελληνικό κείμενο το καλεί Ευαγγέλιό του […] «σύμφωνα με τον» είναι μια καλύτερη μετάφραση. Είναι δυνατόν να πούμε «όπως το έγραψε ο Ματθαίος,» έτσι ώστε ο πλήρης τίτλος του βιβλίου να είναι «Τα καλά νέα για τον Ιησού Χριστό όπως τα έγραψε ο Ματθαίος » ή » Τα καλά νέα, όπως τα έγραψε ο Ματθαίος » (σελ. 5). Newman, B. M., & Stine, P. C., A handbook on the Gospel of Matthew, UBS handbook series, New York: United Bible Societies 1988.[1]

5. Επειδή λοιπόν δεν είναι απολύτως τεκμηριωμένα και πειστικά τα επιχειρήματα της σύγχρονης κριτικής, πρέπει να επιμείνουμε στην αρχαία εκκλησιαστική παράδοση και να θεωρήσουμε το σημερινό κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο ως επεξεργασία (όχι απλή μετάφραση) ενός αρχικού εβραϊκού πρωτοτύπου από τον ευαγγελιστή Ματθαίο […] Αν δεχθούμε την άποψη της σύγχρονης έρευνας, ότι το κατά Ματθαίον οφείλεται σε κάποιον ψευδώνυμο συγγραφέα ή παραχαράκτη, είναι απίθανο αυτός να επέλεγε κάποιον σχεδόν άγνωστο μαθητή του Κυρίου, όπως ήταν ο Ματθαίος, για να προσδώσει κύρος στο βιβλίο του.
Παναγόπουλος Ιωάννης, ‘Εισαγωγή στην Καινή Διαθήκη’, Ακρίτας, Αθήνα 1994, σελ. 71

6. Είναι πιθανό ότι το 10:3 είναι μια νύξη για την συγγραφή από τον Ματθαίο. Προσθέτει το «φοροσυλλέκτης» μετά από το όνομά του. Αυτό το αυτομειωτικό σχόλιο δεν βρίσκεται στο κατά Μάρκον. Επίσης ο Ματθαίος δεν ήταν γνωστό πρόσωπο στην Κ.Δ. ή στην πρώτη εκκλησία. Γιατί να έχει αναπτυχθεί τόσο μεγάλη παράδοση γύρω από το όνομά του και το πρώτο αυτό αποστολικό Ευαγγέλιο [αν δεν είναι πραγματικά αυτός ο συγγραφέας]; Utley, R. J. D., New Testament Survey: MatthewRevelation, Marshall, Texas: Bible Lessons International 2001.[2]
7. Ο Ματθαίος ήταν ιδιαίτερα μετριόφρων όταν έγραψε τη διήγηση του ευαγγελίου του […] Γνωρίζουμε την πατρότητα του, διότι το όνομά του συνδέεται με όλα τα αρχαία αντίγραφα των χειρογράφων και επειδή οι πρώτοι Πατέρες της Εκκλησίας βεβαιώνουν ομόφωνα ότι αυτός είναι ο συγγραφέας του βιβλίου. Είναι προφανές από το ίδιο το κείμενο ότι ο Ματθαίος έγραψε αυτό το ευαγγέλιο πριν από την καταστροφή της Ιερουσαλήμ και του Ναού το 70 μ.Χ. (βλ. Εισαγωγή > Πατρότητα συγγράματος). MacArthur, J., Matthew, Chicago: Moody Press. [3]
8. Δυνάμεθα να είπωμεν ότι ολόκληρος η αρχαία εκκλησιαστική παράδοσις εθεώρει το κατά Ματθαίον ως έργον του εκ των Δώδεκα μαθητών του Ιησού Ματθαίου […] Το γεγονός ότι ο Ματθαίος, εις εκ των Δώδεκα μαθητών και επομένως αυτόπτης και αυτήκοος μάρτυς του Ιησού Χριστού και του έργου του, εχρησιμοποίησε, κατά την τελικήν (σημερινήν) επεξεργασίαν του Ευαγγελίου του, και το κατά Μάρκον Εύαγγέλιον, δεν είναι μειωτικόν δι’ αυτόν […] δεδομένου ότι ενωρίτατα η ευαγγελική παράδοσις ήρχισε να λαμβάνη τυποποιημένην μορφήν, πράγμα το οποίον επωφελήθη ο Ματθαίος.
Βούλγαρης Σπ. Χρήστος, ‘Εισαγωγή Εις την Καινήν Διαθήκην’, τόμ. Α΄, Αθήνα 2003, σελ. 134-135.

2) -=Κ.Δ. 3=- ‘Κατά Λουκάν’:
Αμφιβολίες για συγγραφέα.
ΚΑΤΑ Χ 2 (McDonald & Porter)

ΥΠΕΡ Χ 4

1. Ούτε το κατά Λουκάν ούτε οι Πράξεις των Αποστόλων κατονομάζουν τον συντάκτη αυτών των δύο τόμων, αλλά οι πληροφορίες από αυτά τα βιβλία και μερικά εξωτερικά ιστορικά στοιχεία μας βοηθούν να καθορίσουμε τον συγγραφέα και το υπόβαθρό του [..] Αυτό το φυλετικό παρασκήνιο είναι σημαντικό επειδή καθιστά τον Λουκά το μόνο μη-Εβραίο συντάκτη της Καινής Διαθήκης. Bock, D. L., The IVP New Testament commentary series: Luke (Lk 1:1). Downers Grove, Ill.: InterVarsity Press 1994.[4]

2. Ο συγραφέας του τρίτου Ευαγγελίου είναι ο συγγραφέας των Πράξεων. Αυτή η θέση είναι τόσο γενικά αποδεκτή από τους κριτικούς όλων των σχολών που δεν χρειάζεται να δαπανηθεί πολύς χρόνος συζητώντας την (σελ. xi) […] Θα ήταν χάσιμο χρόνου να αναφέρω περισσότερα στοιχεία. Είναι προφανές ότι σε όλα τα σημεία του χριστιανικού κόσμου το τρίτο Ευαγγέλιο είχε αναγνωριστεί ως έγκυρο, πριν τα μέσα του δεύτερου αιώνα, και ότι γενικώς πιστευόταν ότι ήταν έργο του αγ. Λουκά. Κανείς δεν μιλάει με αμφιβολία ως προς αυτό το σημείο […] Με αυτό το μεγάλο σώμα ιστορικών αποδεικτικών στοιχείων υπέρ του αγ. Λουκά μπροστά μας, το οποίο επιβεβαιώνεται από τις ιατρικές εκφράσεις και στα δύο βιβλία, είναι μάταιο να αναζητούμε έναν άλλο σύντροφο του αγ . Παύλου ο οποίος θα μπορούσε να είναι ο συγγραφέας (σελ. xvi). Plummer, A., A critical and exegetical commentary on the Gospel According to S. Luke, London: T&T Clark International 1896.[5]

3. Εν συντομία, η καλύτερη υπόθεση είναι ακόμη ότι το ευαγγέλιο γράφτηκε από τον Λουκά (σελ. 34). Marshall, I. H., The Gospel of Luke: A commentary on the Greek text, The New international Greek testament commentary, Paternoster Press 1978.[6]

4. Οι παλαιότερες παραδόσεις της Εκκλησίας […] όλες μαρτυρούν ότι ο συγγραφέας του τρίτου ευαγγελίου είναι ο ίδιος με τον συγγραφέα των Πράξεων, κι ότι το πρόσωπο αυτό ήταν ο αγ. Λουκάς […] η χρήση του πρώτου πληθυντικού προσώπου (σελ. xv) […] δείχνει ότι ο συγγραφέας, ο αγ. Λουκάς, είχε και πάλι συμπράξει με τον απ. Παύλο (σελ. xvii).  The Pulpit Commentary: St. Luke (H. D. M. Spence-Jones, Ed.), Bellingham, WA: Logos Research Systems, Inc 2004[7]

3) -=Κ.Δ. 4=- ‘Κατά Ιωάννην‘:
α) Αμφιβολίες για συγγραφέα.
ΚΑΤΑ Χ 2 (Green, Ράιτ)

β) Αμφιβολίες για ΕΝΑΝ συγγραφέα (έγιναν μεταγενέστερες προσθήκες).
ΚΑΤΑ Χ 2 (Metzger, Kruse)

ΥΠΕΡ Χ 6 υπέρ και της αυθεντικότητας και υπέρ του ενός συγγραφέα

1. Όσον αφορά, συνεπώς, τα  υπό εξέταση εσωτερικά έμμεσα αποδεικτικά στοιχεία, το συμπέρασμα προς το οποίο συγκλίνουν όλες οι γραμμές της έρευνας παραμένει ακλόνητο, ότι το τέταρτο Ευαγγέλιο γράφτηκε από έναν Παλαιστίνιο Εβραίο, από έναν αυτόπτη μάρτυρα, από τον μαθητή τον οποίον αγαπούσε ο Ιησούς, από τον Ιωάννη τον γιο του Ζεβεδαίου (σελ. xxv) […] δεν υπάρχει, εκτός από μια αμφισβητήσιμη εξαίρεση, οποιαδήποτε θετική ένδειξη ότι υπήρχε ποτέ αμφιβολία για την αυθεντικότητα του βιβλίου (σελ. xxxii). The Gospel according to St. John (B. F. Westcott & A. Westcott, Ed.), London: J. Murray 1908.[8]

2. Παρόλο που δεν μπορούμε να αποδείξουμε πέραν πάσης αμφιβολίας ότι ο απόστολος Ιωάννης ήταν ο συγγραφέας, μπορούμε να πούμε ότι υπάρχουν περισσότεροι λόγοι για να εμμείνουμε στην άποψη αυτή από ό, τι σε οποιαδήποτε άλλη (σελ. 1180).
Elwell, W. A., & Beitzel, B. J., Baker encyclopedia of the Bible, Grand Rapids, Mich.: Baker Book House 1988.[9]

3. Η γνησιότητα του Ευαγγελίου αυτού, δηλαδή, το γεγονός ότι ο απόστολος Ιωάννης ήταν ο συγγραφέας του, είναι πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Στη σύγχρονη εποχή, περίπου από το 1820, έχουν γίνει πολλές προσπάθειες να αμφισβητηθεί η γνησιότητα του, αλλά χωρίς επιτυχία. λήμμα «John, Gospel of«, Easton, M., Eastons Bible dictionary, Oak Harbor, WA: Logos Research Systems, Inc. 1996[10]

4. Σύμφωνα με την παράδοση της αρχαίας Εκκλησίας, το τέταρτο ευαγγέλιο γράφτηκε από τον απόστολο Ιωάννη, τον γιο του Ζεβεδαίου. Παρά το γεγονός ότι το έργο δεν αναφέρει ονομαστικά τον Ιωάννη (ίσως από μετριοφροσύνη), αρκετά εσωτερικά αποδεικτικά στοιχεία υποστηρίζουν ή τουλάχιστον προτείνουν την πατρότητα της συγγραφής (σελ. 589). λήμμα: JOHN, GOSPEL OF, Myers, A. C., The Eerdmans Bible dictionary, Grand Rapids, Mich.: Eerdmans 1987.[11]

5. Πιθανώς δεν θα υπάρξει ποτέ πλήρης συμφωνία σχετικά με την πατρότητα της συγγραφής. Αλλά όταν η απόλυτη βεβαιότητα είναι ανέφικτη πρέπει να επιλέξουμε με βάση τις πιθανότητες. Στην περίπτωση αυτή, τα αποδεικτικά στοιχεία είναι πολύ περισσότερα υπέρ του αποστόλου Ιωάννη από ό, τι εις βάρος του, και δεν υπάρχει άλλος υποψήφιος που έστω να εμφανίζεται ως πιθανός. Άρα θα πρέπει να αποδεχθούμε τον Ιωάννη ως τον συγγραφέα (τόμ. 2, σελ. 1100).
Bromiley, G. W., The International Standard Bible Encyclopedia (Revised), Wm. B. Eerdmans 1988.[12]

6. Ενώπιον προβλημάτων όπως αυτά, πολλοί κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι, ενώ ο Ιωάννης μπορεί να παρείχε ένα μεγάλο μέρος του υλικού του Ευαγγελίου, ένας άλλος – πιθανώς ένας από τους στενούς μαθητές του – το έγραψε στην πραγματικότητα. Αλλά μπορούμε ακόμη να υποστηρίζουμε ότι η συγγραφή είναι του Ιωάννη, δεδομένου ότι δεν έχει εγερθεί κανένα αποφασιστικό επιχείρημα εναντίον της, και δεν έχει προσφερθεί καμιά ικανοποιητική εναλλακτική λύση. λήμμα: JOHN, GOSPEL OF, Pfeiffer, C. F., Vos, H. F., & Rea, J., The Wycliffe Bible Encyclopedia, Moody Press 1975.[13]
4) -=Κ.Δ. 5=- ‘Πράξεις των Αποστόλων’:
Αμφιβολίες για συγγραφέα.
ΚΑΤΑ Χ 2 (McDonald & Porter)

ΥΠΕΡ Χ4
1. Η εκκλησιαστική παράδοση μαρτυρεί συνεχώς από το δεύτερο αιώνα και μετά ότι ο συγγραφέας είναι ο Λουκάς ο αγαπημένος γιατρός […] Αυτός ο προσδιορισμός ταυτότητας εξηγεί καλύτερα όλα τα στοιχεία της Καινής Διαθήκης. Larkin, W. J., Briscoe, D. S., & Robinson, H. W., The IVP New Testament commentary series Vol. 5: Acts (Acts 1:1), Downers, Ill., USA: InterVarsity Press 1995.[14]

2. Η θέση αυτού του σχολιολογίου είναι ότι η παραδοσιακή άποψη του Λουκά ως δημιουργού και των δύο τόμων είναι περισσότερο αποδεκτή από οποιαδήποτε από τις εναλλακτικές εξηγήσεις (σελ. 18).
Faw, C. E., Believers church Bible commentary: Acts, Scottdale, PA: Herald Press 1993.[15]

3. Ότι συγγραφέας των Πράξεων είναι ο Λουκάς φαίνεται, κατά την επιχειρηματολογία που επικράτησε στη σύγχρονη έρευνα, από τα λεγόμενα «ημείς-εδάφια» […] Αυτόν δέχεται ως συγγραφέα τόσο η αρχαία εκκλησιαστική παράδοση […] όσο και η νεότερη ερευνά…
Καραβιδόπουλος Δ. Ιωάννης, ‘Εισαγωγή Στην Καινή Διαθήκη’, 2η έκδ., Πουρναράς, Θεσσαλονίκη 1998, σελ. 246

4. Η παραδοσιακή άποψη ότι στον Λουκά ανήκει η πατρότητα της συγγραφής θεωρείται δεδομένη σε ολόκληρο αυτό το σχολιολόγιο (σελ. 27).
Polhill, J. B., The New American Commentary Vol. 26: Acts, Nashville: Broadman & Holman Publishers 1992.[16]

5 =Κ.Δ. 10=- ‘Προς Εφεσίους’:

Αμφιβολίες για συγγραφέα.
ΚΑΤΑ Χ 1 (Brown)

ΥΠΕΡ Χ 3
1. Έχει αποδειχθεί, κατά συνέπεια, ότι μόλις η εκκλησία άρχισε να αποδίδει τα συγγράμματα της Καινής Διαθήκης σε ορισμένους συγγραφείς κατονόμασε «ομόφωνα» τον Παύλο ως συγγραφέα της προς Εφεσίους. Δεν υπήρχε καμία αμφιβολία ή διαφωνία. Αυτή η συγκεκριμένη απόδοση, ξεκίνησε το τελευταίο μέρος του δεύτερου αιώνα. Αλλά ακόμη και νωρίτερα από τότε, η ύπαρξη της επιστολής και η υψηλή τιμή με την οποία τη συνέδεσε η εκκλησία, ως εμπνευσμένη Γραφή ήταν αναγνωρισμένη παντού. Δεν υπάρχει κανένας λόγος να αποκλίνουμε από τις παραδοσιακές αυτές πεποιθήσεις (σελ. 56). Hendriksen, W., & Kistemaker, S. J., Vol. 7: New Testament commentary: Exposition of Ephesians, Grand Rapids: Baker Book House 1995 (c1967)[17]

2. Ο Απόστολος Παύλος έχει οριστεί ως ο συγγραφέας της ίδιας της επιστολής, όχι μόνο στην προσφώνηση (1:1), αλλά και στο σώμα της επιστολής (2:1) […] Η μαρτυρία της αρχαίας εκκλησίας δείχνει χωρίς εξαίρεση την Επιστολή προς Εφεσίους ως Επιστολή του Αποστόλου Παύλου […] Ο Renan ονομάζει αυτό Επιστολή «αμφίβολη» […] [αλλά] Οι αντιρρήσεις έχουν αντικρουστεί τόσο ορθά και τόσο πλήρως ώστε δεν μπορούν πλέον να θεωρούνται ότι αξίζουν σοβαρή προσοχή»(σελ. 9-10). KARL BRAUNE, D. D., THE EPISTLE OF PAUL TO THE EPHESIANS, Bellingham, WA: Logos Research Systems, Inc., 2008 [18]

3. Η γνησιότητα και αυθεντικότητα δεν επιδέχεται καμία εύλογη αμφιβολία. Οι μαρτυρίες της πρώιμης Εκκλησίας είναι ασυνήθιστα ισχυρές και επίμονες […] και δεν έχουν ποτέ αμφισβητηθεί έως τα σχετικώς τελευταία χρόνια. Οι αντιρρήσεις είναι καθαρά υποκειμενικού χαρακτήρα, κατά κύριο λόγο στηρίζονται σε φαντασιακές αδυναμίες στο στυλ ή εξίσου φανταστικές αναφορές στον πρώιμο Γνωστικισμό, και έχουν αντικρουστεί τόσο ορθά και τόσο πλήρως ώστε δεν μπορεί πλέον να θεωρηθεί ότι αξίζουν σοβαρή προσοχή (σελ. xvi). Ellicott, C. J., St. Paul’s Epistle to the Ephesians, Bellingham, WA: Logos Research Systems, Inc., 2008 [19]

6 =Κ.Δ. 12=- ‘Προς Κολοσσαείς’:

Αμφιβολίες για συγγραφέα.

ΚΑΤΑ Χ 1 (Brown)

ΥΠΕΡ Χ 4

1. Η μαρτυρία υπέρ της πατρότητας του Παύλου είναι ως εκ τούτου, συντριπτική. Οι μαρτυρίες, τόσο εσωτερικές όσο και εξωτερικές, δεν φτάνουν παρά σε ένα συμπέρασμα, δηλαδή, ότι ο Παύλος έγραψε την προς Κολοσσαείς (σελ. 37). Hendriksen, W., & Kistemaker, S. J., Vol. 6: New Testament commentary, Exposition of Colossians and Philemon, Grand Rapids: Baker Book House, 2002[20]

2. Η μαρτυρία της αρχαίας Εκκλησίας, όπως στην περίπτωση της Επιστολής προς Εφεσίους … τάσσεται υπέρ της Παύλειας πατρότητας […] Κανένα διακριτικό άτομο δεν μπορεί να αμφισβητήσε τη γνησιότητά της ή να «παίξει» κριτικά με αυτήν (σελ. 4). KARL BRAUNE, D. D., A commentary on the Holy Scriptures: Colossians, Bellingham, WA: Logos Research Systems, Inc., 2008[21]

3. (τοποθέτηση για το ζήτημα των εξωτερικών μαρτυριών) …πριν από τα μέσα του δεύτερου αιώνα, υπάρχουν ενδείξεις για τη γενική αποδοχή των επιστολών ως του Αποστόλου Παύλου κατά την περίοδο εκείνη (σελ. xiii). Abbott, T. K. (1909). A critical and exegetical commentary on the epistles to the Ephesians and to the Colossians, New York: C. Scribner’s sons.[22]

4. (τοποθέτηση για το ζήτημα των αμφισβητήσεων λόγω εσωτερικών μαρτυριών) Ίσως είναι καλύτερα να κατανοήσουμε την οποιαδήποτε αλλαγή στον τρόπο σκέψης του Παύλου ως να αντανακλά τη δυναμική ενός μόνο ατόμου το οποίο προτίθεται να επικοινωνήσει θεολογικές πεποιθήσεις με πρακτικούς τρόπους σε διαφορετικά ακροατήρια σε διαφορετικές στιγμές κατά τη διάρκεια μιας μακράς σταδιοδρομίας. Δεν θα έπρεπε να περιμένουμε μια παρόμοια δυναμική να αντανακλάται με τον καιρό στις ίδιες τις δικές μας επιστολές; Εν ολίγοις, λοιπόν, οποιαδήποτε διαφορά στη θεολογική διατύπωση που μπορεί να βρει ο ερμηνευτής στην προς Κολοσσαείς εξηγείται καλύτερα είτε με τη λογοτεχνική στρατηγική του Παύλου ή με τη ζύμωση της ιστορικής και της προσωπικής του κατάστασης.
Wall, R. W., Colossians & Philemon. The IVP New Testament commentary series, (Col 1:1), Downers Grove, Ill.: InterVarsity Press 1993 [23]

7, 8, 9-=Κ.Δ. 15=- ‘Προς Τιμόθεον Α΄‘: -=Κ.Δ. 16=- ‘Προς Τιμόθεον Β΄‘: -=Κ.Δ. 17=- ‘Προς Τίτον‘ («Ποιμαντικές επιστολές»):
Αμφιβολίες για συγγραφέα.
ΚΑΤΑ Χ 3 (Witherington, Brown, Metzger)

ΥΠΕΡ Χ 5
1. Η 1η επιστολή προς Τιμόθεο μαζί με την 2η προς Τιμόθεο και την προς Τίτο, ανήκει στην ομάδα των Παύλειων συγγραμάτων που είναι γνωστά ως Ποιμαντικές Επιστολές […] Τα αποδεικτικά στοιχεία είναι σαφή. Ο απόστολος Παύλος έγραψε τις Ποιμαντικές Επιστολές, όπως η Εκκλησία (μέχρι πρόσφατα), υποστήριζε πάντα. MacArthur, J., 1 Timothy, Chicago: Moody Press 1995 (στο τέλος του εισαγωγικού κεφαλαίου με τον τίτλο: Authorship).[24]

2. Οι εξωτερικές αποδείξεις για τη γνησιότητα των Ποιμαντικών Επιστολών, εκτός από την παράδοση της αρχαίας Εκκλησίας, είναι τόσο πολυάριθμες και αναμφισβήτητες όσο για για τα άλλα γραπτά του αγ. Παύλου. (σελ. 1) […] Τα εξωτερικά στοιχεία για την αυθεντικότητα των Ποιμαντικών Επιστολών […] όχι μόνο δεν εποδεικνύουν τίποτα κατά της γνησιότητας των Ποιμαντικών Επιστολών, αλλά μάλλον την επιβεβαιώνουν με εντυπωσιακό τρόπο (σελ. 3) […] Υπάρχει τέτοια ομοιογένεια στις τρεις επιστολές, που καμιά δεν μπορει να χωριστεί από τις άλλες δύο, και ως εκ τούτου μπορούμε να συμπεράνουμε σωστά την ταυτότητα του συγγραφέα (σελ. 3) […] υπάρχει μια ολόκληρη περίοδος στη ζωή του Παύλου, στην οποία μπορούμε να τοποθετήσουμε τη συγγραφή των Ποιμαντικών Επιστολών (σελ. 6). J. J. VAN OOSTERZEE, A commentary on the Holy Scriptures: 1 & 2 Timothy. Bellingham, WA: Logos Research Systems, Inc., 2008 [25]

3. Οι μελέτες και του Ellis και του Prior αποδεικνύουν πόσο απέχει από το να είναι «βέβαιη» η περίπτωση ψευδωνυμίας […]Αν ένας γραφέας εισέρχεται στην εξίσωση «λεξιλόγιο, ιδίωμα, και θεολογική έκφραση δεν μπορούν πλέον να χρησιμοποιηθούν με οποιοδήποτε συγκεκριμένο τρόπο για να αποφασίσουμε αν ο Παύλος είναι ο συγγραφέας των επιστολών που του αποδίδονται «[…] Αν θεωρήσουμε ότι μόνος ο Παύλος είναι ο συγγραφέας, οι διαφορές μεταξύ των ποιμαντικών Επιστολών και των άλλων Παύλειων επιστολών (στων οποίων τη συγγραφή έχει συμμετάσχει) μπορεί κάλλιστα να υποδηλώνουν αυθεντικότητα. Είτε έτσι είτε αλλιώς, μπορούμε να είμαστε βέβαιοι ότι οι ποιμαντικές Επιστολές εκφράζουν τα μηνύματα του Παύλου στους Τιμόθεο και Τίτο και στις εκκλησίες στις οποίες εργάζονταν (σελ. 35). Towner, P., Vol. 14: 1-2 Timothy & Titus. The IVP New Testament commentary series, Downers Grove, Ill.: InterVarsity Press 1994.[26]

4. Εν όψει της γνωστής πρακτικής της πρώτης Εκκλησίας και της αντίθεσης του Παύλου σε μια ψευδώνυμη επιστολή, φαίνεται απίθανο ότι η Εκκλησία θα αποδεχόταν εν γνώσει της μια ψευδώνυμη επιστολή στην Καινή Διαθήκη. Θα παρουσίαζε ηθικό πρόβλημα αν ένας συγγραφέας, γνωρίζοντας την αντίθεση της Εκκλησίας, επέμενε στη συγγραφή μιας ψευδώνυμης επιστολής (σελ. 35). Lea, T. D., & Griffin, H. P., Vol. 34: 1, 2 Timothy, Titus, The New American Commentary, Nashville: Broadman & Holman Publishers 2001, c1992.[27]

5. Το συμπέρασμα, λοιπόν, όσον αφορά τα εσωτερικά σημάδια του στυλ, τρόπου εκφοράς του λόγου, συναισθήματος, δόγματος, περιστασιακών αναφορών σε ανθρώπους, και πράγματα, και τόπους, και θεσμικά όργανα, είναι ότι βρίσκονται σε πλήρη συμφωνία με την εξωτερική μαρτυρία που χωρίς να αμφιβάλλει αποδίδει τις Επιστολές στον απόστολο του  οποίου το όνομα φέρουν· και ότι οι ποιμαντικές Επιστολές είναι τα αυθεντικά έργα του Αγίου Παύλου (σελ. viii). H. D. M. Spence-Jones (Ed.), The Pulpit Commentary: 1 Timothy, Bellingham, WA: Logos Research Systems, Inc., 2004[28]

10. -=Κ.Δ. 19=- ‘Προς Εβραίους‘:
Αμφιβολίες για συγγραφέα.
ΚΑΤΑ Χ 4 (Brown, Metzger, McDonald & Porter)

ΥΠΕΡ Χ 8

Είναι η μοναδική επιστολή που εγείρει ισχυρές διαφωνίες για τον συγγραφέα της. Θα πρέπει να ληφθούν υπόψη:

1) Αμφιβολίες όσον αφορά την πατρότητα της επιστολής ουδέποτε δημιούργησαν σοβαρά ερωτήματα σχετικά με την αυθεντία, την κανονικότητα, ή την αξιοπιστία της (σελ. 20).
Pentecost, J. D., & Durham, K., Faith that endures: A practical commentary on the book of Hebrews, Grand Rapids, MI: Kregel Publications 2000.[29]

2) Η Ανατολική Εκκλησία (Αλεξάνδρεια, Αίγυπτος) δέχτηκε την πατρότητα συγγραφής του Παύλου (σελ. 2). Utley, R. J. D., Volume 10 – The Superiority of the New Covenant: Hebrews, Marshall, Texas: Bible Lessons International.[30]

3) Αλλά και εις την Δύσιν, από του ε΄ αιώνος και εξής […] η Επιστολή εγένετο δεκτή μετά σπανίων τινών εξαιρέσεων. Αγουρίδης Σάββας, ‘Εισαγωγή Εις την Καινήν Διαθήκην’, 3η έκδ., Γρηγόρης, Αθήνα 1991, σελ. 338

4. Ο συγγραφέας της. Αυτός, είμαστε απόλυτα βέβαιοι, ήταν ο απόστολος Παύλος (σελ. 12).
Pink, A. W., An exposition of Hebrews, Swengel, Pa.: Bible Truth Depot 1954.[31]

5. Ο υποφαινόμενος φρονεί, ότι η επιστολή αποτελεί την μόνην επιμεμελημένην και επιτετηδευμένην συγγραφήν του αποστόλου Παύλου, ήτις μόνον υπ’ αυτού ήτο δυνατόν να γραφή κατά τους αποστολικούς χρόνους, ως αύτη εγράφη. Σιώτης Μ., «Προς Εβραίους«, ΘΗΕ, τόμ. 5 (1964), στ. 314.

6. Αν και η πατρότητα της προς Εβραίους συζητείται ευρέως, υπάρχουν πολλοί βάσιμοι λόγοι για να αποδεχθούμε την ιδέα της πατρότητας του Παύλου (σελ. 14). Pentecost, J. D., & Durham, K., Faith that endures: A practical commentary on the book of Hebrews, Grand Rapids, MI: Kregel Publications 2000.[32]

7. Οι διαφορές όμως αυτές δεν πρέπει να υπερτιμηθούν, διότι υπάρχουν και ισχυρές ομοιότητες ανάμεσα στην διδασκαλία της Εβρ. και των άλλων Επιστολών του Παύλου […] Δεν υπάρχει αμφιβολία, ότι η Εβρ. βρίσκεται σε έμμεση εξάρτηση από την θεολογία του Παύλου. Παναγόπουλος Ιωάννης, ‘Εισαγωγή στην Καινή Διαθήκη’, Ακρίτας, Αθήνα 1994, σελ. 332

Από εκεί και πέρα, υπάρχουν υποστηρικτές της άποψης ότι υπάρχουν επιχειρήματα για να μιλήσει κάποιος για παύλεια προέλευση, είτε απευθείας, είτε μέσω γραφέα:

8. Το ορθώτερον είναι να νοηθή…ο Κλήμης ή ο Λουκάς…ως γραφεύς-συντάκτης της επιστολής, προς τον οποίον ο Παύλος υπηγόρευσε το περιεχόμενον, όπως είχε πράξει και εις τας περιπτώσεις άλλων έπιστολών…Επικρατέστερος βεβαίως…ο Λουκάς, λόγω συγγενείας του ύφους της επιστολής προς τε το κατά Λουκάν Ευαγγέλιον και τας Πράξεις.
Βούλγαρης Σπ. Χρήστος, ‘Εισαγωγή Εις την Καινήν Διαθήκην’, τόμ. Α΄, Αθήνα 2005, σελ. 714.
11. -=Κ.Δ. 20=- ‘Επιστολή Ιακώβου’:
Αμφιβολίες για συγγραφέα.
ΚΑΤΑ Χ 2 (Brown, Drane)

ΥΠΕΡ Χ 4

1. Σε κάποια στιγμή μεταξύ των ετών 40 και 50 ο Ιάκωβος ο οποίος ήταν επικεφαλής της μητέρας εκκλησίας στην Ιερουσαλήμ έγραψε αυτή την Επιστολή προς τους Εβραίους χριστιανούς των γειτονικών επαρχιών (σελ. 503). Lenski, R. C. H., The interpretation of the Epistle to the Hebrews and of the Epistle of James, Columbus, Lutheran book concern 1966.[33]

2. Πάσαι αι ερμηνείαι αύται, εγγύτερον εξεταζόμεναι, πείθουν…περί της αρχαιότητος της επιστολής και της εκ του Ιακώβου προελεύσεως αυτής. Αγουρίδης Σάββας, ‘Επιστολή Ιακώβου‘, ΘΗΕ, τόμ. 6 (1965), στ. 629.

3. Τα στοιχεία του χριστιανικού υλικού που είναι βαθιά ριζωμένο στο κείμενο του Ιακώβου κάνει αυτές τις θεωρίες που επικαλούνται καθαρά εβραϊκή καταγωγή για το βιβλίο απίθανες. Δεύτερον, ένα μέρος του υλικού είναι υπέρ μιας πρώιμης χρονολογίας για τις παραδόσεις πίσω από την επιστολή και της πιθανότητας της πατρότητας συγγραφής αυτών από τον Ιάκωβο τον Δίκαιο. (σελ. 21). Davids, P. H., The Epistle of James, Grand Rapids, Mich.: Eerdmans 1982.[34]

4. Το περιεχόμενο της επιστολής είναι συνεπές με την άποψη ότι ο Ιάκωβος ο αδελφός του Κυρίου είναι ο συγγραφέας της. Holloway, G., James & Jude, The College press NIV commentary (Jas 1:2). Joplin, Mo.: College Press Pub 1996.[35]

12. -=Κ. 22=- ‘Eπιστολή Πέτρου Β΄‘:
Αμφιβολίες για συγγραφέα.
ΚΑΤΑ Χ 6 (Brown, France, Metzger, Drane, Witherington, Bauckham)

ΥΠΕΡ Χ 8

1. Καταλήγοντες παρατηρουμεν, οτι επί τή βάσει των εξωτερικών μαρτυρίων, αίτινες και πολλαί είναι και αρχαίαι, η γνησιότης της Β΄ Πέτρου τυγχάνει αδιαμφισβήτητος, αι δε περί του αντιθέτου απόψεις των διαφόρων ερευνητών τυγχάνουν αστήρικτοι και αδικαιολόγητοι. Βούλγαρης Σπ. Χρήστος, ‘Εισαγωγή Εις την Καινήν Διαθήκην’, τόμ. Β΄, Αθήνα 2003, σελ. 911

2. Σε τελική ανάλυση, οι περισσότεροι συντηρητικοί μελετητές υποστηρίζουν ότι ο απόστολος Πέτρος έγραψε την Β΄ Πέτρου […] μη συντηρητικοί μελετητές εκφέρουν σημαντικά επιχειρήματα κατά της πατρότητας του Πέτρου, αλλά κακώς ισχυρίζονται ότι έχουν αποδείξει ότι ο Πέτρος δεν είχε γράψει αυτή την επιστολή. Black, A., & Black, M. C., 1 & 2 Peter. The College Press NIV commentary (2 Pe 1:1). Joplin, Mo.: College Press Pub 1998.[36]

3. Το συμπέρασμα στο οποίο καταλήγει ο Δρ Ζαν, μετά από μια πολυσύνθετη συζήτηση όλων των σχετικών σημείων, είναι ότι η Β΄ Πέτρου γράφτηκε πριν από την Α΄ Πέτρου από το ίδιο το χέρι του αποστόλου […] Οι απόψεις του Ζαν βασίζονται σε τόσο ισχυρό υποστήριγμα μάθησης και λογικής που θα πρέπει να αντιμετωπίζονται με μεγάλο σεβασμό (σελ. 246). Bigg, C., A critical and exegetical commentary on the Epistles of St. Peter and St. Jude, Edinburgh: T&T Clark International 1901.[37]

4. Καταλήγουμε στο συμπέρασμα ότι η Β΄Πέτρου είναι αυθεντική και ότι ένα τέτοιο συμπέρασμα είναι πιό πειστικό από τις ανταγωνιστικές θεωρίες (σελ. 275). Schreiner, T. R., Vol. 37: 1, 2 Peter, Jude, Nashville: Broadman & Holman Publishers 2003.[38]

5. Για να συνοψίσω, ο Πέτρος αναμφισβήτητα γνώριζε τον Ιησού Χριστό, τόσο με το ανθρώπινο όσο και με το αναστημένο Του σώμα, και είχε, επίσης, ιδιαίτερη εμπειρία της δύναμης του Παρακλήτου, του Αγίου Πνεύματος, που έστειλε ο Ιησούς. Ο Πέτρος ήταν μοναδικά κατάλληλος για να είναι ένας αξιόπιστος μάρτυρας για το ευαγγέλιο, τόσο από την μοναδική προσωπική εμπειρία του, και τη διακονία του η οποία, κατά το χρόνο συγγραφής της παρούσας επιστολής, εκτεινόταν σε πάνω από τριάντα τέσσερα χρόνια. Αυτό, λοιπόν, είναι το ανθρώπινο όργανο που το Άγιο Πνεύμα χρησιμοποίησε για να μεταφέρει το μήνυμα του Θεού προς την Εκκλησία. Mills, M., II Peter: A study guide to the Second Epistle by Peter (2 Pe 1:5), Dallas: 3E Ministries 1987.[39]

6. Έτσι, παρά τον σκεπτικισμό και τις αμφιβολίες των σύγχρονων επικριτών, η καλύτερη απάντηση στο ερώτημα του ποιος έγραψε την Β΄ Πέτρου είναι «ο Σίμων Πέτρος, ένας δούλος και απόστολος του Ιησού Χριστού» (σελ. 14). MacArthur, J., 2 Peter and Jude, Chicago: Moody Publishers 2005.[40]

7. Το να εξηγήσουμε την αποστολική πατρότητα συγγραφής της Β΄ Πέτρου είναι ευκολότερο από το να την καταρρίψουμε. Για το λόγο αυτό, καταλήγω στο συμπέρασμα ότι, παρά τα προβλήματα που αντιμετωπίζουμε στην παρούσα επιστολή, η αποδοχή της πατρότητας του Πέτρου είναι μια βιώσιμη εναλλακτική λύση (σελ. 219). Kistemaker, S. J., & Hendriksen, W., Vol. 16: Exposition of the Epistles of Peter and the Epistle of Jude, Grand Rapids: Baker Book House 1987.[41]

8. Πολλοί υποστηρίζουν ότι ο απόστολος Πέτρος δεν έγραψε αυτή την επιστολή. Πιστεύω ότι το έκανε για δύο λόγους. Οι αποδείξεις κατά της συγγραφής από τον Πέτρο δεν είναι πειστικές και συχνά εξαρτώνται από την οικοδόμηση της μιας υπόθεσης πάνω στην άλλη, όταν η κάθε υπόθεση είναι εκπληκτικά αδύναμη. Gardner, P., Focus On the Bible commentary series: 2 Peter and Jude, (2 Pe 1:1), Christian Focus Pub 1999 [42]

13. -=Κ.Δ. 24=- ‘Eπιστολή Ιωάννου Α΄:
14. -=Κ.Δ. 25=- ‘
Eπιστολή Ιωάννου Β΄:
Αμφιβολίες για συγγραφέα (ισχύουν τα ίδια και στις δύο επιστολές, και στα ΥΠΕΡ & στα ΚΑΤΑ).
ΚΑΤΑ Χ 2 (McDonald & Porter)

ΥΠΕΡ Χ 4

1. Υπάρχουν τρία βιβλία στην Καινή Διαθήκη που η πρώιμη εκκλησία τιτλοφόρησε απλά Ιωάννου Α΄, Β΄και Γ’. Τα καλούμε επιστολές ή γράμματα του Ιωάννη. Ήταν η πεποίθηση της μεγάλης πλειοψηφίας των πρώτων πατέρων της Εκκλησία ότι αυτά τα βιβλία γράφτηκαν από τον ίδιο συγγραφέα που έγραψε το Ευαγγέλιο του Ιωάννη, δηλαδή τον γιο του Ζεβεδαίου, τον Ιωάννη τον μαθητή του Ιησού […] Η μόνη άλλη υπόθεση εκκλησιαστικής αυθεντίας της πρώιμης εκκλησίας που θα πρέπει να σημειωθεί είναι του Παπία Ιεραπόλεως, ο οποίος, σύμφωνα με τον Ευσέβιο, αποδίδει τα Α΄Β΄και Γ΄Ιωάννου σε έναν άλλο Ιωάννη-έναν άνδρα γνωστό ως Ιωάννης ο Πρεσβύτερος. Αλλά η άποψή του δεν έγινε δεκτή από την πρώιμη εκκλησία, η συναίνεση της οποίας σαφώς ευνοεί την άποψη ότι ο Ιωάννης, μαθητής του Κυρίου, είχε γράψει αυτές τις τρεις επιστολές προς τους Χριστιανούς […] Πριν κάνουμε κάποιες ιδιαίτερες παρατηρήσεις σχετικά με αυτές τις επιστολές του Ιωάννη πρέπει πρώτα να εστιάσουμε στα άλλα Ιωάννεια βιβλία, το Ευαγγέλιο του Ιωάννη και το βιβλίο της Αποκάλυψης (σελ. 13). Palmer, E. F., & Ogilvie, L. J., The Preacher’s Commentary Series, Volume 35: 1, 2 & 3 John / Revelation, Nashville, Tennessee: Thomas Nelson Inc. 1982[43]

2. Αν κοιτάξουμε τη μαρτυρία της αρχαίας Εκκλησίας και δώσουμε ιδιαίτερη προσοχή στις δηλώσεις των μαρτύρων αναφορικά με τον συγγραφέα της παρούσας επιστολής, πρέπει να χαθεί πάσα αμφιβολία ότι ο Απόστολος Άγιος Ιωάννης είχε θεωρηθεί, χωρίς αντίφαση, ότι ήταν ο συγγραφέας της (σελ . 6) […] Υπό τις συνθήκες αυτές, φαίνεται αδύνατο να αρνηθεί κανείς την Αποστολική και Ιωάννεια προέλευση αυτών των Επιστολών. Και οι δύο είχαν γραφτεί από έναν και από τον ίδιο συγγραφέα, από έναν ανεξάρτητο άνθρωπο, και η Δεύτερη Επιστολή απαιτεί από εμάς να πάμε πίσω στον δημιουργό της Πρώτης (σελ. 184).
Lange, J. P., Schaff, P., Brain, K., & Mombert, J. I., A commentary on the Holy Scriptures: 1, 2, 3 John (6). Bellingham, WA: Logos Research Systems, Inc. 2008[44]

3. Αποδεικτικά στοιχεία τόσο εσωτερικά και εξωτερικά ευνοούν την άποψη ότι ο απόστολος Ιωάννης είναι ο συγγραφέας των τριών επιστολών που του έχει αποδωσει η χριστιανική παράδοση (σελ. 26). Akin, D. L., The New American Commentary Vol. 38: 1, 2, 3 John, Nashville: Broadman & Holman Publishers 2001[45]

4. Συγγραφέας: Ο απόστολος Ιωάννης. Οι ομοιότητες ανάμεσα στο Ευαγγέλιο του Ιωάννη και τις επιστολές αυτές που προσδιορίζονται ως 1, 2 και 3 Ιωάννου είναι τόσο αξιοσημείωτες που θα ήταν δύσκολο να υποστηρίξουμε ότι αυτά τα γραπτά είχαν συνταχθεί από δύο διαφορετικά άτομα (σελ. 1). Barton, B. B., & Osborne, G. R., Life application Bible commentary: 1, 2 & 3 John, Wheaton, Ill.: Tyndale House 1998.[46]
15. -=Κ.Δ. 26=- ‘Επιστολή Ιούδα’:
Αμφιβολίες για συγγραφέα.
ΚΑΤΑ Χ 1 (Drane)

ΥΠΕΡ Χ 3

1. Φαίνεται ότι ο συγγραφέας είναι όντως ο Ιούδας, ο αδελφός του Ιακώβου και ετεροθαλής αδελφός του Ιησού. Και, ακόμη μεγαλύτερη σημασία έχει ότι αυτός ο Ιούδας είναι δούλος του Ιησού Χριστού (σελ. 243).
Cedar, P. A., & Ogilvie, L. J., The Preacher’s Commentary Series, Volume 34: James / 1 & 2 Peter / Jude, Nashville, Tennessee: Thomas Nelson Inc. 1984[47]

2. Σε πολλούς, τόσο στην αρχαία όσο και στη σύγχρονη εποχή, έχει επικρατήσει η γνώμη πως ο απόστολος είναι ο συντάκτης […] Υπό τις συνθήκες αυτές, η απόφαση πρέπει να είναι υπέρ του αδελφού του Κυρίου (σελ. iv). The Pulpit Commentary: Jude (H. D. M. Spence-Jones, Ed.), Bellingham, WA: Logos Research Systems, Inc. 2004[48]

3. Οι εξωτερικές αποδείξεις για τον Ιούδα είναι πραγματικά αρκετά ισχυρές […] Τα πρώτα εξωτερικά αποδεικτικά στοιχεία, τότε, μαρτυρούν την αυθεντικότητα της επιστολής. Πολύ πιθανόν να αμφισβητήθηκε μόνο αργότερα λόγω της χρήσης των ψευδεπίγραφων βιβλίων, η οποία στην πραγματικότητα είναι μια έμμεση υποστήριξη της γνησιότητάς της, γιατί ένας συγγραφέας που νοιαζόταν να εμφανίσει το έργο του ως γνήσιο δεν θα τα παρέθετε (σελ. 408). Schreiner, T. R., The New American Commentary Vol. 37: 1, 2 Peter, Jude, Nashville: Broadman & Holman Publishers 2003.[49]

Λυπόμαστε για τον άδικο κόπο που έκανε ο Zawadi, του οποίου τα απολογητικά άρθρα αναιρούνται καθημερινά, όμως η αλήθεια για την αξιοπιστία της Α.Γ. είναι διαφορετική από αυτήν που μας παρουσιάζει, και η αλήθεια πρέπει να λέγεται…

Έχοντας καταρρίψει χωρίς ιδιαίτερη προσπάθεια την απελπισμένη απόπειρα των Ισλαμιστών απολογητών να χρησιμοποιήσουν συμπεράσματα μιας μειοψηφίας «αμφισβητιών» συγγραφέων για να χτυπήσουν την αξιοπιστία του Χριστιανισμού, έχουμε να σημειώσουμε τα εξής συμπερασματικά:

  • Οι ισλαμιστές έχουν ανάγκη από στοιχεία που να δείχνουν ότι η Αγία Γραφή είναι αναξιόπιστη, καθώς σε πολλά σημεία αυτή διαψεύδει το (μεταγενέστερο) Κοράνιο. (Την αναξιοπιστία του Κορανίου θα σχολιάσουμε σε επόμενο άρθρο.) Επειδή όταν επιτίθονται στην αξιοπιστία της Α.Γ. από μόνοι τους δεν γίνονται πιστευτοί, όπως περιγράψαμε στην εισαγωγή, χρειάζονται κάποιους «άθρησκους» κι ακόμα καλύτερα «χριστιανούς λογίους» που να υποστηρίζουν ότι η Α.Γ. είναι αναξιόπιστη, για να χρησιμοποιήσουν τη γνώμη τους ως «αποδεικτικό στοιχείο». Πολύ συχνά αλιεύουν «γνώμες» μεταξύ ευαγγελικών προτεσταντών. Εννοείται, ότι τις πολύ περισσότερες γνώμες λογίων υπέρ της αξιοπιστίας της Α.Γ. τις κάνουν γαργάρα, αφού δεν τους συμφέρουν.
  • Οι «άθρησκοι» και «χριστιανοί λόγιοι» πουλάνε αμφισβήτηση με το αζημίωτο, καθώς όσο πιο εξωφρενική είναι μια αμφισβήτηση τόσο πιο μεγάλες πωλήσεις κάνει το βιβλίο που την περιέχει, άρα τόσο περισσότερο ανεβαίνουν τα ποσοστά του συγγραφέα. Παράλληλα κάποιοι από αυτούς (που δεν έχουν χρησιμοποιηθεί ακόμη από τον ισλαμιστή φίλο μας) κάνουν χρυσές δουλειές με ομιλίες και διαλέξεις, καθώς, όπως γράφεται, για κάθε εμφάνιση εισπράττουν 5.000 δολάρια.
  • Αρκετοί από αυτούς τους «αμφισβητίες» δεν είναι τελικά τόσο χρήσιμοι στο Ισλάμ (όπως θα δούμε αργότερα), γιατί, αν και διατυπώνουν αντιρρήσεις για την πατρότητα βιβλίων της Α.Γ., λένε τα ίδια και χειρότερα για την αξιοπιστία του Κορανίου, ενώ κάποιοι από αυτούς έχουν δημόσια υποστηρίξει θέσεις που αναιρούν τις θέσεις του Κορανίου: Για παράδειγμα, ότι σύμφωνα με όλα τα στοιχεία που υπάρχουν ο Ιησούς Χριστός πραγματικά σταυρώθηκε, πράγμα που το Κοράνι αρνείται.
  • Οι λόγιοι που καταρρίπτουν τις απόψεις των «αμφισβητιών» περί αγνώστων συγγραφέων της Α.Γ. είναι πολύ περισσότεροι και ανήκουν σε κάθε χρονική περίοδο, μέχρι και στην πολύ πρόσφατη, στην οποία ανήκουν και πολλοί από τους «αμφισβητίες».
  • Η χριστιανική πίστη και θεολογία ΔΕΝ πηγάζει από τη Βίβλο (προτεσταντική πεποίθηση), αλλά από την άμεση αποκάλυψη του Θεού στους αγίους όλων των εποχών. Η Κ.Δ. καταγράφει απλώς το προφορικό κήρυγμα του Χριστού και των αγίων αποστόλων Του. Όποιοι κι αν την έγραψαν, όποτε κι αν την έγραψαν, δεν αλλάζει το γεγονός ότι αυτά έλεγε ο Χριστός και οι μαθητές Του. Οπότε οι ισλαμιστές φίλοι μας, εκτός που δεν αποδεικνύουν τίποτα, κάνουν μια κριτική που δεν αγγίζει καθόλου τον Χριστιανισμό. Κοινώς, «βαράνε στο γάμο του καραγκιόζη»…

[1] According to Matthew: although nowhere in the book itself does it say who wrote it, tradition attributes it directly or indirectly to the Apostle Matthew, and the traditional title in the Greek text calls it his Gospel […] “according to” is a better translation. It is possible to say “as Matthew wrote it,” so that the full title of the book would be “The Good News about Jesus Christ as Matthew wrote it” or “The Good News as Matthew wrote it” (σελ. 5). Newman, B. M., & Stine, P. C., A handbook on the Gospel of Matthew, UBS handbook series, New York: United Bible Societies 1988.

[2] It is possible that 10:3 is a hint at Matthew’s authorship. It adds “tax-gatherer” after his name. This self deprecating comment is not found in Mark. Matthew also was not a well known person in the NT or early church. Why would so much tradition have developed around his name and this first apostolic Gospel? (σελ. 5) Utley, R. J. D., New Testament Survey: Matthew – Revelation, Marshall, Texas: Bible Lessons International 2001.

[3] Matthew was particularly modest in writing his gospel account […] We know of his authorship because his name is attached to all early copies of the manuscripts and because the early church Fathers unanimously attest him to be the book’s author. It is obvious from the text itself that Matthew wrote this gospel before the destruction of Jerusalem and the Temple in a.d. 70 (βλ. Introduction > Authorship). MacArthur, J., Matthew, Chicago: Moody Press.

[4] Neither Luke nor Acts names the author of these two volumes, but information from these books and some external historical evidence help us determine the author and his background [..] This racial background is significant because it makes Luke the only non-Jewish author of the New Testament. Bock, D. L., The IVP New Testament commentary series: Luke (Lk 1:1). Downers Grove, Ill.: InterVarsity Press 1994.

[5] The Author of the Third Gospel is the Author of Acts. This position is so generally admitted by critics of all schools that not much time need be spent in discussing it (σελ. xi) […] It would be waste of time to cite more evidence. It is manifest that in all parts of the Christian world the Third Gospel had been recognized as authoritative before the middle of the second century, and that it was universally believed to be the work of S. Luke. No one speaks doubtfully on the point […] With this large body of historical evidence in favour of S. Luke before us, confirmed as it is by the medical expressions in both books, it is idle to search for another companion of S. Paul who might have been the author (σελ. xvi). Plummer, A., A critical and exegetical commentary on the Gospel According to S. Luke, London: T&T Clark International 1896.

[6] In short, the best hypothesis is still that the Gospel was composed by Luke (σελ. 34). Marshall, I. H., The Gospel of Luke: A commentary on the Greek text, The New international Greek testament commentary, Paternoster Press 1978.

[7] The earliest traditions of the Church […] all bear witness that the author of the Third Gospel was identical with the writer of the Acts, and that this person was the St. Luke […] the use of the first person plural (σελ. xv) […] indicates that the writer, St. Luke, had again joined St. Paul (σελ. xvii). The Pulpit Commentary: St. Luke (H. D. M. Spence-Jones, Ed.), Bellingham, WA: Logos Research Systems, Inc 2004

[8] As far therefore as indirect internal evidence is concerned, the conclusion towards which all the lines of inquiry converge remains unshaken, that the fourth Gospel was written by a Palestinian Jew, by an eye-witness, by the disciple whom Jesus loved, by John the son of Zebedee (σελ. xxv) […] There is not, with one questionable exception, any positive indication that doubt was anywhere thrown upon the authenticity of the book (σελ. xxxii). The Gospel according to St. John (B. F. Westcott & A. Westcott, Ed.), London: J. Murray 1908.

[9] While we cannot prove beyond all doubt that John the apostle was the author, we can say that there is more reason for holding to this view than to any other (σελ. 1180).
Elwell, W. A., & Beitzel, B. J., Baker encyclopedia of the Bible, Grand Rapids, Mich.: Baker Book House 1988.

[10] The genuineness of this Gospel, i.e., the fact that the apostle John was its author, is beyond all reasonable doubt. In recent times, from about 1820, many attempts have been made to impugn its genuineness, but without success. λήμμα «John, Gospel of», Easton, M., Easton’s Bible dictionary, Oak Harbor, WA: Logos Research Systems, Inc. 1996

[11] According to early Church tradition, the fourth gospel was written by the apostle John, the son of Zebedee. Although the work does not mention John by name (perhaps out of modesty), several internal evidences do support or at least suggest his authorship (σελ. 589). λήμμα: JOHN, GOSPEL OF, Myers, A. C., The Eerdmans Bible dictionary, Grand Rapids, Mich.: Eerdmans 1987.

[12] Probably there will never be full agreement about authorship. But where absolute certainty is unattainable we must choose on the basis of the probabilities. In this case the evidence is much more in favor of John the apostle than against him, and there is no other candidate with even a show of probability. We should accordingly accept John as the author (τόμ. 2, σελ. 1100). Bromiley, G. W., The International Standard Bible Encyclopedia (Revised), Wm. B. Eerdmans 1988.

[13] In the face of problems such as these, many have concluded that while John may have furnished much of the material of the Gospel, another—probably one of his close disciples—acutally wrote it. But it is still possible to maintain John’s authorship, since no decisive argument against it has been raised, and no satisfactory alternative has been offered. λήμμα: JOHN, GOSPEL OF, Pfeiffer, C. F., Vos, H. F., & Rea, J., The Wycliffe Bible Encyclopedia, Moody Press 1975.

[14] Church tradition consistently testifies from the second century onward that the author is Luke the beloved physician […] This identification best explains all the New Testament evidence. Larkin, W. J., Briscoe, D. S., & Robinson, H. W., The IVP New Testament commentary series Vol. 5: Acts (Acts 1:1), Downers, Ill., USA: InterVarsity Press 1995.

[15] The position of this commentary is that the traditional view of Luke as author of both volumes has more to commend it than any of the alternative explanations (σελ. 18). Faw, C. E., Believers church Bible commentary: Acts, Scottdale, PA: Herald Press 1993.

[16] Traditional Lukan authorship is assumed throughout this commentary (σελ. 27). Polhill, J. B., The New American Commentary Vol. 26: Acts, Nashville: Broadman & Holman Publishers 1992.

[17] It has been shown, therefore, that as soon as the church began to assign the New Testament writings to definite authors it “with one accord” named Paul as the author of Ephesians. There was no doubt or dissent. This definite ascription began about the latter part of the second century. But even earlier than this the existence of the letter and the high value which the church attached to it as inspired Scripture was everywhere recognized. There is no reason to depart from these traditional convictions (σελ. 56). Hendriksen, W., & Kistemaker, S. J., Vol. 7: New Testament commentary: Exposition of Ephesians, Grand Rapids: Baker Book House 1995 (c1967)

[18] The Apostle Paul is designated as the author in the Epistle itself, not only in the address (1:1), but also in the body of the Epistle (2:1) […] The testimony of the ancient church points without exception to the Epistle to the Ephesians as an Epistle of the Apostle Paul […] Renan calls this Epistle «doubtful» […] [but] The objections have been so fairly and fully confuted that they can no longer be considered to deserve any serious attention» (σελ. 9-10). KARL BRAUNE, D. D., THE EPISTLE OF PAUL TO THE EPHESIANS, Bellingham, WA: Logos Research Systems, Inc., 2008

[19] The genuineness and authenticity admit of no reasonable doubt. The testimonies of the Early Church are unusually strong and persistent […] and have never been called in questions till comparatively recent times. The objections are purely of a subjective character, being mainly founded on imaginary weaknesses in style or equally imaginary references to early Gnosticism, and have been so fairly and fully confuted that they can no longer be considered to deserve any serious attention (σελ. xvi) Ellicott, C. J., St. Paul’s Epistle to the Ephesians, Bellingham, WA: Logos Research Systems, Inc., 2008

[20] The witness in favor of Paul’s authorship is therefore overwhelming. Testimony, both internal and external, yields but one conclusion, namely, that it was Paul who wrote Colossians (σελ. 37). Hendriksen, W., & Kistemaker, S. J., Vol. 6: New Testament commentary, Exposition of Colossians and Philemon, Grand Rapids: Baker Book House, 2002

[21] The testimony of the early Church, as in the case of the Epistle to the Ephesians…is in favor of the Pauline authorship […] It could not occur to any considerate person to doubt its genuineness or make a critical plaything of it (σελ. 4) KARL BRAUNE, D. D., A commentary on the Holy Scriptures: Colossians, Bellingham, WA: Logos Research Systems, Inc., 2008

[22] …before the middle of the second century, there is evidence of the general reception of the Epistle as St. Paul’s at that period (σελ. xiii). Abbott, T. K. (1909). A critical and exegetical commentary on the epistles to the Ephesians and to the Colossians, New York: C. Scribner’s sons.

[23] Perhaps it is best to understand any shift in Paul’s thinking as reflecting the dynamic of a single person who is intent on communicating theological convictions in practical ways to different audiences at different moments in the course of a long career. Shouldn’t we expect a similar dynamic to be reflected over time in our own letters? In summary, then, any difference in theological formulation that the interpreter might find in Colossians is best explained either by Paul’s literary strategy or by the ferment of his historical and personal situation. Wall, R. W., Colossians & Philemon. The IVP New Testament commentary series, (Col 1:1), Downers Grove, Ill.: InterVarsity Press 1993

[24] First Timothy, along with 2 Timothy and Titus, belongs to the group of Paul’s writings known as the Pastoral Epistles […] The evidence is clear. Paul the apostle wrote the Pastoral Epistles, as the church (Until recent times) has always maintained. MacArthur, J., 1 Timothy, Chicago: Moody Press 1995 (στο τέλος του εισαγωγικού κεφαλαίου με τον τίτλο: Authorship).

[25] The external proofs for the genuineness of the Pastoral Epistles, apart from the tradition of the ancient Church, are as numerous and undoubted as for the other writings of St. Paul. (σελ. 1) […] The external evidences for the authenticity of the Pastoral Epistles […] not only prove nothing against the genuineness of the Pastoral Epistles, but rather confirm them in a striking manner (σελ. 3) […] there is such a homogeneity in the three Epistles, that neither can be separated from the other two, and hence we may justly infer the identity of authorship (σελ. 3) […] there is a whole period in the life of Paul, in which we can place the authorship of the Pastoral Epistles (σελ. 6). J. J. VAN OOSTERZEE, A commentary on the Holy Scriptures: 1 & 2 Timothy. Bellingham, WA: Logos Research Systems, Inc., 2008

[26] The studies of both Ellis and Prior demonstrate how far from «assured» is the case for pseudonymity […] If an amanuensis enters the equation, «vocabulary, idiom, and theological expression can no longer be used in any precise way to determine the Pauline authorship of the letters ascribed to him» […] If sole Pauline authorship is considered, differences between the Pastoral Epistles and the other (coauthored) Pauline epistles may well signify authenticity. Either way, we can be confident that the Pastoral Epistles express Paul’s messages to Timothy and Titus and the churches in which they were at work (σελ. 35). Towner, P., Vol. 14: 1-2 Timothy & Titus. The IVP New Testament commentary series, Downers Grove, Ill.: InterVarsity Press 1994.

[27] In the face of the known practice of the early church and Paul’s opposition to a pseudonymous letter, it seems unlikely that the church would have knowingly accepted a pseudonymous writing into the New Testament. It would present an ethical problem if a writer, knowing the opposition of the church, persisted in writing a pseudonymous epistle. Pauline authorship seems to be the more viable option (σελ. 35). Lea, T. D., & Griffin, H. P., Vol. 34: 1, 2 Timothy, Titus, The New American Commentary, Nashville: Broadman & Holman Publishers 2001, c1992.

[28] The conclusion, then, with regard to the internal marks of style, diction, sentiment, doctrine, incidental allusions to men, and things, and places, and institutions, is that they are in full accordance with the external testimony which assigns these Epistles undoubtingly to the apostle whose name they bear; and that the pastoral Epistles are the authentic works of St. Paul (σελ. viii). H. D. M. Spence-Jones (Ed.), The Pulpit Commentary: 1 Timothy, Bellingham, WA: Logos Research Systems, Inc., 2004

[29] Doubts concerning the authorship of the epistle have never raised serious questions concerning its authority, canonicity, or trustworthiness (σελ. 20). Pentecost, J. D., & Durham, K., Faith that endures: A practical commentary on the book of Hebrews, Grand Rapids, MI: Kregel Publications 2000.

[30] The Eastern Church (Alexandria, Egypt) accepted Paul’s authorship (σελ. 2). Utley, R. J. D., Volume 10 – The Superiority of the New Covenant: Hebrews, Marshall, Texas: Bible Lessons International.

[31] Its Writer. This, we are fully assured, was the apostle Paul (σελ. 12). Pink, A. W., An exposition of Hebrews, Swengel, Pa.: Bible Truth Depot 1954.

[32] Though the authorship of Hebrews is widely debated, there are many good reasons to accept the idea of Paul’s authorship (σελ. 14) Pentecost, J. D., & Durham, K., Faith that endures: A practical commentary on the book of Hebrews, Grand Rapids, MI: Kregel Publications 2000.

[33] Sometime between the years 40 and 50 that James who was at the head of the mother church in Jerusalem wrote this epistle to the Jewish Christians of the neighboring provinces (σελ. 503). Lenski, R. C. H., The interpretation of the Epistle to the Hebrews and of the Epistle of James, Columbus, Lutheran book concern 1966.

[34] Τhe evidence of Christian material deeply embedded in the text of James makes those theories claiming a purely Jewish origin for the book unlikely. Second, some of the material favors an early date for the traditions behind the epistle and the probability of their authorship by James the Just (σελ. 21). Davids, P. H., The Epistle of James, Grand Rapids, Mich.: Eerdmans 1982.

[35] The content of the letter is consistent with the view that James the brother of the Lord is its author.
Holloway, G., James & Jude, The College press NIV commentary (Jas 1:2). Joplin, Mo.: College Press Pub 1996.

[36] In the final analysis, most conservative scholars argue that the apostle Peter wrote 2 Peter […] Nonconservative scholars make significant arguments against Petrine authorship, but they wrongly claim that they have proven that Peter did not write this letter. Black, A., & Black, M. C., 1 & 2 Peter. The College Press NIV commentary (2 Pe 1:1). Joplin, Mo.: College Press Pub 1998.

[37] The conclusion at which Dr. Zahn arrives, after an elaborate discussion of all the points involved, is that 2 Peter was written before 1 Peter by the apostle’s own hand […] Zahn’s views rest on so strong a support of learning and good sense that they must be treated with great respect (σελ. 246).
Bigg, C., A critical and exegetical commentary on the Epistles of St. Peter and St. Jude, Edinburgh: T&T Clark International 1901.

[38] We conclude that 2 Peter is authentic and that such a conclusion is more persuasive than competing theories (σελ. 275). Schreiner, T. R., Vol. 37: 1, 2 Peter, Jude, Nashville: Broadman & Holman Publishers 2003.

[39] To sum up, Peter unarguably knew Jesus Christ, both in His human and resurrected bodies, and he had also particularly experienced the power of the Paraclete, the Holy Spirit, whom Jesus sent. Peter was uniquely qualified to be a credible witness for the gospel, both by his unique personal experiences, and his ministry which, at the time of writing this letter, extended over thirty-four years. This, then, is the human instrument who the Holy Spirit used to convey God’s message to the Church. Mills, M., II Peter: A study guide to the Second Epistle by Peter (2 Pe 1:5), Dallas: 3E Ministries 1987.

[40] Thus, despite the skepticism and doubts of modern critics, the best answer to the question of who wrote 2 Peter is “Simon Peter, a bond-servant and apostle of Jesus Christ” (σελ. 14). MacArthur, J., 2 Peter and Jude, Chicago: Moody Publishers 2005.

[41] To explain apostolic authorship of II Peter is easier than to disprove it. For that reason, I conclude that in spite of the problems we encounter in this epistle, accepting Petrine authorship is a viable option (σελ. 219).
Kistemaker, S. J., & Hendriksen, W., Vol. 16: Exposition of the Epistles of Peter and the Epistle of Jude, Grand Rapids: Baker Book House 1987.

[42] Many argue that Peter, the apostle, did not write this letter. I believe he did for two reasons. The evidence against Petrine authorship is unconvincing and often depends upon building one hypothesis upon another when each hypothesis is surprisingly weak. Gardner, P., Focus On the Bible commentary series: 2 Peter and Jude, (2 Pe 1:1), Christian Focus Pub 1999

[43] There are three books in the New Testament that the early church simply entitled 1, 2, 3 John. We call them the epistles or letters of John. It was the conviction of the great majority of the early church fathers that these books were written by the same writer as the Gospel of John, namely the Son of Zebedee, John the disciple of Jesus […] The only other early church authorship hypothesis that we should note is that of Papias of Hierapolis, who, according to Eusebius, assigned 1, 2, 3 John to another John—a man known as John the Elder. But his view was not accepted by the early church, whose consensus clearly favors the view that John, the Lord’s disciple, had written these three letters to Christians […] Before we make some particular comments upon these letters of John we must first focus in upon the other Johannine books, the Gospel of John and the Book of Revelation (σελ. 13). Palmer, E. F., & Ogilvie, L. J., The Preacher’s Commentary Series, Volume 35: 1, 2 & 3 John / Revelation, Nashville, Tennessee: Thomas Nelson Inc. 1982

[44] If we glance at the testimony of the ancient Church and pay close attention to the statements of the witnesses respecting the author of this Epistle, all doubt must vanish that the Apostle St. John was, without contradiction, considered to have been its author (σελ. 6) […] Under these circumstances it seems impossible to deny the Apostolic and Johannean origin of these Epistles. They were both written by one and the same author, by an independent man, and the Secind Epistle necessitates us to go back to the author of the First (σελ. 184).
Lange, J. P., Schaff, P., Brain, K., & Mombert, J. I., A commentary on the Holy Scriptures: 1, 2, 3 John (6). Bellingham, WA: Logos Research Systems, Inc. 2008

[45] Evidence both internal and external favors the view that the apostle John is the author of the three letters Christian tradition has attributed to him (σελ. 26).  Akin, D. L., The New American Commentary Vol. 38: 1, 2, 3 John, Nashville: Broadman & Holman Publishers 2001

[46] ΑUTHOR: The apostle John. The similarities between the Gospel of John and these letters identified as 1, 2, and 3 John are so remarkable that it would be difficult to argue that these writings were done by two different people (σελ. 1).  Barton, B. B., & Osborne, G. R., Life application Bible commentary: 1, 2 & 3 John, Wheaton, Ill.: Tyndale House 1998.

[47] It appears that the author is indeed Jude, the brother of James and the half brother of Jesus. And, of even greater importance, this Jude is a servant of Jesus Christ (σελ. 243). Cedar, P. A., & Ogilvie, L. J., The Preacher’s Commentary Series, Volume 34: James / 1 & 2 Peter / Jude, Nashville, Tennessee: Thomas Nelson Inc. 1984

[48] With many, both in ancient and in modern times, the opinion has prevailed that the apostle is the author […] This being the case, the decision must be in favour of the Lord’s brother (σελ. iv).  The Pulpit Commentary: Jude (H. D. M. Spence-Jones, Ed.), Bellingham, WA: Logos Research Systems, Inc.  2004

[49] The external evidence for Jude is actually quite strong […] The earliest external evidence, then, witnesses to the letter’s authenticity. It probably was only doubted later because of the use of pseudepigraphical books, which actually is an indirect support of its authenticity, for an author concerned about the appearance of authenticity would not have cited them (σελ. 408). Schreiner, T. R., The New American Commentary Vol. 37: 1, 2 Peter, Jude, Nashville: Broadman & Holman Publishers 2003.

Δανιήλ Συσόϊεφ, Μάρτυρας του Χριστού

(Από εδώ) Ο 34χρονος Ρώσος ιερέας Ντανίλ (Δανιήλ) Συσόϊεφ, έγγαμος και πατέρας τριών κοριτσιών, δολοφονήθηκε μέσα στην εκκλησία του αγίου Θωμά στη νότια Μόσχα το βράδυ της Τετάρτης, μόλις είχε τελειώσει τον Εσπερινό. Ο δράστης, ο οποίος φορούσε τη γνωστή μάσκα κατά της νέας γρίππης, όπως κάνουν πολλοί Μοσχοβίτες, μπήκε μέσα στο ναό, ρώτησε ποιος είναι ο π. Συσόεφ και μόλις ο ιερέας απάντησε και προχώρησε προς το μέρος του, τον πυροβόλησε τέσσερις φορές στο κεφάλι και στο στήθος. Ο άγνωστος δράστης που ως τώρα παραμένει ασύλληπτος, πυροβόλησε επίσης στο στήθος και τον πρωτοψάλτη του ναού, Βλαντιμίρ Στρελμπίτσκυ.
Ο ιερέας και ο ψάλτης διακομίστηκαν σε νοσοκομείο. Ο π. Ντανίλ εξέπνευσε αργά το βράδυ (ο Στρελμπίτσκυ αρχικά ήταν σε κρίσιμη κατάσταση κι αργότερα διέφυγε τον κίνδυνο).

ο π. Ντανίλ Συσόεφ

Θεωρείται ότι η δολοφονία είχε θρησκευτικό κίνητρο, καθώς ο ιερέας με καταγωγή από τη ρωσική επαρχία Ταταρστάν, όπου ο πληθυσμός ασπάζεται κυρίως το Ισλάμ, είχε πλούσια ιεραποστολική δράση ανάμεσα σε μουσουλμάνους επί οκτώ συνεχή χρόνια. Είχε εκδώσει βιβλία όπως «Μια Ορθόδοξη απάντηση στο Ισλάμ», είχε μπλογκ (pr-daniil.livejournal.com) και κανάλι με βίντεο στο YouTube, και σε συνέντευξή του στην εφημερίδα Κομσομόλσκαγια Πράβδα είχε δηλώσει ότι βάπτισε 80 μουσουλμάνους, μεταξύ αυτών και Τατάρους, Ουζμπέκους, Τσετσένους και Νταγκεστανούς.

Στην ίδια συνέντευξη, ο π. Ντανίλ αποκάλυψε ότι είχε δεχτεί 14 φορές απειλές για τη ζωή του μέσω τηλεφωνημάτων και e-mail, και ότι την περασμένη χρονιά η Ομοσπονδιακή Υπηρεσία Ασφαλείας επικοινώνησε μαζί του, πληροφορώντας τον ότι είχε ανακαλυφθεί και προληφθεί μια απόπειρα φόνου εναντίον του. Είπε ακόμη ότι άλλοι ιερείς φοβούνταν να ακολουθήσουν το δρόμο αυτό, φοβούμενοι την εκδίκηση των μουσουλμάνων. Μάλιστα ο Ναφιγκουλά Ασίροφ του Συμβουλίου των Μουφτήδων της Ρωσίας τον είχε αποκαλέσει το 2007 «Ρώσο Σαλμάν Ρουσντί», επειδή είχε γράψει ένα βιβλίο που καταδίκαζε τον τρόπο μεταχείρισης των γυναικών στο Ισλάμ και προειδοποιούσε τις χριστιανές για τους κινδύνους που ενέχουν οι γάμοι με μουσουλμάνους.
Ας σημειωθεί ότι υπάρχει κάτι σαν άτυπη συμφωνία μεταξύ των μεγάλων θρησκειών στη Ρωσία, να μην ασκούν ιεραποστολική δράση η μια σε περιοχή όπου υπερτερεί η άλλη, κάτι που όμως ούτε οι μουσουλμάνοι το εφαρμόζουν απόλυτα.
Ο Κίριλ Φρόλοφ, ένας Ορθόδοξος ιεραπόστολος ακτιβιστής είπε στο Ίντερφαξ ότι τα τελευταία δυο-τρία χρόνια ο π. Ντανίλ είχε δεχτεί απειλές που τον καλούσαν να «αφήσει την θεολογική πολεμική κατά του Ισλάμ» αλλιώς «θα τον αντιμετώπιζαν ως άπιστο».

Σύμφωνα με άλλες πηγές, οι απειλές από ισλαμικούς κύκλους άρχισαν τέσσερα χρόνια πριν, μετά τη δημοσια αντιπαράθεση του π. Ντανίλ με τον Αλή (Βιατσεσλάβ) Πολόζιν, τον Ρώσο πρώην Ορθόδοξο ιερέα που έγινε μουσουλμάνος. Άλι Πολόζιν

Η τελευταία απειλή που δέχθηκε ήταν στις αρχές Οκτωβρίου, και τότε του ανήγγειλαν ότι ήταν “καταδικασμένος σε θάνατο”.
Όμως, ο π. Ντανίλ προσέγγιζε και διάφορες σέχτες που δρουν στη Ρωσία, όπως τους νεοπαγανιστές Ροντνοβέρ, ενώ είχε εχθρούς και μεταξύ των υπερεθνικιστών και των σταλινικών κομμουνιστών. Στο μπλογκ του είχε πρόσφατα ασκήσει κριτική στους τελευταίους επειδή κήρυτταν «τον Στάλιν αντί για τον Χριστό».

Στην ταινία βλέπετε το τελευταίο κήρυγμα του π. Δανιήλ.

Ακολουθεί η δήλωση της Πρεσβυτέρας Ιουλίας για τον μάρτυρα ιερέα και σύζυγό της (από εδώ).

«Αγαπητοί αδελφοί και αδελφές, σας ευχαριστώ για την υποστήριξη και τις προσευχές σας. Αυτός είναι ο πόνος που δεν μπορεί να εκφραστεί με λόγια. Αυτός είναι ο πόνος που βιώνουν εκείνοι που στάθηκαν στο Σταυρό του Σωτήρα. Αυτή είναι η χαρά που δεν μπορεί να εκφραστεί με λόγια, αυτή είναι η χαρά που βιώνουν εκείνοι που ήρθαν στον κενό Τάφο.

Ο π. Δανιήλ είχε προβλέψει ήδη το θάνατό του αρκετά χρόνια προτού συμβεί. Ήθελε πάντα να είναι άξιος για το στεφάνι ενός μάρτυρα. Εκείνοι που τον πυροβόλησαν θέλησαν, όπως συνήθως, να φτύσουν στο πρόσωπο της Εκκλησίας, όπως είχαν φτύσει στο πρόσωπο του Χριστού. Δεν έχουν επιτύχει το στόχο τους, επειδή είναι αδύνατο να φτύσει κανείς στο πρόσωπο της Εκκλησίας. Ο π. Δανιήλ ανέβηκε στον Γολγοθά του στην ίδια εκκλησία που είχε χτίσει, στην εκκλησία στην οποία αφοσίωσε όλο το χρόνο και τη δύναμή του. Τον σκότωσαν όπως τον προφήτη του παλιού καιρού – μεταξύ του ναού και του ιερού και βρέθηκε πράγματι αντάξιος της κλήσης ενός μάρτυρα. Πέθανε για τον Χριστό, για τον οποίο λειτούργησε με όλη τη δύναμή του.
Πολύ συχνά μου έλεγε ότι φοβόταν ότι δεν υπήρχε αρκετός χρόνος, χρόνος για να γίνουν όλα. Βιαζόταν. Μερικές φορές, και ανθρώπινα, υπέρβαλε, έσφαλε, σκόνταφτε και έκανε λάθη, αλλά δεν έκανε κανένα λάθος για το κύριο ζήτημα, ότι η ζωή του ήταν αφιερωμένη εξ’ ολοκλήρου σε ΑΥΤΟΝ.
Δεν καταλάβαινα γιατί βιαζόταν τόσο. Τα τελευταία τρία χρόνια λειτουργούσε συνεχώς, χωρίς να σταματάει ή να παίρνει άδεια. Εγώ γκρίνιαζα, επειδή πού και πού ήθελα απλή ευτυχία, ότι ο σύζυγος και πατέρας των παιδιών μου θα ήταν μαζί μου και με τα παιδιά. Αλλά μια άλλη πορεία ήταν χαραγμένη γι’ αυτόν.
Πολλές φορές είχε πει ότι θα τον σκότωναν. Εγώ τον ρώταγα ποιος θα φρόντιζε εμένα και τα τρία παιδιά μας, κ’ αυτός μου απαντούσε ότι θα μας άφηνε σε ασφαλή χέρια. «Θα σας αφήσω στην Παναγία. Αυτή θα σας φροντίσει».
Αυτά τα λόγια ξεχάστηκαν πολύ γρήγορα. Μας είπε με ποια άμφια θα τον θάψουμε. Κ’ εγώ αστειεύτηκα ότι δεν υπήρχε λόγος να μιλάει γι’ αυτό, ότι ακόμα δεν ξέραμε ποιος θα έθαβε ποιόν. Είπε ότι εγώ θα τον έθαβα. Μόλις γύρισε η κουβέντα στις κηδείες, δεν θυμάμαι λεπτομέρειες αλλά του είπα ότι δεν είχε πάει ποτέ σε κηδεία ενός ιερέα. Και μου απάντησε ότι δεν πειράζει επειδή θα ήμουν στην κηδεία την δική του.
Τώρα θυμάμαι πολλές κουβέντες που απόκτησαν νόημα. Τώρα οι αμφιβολίες μου έχουν διαλυθεί, οι παρεξηγήσεις έχουν εξαφανιστεί.
Δεν αποχαιρετιστήκαμε σ’ αυτήν την ζωή, δεν ζητήσαμε ο ένας στον άλλο συγχώρεση, δεν αγκαλιαστήκαμε. Ήταν απλά μία συνηθισμένη μέρα: το πρωί έφυγε για την Λειτουργία και δεν τον είδα ξανά.
Γιατί δεν πήγα στην εκκλησία εκείνη την ημέρα να τον συναντήσω; Είχε περάσει απ’ τον μυαλό μου, αλλά αποφάσισα ότι καλύτερα να ετοιμάσω το βραδινό φαγητό και να βάλω τα παιδιά για ύπνο. Ήταν λόγω των παιδιών που δεν πήγα εκεί. Υπήρξε ένα χέρι που δεν με επέτρεψε να πάω. Αλλά το προηγούμενο απόγευμα είχα πάει στην εκκλησία να τον συναντήσω. Αισθάνθηκα ότι σκοτεινά σύννεφα μαζευόντουσαν πάνω από τα κεφάλια μας. Και τις τελευταίες ημέρες προσπαθούσα να περάσω περισσότερο χρόνο μαζί του. Κατά τη διάρκεια της τελευταίας εβδομάδας σκεφτόμουνα μόνο για το θάνατο και για τη ζωή μετά το θάνατο. Δεν μπορούσα να συγκεντρωθώ ούτε στο πρώτο ούτε στο δεύτερο. Εκείνη την ημέρα το κεφάλι μου ζαλιζόταν με τα λόγια: «Ο θάνατος στέκεται ακριβώς πίσω σου». Η τελευταία εβδομάδα ήταν τόσο δύσκολη, σαν να είχαν αδειάσει ένα τεράστιο φορτίο επάνω μου. Δεν είμαι διαλυμένη. Με υποστηρίζει. Τον αισθάνομαι δίπλα μου. Είχαμε πει ο ένας στον άλλο και τόσα λόγια τρυφερά που δεν είχαμε πει ποτέ στη ζωή μας. Μόνο τώρα καταλαβαίνω πόσο αγαπούσαμε ο ένας τον άλλον.
Το μνημόσυνο του των 40 ημερών θα τελεσθεί την παραμονή της ονομαστικής του γιορτής, στις 29 Δεκεμβρίου. Σύμφωνα με την προφητεία ενός γέροντα, η εκκλησία θα χτιζόταν αλλά ο π. Δανιήλ δεν θα λειτουργούσε εκεί. Το δεύτερο μέρος της προφητείας έχει ήδη εκπληρωθεί.
Στην ταινία βλέπετε την οικογένεια του π. Δανιήλ.
Και εδώ, απόσπασμα από συζήτηση σχετικά με την έννοια της αμαρτίας στο Ισλάμ.
Είτε ο πατέρας Δανιήλ δολοφονήθηκε από μουσουλμάνους, είτε από νεοπαγανιστές, είτε από σταλινικούς, είναι ένας μάρτυρας της Πίστης και στη θέση του ο Θεός θα εγείρει άλλους, που θα μιλήσουν την αλήθεια σε πλανημένους ανθρώπους.
Άγιε μάρτυρα του Θεού Δανιήλ, πρέσβευε υπέρ ημών.

Πώς ο διάβολος εξαπατά τους ανθρώπους

Οι μουσουλμάνοι πιστεύουν ότι ο Μουχάμμαντ δέχθηκε μηνύματα του Θεού από τον αρχάγγελο Γαβριήλ, και ότι από αυτά τα μηνύματα ή αποκαλύψεις προέκυψε το Κοράνι. Αν δεχθούμε ότι ο Μουχάμμαντ πραγματικά πήρε μηνύματα από κάποιο πνεύμα, είχε άραγε την ικανότητα να ξεχωρίσει αν αυτό το πνεύμα ήταν άγγελος του Θεού ή δαίμονας; Το παρακάτω άρθρο δείχνει πόσο ο σατανάς μπορεί να μπερδέψει ανθρώπους άπειρους στον πνευματικό αγώνα και πόσες έξυπνες παγίδες μπορεί να στήσει ακόμα και στους πιο καλοπροαίρετους, για να τους πλανήσει και να τους κάνει όργανά του. Το βρήκαμε στη σελίδα http://vardavas.blogspot.com/2009/10/blog-post_30.html και αποτελεί αναδημοσίευση άρθρου του θεολόγου Θ.Ι Ρηγινιώτη από το περιοδικό «Τρίτο Μάτι».

Ιστορίες πλάνης

Πηγή: Περιοδικό «Τρίτο Μάτι», τεύχος 173,Αύγουστος  2009

Του Θεόδωρου Ι. Ρηγινιώτη

Οι χριστιανοί όλων των εποχών ξέρουν εκ πείρας ότι, εκτός από το Θεό και τους αγγέλους Του, υπάρχουν και άλλα όντα, σκοτεινοί άγγελοι, που μισούν το Θεό και εκείνους που Τον αγαπούν. Οι σκοτεινοί αυτοί άγγελοι, που είναι ψεύτες και πονηροί, μπορούν να εμφανιστούν στους ανθρώπους ως άγγελοι του Φωτός, ή ακόμη και ως ο Θεός ο Ίδιος, για να τους παραπλανήσουν, ώστε να τους αποδώσουν λατρεία.
Ήδη μέσα στην Καινή Διαθήκη, ο μέγας απόστολος Παύλος, μαθητής του Ιησού, προειδοποιεί τους χριστιανούς ότι ο διάβολος «μετασχηματίζεται σε άγγελο φωτός» (Β΄ επιστολή προς Κορινθίους, 11, 14), ενώ ο επίσης μέγας απόστολος Ιωάννης παραγγέλλει στους χριστιανούς να μην πιστεύουν κάθε πνεύμα που τους εμφανίζεται, αλλά να υποβάλλουν τα πνεύματα σε προσεχτική δοκιμασία, για να μην εξαπατηθούν (Α΄ επιστολή Ιωάννου, 4, 1). Ο ίδιος μάλιστα δίνει ένα κριτήριο, για να το χρησιμοποιήσουν οι χριστιανοί σ’ αυτή τη δοκιμασία: «πᾶν πνεῦμα ὅ ὁμολογεῖ Ιησοῦν Χριστὸν ἐν σαρκ ἐληλυθότα, ἐκ τοῦ Θεοῦ ἐστί. κα πᾶν πνεῦμα ὅ μὴ ὁμολογεῖ Ιησοῦν Χριστὸν ἐν σαρκ ἐληλυθότα, ἐκ τοῦ Θεοῦ οὐκ ἐστίν» («κάθε πνεύμα, που παραδέχεται ότι ο Ιησούς Χριστός ήρθε με σάρκα, προέρχεται από το Θεό, και κάθε πνεύμα, που δεν παραδέχεται ότι ο Ιησούς Χριστός ήρθε με σάρκα, δεν προέρχεται από το Θεό», στο ίδιο, 4, 2-3). Η συγκεκριμένη «δοκιμασία» του πνεύματος οφείλεται στο ότι αυτήν ακριβώς τη χριστιανική διδασκαλία (την αληθινή ανθρώπινη φύση του Χριστού) απέρριπταν οι γνωστικοί διδάσκαλοι, θεωρώντας το ανθρώπινο σώμα και την ύλη γενικά ως δημιουργία κατώτερης θεότητας και έδρα του κακού.

Η δοκιμασία που πρότεινε ο άγιος Ιωάννης εφαρμόστηκε σε όλες τις εποχές του χριστιανισμού και ονομάζεται «διάκρισις των πνευμάτων». Μέσα στους αιώνες καταγράφονται πάρα πολλές περιπτώσεις απατηλών εμφανίσεων σκοτεινών πνευμάτων, μεταμφιεσμένων σε φωτεινά, που έδιναν δήθεν στους ανθρώπους οράματα, αλλά ακόμη και το χάρισμα της προφητείας ή των θαυμάτων, ενώ στην πραγματικότητα τους εξαπατούσαν, για να τους παρασύρουν κοντά τους. Οι άγιοι διδάσκαλοι του χριστιανισμού ανέπτυξαν πολύ λεπτά πνευματικά αισθητήρια, για να μπορούν να διακρίνουν τα αληθινά οράματα του Θεού και των αγγέλων από τα ψευδή οράματα των αντίθετων προς το Θεό δυνάμεων. Και συνέστησαν επίμονα (και συνιστούν ακόμη, γιατί πάντα υπάρχουν άγιοι χριστιανοί διδάσκαλοι) στους χριστιανούς να μην πιστεύουν κάθε υπερφυσικό σημείο που εμφανίζεται στη ζωή τους, αλλά να το απορρίπτουν, να προσεύχονται στο Θεό να τους απαλλάξει απ’ αυτό και να εξομολογούνται με ταπείνωση σε έναν έμπειρο πνευματικό (πνευματικό πατέρα, «γέροντα»), για να αξιολογούν τις καταστάσεις όπως πρέπει και όχι επιπόλαια.

Ένα πρώτο κριτήριο, που μπορεί να βρει κάποιος στα κείμενα των ορθόδοξων ασκητών (π.χ. σε πολλά έργα αγίων που περιλαμβάνονται στη μεγάλη συλλογή Φιλοκαλία, καθώς και στη διδασκαλία του σύγχρονου αγίου Σιλουανού του Αθωνίτη), είναι ότι το γνήσιο θεϊκό βίωμα προκαλεί στον άνθρωπο γαλήνη και αγάπη προς τους εχθρούς, ενώ το ψευδοβίωμα προκαλεί αποστροφή ή ταραχή, έστω κι αν συνοδεύεται με κάποιο αίσθημα ενθουσιασμού ή «χαράς». Αυτό το κριτήριο όμως δεν είναι απόλυτα ασφαλές, γιατί ένας αρχάριος μπορεί να νομίζει ότι αισθάνεται γαλήνη ακόμη και σε κατάσταση πλάνης, γι’ αυτό όλοι οι δάσκαλοι της ορθόδοξης πνευματικότητας συνιστούν επίμονα να μην επιθυμούμε ούτε να επιδιώκουμε, αλλά αντιθέτως να αποφεύγουμε τις «υπερφυσικές» εμπειρίες (και να τις αγνοούμε νηφάλια, αν εμφανιστούν), δίνοντας έμφαση μόνο στην προσπάθειά μας για την κάθαρση της καρδιάς από τα πάθη και την εγκατάσταση σ’ αυτήν της παγκόσμιας εν Χριστώ αγάπης.

Αν σε μένα (ό μη γένοιτο), που είμαι ένας εγωιστής άνθρωπος, αρχίσει να εμφανίζεται ο Θεός, η Παναγία ή ένα άλλο άγιο πρόσωπο, κινδυνεύω να πέσω θύμα του εγωισμού μου, ο οποίος θα κολακευτεί και θα διογκωθεί, και να αποδώσω λατρεία στον εχθρό αντί για το Θεό.

Προέλευση αγιογραφίας : users.pel.sch.gr/palladios/panagia_mple.JPG
Θα σταχυολογήσουμε εδώ μερικές ιστορίες πλάνης, επιχειρώντας να καταδείξουμε στους αναγνώστες μας τη λεπτότητα και πολυμορφία των παγίδων, τις συνέπειες από την πτώση σε αυτές, καθώς και αξιοπρόσεκτες περιπτώσεις αποφυγής τους. Οι ιστορίες πλάνης γίνονται εξαιρετικά επίκαιρες, για δύο κυρίως λόγους:
α) Γιατί φανερώνουν ότι τα πνευματικά βιώματα των χριστιανών (τουλάχιστον στον αρχαίο χριστιανισμό και στον ορθόδοξο) δεν γίνονται αποδεκτά χωρίς κρίση και αξιολόγηση, πράγμα που οφείλει να προβληματίσει κάθε «ορθολογιστή», που τα απορρίπτει ασυζητητί για ιδεολογικούς λόγους, και να τον παρακινήσει σε περαιτέρω έρευνα.
β) Γιατί τις τελευταίες δεκαετίες, στο δυτικό κόσμο, που αποστατεί μαζικά από το χριστιανισμό, έχει ανακάμψει ο μυστικισμός και ο πνευματισμός κάθε είδους και γνωρίζει έξαρση η αναζήτηση «εμπειριών» με διάφορες «μεθόδους», που τα αποτελέσματά τους δυστυχώς δεν αξιολογούνται με προσοχή. Οι άγιοι διδάσκαλοι του χριστιανισμού διδάσκουν από την εμπειρία τους ότι ένα πνευματικό βίωμα μπορεί να είναι αληθινό, όμως δεν είναι οπωσδήποτε αυτό που φαίνεται – επομένως δεν είναι συνετό να του «παραδοθούμε» με εμπιστοσύνη άνευ όρων.

1. Το «ουράνιο ένδυμα»

Η παρακάτω περίπτωση περιλαμβάνεται και σχολιάζεται στην κλασική πλέον μελέτη του Αμερικανού ορθόδοξου διδασκάλου π. Σεραφείμ Ρόουζ Orthodoxy and the religion of the future (έκδ. St. Herman of Alaska Brotherhood, Platina, California, USA), από την οποία και τη λαμβάνουμε (1).

Ο βίος του αγίου Μαρτίνου της Tours (+397) από το μαθητή του Σουλπίτιο Σεβήρο, έχει ένα ενδιαφέρον παράδειγμα δαιμονικής ισχύος σε συνδυασμό με μια παράξενη «υλική» εκδήλωση που μοιάζει με τις σημερινές «στενές επαφές» με UFO: Ένας νέος ονόματι Ανατόλιος έγινε μοναχός κοντά στο μοναστήρι του αγίου Μαρτίνου [του αγίου Μαρτίνου της Tours (+397) του Ελεήμονος και Θαυματουργού, ενός από τους σημαντικότερους αγίους του αρχαίου δυτικού χριστιανισμού (2)], αλλά από ψεύτικη ταπείνωση έπεσε θύμα δαιμονικής πλάνης. Φανταζόταν ότι διαλεγόταν με «αγγέλους», και με σκοπό να πείσουν τους άλλους για την αγιότητά του, αυτοί οι «άγγελοι» συμφώνησαν να του δώσουν «ένα λαμπρό ένδυμα από τον ουρανό» ως σημείο της «δύναμης του Θεού» που κατοικούσε στο νεαρό. Μια βραδυά γύρω στα μεσάνυχτα ακούστηκε τρομερός υπόκωφος κρότος από πόδια που χόρευαν κι ένα βουητό σαν από πολλές φωνές στο ερημητήριο, και το κελλί του Ανατόλιου άστραψε από φως. Μετά έγινε σιωπή, και ο παραπλανημένος ξεπρόβαλε από το κελλί του με το «ουράνιο» ρούχο. «Έφεραν ένα φως και επιθεωρούσαν όλοι προσεκτικά το ένδυμα .Ήταν υπερβολικά απαλό, με ανυπέρβλητη ελκυστικότητα και με χρώμα λαμπερό κόκκινο, αλλά ήταν αδύνατον να προσδιορίσουν τη φύση του υλικού. Ταυτόχρονα, κάτω από τον πιο εξονυχιστικό έλεγχο από μάτια και δάχτυλα, έμοιαζε να είναι ένα ένδυμα και τίποτε άλλο».
Το επόμενο πρωί, ο πνευματικός πατέρας του Ανατόλιου τον πήρε από το χέρι με σκοπό να τον οδηγήσει στον άγιο Μαρτίνο, για να ανακαλύψει αν αυτό ήταν όντως κόλπο του διαβόλου. Φοβισμένος, ο παραπλανημένος αρνήθηκε να πάει, «και καθώς τον εξανάγκαζαν να πάει τη θέλησή του, το ένδυμα εξαφανίστηκε μέσα από τα χέρια εκείνων που τον τραβούσαν». Ο συγγραφέας της αφήγησης (ο οποίος είτε είδε το συμβάν ο ίδιος είτε το άκουσε από αυτόπτη μάρτυρα) συμπεραίνει ότι «ο διάβολος ήταν ανίκανος να συνεχίσει τις παραισθήσεις του ή να αποκρύψει τη φύση τους όταν θα υποβάλλονταν στα μάτια του Μαρτίνου». «Ήταν τόσο ολοκληρωτικά στην εξουσία του να βλέπει τον διάβολο, που τον αναγνώριζε κάτω από οποιαδήποτε μορφή, είτε διατηρούσε το δικό του χαρακτήρα είτε μεταμορφωνόταν σε κάποιο από τα ποικίλα σχήματα της “πνευματικής ανομίας”» – περιλαμβανομένων των μορφών των ειδωλολατρικών θεών και της εμφάνισης του ίδιου του Χριστού, με βασιλικά ενδύματα και στέμμα και περιβεβλημένου με λαμπρό κόκκινο φως».
2. Ο άγιος Ισαάκ του Κιέβου, ο διά Χριστόν σαλός
Ο άγιος Ισαάκ (3) είναι ένας από τους πρώτους Ρώσους αγίους ασκητές και μόνασε τον 11ο αιώνα στη λαύρα των Σπηλαίων του Κιέβου. Η ιερή αυτή μονή ιδρύθηκε από τον άγιο Αντώνιο του Κιέβου και αναδείχθηκε τα επόμενα χίλια χρόνια σε ένα από τα σημαντικότερα κέντρα της ορθόδοξης πνευματικότητας, κυριολεκτικά φυτώριο αγίων, φυλάσσει δε στα σπλάχνα της πολλά σώματα αγίων άφθαρτα και μυροβλύζοντα, χωρίς φυσικά να είναι ταριχευμένα.
Ο Ισαάκ ήταν πλούσιος έμπορος που, μαθαίνοντας για τον άγιο Αντώνιο του Κιέβου, ένιωσε θείο ζήλο, «ξεφορτώθηκε» την περιουσία του μοιράζοντάς την στους φτωχούς και ήρθε να συναντήσει τον άγιο, με πρόθεση να μονάσει. Ο άγιος τον δέχτηκε και ο Ισαάκ επιδόθηκε σε υπεύθυνο και σοβαρό ασκητικό αγώνα, μέσω του οποίου ανέπτυξε λαμπρές αρετές.
Στη συνέχεια όμως θέλησε να προχωρήσει σε ένα δυσκολότερο στάδιο: να απομονωθεί σε ένα σπήλαιο, στην απόκρημνη όχθη του Δνείπερου. Πήρε την ευλογία του πνευματικού του και έζησε στη μόνωση του σπηλαίου για εφτά χρόνια, φορώντας, αντί για το κοινό τρίχινο μοναχικό ένδυμα, το δέρμα μιας κατσίκας, που το φόρεσε νωπό και το άφησε να στεγνώσει πάνω του.
Όμως ακόμη και με τόση πείρα, αποκτηθείσα με πολυετείς αγώνες, μια στιγμή εγωιστικής αδυναμίας ήταν αρκετή για μια σχεδόν ανεπανόρθωτη πτώση: κάποια νύχτα τον επισκέφτηκαν δύο λευκοφορεμένοι νέοι, που τον κάλεσαν να βγει έξω να προσκυνήσει το Χριστό, που τον επισκεπτόταν αυτοπροσώπως, γιατί ευαρεστήθηκε από τον αγώνα του.
Ο πολύπειρος ερημίτης ενέδωσε και προσκύνησε χωρίς ενδοιασμό το τρίτο πρόσωπο, που ακολουθούσε βαδίζοντας μέσα στη νύχτα. Αίφνης το όραμα άλλαξε μορφή: οι τρεις επισκέπτες έγιναν δαίμονες, που τον παρέσυραν σε αλλόφρονα χορό και, τρομοκρατώντας και απειλώντας τον με τη βεβαίωση ότι ήταν πια δικός τους, τον εγκατέλειψαν μισοπεθαμένο. Σε οικτρή κατάσταση τον ανακάλυψε την άλλη μέρα ο ίδιος ο άγιος Αντώνιος και τον μετέφερε στο μοναστήρι, όπου χρειάστηκε δυόμισι χρόνια φροντίδας και προσευχής για να συνέλθει.
Μετά από τη δοκιμασία αυτή, η συμπεριφορά του αγίου για όλη του τη ζωή ήταν αλλοπρόσαλλη. Είναι σίγουρο ότι, από ένα σημείο και έπειτα, η πνευματική του διαύγεια είχε αποκατασταθεί πλήρως και ζούσε σε μια κατάσταση προσποιητής τρέλας, ως διά Χριστόν σαλός. Η σαλότητα αυτή ήταν μια δικλείδα ασφαλείας, μια θωράκιση εναντίον της υπερηφάνειας, που τον βοήθησε να αναλάβει και να φτάσει σε μεγάλο ύψος αγιότητας. Κοιμήθηκε στις 17 Φεβρουαρίου 1090 μ.Χ. και ενταφιάστηκε στο σπήλαιό του.
3. Ο άγιος Νικήτας του Κιέβου
Στην ιστορική μονή του Κιέβου μάς μεταφέρει και η επόμενη περίπτωση που θα εξετάσουμε (4). Ο μοναχός Νικήτας, ενάρετος, αλλά χωρίς να έχει γίνει ακόμη τόσο διαυγής, που να είναι «άτρεπτος» προς το κακό, ζητούσε επίμονα από τον πνευματικό του, τον άγιο Νίκωνα, που ήταν ηγούμενος της μονής και κατά σάρκα αδελφός του, να του επιτρέψει να μονάσει έγκλειστος σε σπήλαιο. Ο σοφός γέροντάς του αρνιόταν, βλέποντας ότι ο αδελφός και μαθητής του έχει ακόμη σκιές πνευματικής ανωριμότητας στην καρδιά του. Επειδή όμως ο μαθητής επέμενε και τον διαβεβαίωνε επιπόλαια ότι «ποτέ δεν θα τον απατούσαν οι παγίδες του εχθρού», ο δάσκαλος υποτάχθηκε και, παρά τη θέλησή του, συναίνεσε. Έτσι, ο μοναχός «υπάκουσε στο λογισμό του» και ικανοποίησε το θέλημά του ασφαλίζοντας από μέσα την πόρτα του κελιού του ή, κατά άλλη πληροφορία, φεύγοντας από το μοναστήρι και κάνοντας κατοικία του μια σπηλιά.
Όμως, λίγες μόλις μέρες μετά τον εγκλεισμό του, ένιωσε μια ουράνια ευωδία στο χώρο γύρω του. “Άγγελος θα είναι” σκέφτηκε αμέσως και, μιμούμενος το ριψοκίνδυνο αίτημα του Μωυσή προς το Θεό, είπε: «Κύριε, εμφάνισέ μου τον εαυτό σου». Ένας άγγελος εμφανίστηκε και του είπε: «Νικήτα, από εδώ και πέρα θα σταματήσεις να προσεύχεσαι και θ’ αρχίσεις να διαβάζεις βιβλία, για να μπορείς να συμβουλεύεις τους ανθρώπους που θα έρχονται σε σένα. Με εντολή του Θεού, εγώ θα προσεύχομαι για σένα». Ο άπειρος μοναχός έπεσε στην παγίδα πολύ εύκολα. Μόνο που ο επισκέπτης δεν ήταν άγγελος, αλλά διάβολος που είχε λάβει μορφή αγγέλου.
Ο Νικήτας έπαψε να προσεύχεται (πράγμα που θα μπορούσε να τον προφυλάξει) και άρχισε να μελετά. Έγινε σοφός σύμβουλος και σιγά σιγά πλήθος προσκυνητών τον επισκεπτόταν ως έμπειρο και χαρισματούχο πνευματικό. Και πράγματι, εμφάνισε ακόμη και προφητικό χάρισμα. Η φήμη του έφτασε στο απόγειό της, όταν κάποτε διαμήνυσε στον πρίγκιπα Ιζιασλάβο: «Σήμερα δολοφονήθηκε στο Ζαβόλτς ο πρίγκιπας του Νόβγκοροντ Γκλέμπ Σβιατοσλάβιτς. Στείλε γρήγορα το γιο σου Σβιατοπόλκ, να πάρει το θρόνο του Νόβγκοροντ».
Ο ηγούμενος Νίκων όμως ήταν επιφυλακτικός και περίμενε… Διαπίστωσε σύντομα ότι, ενώ ο Νικήτας γνώριζε απ’ έξω ολόκληρη σχεδόν την Παλαιά Διαθήκη και τη χρησιμοποιούσε μ’ εκπληκτική ευχέρεια στις συζητήσεις του, δεν ήξερε καθόλου την Καινή Διαθήκη. Δεν τη μελετούσε ποτέ και δεν ήθελε να γίνεται ούτε λόγος γι’ αυτήν! Απ’ αυτή τη συμπεριφορά του οι γέροντες της μονής πείστηκαν ότι είχε πλανηθεί από το διάβολο. Και μια ομάδα επίλεκτων μοναχών, μεταξύ των οποίων ο ηγούμενος Νίκων, ο κατοπινός ηγούμενος Ιωάννης, ο Ποιμένας ο Νηστευτής, ο Ησαΐας, κατοπινός επίσκοπος Ροστώφ, ο Ισαάκιος ο Έγκλειστος, ο Αγαπητός ο Ιαματικός, ο Γρηγόριος ο Θαυματουργός και άλλοι, πήγαν στο κελί του και τον έσυραν διά της βίας στη μονή, ενώ εκείνος, εκτός εαυτού, ωρυόταν, απειλούσε και ούρλιαζε σαν πληγωμένο θηρίο.
Χρειάστηκαν εξορκισμοί και πολυετής προσευχή για να επανέλθει ο Νικήτας στην αρχική του πνευματική καθαρότητα. Η μετάνοιά του τον βοήθησε να καλλιεργήσει την «υψοποιό ταπείνωση» και τελικά αξιώθηκε να γίνει επίσκοπος του Νόβγκοροντ και άγιος. Κοιμήθηκε το 1096.
4. Συνάντηση με το «φύλακα άγγελο» (5)
Ένας νεαρός Ρουμάνος διάκονος, που ήρθε να μονάσει στο Άγιο Όρος το 19ο αιώνα, εξομολογούνταν στο μεγάλο όσιο Αγιορείτη γέροντα Σάββα τον Πνευματικό (1821-1908). Κάποια μέρα του λέει: «Γέροντα, σε παρακαλώ, αύριο μνημόνευσε στη λειτουργία τη μητέρα μου, που κοιμήθηκε και της κάνουν τα τριήμερα».
Ο γέροντας θορυβήθηκε από αυτή την ξαφνική πληροφορία και τον ρώτησε πώς έμαθε τόσο σύντομα ότι η μητέρα του είχε κοιμηθεί στη Ρουμανία (σημειωτέον ότι δεν υπήρχαν τηλέφωνα).
«Μου το είπε ο φύλακας άγγελός μου» είπε ντροπαλά ο διάκονος. Ο γέροντας ξαφνιάστηκε. «Βλέπεις το φύλακα άγγελό σου;» ρώτησε. Ο διάκονος το παραδέχτηκε. «Πόσο καιρό;» «Κάπου δύο χρόνια. Μου παρουσιάστηκε και με συντροφεύει στην προσευχή. Λέμε μαζί τους Χαιρετισμούς, κάνουμε μετάνοιες και ανοίγουμε πνευματικές συζητήσεις». «Και γιατί, παιδί μου, τόσο καιρό, δε μου ανέφερες τίποτε;». «Μου είπε ο άγγελός μου ότι… δεν είναι απαραίτητο».
Ο γέροντας επέστησε την προσοχή στο νεαρό μαθητή του ότι ένα τέτοιο όραμα δεν είναι καθόλου ξεκάθαρο πνευματικά και τον κάλεσε να υποβάλει τον επισκέπτη του σε δοκιμασία. Να του ζητήσει να πει το «Θεοτόκε Παρθένε» και να κάνει το σημείο του σταυρού. Ο νεαρός δέχτηκε. Η δοκιμασία έγινε με επιτυχία –ο επισκέπτης έκανε ό,τι του ζητήθηκε– αλλά ο γέροντας δεν πείστηκε. Μετά από δύο χρόνια επιρροή, ένας αρχάριος είναι εύκολο να υποβληθεί στην απατηλή ιδέα ότι ακούει ένα τροπάριο ή ότι βλέπει το σημείο του σταυρού. Και ζήτησε μια τελευταία δοκιμασία:
«Ο διάβολος δε μπορεί να διαβάσει μια σκέψη, αν μείνει μέσα σου κρυπτή και αψηλάφητη. Θα κάνω λοιπόν τώρα μια τέτοια σκέψη κι εσύ θα ζητήσεις από τον άγγελό σου να σου αποκαλύψει τι σκέφτηκα».
Η δοκιμασία αυτή αποκάλυψε το αληθινό πρόσωπο του «αγγέλου»: στην αρχή αρνήθηκε, κατόπιν απείλησε το θύμα του ότι με την ασέβειά του θα χάσει τη θεϊκή εύνοια και τέλος εμφανίστηκε με σκοτεινή και τρομερή μορφή και τον διαβεβαίωσε ότι «αύριο τέτοια ώρα», ενισχυμένος από μια ομάδα δαιμόνων, θα τον πάρει στην κόλαση.
Ο διάκονος έμεινε μόνος, σωστό ερείπιο. Τράπηκε σε φυγή και έτρεξε στο καλύβι του πνευματικού του. Άρπαξε το ράσο του και δεν το άφηνε, τρέμοντας όλο και περισσότερο καθώς πλησίασε η ώρα να πραγματοποιηθεί η δαιμονική απειλή. Ο γέροντας Σάββας γονάτισε και προσευχήθηκε έντονα, καλώντας τη βοήθεια του Θεού, και με τη δύναμη της προσευχής του, η επόμενη νύχτα πέρασε χωρίς συνέπειες.
Ο νεαρός Ρουμάνος παρέμεινε στον Άθωνα και σιγά σιγά ωρίμασε πνευματικά και χειροτονήθηκε και ιερέας. Όμως σε όλη του τη ζωή ενοχλούνταν από πειρασμούς, καθώς έμειναν στην ψυχή του αμυχές από τα τραύματα εκείνης της νύχτας και την επήρεια της διετούς σχέσης με τον άγγελο, που δεν ήταν άγγελος.
5. Ο άγιος Σιλουανός ο Αθωνίτης
Τον εικοστό αιώνα, με κέντρο το Άγιο Όρος, αναδείχθηκαν μερικοί κορυφαίοι χριστιανοί άγιοι, που μπορούν να χαρακτηριστούν παγκόσμιοι (ή, πιο δόκιμα, «οικουμενικοί») διδάσκαλοι. Ανάμεσα στους σημαντικότερους είναι χωρίς αμφιβολία δύο Ρώσοι, ο άγιος Σιλουανός ο Αθωνίτης (1866-1934) και ο μαθητής και βιογράφος του γέροντας Σωφρόνιος Σαχάρωφ (1896-1993), ιδρυτής της μονής του Τιμίου Προδρόμου στο Έσσεξ της Αγγλίας, ενός από τα σπουδαιότερα κέντρα της ορθόδοξης πνευματικότητας στο δυτικό κόσμο.
Οι δύο αυτοί χριστιανοί διδάσκαλοι καταθέτουν τη δική τους εμπειρία για τα ψευδοβιώματα, αντίγραφα των αληθινών, που συνιστούν πειρασμούς:
Ως αρχάριος αγωνιστής (δόκιμος μοναχός ακόμη) ο άγιος Σιλουανός γνώρισε τουλάχιστον δύο φορές βιώματα πλάνης. Τη μία φορά, ενώ προσευχόταν στο κελλί του, ο χώρος «γέμισε από ένα ασυνήθιστο φως, που διαπέρασε ακόμη και το σώμα του, έτσι που είδε τι ήταν μέσα από το θώρακά του. Ο λογισμός τού λέει: “Δέξου το, είναι η χάρη”. Η ψυχή όμως του δόκιμου ταράχθηκε και έμεινε σε μεγάλη απορία. Η προσευχή συνέχισε να ενεργείται μέσα του και μετά από αυτό, αλλά το πνεύμα της συντριβής απομακρύνθηκε τόσο, που σε ώρα προσευχής του ήρθε γέλιο. Χτύπησε δυνατά το μέτωπο με τη γροθιά του. Το γέλιο έπαψε, αλλά το πνεύμα της μετάνοιας δεν ξαναγύρισε και η προσευχή του συνεχίσθηκε χωρίς κατάνυξη. Τότε κατάλαβε πως του συνέβη κάτι ανάρμοστο» (6).
Την άλλη φορά, κατά την ώρα της λειτουργίας, ένιωσε ότι άνοιξαν οι ουρανοί και άκουσε τον προφήτη Δαβίδ από τον παράδεισο να υμνεί το Θεό. Αντιλαμβανόμενος ότι πρόκειται περί απάτης, ο άγιος αρνήθηκε και αυτό το βίωμα.
Ας σημειωθεί ότι το γέλιο, που ο άγιος αξιολόγησε όχι ως αποτέλεσμα αυθεντικής θεϊκής χαράς, αλλά ως «ανάρμοστο» ψυχοσωματικό ξέσπασμα, υπενθυμίζει το «γέλιο του Αγίου Πνεύματος», που καταγράφεται ως «πνευματικό βίωμα» στο κίνημα των «αναγεννημένων χριστιανών»:
«Ήμουν τόσο χαρούμενος, που το μόνο που μπορούσα να κάνω ήταν να γελώ σωριασμένος στο πάτωμα». «Άρχισα να γελώ… Ήθελα μόνο να γελώ και να γελώ, όπως κάνεις όταν νιώθεις τόσο καλά, που δε μπορείς να μιλήσεις γι’ αυτό. Κρατούσα τα πλευρά μου και γελούσα ώσπου διπλώθηκα στα δύο» (7).
6. Ο γέροντας Σωφρόνιος
Ο μέγας γέρων Σωφρόνιος του Έσσεξ, στο κύκνειο άσμα του, τη συγκλονιστική αυτοβιογραφική και βαθιά θεολογική μελέτη Οψόμεθα τον Θεόν καθώς εστί, αναφέρει:
«Από των παιδικών μου χρόνων απέκτησα την συνήθειαν να προσεύχωμαι. Πρωΐαν τινά όμως, εις τινά οδόν της Μόσχας, εσφηνώθη εις τον νουν μου η σκέψις: δεν είναι δυνατόν το απόλυτον να είναι “πρόσωπον”. […] Έκτοτε […] ήρχισα να αποσπώμαι από της προσευχής και να στρέφωμαι προς διαλογισμόν εξωχριστιανικού τύπου. Συντόμως, μετά τούτο, κατά τινα νύκτα αφυπνίσθην δι’ ακαταλήπτου τρόπου. Είδον το δωμάτιόν μου πλήρες ανομοιογενούς, τεθλασμένου και παλλομένου φωτός. Η ψυχή μου εταράχθη. Ησθάνθην αποστροφήν προς το όραμα τούτο. Μάλλον ειπείν, δυσφορίαν τινά μεμιγμένην μετά τινος τρόμου, ομοίως προς φόβον τον οποίον προκαλεί όφις εισερχόμενος έρπων εις οικίαν. Εξήλθον εκ του δωματίου μου εις την τραπεζαρίαν, διήλθον εκεί λεπτά τινα και κατόπιν επανήλθον εις την κλίνην μου. Δεν υπήρχε πλέον φως και εκοιμήθην εκ νέου.
»Ολίγον βραδύτερον, κατά την περίοδον της ασκήσεως του υπερβατικού διαλογισμού, εις ον εσημείωσα πρόοδον ως προς την αυτοσυγκέντρωσιν, είδον την διανοητικήν μου ενέργειαν ομοίαν προς φως, ουχί ισχυρόν. Το φως τούτο ευρίσκετο εντός της κρανιακής κοιλότητος και πέριξ αυτής. Η καρδία όμως δεν συμμετείχεν εις αυτό, ζώσα κεχωρισμένως από του εγκεφάλου.
»Μετά παρέλευσιν πολλών ετών αφ’ ότου επεσκέφθη εμέ το έλεος του Υψίστου Θεού [σ.σ: μετά την επιστροφή του στο χριστιανισμό], παρετήρησα ότι το άκτιστον Φως [σ.σ: το αληθινό φως του Θεού] είναι ήρεμον, ακέραιον, ομοιογενές. Ενεργεί επί του νοός, επί της καρδίας, εισέτι δε και επί του σώματος. Κατά την θεωρίαν αυτού [σ.σ: κατά την όρασή του] όλη η ύπαρξις ημών ευρίσκεται εν καταστάσει, την οποίαν η “γη” δεν γνωρίζει. Αυτό το Φως είναι φως αγάπης, φως συνέσεως, φως αθανασίας και θαυμαστής ειρήνης.
»Μετά την εκ νέου εις Χριστόν στροφήν μου, η “ανατολική” εμπειρία μου, ήτις διήρκεσε περίπου επτά ή οκτώ έτη, εφάνη εις το πνεύμα μου ως το πλέον φοβερόν έγκλημα κατά της αγάπης του Θεού…» (8).
Ας σημειωθεί ότι, κατά τους Πατέρες της Εκκλησίας, ο άνθρωπος, όπως και ο άγγελος, ως δημιουργημένος κατ’ εικόνα Θεού, είναι φωτεινό ον. Γι’ αυτό, κατά τη διάρκεια έντονης πνευματικής (μυστικιστικής) εργασίας είναι πιθανόν να δει το όραμα του δικού του νοητού φωτός. Αυτό μπορεί να του προκαλέσει σύγχυση και να νομίζει ότι βρέθηκε σε κατάσταση «φώτισης», ενώ η φώτιση έρχεται με την όραση του άκτιστου Φωτός του Θεού, η οποία επιτυγχάνεται με την καλλιέργεια της ταπείνωσης και της σταυρικής αγάπης και όχι με την εφαρμογή κάποιας τεχνικής.
Κατά μία άποψη, η πτώση του Εωσφόρου συντελέστηκε επειδή ο εκπεσών αρχάγγελος γοητεύτηκε ενατενίζοντας το φως του, το οποίο θεώρησε ίσης ποιότητας με το Φως του Θεού και ο εγωισμός που γεννήθηκε εντός του τον εκτόξευσε μακριά από το Θεό, επειδή ο Θεός είναι Ταπείνωση.
Η διάκριση των πνευμάτων
Όπως η χάρη του αληθινού Θεού μπορεί να εμφανιστεί παντού, άσχετα από την ιδέα που έχεις για το «τι είναι ο Θεός» (γι’ αυτό και παρατηρούμε αληθινά θαύματα σε αγνούς ανθρώπους και εκτός του χριστιανισμού), έτσι και η πλάνη μπορεί να εμφανιστεί παντού, γι’ αυτό και παρατηρούμε ψεύτικα θαύματα και βιώματα και εντός του χριστιανισμού.
Με ποιο τρόπο μπορούμε να αποφύγουμε την πλάνη;
«Οι άγιοι διδάσκαλοι του χριστιανικού αγώνα ζητούν από τους ευσεβείς αγωνιστές να μην εμπιστεύονται κανενός είδους εικόνα ή οπτασία που θα εμφανιστεί ξαφνικά μπροστά τους, ούτε ν’ αρχίζουν κουβέντα μαζί της ούτε να της δίνουν καμιά προσοχή. Επίσης τους ζητούν να προφυλάσσουν τον εαυτό τους κατά τη διάρκεια αυτών των εμφανίσεων κάνοντας το σημείο του σταυρού, να κλείνουν τα μάτια τους και, με ακλόνητη επίγνωση της αναξιότητας και της ακαταλληλότητάς τους να βλέπουν άγια πνεύματα, να ικετεύουν το Θεό ζητώντας Του να τους προστατεύει απ’ όλες τις παγίδες και τις πλάνες που με πανουργία επινοούν εναντίον των ανθρώπων τα μοχθηρά πνεύματα» τονίζει ο μεγάλος Ρώσος άγιος του 19ου αιώνα Ιγνάτιος Μπριαντσιανίνωφ (9).
Οι μυημένοι στις διάφορες τεχνικές του ανατολικού μυστικισμού, κατά κανόνα, επιδιώκουν ως πνευματική πρόοδο την ανάδειξη δυνάμεων, που θεωρούνται κρυμμένες στο «εσώτερο είναι» του ανθρώπου. Πρόκειται για δυνάμεις (σίντι) που ποικίλουν, από σχετικά απλές, όπως η εκπομπή «κυμάτων θετικής ενέργειας», έως «προχωρημένες», όπως το ξύπνημα και η διαχείριση της ενέργειας κουνταλίνι. Τηλεπαθητικές και τηλεκινητικές ικανότητες, αστρικά ταξίδια, θέαση και ανάγνωση της αύρας κ.τ.τ. είναι μερικές από τις ιδιότητες, με τις οποίες «επιβραβεύεται» η σωστή και ακριβής εφαρμογή των ανατολικών τεχνικών.
Αντίθετα, οι χριστιανοί αποφεύγουν την απόχτηση «ξεχωριστών δυνάμεων» και «χαρισμάτων». Με κανένα τρόπο δεν τα επιδιώκουν και, αν συμβούν στη ζωή τους, δεν τα καλλιεργούν. Δεν τα θεωρούν δικά τους, αλλά δώρα του Θεού – αλλά και πιθανόν παγίδες του εχθρού. Γι’ αυτό και τα αποκρούουν. Ακόμη και εξαιρετικά έμπειροι ασκητές, που έχουν περάσει από τις παγίδες και τα μιμητικά βιώματα και μπορούν να διακρίνουν τα γνήσια από τα πλαστά, κατά κανόνα τα δέχονται μετά από εξομολόγηση.
Η εξομολόγηση, κατά τους αγίους χριστιανούς διδασκάλους, είναι απόλυτα απαραίτητη σε περίπτωση που ένας άνθρωπος αρχίσει να βιώνει «ξεχωριστές» και «υπερφυσικές» καταστάσεις στη ζωή του, ιδιαίτερα αν είναι καταστάσεις «ευχάριστες» ή «αποτελεσματικές». Το δρόμο του χριστιανισμού δεν τον βαδίζεις μόνος. Και ο πιο πολύτιμος σύντροφός σου (ο αντίστοιχος του γιατρού, όχι μόνο για ηθικά αλλά γενικώς για πνευματικά θέματα) είναι ο εξομολόγος σου. Αν ο εξομολόγος σου δεν είναι κατάλληλος για σένα, άφησέ τον και αναζήτησε άλλον. Αναζητώντας με ταπείνωση και προσευχή, κι όχι με την κρυφή επιθυμία να βρεις κάποιον που να «αναγνωρίσει την αξία και το μεγαλείο σου», θα συναντήσεις τον κατάλληλο – όχι βέβαια επειδή «το σύμπαν» θα συνωμοτήσει για να πέσεις πάνω του, αλλά επειδή ο Θεός θα σου τον στείλει (10).
Ο άγιος Μακάριος ο Αιγύπτιος, ο Μέγας, αντιστάθηκε πέντε χρόνια στο λογισμό που τον καλούσε να εισέλθει στο εσωτερικό της ερήμου, «λέγων μήπως από δαιμόνων εστίν». Και μόνο όταν είδε ότι ο λογισμός επέμενε, παρά την αντίστασή του (που προφανώς περιελάμβανε και «καρδιακή προσευχή» και νηστεία και συμμετοχή στα άγια μυστήρια), μπήκε στην έρημο, όπου συναντήθηκε και συνομίλησε με τους δύο γυμνούς ασκητές. Και τότε ακόμη, δίστασε να τους μιλήσει, μήπως είναι πνεύματα. Και τελικά, όταν επέστρεψε, ευκαιρίας δοθείσης, εξομολογήθηκε το γεγονός παρουσία των γερόντων της συντροφιάς του αγίου Παμβώ (11).
Διφορούμενοι λογισμοί, που καλούν τον αγωνιστή «να εισέλθει στην έρημο» για «μεγαλύτερη άσκηση», είναι κάτι συνηθισμένο στους μοναχούς. Παρόμοια με τον άγιο Μακάριο, δεκαπέντε αιώνες αργότερα, ο άγιος Σιλουανός πολέμήσε έναν τέτοιο λογισμό, που (αντίθετα με την περίπτωση του αγίου Μακαρίου) αποδείχτηκε παγίδα: «Ο λογισμός τού πρότεινε: “Πήγαινε στην έρημο, ντύσου σάκκο και σώζου εκεί”. “Καλά” απάντησε εκείνος, “θα πάω στον ηγούμενο να ζητήσω την ευλογία του”. “Μην πηγαίνεις, ο ηγούμενος δεν θα ευλογήσει” λέει ο λογισμός. […] “Αν ο ηγούμενος δεν ευλογεί, άρα δεν με σπρώχνεις προς το καλό”… Και με ισχυρή θέληση από το βάθος της ψυχής του, είπε: “Εδώ θα πεθάνω για τις αμαρτίες μου”» (12)
Ο άγιος γέροντας Παΐσιος ο Αγιορείτης (1924-1994), που έζησε μια οκτάωρη επίσκεψη της αγίας μεγαλομάρτυρος Ευφημίας και είδε σε όραμα τα φοβερά της μαρτύρια, δοκίμασε την αγία ζητώντας της να ψάλει το δοξαστικό της εορτής της Αγίας Τριάδας «Δεύτε, λαοί, την τρισυπόστατον Θεότητα προσκυνήσωμεν…», παρόλο που συνοδευόταν από την Παναγία και τον άγιο Ιωάννη τον Ευαγγελιστή.
Η αγία Πελαγία της Τήνου, που ανακάλυψε την εικόνα της Παναγίας, και ο γέροντας Νέστορας Διονυσιάτης (1872-1957), ανακαινιστής της μονής Κουμπέ, στο Ρέθυμνο, αρνήθηκαν τα όνειρα και τα οράματα που τους καλούσαν να ενεργήσουν, μέχρι που τελικά πείστηκαν ότι προέρχονταν από το Θεό.
Πλήθος παρόμοιων περιπτώσεων καταγράφεται στα αρχαία και σύγχρονα ασκητικά βιβλία όλων των ορθόδοξων λαών, καθώς και πλήθος άλλων, που ενέδωσαν στον πειρασμό με ανεπανόρθωτες συνέπειες. Επιβεβαιώνεται έτσι η υπόδειξη του αγίου Γρηγορίου του Σιναΐτη (14ος αι.): «Μην παρασύρεστε τόσο γρήγορα από αυτό που βλέπετε, αλλά να έχετε βαρύτητα και, δοκιμάζοντας τα πάντα με προσοχή, δεχτείτε το καλό και απορρίψτε το κακό. Πάντα πρέπει να δοκιμάζετε και να εξετάζετε και μονάχα μετά να πιστεύετε».
Η άρνηση των «χαρισμάτων»
Ο χριστιανός, είτε είναι λαϊκός είτε ιερέας είτε μοναχός, ασκείται μόνο σε έναν αγώνα: στην εντός του αύξηση, κατ’ αρχάς, της ταπείνωσης (εννοείται, ειλικρινούς, όχι υποκριτικής) και, κατά δεύτερον, της αγάπης, που απορρέει από την ταπείνωση. Η αγάπη αυτή είναι σταυρική: κατευθύνεται «οριζόντια» προς το συνάνθρωπο και «κάθετα» προς το Θεό. Καμία άλλη αγωνία δεν τον τυραννά, τίποτε άλλο δεν επιδιώκει και, αν στο βάθος θα ήθελε μια ανταμοιβή, δεν είναι παρά η συγχώρηση των αμαρτιών του και η συνάντηση με το Θεό στον παράδεισο.
Ο άσωτος υιός επιθυμούσε να τον συγχωρήσει ο Πατέρας και να τον τοποθετήσει ανάμεσα στους δούλους του, όχι να του φορέσει πολυτελή ενδύματα και να τον αποκαταστήσει στην τιμητική του θέση ως υιό του. Άσχετα αν ο Πατέρας, από την αμέτρητη αγάπη που υπερβαίνει τη δικαιοσύνη Του, τον αποκατέστησε πλήρως χωρίς καν να περιμένει την αίτηση συγγνώμης του (έπρεπε βέβαια πρώτα ο νέος να επιστρέψει προς τον Πατέρα οικειοθελώς, αλλιώς θα παρέμενε στην ξενιτιά να πεθάνει, αγκαλιά με την ανύπαρκτη πλέον «περιουσία του»). Ο άσωτος υιός είμαι εγώ, είσαι εσύ, εκτός αν θεωρώ πως είμαι αναμάρτητος – και πώς μπορώ να το ξέρω χωρίς ενδελεχή μελέτη της καρδιάς μου, όχι από τον εαυτό μου, αλλά από έναν έμπειρο και κατά το δυνατόν άγιο, εξομολόγο, φυσικά ορθόδοξο χριστιανό; Στην περίπτωση αυτή δεν ισχύει το «πίστεψε τον εαυτό σου» και «εμπιστέψου τις επιθυμίες σου» ή «άκου τη δίψα σου», αλλά, αντίθετα, «μην εμπιστεύεσαι τον εαυτό σου, γιατί δεν τον βλέπεις. Χρειάζεσαι έναν καθρέφτη για να τον δεις».
Δε φαντάζεται ποτέ ο αληθινά ώριμος χριστιανός ότι μπορεί να αξιωθεί να γίνει «χαρισματούχος» ή «θαυματουργός» ενώ ζει. Άλλωστε η φαντασία θεωρείται επικίνδυνη σύντροφος της πνευματικής ζωής, γιατί ανοίγει μια πόρτα στην εισβολή λογισμών αμφίβολης προέλευσης: η προσευχή των έμπειρων χριστιανών είναι «αφάνταστη» (χωρίς να φαντάζονται εικόνες ή καταστάσεις μη πραγματικές).
Δεν υπάρχει μέθοδος για την προσευχή, που θα μπορούσε, εφαρμοζόμενη σωστά, να επιφέρει κάποια «επιθυμητά αποτελέσματα». Η λεγόμενη «ψυχοτεχνική μέθοδος» των ησυχαστών, με την οποία βοηθούνται στη συγκέντρωση του νου, για να μπορέσουν να προσευχηθούν, δεν ταυτίζεται με την προσευχή και δεν έχει καμία σημασία για τους έμπειρους. Μόνον η αγάπη πλησιάζει τον άνθρωπο στο Θεό και σκοπός της προσευχής είναι η προσέλκυση της άκτιστης θείας χάρης, ώστε να ενδυναμωθεί ο άνθρωπος στην πλήρη εφαρμογή της εντολής της αγάπης, η οποία αγκαλιάζει και τους εχθρούς και γι’ αυτό, χωρίς θεία ενίσχυση, είναι ακατόρθωτη.
Η ιδέα πολλών σύγχρονων μελετητών ότι οι ησυχαστές π.χ. προσεύχονται «διαλογιζόμενοι πάνω στο όνομα του Ιησού» είναι αποτέλεσμα σύγχυσης του ανατολικού διαλογισμού με τη χριστιανική νοερά προσευχή, που είναι κάτι εντελώς διαφορετικά: πρόσκληση προς τον Ιησού Χριστό να ελεήσει, ως έτερο Πρόσωπο, τον πάσχοντα άνθρωπο.
Ας σημειωθεί ότι ο χριστιανός δεν επιθυμεί να διακριθεί ανάμεσα στους συνανθρώπους του, αλλά αντίθετα να ενωθεί με αυτούς και ξέρει ότι, για να το πετύχει αυτό, χρειάζεται να ταπεινωθεί μέχρι τη λάσπη. Όχι με διάθεση αξιοθρήνητης αυτολύπησης, αλλά επειδή πολλοί από τους συνανθρώπους του είναι ήδη ταπεινωμένοι και εξουθενωμένοι μέχρι τη λάσπη – και μάλιστα ίσως να φέρει και ο ίδιος ευθύνη για μερικούς, εν γνώσει του ή χωρίς να το γνωρίζει. «Εάν είσαι του Χριστού, ταπείνωσε τον εαυτό σου μέχρι του σκώληκος: σάρκωσε τον εαυτό σου στον πόνο του κάθε πονεμένου, στη θλίψη του κάθε θλιμμένου, στο πάθος του κάθε βασανισμένου, στο άλγος του κάθε ζώου και πουλιού», κατά τον άγιο γέροντα Ιουστίνο Πόποβιτς (Σερβία, 1894-1979).
Γι’ αυτό το λόγο (και για πολλούς και σοβαρούς άλλους λόγους) παραμένει πάντοτε συνδεδεμένος με τα μυστήρια της Εκκλησίας. Συμμετέχοντας στο μυστικό δείπνο (13) της θείας Μετάληψης ενώνεται με όλους τους αδελφούς του, που κοινωνούν από το ίδιο Σώμα και Αίμα Χριστού, είτε είναι πρυτάνεις είτε αγράμματοι χωρικοί ή ζητιάνοι ή ασθενείς ή ψυχασθενείς ή παράλυτοι ή ακόμη και εγκληματίες. Κάθε υποψία ανωτερότητας, καθώς συμμετέχει στη θεία Μετάληψη, προκαλεί στην καρδιά του σκιές εγωισμού, που μπορούν να του στοιχίσουν την απώλεια της θείας χάρης, επειδή (κατά το γέροντα Σωφρόνιο) ο Θεός είναι απόλυτα καθαρός και ταπεινός και, παρόλο που η χάρη Του ενοικεί στον καθένα μας, όμως μόνο σε απόλυτα καθαρές και ταπεινές καρδιές είναι δυνατόν να δοθούν τα χαρίσματά Του. Μια αμυχή εγωισμού στην καρδιά μου μπορεί, αντίθετα, να προσελκύσει άλλα «χαρίσματα», ακριβώς όμοια με τα θεϊκά, που θα με βοηθήσουν να αναδειχθώ σε μεγάλο «θαυματουργό», «θεραπευτή» και «διδάσκαλο», αλλά θα με έχουν κάνει να ξεχάσω πόσο ταπεινός είναι ο Θεός, να ξεχάσω να ταπεινώνομαι μέχρι τη λάσπη –διότι αυτή η λάσπη είναι οι γονατισμένοι και εξουθενωμένοι αδελφοί μου.
«Θ’ αρχίσουν τότε –να φυλάει ο Θεός– οι “οράσεις”, οι “χαρισματικές” επισκέψεις. Όλα θα πάνε σχετικά εύκολα, η αγρυπνία, η νοερά προσευχή, η εγκράτεια στην τροφή και, εν συντομία, η πορεία προς την τελειότητα». «Ο εχθρός θα τον παρακινεί σε αγώνες που δεν ανταποκρίνονται στις δυνάμεις του και συνεχώς θα του ψιθυρίζει: δες αυτό, δες εκείνο, να η χάρη, να η τελειότητα, να εκείνος ο γνόφος ή το φως ή η αλήθεια κ.ο.κ. Με αυτά λοιπόν θα τον οδηγήσει προς την ολοκληρωτική απώλεια, εισάγοντας στη θέση της αλήθειας την πλάνη ή γεμίζοντας το νου και την καρδιά του με οίηση και θα τον κάνει ανίκανο να δεχτεί τη χάρη του Θεού, που είναι πάντοτε έτοιμη να μας επισκεφτεί…». «Ένα μόνο κατάλαβα, ότι δεν πρέπει ποτέ ο άνθρωπος να ορμά προς τα οράματα, προς τη θεωρία [=θέα του Θεού], προς τις υψηλές κατακτήσεις. Όλα αυτά είναι ο δρόμος της πλάνης… Μην επιθυμείτε οράματα, ακόμα και την ώρα των οραμάτων» (Σωφρόνιος) (14).
Στις 8.6.2007 εμφανίστηκε σε γνωστή μεσημβρινή τηλεοπτική εκπομπή ο θεραπευτής Έρικ Περλ (15), που, καθώς δήλωσε, είναι προικισμένος με την ικανότητα να θεραπεύει ασθένειες με την ενέργεια που εκπέμπεται από τα χέρια του. Αυτοτιτλοφορήθηκε «χειροπράκτης». Αφηγήθηκε όμως κάτι παράξενο: την ημέρα που αντιλήφθηκε για πρώτη φορά τις ξεχωριστές ικανότητες των χεριών του, ένιωθε στο σπίτι του την παρουσία άγνωστων αόρατων προσώπων. Το ίδιο και οι ασθενείς του, την άλλη μέρα στο ιατρείο του (προφανώς είναι και γιατρός).
Ένας στοιχειωδώς προβληματισμένος ορθόδοξος χριστιανός θα είχε να ρωτήσει τον αδελφό μας Ε. Περλ το εξής: Πώς, αδελφέ μου, δεν υποπτεύεσαι ότι το «χάρισμα», που εμφάνισες ξαφνικά, ίσως είναι «δώρο» κάποιων ύποπτων πνευματικών όντων; Οι μεγάλοι άγιοι διδάσκαλοι του χριστιανισμού λαμβάνουν τέτοια χαρίσματα μετά από πολυετή ασκητικό μόχθο και, όταν τα λάβουν, τα περνούν από ψιλό κόσκινο. Εσύ αμέσως υποδέχτηκες την ικανότητά σου με ικανοποίηση. Τώρα, αναζητάς το Θεό; Πιστεύεις ότι χρειάζεσαι μια συνάντηση μαζί Του; Αισθάνεσαι να σου λείπει η χάρη Του και αγωνιάς για την απόκτησή της και τη διατήρησή της μετά το θάνατο; Ή μήπως νιώθεις «ολοκληρωμένος» έτσι όπως είσαι, χωρίς εξομολόγηση, χωρίς θεία κοινωνία, χωρίς εκκλησιασμό, αφού μάλιστα είσαι πεπεισμένος ότι προσφέρεις και θεάρεστη υπηρεσία στους συνανθρώπους σου; Δεν είμαι άξιος να σε κρίνω και εύχομαι ολόψυχα να κάνω λάθος, όμως μπορεί να θεραπεύεις σωματικές ασθένειες πολλών, αλλά να κλείνεις τον εαυτό σου αυτάρεσκα έξω από την πόρτα της αιωνιότητας.
Συμπερασματικά
Αξιολογώντας με τέτοια αυστηρότητα και λεπτότητα, οι άγιοι χριστιανοί διδάσκαλοι του 4ου και 5ου αιώνα μ.Χ. απέρριψαν τα μεθοδευμένα πνευματικά βιώματα των μεσσαλιανών (ευχιτών, δηλαδή «προσευχόμενων»), και οι σύγχρονοι ορθόδοξοι άγιοι διδάσκαλοι απορρίπτουν την επίσης μεθοδευμένη πνευματική εμπειρία των πεντηκοστιανών και των πάσης φύσεως «χαρισματικών» ή «αναγεννημένων» χριστιανών, καθώς και την πνευματικότητα των διαφόρων πνευματιστών και διδασκάλων που μας έρχονται δεξιόθεν και αριστερόθεν. Όχι διότι οι τεχνικές τους «δεν είναι πραγματικές» ή «δεν αποδίδουν», αλλά ακριβώς επειδή είναι πραγματικές και αποδίδουν, αλλά με ύποπτες «πηγές ενέργειας».
Στην παγκόσμια ιστορία της αγιότητας, καταγράφονται πολλοί μάγοι που αποστράφηκαν την αρχαία τέχνη τους και προχώρησαν στο χριστιανισμό, όχι γιατί η μαγεία τους «ήταν ψεύτικη», αλλά γιατί διαπίστωσαν ότι δεν τους οδηγούσε στο αιώνιο φως του Τριαδικού Θεού. Τέτοιοι μάγοι ήταν άγιος μάρτυρας Γάργαλος, που προσηλυτίστηκε στη φυλακή από τον άγιο πρίγκιπα μεγαλομάρτυρα Γοβδελαά τον Πολύαθλο τον Πέρση και μαρτύρησε κι αυτός (4ος αι.), ο άγιος Αθανάσιος ο από μάγων, που μαρτύρησε μαζί με τον άγιο Γεώργιο (303 μ.Χ.), ο ανώνυμος μάγος που έδωσε το δηλητήριο στον άγιο μεγαλομάρτυρα Ερμεία (2ος αι.) και, βλέποντας ότι δεν έπαθε τίποτε, ομολόγησε πίστη στο Χριστό και επίσης θανατώθηκε. Και ο γνωστότερος και ισχυρότερος όλων, ο άγιος μεγαλομάρτυρας Κυπριανός, που κατέληξε επίσκοπος της Αντιόχειας της Πισιδίας, αφού η μαγεία του νικήθηκε από μια ταπεινή μοναχή.
Ανάλογες περιπτώσεις υπάρχουν και στην εποχή μας, όπως ο μεγάλος Ρώσος πνευματιστής Βλαντιμίρ Μπύκωφ, που εγκατέλειψε την τέχνη του μετά από τη γνωριμία του με τους αγίους πνευματικούς πατέρες της μονής Όπτινα και συνέγραψε το κλασικό βιβλίο Ήρεμα καταφύγια για την ανάπαυση κάθε βασανισμένης ψυχής. Στη συνέχεια χειροτονήθηκε ιερέας και το 1924 ή 25 θανατώθηκε για την ορθόδοξη πίστη του από το σοβιετικό καθεστώς (16).
Δε χρειάζεται να κλείσω με κάποιο «εμπνευσμένο» ή εξεζητημένο επίλογο. Το Πνεύμα του Θεού είναι ξεκάθαρο και γνωρίζουμε από τους αγίους διδασκάλους του χριστιανισμού τους τρόπους, με τους οποίους εμφανίζεται και ενεργεί, αλλά και τους τρόπους, με τους οποίους αποκτάται. Κάθε άνθρωπος είναι ελεύθερος να ακολουθήσει τις προτιμήσεις και τις επιλογές του – ελεύθερος ακόμη και να πλανηθεί, ακόμη και να περιπλακεί σε καταστάσεις οδυνηρές, ακόμη και να αμαρτήσει φρικτά. Καλό είναι να το αποφύγει, γιατί πιθανότατα θα χάσει την υπαρκτή και ανεκτίμητη αιωνιότητα του παραδείσου. Ας μη νομίζει ότι «θα βρει το δρόμο να επιστρέψει», τσακισμένος αλλά «πλήρης εμπειριών», για να συνεχίσει τη ζωή του σοφότερος ή ικανοποιημένος από τις εμπειρίες του. Οι αρχαίοι μύθοι όλων των λαών και τα σύγχρονα αστυνομικά δελτία αποτελούν πλούσια συλλογή από «βέβαιους» και «σθεναρούς» ανθρώπους, που δεν επέστρεψαν, αλλά έμειναν εκεί και μάλιστα νεκροί ή ψυχικά νεκροί.
Αν όμως ένας αδελφός μας δεν το απέφυγε, ποτέ δεν είναι αργά: το πετραχήλι του παπά τον περιμένει, αρκεί να δεχτεί να κάμψει ελαφρώς τον αυχένα του, για να ανυψωθεί στη συνέχεια μέχρι τους ουρανούς.

Σημειώσεις

  1. Βλ. την εξαίρετη μελέτη του Ίκαρου Πετρίδη Εμπαίζοντες – Ημείς μωροί διά Χριστόν, Μορφή Εκδοθείτω, Αθήνα 2008, σελ. 42-43 και 46-48, καθώς και http://www.pigizois.net/index2.htm (όπου και η εικόνα του).
  2. Η περίπτωσή του δημοσιεύεται και σχολιάζεται στο σύντομο βιβλίο του π. Σεραφείμ Ρόουζ Η αποκάλυψη του Θεού στην ανθρώπινη καρδιά (διάλεξη στο πανεπιστήμιο της Σάντα Κρουζ το 1981), Εγρήγορση 2004, και στο διαδίκτυο: http://www.phys.uoa.gr/~nektar/orthodoxy/gerontikon/seraphim_rose_revelation_of_god_into_human_heart.htm και http://www.pigizois.net/index2.htm.
  3. Βλ. http://www.pigizois.net/index2.htm, ενότητα «Πνευματικοί Λόγοι: Λόγια Αθωνιτών Πατέρων (β΄ εκατοντάδα)».
  4. Αρχιμανδρίτου Σωφρονίου (Σαχάρωφ), Ο Άγιος Σιλουανός ο Αθωνίτης, Ιερά Μονή Τιμίου Προδρόμου, Έσσεξ Αγγλίας 2003, σελ. 28.
  5. Οι αναφορές από το π. Σεραφείμ Ρόουζ Η ορθοδοξία και η θρησκεία του μέλλοντος, ό.π., σελ. 197-198. Εκεί περιλαμβάνεται και εκτενής θεολογικός σχολιασμός.
  6. Αρχιμανδρίτου Σωφρονίου (Σαχάρωφ), Οψόμεθα τον Θεόν καθώς εστί, Ιερά Μονή Τιμίου Προδρόμου, Έσσεξ Αγγλίας 1996, σελ. 49-50.
  7. Η παραπομπή από το π. Σεραφείμ Ρόουζ, Η ψυχή μετά το θάνατο – οι μεταθανάτιες εμπειρίες στο φως της ορθόδοξης διδασκαλίας, εκδ. Μυριόβιβλος.
  8. Μια εξαιρετική «εισαγωγή» στο θέμα της εύρεση κατάλληλου πνευματικού (εξομολόγου, γέροντα, πνευματικού πατέρα και διδασκάλου) από το σοφό και συνετό Αγιορείτη γέροντα Νίκωνα, βλ. στο http://egolpio.wordpress.com/2009/04/20/fnikon/. Αναλυτικά για τη θεραπευτική διάσταση όχι μόνο της εξομολόγησης αλλά συνολικά του εκκλησιαστικού γεγονότος βλ. στην κλασική μελέτη του επισκόπου Ιερόθεου Βλάχου Ορθόδοξη Ψυχοθεραπεία, Ιερά Μονή Γενεθλίου της Θεοτόκου (Πελαγίας), 82004. Εκεί αναφέρεται και η προσευχή του αγίου Συμεών του Νέου Θεολόγου για την εύρεση του κατάλληλου πνευματικού.
  9. Βλ. Μακαρίου του Αιγυπτίου του Αλεξανδρέως τα ευρισκόμενα πάντα. Αποφθέγματα, 238-240. Στο J. Migne, Patrologia Graeca, τ. 34, 237-240.
  10. Αρχιμανδρίτου Σωφρονίου (Σαχάρωφ), Ο Άγιος Σιλουανός ο Αθωνίτης, ό.π., σελ. 26.
  11. Σημειωτέον ότι ο τελευταίος δείπνος του Ιησού με τους μαθητές Του ονομάζεται από τους αγίους Πατέρες «μυστικός», επειδή κατά τη διάρκειά του παραδόθηκε στους ανθρώπους το μυστήριο της θείας Μετάληψης. Ο όρος σημαίνει «μυστηριακός» και όχι «κρυφός». Δεν υπονοείται στην πνευματική μας παράδοση ότι ο Ιησούς και οι μαθητές Του… «κρύφτηκαν» για να δειπνήσουν.
  12. Αρχιμανδρίτου Σωφρονίου (Σαχάρωφ), Αγώνας θεογνωσίας (μετά θάνατον έκδοση της πολυκύμαντης αλληλογραφίας του με το Βρετανό πρώην ρωμαιοκαθολικό πάστορα Δαβίδ Μπάλφουρ), Ιερά Μονή Τιμίου Προδρόμου, Έσσεξ Αγγλίας 2004, σελ. 207, 197, 199.
  13. Στο ΤΜ δημοσιεύτηκαν μόνο τα αρχικά του.
  14. Βλ. την περίπτωσή του και αποσπάσματα από το βιβλίο του στο Όσιος Νεκτάριος, ο τελευταίος μεγάλος στάρετς της Όπτινα, Ιερά Μονή Οσίου Συμεών του Νέου Θεολόγου, Κάλαμος Αττικής 2003, σελ. 115-129 και 132-133.