Ισλάμ, ο καρπός Ιουδαιοχριστιανικών αιρέσεων

Πολλές ιστορίες του Κορανίου αναφέρονται σε χαρακτήρες βιβλικούς: βλέπουμε να παρελαύνουν εκεί ο Μωυσής και ο αδελφός του Ααρών που αντιμετώπισαν τον Φαραώ, ο Νώε και η οικογένεια του που επέζησαν από τον κατακλυσμό, η γυναίκα του Πετεφρή που προσπαθεί να αποπλανήσει τον Ιωσήφ . Βέβαια οι ιστορίες έχουν τροποποιηθεί στρατηγικά από τον Μουχάμμαντ, για να δώσουν το μήνυμα ότι δεν ήταν μόνο παρόμοιος με εκείνους τους αρχαίους ήρωες, αλλά και μεγαλύτερος και καλύτερος. Πώς, όμως, ο Μουχάμμαντ έμαθε τις ιστορίες αυτές;

Για τους μουσουλμάνους, δεν υφίσταται ζήτημα του πώς ο Μουχάμμαντ έμαθε αυτές τις ιστορίες από τις Εβραϊκές Γραφές: του τις είπε ο Αλλάχ, που ήξερε τις ιστορίες καλύτερα από τον καθένα. Υπάρχουν όμως και άλλες απόψεις για το θέμα, όπως αυτή που θα εξετάσουμε σε τούτο το άρθρο.

Τριάντα χρόνια πριν, ένας Λιβανέζος Μαρωνίτης ιερέας με το ψευδώνυμο Αμπού Μούσα αλ-Χαρίρι (Abu Musa al-Hariri)  που μελέτησε για πολλά χρόνια πηγές αρχαίων ισλαμικών και χριστιανικών κειμένων, εξέδωσε ένα μικρό βιβλίο με τίτλο « Al-Qiss wa al-Nabi», δηλ. «Ο Ιερέας και ο προφήτης». (Nabi σημαίνει Προφήτης, και το Qiss μεταφράζεται ως Ιερέας, εφημέριος ή  πάστορας σε διάφορες χριστιανικές παραδόσεις). Το βιβλίο είναι μια ανάλυση της σχέσης που υπήρχε μεταξύ του Μουχάμμαντ και του εξαδέλφου της πρώτης συζύγου του της Χαντίτζα, του Εβιωνίτη ιερέα Waraqa bin Naufal. Το βιβλίο εκδόθηκε στον Λίβανο το 1978, αλλά όπως θα ήταν αναμενόμενο μόλις εμφανίστηκε αποσύρθηκε από τα ράφια των βιβλιοθηκών και των βιβλιοπωλείων, και δεν κυκλοφορεί πια. (Υπάρχει στα αραβικά εδώ: http://www.muhammadanism.org/Arabic/book/hariri/priest_prophet_book.pdf)
Πριν από μερικές εβδομάδες, ο συγγραφέας του βιβλίου έδωσε συνέντευξη στην αραβική τηλεόραση, στην εκπομπή «Τολμηρή ερώτηση» (Daring Question, δείτε την εκπομπή στα αραβικά εδώ: http://islamexplained.com/DaringQuestionEpisode153/tabid/1478/Default.aspx ). Η συνέντευξη έγινε τηλεφωνικά, καθώς αυτός δεν ήταν σε θέση να ταξιδέψει από το Λίβανο στο στούντιο. Για πρώτη φορά ο συγγραφέας αυτοπροσδιορίστηκε ως ο πατέρας Ιωσήφ αλ-Καζί (Joseph al-Qazi), και εξήγησε τις ιδέες που βρίσκονται στο βιβλίο του. Αυτές θα σας παρουσιάσουμε περιληπτικά σ’ αυτό το άρθρο.

Πριν συνεχίσουμε όμως με το βιβλίο, θα κάνουμε μια παρένθεση, για να πούμε κάποια πράγματα για τους Ιουδαιοχριστιανούς και τις διάφορες αιρετικές ομάδες που ξεπήδησαν από αυτούς.

Ιουδαιοχριστιανοί ονομάζεται μια μερίδα χριστιανών με εβραϊκή καταγωγή, οι οποίοι ήθελαν να συνεχίσουν να τηρούν το νόμο του Μωυσή. Από αυτούς, οι «Ιουδαΐζοντες» ζητούσαν να επιβάλλουν τον Μωσαϊκό νόμο και σε χριστιανούς που προέρχονταν από εθνικούς, και να υπάρχει διαχωρισμός μεταξύ χριστιανών εξ Ιουδαίων και χριστιανών εξ Εθνικών. Οι «Ναζαρηνοί» θεωρούσαν ότι οι χριστιανοί εξ Εθνικών δεν χρειαζόταν να τηρούν τον μωσαϊκό νόμο, αλλά οι εξ Εβραίων έπρεπε να το κάνουν. Μερικοί Ιουδαιοχριστιανοί ανέμειξαν στα πιστεύω τους γνωστικιστικά στοιχεία όπως η λατρεία αγγέλων. Στην προς Κολοσσαείς επιστολή, (Κολ. 2:16-18) ο απόστολος Παύλος προειδοποιούσε τους αναγνώστες του για ανθρώπους που προσπαθούσαν να τους επιβάλλουν το Μωσαϊκό νόμο ή να τους μυήσουν σε γνωστικιστικές πρακτικές, όπως η λατρεία των αγγέλων. Η προς Εβραίους επιστολή επίσης αναδεικνύει την ανωτερότητα του Υιού έναντι των αγγέλων (Εβρ. 1:1-14), ενώ στοιχεία κατά των Γνωστικών υπάρχουν και στο ευαγγέλιο και τις επιστολές του Ιωάννη.

Ανάμεσα στους Ιουδαιοχριστιανούς δημιουργήθηκαν με την πάροδο του χρόνου διάφορες αιρετικές  ομάδες:

*Η αίρεση των Εβιωνιτών συζητήθηκε και σχολιάστηκε από τους πρώτους χριστιανούς λογίους και επισκόπους όπως ο Ειρηναίος, ο Επιφάνιος και ο Ωριγένης. Κάποιοι πίστευαν ότι το όνομα Εβιωνίτες προερχόταν από κάποιο υποτιθέμενο ηγέτη τους ονόματι Εβιών στην Πέλλα της Δεκάπολης της Ιορδανίας, γιατί συνήθως οι αιρέσεις ονομάζονταν από το όνομα του ιδρυτή τους. Άλλοι λένε ότι οι Εβιωνίτες (εβραϊκά «Εβιωνίμ», που σημαίνει «Φτωχοί») αποκαλούνταν έτσι με βάση τις διδασκαλίες του Ιησού για την τιμητική θέση των φτωχών: «Μακάριοι εσείς οι φτωχοί, γιατί δική σας είναι η Βασιλεία του Θεού» (Λουκά 6:20), βασισμένες στο Ησαΐας 66:2 («Λέει ο Κύριος, σε ποιον λοιπόν θα επιβλέψω; Στον φτωχό και στον συντριμένο στην καρδιά») και άλλα σχετικά εδάφια της Παλαιάς Διαθήκης, που απευθύνονται σε ένα μικρό υπόλοιπο φτωχών πιστών. Αυτή η αίρεση θεωρούσε ότι ο Ιησούς ήταν ένας από τους μεγάλους προφήτες, που δεν ήταν Θεός ή Υιός του Θεού, αλλά έλαβε τις αποκαλύψεις μετά την βάπτισή του από τον Ιωάννη και ως εκ τούτου, το πνεύμα του Μεσσία μπήκε μέσα του μέχρι που σταυρώθηκε. Το μήνυμα του Ιησού περιλάμβανε τη διδασκαλία και το κήρυγμα της αποκάλυψης, αλλά δεν περιλάμβανε τη σωτηρία ή τη συγχώρεση για τις αμαρτίες μας. Μαζί με την Παλαιά Διαθήκη χρησιμοποιούσαν το ευαγγέλιο του Ματθαίου στην πρώτη του μορφή, στα εβραϊκά (ή αραμαϊκά), το οποίο σύμφωνα με τον Επιφάνιο, το αναθεώρησαν και το διαστρέβλωσαν για να ταιριάζει με τα δόγματά τους. Αυτή η αίρεση επέμενε σε συχνές πλύσεις για καθαρισμό, στην αποχή από το κρέας, και στην παροχή βοήθειας και σίτισης προς απόρους, χήρες, και ταξιδιώτες.

*Η αίρεση του Ιουδαιοχριστιανού Κηρίνθου, ο οποίος κατά τον Ιππόλυτο ίσως ήταν Εβιωνίτης, κήρυττε ότι ο ουρανός έμοιαζε με τη ζωή στη γη, κι εκεί το σώμα θα απολάμβανε κάθε πάθος που ήθελε για να ικανοποιηθεί· ότι ο ρόλος του Ιησού ήταν να απαλλάξει τον λαό του από τους Ρωμαίους· ότι το μήνυμα του Ιησού ήταν πολιτικό και κοινωνικό. Πίστευε σε κατά γράμμα χιλιετή βασιλεία του Θεού στη γη και συμφωνούσε με τη διδασκαλία για ενοίκηση του «Μεσσία» μέσα στον Ιησού μέχρι τη σταύρωσή Του.

*Η αίρεση των Ελκεσαϊτών, που προήλθε με τον καιρό από τους Εβιωνίτες, είχε πολλά στοιχεία από τους Γνωστικούς, και τιμούσε κάποιον Ελκασάι ή Ελζάι, ο οποίος το 101 μ.Χ. έλαβε ένα βιβλίο ως θεία αποκάλυψη. Σύμφωνα με τον Ωριγένη, λεγόταν ότι το βιβλίο είχε πέσει από τον ουρανό, ενώ σύμφωνα με τον Ιππόλυτο ο Ελζάι το είχε λάβει από έναν άγγελο που ήταν υιός του Θεού. Η αίρεση κήρυττε ότι ο Ιησούς είναι ένας άνθρωπος και ο Μεσσίας έφυγε από το σώμα του πριν το μαρτύριο, και ότι ο Ιησούς έλαβε την Αγία Γραφή από τον άγγελο Γαβριήλ που τον δίδαξε σοφία και την ικανότητα να προβλέπει το μέλλον. Το Άγιο Πνεύμα για τους Ελκεσαΐτες, ανάλογα με τα γεγονότα, είναι πότε η μητέρα του Ιησού και πότε ο άγγελος Γαβριήλ. Η διαφορά των Ελκεσαϊτών με τους Γνωστικούς ήταν ότι ενώ οι Γνωστικοί (μεταξύ αυτών και ο Κήρινθος) θεωρούσαν ότι τον κόσμο δημιούργησε άλλος Θεός από αυτόν της Καινής Διαθήκης, οι Ελκεσαΐτες θεωρούσαν ότι ήταν ο ίδιος που εκδηλώνεται στην Καινή Διαθήκη.

Κοινό στοιχείο των μεταγενέστερων Ιουδαιοχριστιανών είναι ότι μισούσαν τον απόστολο Παύλο, μια που αυτός είχε καταπολεμήσει αποτελεσματικά τις διδασκαλίες τους για τήρηση του Μωσαϊκού νόμου και  είχε διακηρύξει ότι η περιτομή δεν ωφελούσε σε τίποτα. Γύρω στον 2ο μ.Χ. αι. τον κατηγορούσαν ότι διέστρεψε τον Χριστιανισμό, και διέδιδαν ότι ήταν ένας  Έλληνας που έγινε Ιουδαίος ελπίζοντας να παντρευτεί την κόρη του αρχιερέα, αλλά επειδή δεν τα κατάφερε έγραψε κατά του Σαββάτου και της περιτομής. (Επιφανίου, Πανάριον, 30:36.)

Ο Ειρηναίος αποκαλούσε τους Ιουδαιοχριστιανούς «Ναζαρηνούς» κι έγραφε γι’ αυτούς:

«Εφαρμόζουν την περιτομή, επιμένουν στην τήρηση εκείνων των εθίμων που επιβάλλονται από το Νόμο, και είναι τόσο Ιουδαίοι στον τρόπο ζωής τους, ώστε ακόμη λατρεύουν στραμμένοι προς την Ιερουσαλήμ σαν να ήταν εκεί ο οίκος του Θεού».

Θα ξέραμε πολύ περισσότερα για τους Ιουδαιοχριστιανούς αν είχε διασωθεί το καθ’ Εβραίους ευαγγέλιο, όμως το αντίτυπο που είναι γνωστό ότι υπήρχε στην Βιβλιοθήκη του Ευσεβίου Καισαρείας (ή Ευσεβίου του Παμφίλου) στην Καισάρεια της Παλαιστίνης κάηκε κατά τη λεηλασία της πόλης από τους μουσουλμάνους το 653 μ.Χ.

Μετά το 70μ.Χ. και το 135 μ.Χ., οπότε καταστράφηκε η Ιερουσαλήμ και η επανάσταση των Ιουδαίων κατά των Ρωμαίων έληξε άδοξα, οι Ιουδαιοχριστιανοί μετανάστευσαν σε άλλες περιοχές όπου άσκησαν επίδραση σε διάφορους λαούς.[1] Για παράδειγμα, οι Μανδαίοι ή Ζαβίρ, που με την άφιξη του Ισλάμ στο Ιράκ το 636 μ.Χ. θεωρήθηκαν ως ο τρίτος «λαός της βίβλου», οι μυστηριώδεις Σαβαίοι του Κορανίου, από τον καρμηλίτη ιεραπόστολο Ιωάννη a Jesu ο οποίος τους ανακάλυψε, αλλά και από τους ιστορικούς, θεωρήθηκαν να έχουν σχέση με τους αρχαίους ημεροβαπτιστές  ή μαθητές του Ιωάννη του Βαπτιστή. Στοιχεία της γλώσσας τους υποδεικνύουν αραμαϊκή προέλευση. Ένα από τα κείμενα των Μανδαίων μιλά για τη φυγή των «Ναζαρηνών» ή «Ναζωραίων» από τις περιοχές του Ιορδάνη, κατά την εποχή των ιουδαϊκών πολέμων και της καταστροφής της Ιερουσαλήμ, περίπου το 70 μ.Χ.

Οι χριστιανοί στο Κοράνιο και συγκεκριμένα στα 2:62,111-113, 120, 135, 140, 5:14, 18, 51, 69, 82, 9:30, 12:17 (εδάφια της Μεδίνα) αποκαλούνται «Νασάρα» (نصارى). Ο Ιμπν Καθίρ συσχετίζει τη λέξη «an nasara»,  με τη λέξη «ανσάρ» (βοηθός), καθώς προέρχονται από τα γράμματα-ρίζες NSR, όμως η «ανσάρ» είναι αραβική ενώ το «Νασάρα» έχει υπόβαθρο εβραϊκό. Δίνει κι άλλη μια ετυμολογία για το «Νασάρα», που σχετίζεται με το ότι κατοικούσαν στην An-Nαsira, δηλαδή τη Ναζαρέτ. Δεν μπορούμε να μην παρατηρήσουμε πόσο θυμίζει η λέξη «Νασάρα» το «Ναζαρηνοί» , που χαρακτήριζε τους Εβιωνίτες.

Κλείνουμε την παρένθεση και συνεχίζουμε με τα όσα είπε ο συγγραφέας του βιβλίου «Ο ιερέας και ο προφήτης» στην εκπομπή «Η τολμηρή ερώτηση».

Περιληπτικά και σε ελεύθερη απόδοση, είπε τα εξής:

Ανάμεσα στα πολλά βιβλία που κυκλοφορούσαν στους πρώτους αιώνες της χριστιανικής Εκκλησίας ήταν και το «καθ΄Εβραίους ευαγγέλιο», ένα απόκρυφο που δίδασκε ότι ο Ιησούς ήταν ένας συνηθισμένος άνθρωπος που προικίστηκε με το Άγιο Πνεύμα, όταν βαφτίστηκε από τον Ιωάννη τον Βαπτιστή. Τότε έγινε ο Χρισμένος Μεσσίας, αν και δεν ήταν θεϊκός. Αυτό το Άγιο Πνεύμα παρέμεινε με τον Ιησού μέχρι την ημέρα της Σταύρωσης. Στη συνέχεια απομακρύνθηκε από αυτόν και ο Ιησούς πέθανε, όχι για τις αμαρτίες του κόσμου, αλλά ως ένα συνηθισμένο πρόσωπο.

Καθώς από τη μεριά του Ιουδαϊσμού υπήρχε πλήρης απόρριψη των χριστιανών με εβραϊκή καταγωγή [ως αποστατών και εθνοπροδοτών], κι απ’ τη μεριά του Χριστιανισμού εκκλησιαστικές σύνοδοι συγκαλούνταν στα χριστιανικά κέντρα της Ρώμης, της Ιερουσαλήμ και της Κωνσταντινούπολης για να διαχωρίσουν τη χριστιανική ορθοδοξία από την αίρεση, οι ομάδες που θεωρούνταν από Εβραίους και Χριστιανούς αιρετικές αναγκάστηκαν να μεταναστεύουν όλο και πιο μακριά. Μία από αυτές τις ομάδες, οι Εβιωνίτες, ακολουθούσαν τις διδαχές του καθ΄Εβραίους Ευαγγελίου. Μερικές φορές περιγράφονται ως ιουδαιοχριστιανοί, επειδή συνέχισαν πολλές εβραϊκές θρησκευτικές πρακτικές ενώ δέχθηκαν τον Ιησού ως τον Μεσσία. Μερικοί από αυτές τις ομάδες πήγαν προς τη Μέκκα, στη Σαουδική Αραβία, γενέτειρα του Μουχάμμαντ.

Η αληθινή ιστορία του Μουχάμμαντ δεν ξεκινά με τη γέννησή του, αλλά με τον πρόγονό του τον Κουσάι (Qusay) πέντε γενιές νωρίτερα. Αυτός παντρεύτηκε την κόρη του ηγέτη της φυλής των Κουραϊσιτών, και τελικά ο ίδιος έγινε ο αρχηγός τους. Αγόρασε επίσης το κλειδί για την Κάαμπα, η οποία παρείχε μια πηγή εσόδων που προέρχονταν από την επίσκεψη φυλών που λάτρευαν τα είδωλα τους εκεί. Όταν ο Κουσάι πέθανε έγινε ηγέτης ο γιος του ο Abdel Manaf, τον οποίο με τη σειρά του ακολούθησε ο γιος του Χάσιμ (προ-προπάππος του Μουχάμμαντ). Όπως συμβαίνει με πολλές εκτεταμένες οικογένειες καθώς περνάνε οι γενεές, μία πλευρά έγινε πλουσιότερη από τις άλλες. Ο παππούς του Μουχάμμαντ Αμπντέλ Μουτάλεμπ και ο πατέρας του ο Αμπντάλα ήταν από το φτωχότερο κλαν. Ο ίδιος ο Μουχάμμαντ γεννήθηκε σε εκείνη την πλευρά της οικογένειας, γεγονός που εξηγεί την περιγραφή του στο Κοράνιο ως ένα φτωχό ορφανό ( Κοράνι 93:6-9).

Η πλούσια πλευρά περιλάμβανε μια πλούσια επιχειρηματία που ονομαζόταν Χαντίτζα (Khadija) και τον εξάδελφό της Ουάρακα μπιν Νάουφαλ (Waraqa bin Nawfal). Σε αυτή την πλευρά ακολουθούσαν τις διδασκαλίες των Εβιωνιτών, και ο Ουάρακα μπιν Νάουφαλ ήταν ο κύριος ιερέας τους. Ο συνηθισμένος μουσουλμανικός ισχυρισμός, ότι στις αραβικές φυλές ήταν όλοι Jahiliya ή αδαείς πριν από τον Μουχάμμαντ, δημιουργήθηκε από τους ίδιους τους μουσουλμάνους για να μπει μια σφήνα μεταξύ αυτών και όλων των άλλων. Πολλοί από αυτές τις φυλές ακολουθούσαν διάφορες χριστιανικές και εβραϊκές παραδόσεις.

Ο Ουαράκα μπιν Νάουφαλ, με την ειδική έμφαση που έδιναν οι Εβιωνίτες στη φροντίδα για τους φτωχούς, φρόντισε ιδιαίτερα τον ορφανό Μουχάμμαντ. Τον δίδαξε να διαβάζει και να γράφει, καθώς και να μεταφράζει θρησκευτικά κείμενα από την αραμαϊκή στα αραβικά. Ο μουσουλμανικός ισχυρισμός ότι ο Μουχάμμαντ ήταν αναλφάβητος ήταν άλλος ένας μύθος που δημιουργήθηκε από τους πρώτους μουσουλμάνους προς στήριξη του ισχυρισμού τους ότι το Κοράνιο ήταν μια ειδική αποκάλυψη από τον Θεό. Δεδομένου ότι ο Μουχάμμαντ μεγάλωσε , ο Ουάρακα κάλεσε τον νεαρό να ζήσει μαζί με τους συνεργάτες του για τα θρησκευτικά τους προσκυνήματα. Μία φορά το χρόνο, κατά τη διάρκεια της νηστείας ένα μήνα πριν από το Πάσχα (tahannoth), η ομάδα των νηστευτών ζούσε με λαχανικά, γιαούρτι, και άζυμο ψωμί. Η αναχώρηση περιλάμβανε προσευχή, ενατένιση, επανάληψη και επίκληση του ονόματος του Θεού, και ανάγνωση της Βίβλου στη σιωπή και την πλήρη απομόνωση από τους κατοίκους της Μέκκας. Μετά την νηστεία, θα κύκλωναν την Κάαμπα 7 φορές. Έτσι εκπαιδεύτηκε να λαμβάνει αποκαλύψεις ο Μουχάμμαντ. Εκτός από τον ιερέα Ουάρακα, στο κόμμα περιλαμβάνονταν οι: Abd al-Mutallib (παππούς του Μουχάμμαντ), Othman bin Al Howeireth, Abû Umayya ibn Al-Mughîra (μάλλον ο πατέρας της Ουμ-Σαλάμα, μετέπειτα συζύγου του Μουχάμμαντ), Abdalah bin Jahsh (εξάδελφος του Μουχάμμαντ και αδελφός της μετέπειτα συζύγου του Ζεϊνάμπ). [Σύμφωνα με ιστορικούς του Ισλάμ, συμμετείχε και ο ποιητής Umayya ibn Abî as-Salt, ένας από τους συγγενείς του Μουχάμμαντ, του οποίου την ποίηση ο Μουχάμμαντ αγαπούσε κι έβαλε αποσπάσματά της στο Κοράνι]. Ο Ουάρακα αναγνώρισε τις θρησκευτικές τάσεις του Μουχάμμαντ και τις ηγετικές του ικανότητες, και έλπιζε ότι θα τον διαδεχόταν ως ηγέτης των Εβιωνιτών στη Μέκκα (το ίδιο το Κοράνιο διευκρινίζει ότι, όταν ο Μουχάμμαντ ξεκίνησε να κηρύττει στους φτωχούς της Μέκκας, δεν τους έλεγε για το «Ισλάμ», αλλά για το μονοθεϊσμό του Αβραάμ). Ο Ουάρακα βρήκε στον Μουχάμμαντ απασχόληση στα καραβάνια με καμήλες της εξαδέλφης του Χαντίζα, που πήγαιναν στη Δαμασκό και στη Βασόρα, και αργότερα όταν έγινε 25 ετών κι εκείνη ήταν 40, κανόνισε το γάμο του μαζί της. Ο γάμος έγινε σύμφωνα με τη χριστιανική παράδοση, πράγμα που σήμαινε πως ο Μουχάμμαντ δεν έλαβε καμιά άλλη σύζυγο όσο ζούσε η Χαντίτζα. Τα δύο κλαν συναντήθηκαν κατά την τελετή του γάμου. Έτσι, ο Ουάρακα φρόντισε ο προστατευόμενός του να γίνει πλούσιος, και εν δυνάμει ηγέτης και διάδοχος της θέσης του στην ιεραρχία ως «πατριάρχης» της αίρεσης της Μέκκας.

Ο Μουχάμμαντ είχε πολλές αποκαλύψεις που τον φόβιζαν, επειδή νόμιζε ότι ήταν ο Σατανάς (shaytan) ή κακά πνεύματα που τον παρενοχλούσαν. Η Χαντίζα, βοηθούμενη από τον Ουάρακα, καθησύχασε τον Μουχάμμαντ ότι τον είχε επιλέξει ο καλός αρχάγγελος να κηρύξει το μήνυμα, και ο Ουάρακα ευλόγησε τον Μουχάμμαντ και τον έστειλε να προσηλυτίσει τους ανθρώπους στη Μέκκα. Μερικοί από τους φτωχότερους και εκείνους που βρίσκονταν στη χαμηλότερη κοινωνική βαθμίδα τον ακολουθούσαν. Σε πολλούς ισχυρούς παγανιστές δεν άρεσε το κήρυγμά του, αλλά δεν μπορούσαν να τον πειράξουν επειδή τον προστάτευαν ο Ουάρακα, η Χαντίζα και ο θείος του Abi Taleb.

Όταν ο Ουάρακα πέθανε, οι αποκαλύψεις σταμάτησαν να εμφανίζονται επί τέσσερα χρόνια στον Μουχάμμαντ. Όταν πέθανε και η Χαντίζα, αυτός ήταν πάνω από 40 ετών και είχε μείνει χωρίς πνευματικούς οδηγούς και συμπαραστάτες. Μετά το θάνατο του θείου του Αμπού Τάλεμπ έχασε και τη στήριξη των φατριών κι έφυγε από τη Μέκκα για να συναντήσει ορισμένους από τους οπαδούς και του στην πόλη της Μεδίνα, 250 μίλια προς τα βόρεια. Μια νέα φάση του Ισλάμ βρισκόταν σε πλήρη εξέλιξη, καθώς το «μήνυμα» του θεού και ο τρόπος ζωής του Μουχάμμαντ άλλαξε δραστικά. Το μήνυμά του έγινε μήνυμα κατάκτησης και αυτοκρατορίας, και ο τρόπος ζωής του (όπως και πολλών αυτοαποκαλούμενων προφητών πριν και μετά από αυτόν) είχε κι έναν θεό να του παρέχει οτιδήποτε ήθελε, μεταξύ άλλων και πολλές γυναίκες, όπως επιθυμούσε η καρδιά του.

Η θέση οτι το Ισλάμ προήλθε απο τον Ιουδαιοχριστιανισμό δεν είναι με κανένα τρόπο μοναδική στον Ιωσήφ αλ-Καζί. Όπως σημειώνει ο επίκουρος καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών  Σωτήριος Δεσπότης,

«ο χαμένος συνδετικός κρίκος μεταξύ χριστιανισμού και ισλάμ είναι, σύμφωνα με αρκετούς ερευνητές ο Ιουδαιοχριστιανισμός, ο οποίος από τον αγ. Επιφάνιο Σαλαμίνος χαρακτηρίστηκε ως μία από τις 80 τότε γνωστές αιρέσεις (Πανάριον 374-377): οι Ναζηραίοι ομολογούσαν τον Ιησού ως υιό του Θεού,  ζούσανε όμως σύμφωνα με τα  μωσαϊκά έθιμα. Οι ιουδαιοχριστιανοί, και κυρίως οι Εβιωνίτες (οι πτωχοί του Θεού) και οι βαπτιστές σαβαίοι, οι οποίοι θεωρούσαν το Χριστό ως άνθρωπο εξ ανθρώπων Μεσσία εγκαταστάθηκαν στην αραβική χερσόνησο και μάλιστα στη Μεδίνα. Σημειωτέον ότι το ιουδαιοχριστιανικό ρεύμα επιβιώνει μέχρι σήμερα στην Αφρική και στις Ινδίες. Οι Αιθίοπες μονοφυσίτες, οι οποίοι διακρίνονται για την ευλάβεια και την πίστη τους στις παραδόσεις τιμούν την κιβωτό του Μωυσή (ταβότ), χρησιμοποιούνε μια σημιτική λειτουργική γλώσσα, ψέλνουν ψαλμούς με τη συνοδεία τυμπάνων και σαλπίγγων, έχουν καθιερώσει μαζί με τη βάπτιση την περιτομή, τιμούνε το Σάββατο, και έχουν αντίστοιχες διαιτητικές συνήθειες (απαγόρευση χοιρινού). Στη νότια Ινδία ζούνε 70.000 χριστιανοί Tekkumbgam ή Southist οι οποίοι έφθασαν εκεί στην Κεραλά από τη Συρία η Μεσοποταμία το 345 υπό την ηγεσία ενός Θωμά από την Κανά ή Χαναάν. Ομολογούν τον Ιησού ως το Μεσσία των Ιουδαίων. Σύμφωνα με τον A. Schlatter, κανείς από τους ηγέτες της χριστιανικής Καθολικής Εκκλησίας των πρώτων αιώνων δε μπορούσε να φανταστεί ποτέ ότι οι αιρετικοί και περιθωριοποιημένοι ιουδαιοχριστιανοί κάποτε θα ταρακουνούσαν τον κόσμο και θα σάρωναν Μητροπόλεις του χριστιανικού Βυζαντίου. Μονοθεϊσμός αντί τριαδολογίας, Πάσχων Δούλος του Κυρίου αντί του Θεανθρώπου (δύο υποστάσεων) είναι μόνο μερικά από τα πιστεύω των γνωστικιζόντων ιουδαιοχριστιανών, πιθανότατα Ελκεσαϊτών (που στο Κοράνι ονομάζονται Sabier)[2], οι οποίοι επηρεασμένοι και από το γνωστικισμό θεωρούσαν τον Ιησού ως τη σφραγίδα των Προφητών (πρβλ. Tertullian, Adversus Judaeos), εξέχων τίτλος κατόπιν του Μωάμεθ. Σύμφωνα με τον Σωζομενό (439-450) υπήρχαν ιουδαιοχριστιανοί οι οποίοι θεωρούσαν ως προπάτορες τον Ισμαήλ και την Άγαρ. Ίσως (και) αυτούς πολέμησε καταρχάς ο προφήτης του Ισλάμ στη Μεδίνα αλλά και από αυτούς πληροφορήθηκε πολλά γεγονότα αλλά και Μιδράς της βιβλικής παράδοση.

Στην Αραβία φαίνεται επίσης ότι ετιμάτο ήδη η Maryam η μητέρα του Isa-Ιησού, η οποία από σύγχυση με την Μαριάμ την αδελφή του Μωυσή, θεωρούνταν κόρη του Αμράμ και αδελφή του Ααρών και σίγουρα όχι Θεο-τόκος. Υπήρχε μάλιστα τοιχογραφία της στην Kaaba της Μέκκας, την οποία δεν κατέστρεψε ο Μωάμεθ. Δεν θεωρούνταν rasulu  llah απεσταλμένη από το Θεό (όπως ο Μωάμεθ αλλά και οι άλλοι προφήτες) αλλά siddiqa – αληθινή (5,75).»

Έχοντας υπόψη μας όλα αυτά, και κάποια ακόμη (όπως τη γνωριμία του Μουχάμμαντ με τον αρειανιστή μοναχό Μπαχίρα) δεν φαίνεται πια καθόλου παράξενο γιατί ο Ιωάννης Δαμασκηνός, ο μεγάλος Ορθόδοξος θεολόγος που μεγάλωσε μέσα στην αυλή του Mu’awiyah στη Δαμασκό και γνώρισε καλά το Ισλάμ, το θεωρούσε μια χριστιανική αίρεση


[1] Οι χριστιανοί που ζούσαν στην Ιερουσαλήμ, γνώριζαν την προφητεία του Ιησού:

«Όταν όμως δείτε να κυκλώνεται από στρατεύματα η Ιερουσαλήμ, τότε να γνωρίσετε ότι έχει πλησιάσει η ερήμωσή της. Τότε όσοι είναι στην Ιουδαία ας φεύγουν στα όρη και όσοι είναι στο μέσο αυτής ας αναχωρήσουν και όσοι είναι στην ύπαιθρο ας μην εισέλθουν σ’ αυτή, γιατί ημέρες εκδίκησης είναι αυτές, για να ολοκληρωθούν όλα τα γραμμένα. Αλίμονο σε όσες έχουν στην κοιλιά παιδιά και σε όσες θηλάζουν εκείνες τις ημέρες. Γιατί θα γίνει καταπίεση μεγάλη πάνω στη γη και οργή στο λαό τούτο, και θα πέσουν από το στόμα της μάχαιρας και θα αιχμαλωτιστούν σε όλους τους εθνικούς, και η Ιερουσαλήμ θα πατιέται συνεχώς από τους εθνικούς, μέχρις ότου συμπληρωθούν οι καιροί των εθνικών» (Λουκάς 21:20-24).

Έτσι έφυγαν από την Ιερουσαλήμ στην Πέλλα της Ιορδανίας, όπου και παρέμειναν μέχρι το 135 μ.Χ. Σύμφωνα με το βιβλίο «Ιστορία του Ιουδαϊκού Χριστιανισμού» του Hugh Schonfield κάποιοι Ιουδαιοχριστιανοί βρίσκονταν στην Ιερουσαλήμ το διάστημα 132-135 μ.Χ. οπότε ξέσπασε η επανάσταση των Εβραίων κατά των Ρωμαίων, και ενώθηκαν στον πόλεμο με τους Εβραίους κάτω από τη σημαία του Μπαρ-Κοχεμπά, ταυτιζόμενοι μαζί τους εθνικά. Όταν όμως ο Ραβίνος Ακίβα ανακήρυξε τον Μπαρ-Κοχεμπά ως τον αναμενόμενο Μεσσία, οι Ιουδαιοχριστιανοί που θεωρούσαν τον Ιησού ως το Μεσσία των Ιουδαίων αρνήθηκαν να συμπράξουν, και πλέον θεωρούνταν και προδότες του έθνους τους. Καθώς οι Ρωμαίοι με τη νίκη τους ισοπέδωσαν την Ιερουσαλήμ και απαγόρευσαν την είσοδο σε όλους τους Εβραίους, όσοι Ιουδαιοχριστιανοί επέζησαν έφυγαν απότην περιοχή.

[2] Σημειωτέον ότι και ο Πέρσης Μάνης (216-76) ο οποίος ήθελε στη συνέχεια των Ζαρατούστρα, Βούδα και ενός «γνωστικού» Χριστού να ιδρύσει μια καινούργια χριστιανική θρησκεία, στα νιάτα του ανήκε στην ιουδαιοχριστιανική αίρεση των Βαπτιστών – Ελκεσαϊτών και επηρεάστηκε από το νομικισμό και την αποκαλυπτική σκέψη.

Η απελπισμένη απολογητική του Ισλάμ-2: Ο Μουχάμμαντ είναι αληθινός προφήτης σύμφωνα με την Α΄επιστολή Ιωάννου κεφ. 4

Όπως είναι φυσικό, κάθε αποκάλυψη της φύσης του Ισλάμ, κάθε ξεσκέπασμα της απατηλότητας των επιχειρημάτων του και κάθε «αρνητική» κριτική γι’ αυτό, αντιμετωπίζεται από τους απολογητές του Ισλάμ ως επίθεση που πρέπει να εξουδετερώσουν. Σ’ αυτό το άρθρο θα δούμε μέρος της προσπάθειας που κάνει ο «απολογητής του Ισλάμ» Άχμαντ Ελντίν, στη σελίδα http://islamforgreeks.org/2010/02/04/refuting-greekmurtad/  με τίτλο «Ξεμπροστιάζοντας την απατεωνιά και την ψευτιά του «greekmurtad». Συγκεκριμένα θα απαντήσουμε στο δεύτερο ηχητικό αρχείο της σελίδας με τίτλο «Ο Μωάμεθ είναι αληθινός Προφήτης σύμφωνα με την Α επιστολή του Ιωάννου 4: 1-2». (Θα ακολουθήσουν απαντήσεις και στα υπόλοιπα ηχητικά αρχεία του Άχμαντ Ελντίν.)

Ο απολογητής αναφέρει το απόσπασμα από την Α΄επιστολή Ιωάννου 4:1, «Αγαπητοί, μη πιστεύετε σε κάθε πνεύμα, αλλά δοκιμάζετε τα πνεύματα αν είναι από τον Θεό· επειδή, πολλοί ψευδοπροφήτες έχουν βγει στον κόσμο» που μπορείτε να δείτε στη δεύτερη θέση στο δεξί πάνελ μας, προσπαθώντας να αποδείξει ότι  εμείς χρησιμοποιούμε το εδάφιο για «να αμαυρώσουμε  την προφητική ιδιότητα του προφήτη Μωάμεθ»,  ενώ στην πραγματικότητα ο Μουχάμμαντ είναι αληθινός προφήτης του Θεού και όχι ψευδοπροφήτης.

Ισχυρίζεται ο φίλος μας στο ηχητικό αρχείο, ότι επίτηδες δεν βάζουμε τον επόμενο στίχο, ο οποίος  επιβεβαιώνει την προφητική ιδιότητα του Μουχάμμαντ. Και να τι λέει ο στίχος αυτός:

«Από τούτο γνωρίζεται το Πνεύμα τού Θεού· κάθε πνεύμα που ομολογεί τον Ιησού Χριστό ότι έχει έρθει με σάρκα προέρχεται από τον Θεό»

Σύμφωνα με τον Άχμαντ, εδώ έχουμε το τεστ για το αν κάποιος είναι ψευδοπροφήτης ή αληθινός προφήτης, και ο Μουχάμμαντ και το Κοράνι περνάνε το τεστ, γιατί το Κοράνι λέει:

«Ο ΑΛΛΑΧ σου αναγγέλει ευχάριστα νέα μ’ ένα Λόγο του, το όνομα του θα είναι Μεσσίας Ιησούς (Χριστός Ιησούς), το παιδί της Μαριάμ, θα τύχει δε μεγάλης τιμής σ’ αυτόν τον κόσμο και στο μελλοντικό, και σύντροφος μ’ εκείνους που βρίσκονται πολύ κοντά στον ΑΛΛΑΧ» (Κοράνι 3:45) .

«Το Κοράνι και κατά συνέπεια ο Μωάμεθ ομολογεί τον Ιησού σαν Χριστό (Μεσσία) άρα σύμφωνα με το τεστ του «Ιωάννη» είναι από το Θεό.» σημειώνει και σε άλλο σχετικό άρθρο του ο φίλος μας.

Αυτό το λάθος είναι χαρακτηριστικό της διαστρέβλωσης που κάνουν στην Αγία Γραφή οι ισλαμιστές. Το συγκεκριμένο τεστ αφορά μια συγκεκριμένη αίρεση, που αρνείται ότι ο προϋπάρχων Λόγος του Θεού ενσαρκώθηκε στον Χριστό. Την εποχή του αγίου Ιωάννη, οι τότε αιρετικοί αρνούνταν ότι ο Χριστός πήρε αληθινή ανθρώπινη ύπαρξη και ανθρώπινο υλικό σώμα. Τον θεωρούσαν άσαρκο θεϊκό πνεύμα, που κατέβηκε από τον ουρανό με φαινομενικά ανθρώπινα χαρακτηριστικά. Αυτό ακριβώς αντικρούει εδώ ο απόστολος και ευαγγελιστής. Δεν μας λέει ότι αυτό είναι το μοναδικό τεστ για τον κάθε αιρετικό ανά τους αιώνες (όπως οι απολογητές του Ισλάμ θα ήθελαν να νομίζουμε), ούτε ότι όποιος πει ότι ο Μεσσίας ήρθε με σάρκα, είναι από τον Θεό!

Μήπως ο Άχμαντ Ελντίν εννοεί ότι οι ΜτΙ είναι εκ Θεού επειδή δέχονται Χριστό με σάρκα;;;;
Μήπως άμα βρεθεί μια σέκτα που να λέει ότι δέχομαι Χριστό με σάρκα αλλά μέθυσο, θα είναι εκ Θεού αυτή η σέκτα για τον Άχμαντ Ελντίν;
Παρομοίως, μήπως κατά τη γνώμη του άμα βρεθεί μια σέκτα που να λέει ότι δέχομαι Χριστό με σάρκα αλλά μοιχό και δολοφόνο, θα είναι εκ Θεού;

Η επιστολή από την οποία ο φίλος μας πετσοκόβει ό,τι νομίζει ότι κάνει για το σκοπό του, είναι γραμμένη από τον ευαγγελιστή Ιωάννη. Όποιος διαβάσει ΟΛΟΚΛΗΡΟ το Ευαγγέλιο του Ιωάννη, θα δει ότι μιλάει για Χριστό με σάρκα, αλλά ταυτόχρονα προϋπάρχοντα Υιό και Λόγο του Θεού και Θεό κατά πάντα: «και Θεός είναι ο Λόγος» όπως και σε πολλά άλλα σημεία:
Ιωάν. 1,1
Ιωάν. 5,18
Ιωάν. 10,33
Ιωάν. 20,28

Δεν χρειάζεται όμως καν να ανατρέξουμε στο κατά Ιωάννη ευαγγέλιο, αφού  στην ίδια επιστολή, μερικά εδάφια παρακάτω, ο Ιωάννης λέει (μέσα σε αγκύλες είναι τα δικά μας σχόλια):

14 Κι εμείς είδαμε και δίνουμε μαρτυρία ότι ο Πατέρας απέστειλε τον Υιό Σωτήρα τού κόσμου. [Το Ισλάμ δεν αναγνωρίζει τον Ιησού ως Υιό του Θεού]
15 Όποιος ομολογήσει ότι ο Ιησούς είναι ο Υιός τού Θεού, ο Θεός μένει σε ενότητα μ’ αυτόν, κι αυτός μένει σε ενότητα με τον Θεό. [Το Ισλάμ λέει ότι όποιος ομολογήσει ότι ο Ιησούς είναι Υιός του Θεού διαπράττει «shirk» και τιμωρείται από τον Αλλάχ]
16 Κι εμείς γνωρίσαμε και πιστέψαμε την αγάπη που έχει για μας ο Θεός. Ο Θεός είναι αγάπη· και εκείνος που μένει μέσα στην αγάπη, μένει σε ενότητα με τον Θεό και ο Θεός μένει σε ενότητα μ’ αυτόν. [Το Ισλάμ δεν δέχεται ενότητα μεταξύ Θεού και ανθρώπων, ούτε ότι ο Θεός «είναι αγάπη», αλλά ότι «έχει αγάπη» (η οποία, όπως θα δούμε σε επόμενο άρθρο, είναι ιδιοτελής και περιορισμένη, υπό όρους)]

Οπότε ο Ιωάννης μιλάει για Χριστό με σάρκα μεν, αλλά έτσι όπως μας τον έχει ο ίδιος περιγράψει και όχι όπως θέλει ο κάθε μουσουλμάνος απολογητής.

Στην πραγματικότητα το ισλαμικό κοράνι και, στη συνέχεια, οι μουσουλμάνοι, δεν ομολογούν το Χριστό «εν σαρκί εληλυθότα» με τον τρόπο που παρουσιάζει ο Ιωάννης, γιατί τότε θα έπρεπε να παραδέχονται ότι, πριν γεννηθεί «με σάρκα» (ως άνθρωπος), υπήρχε με άλλη, άσαρκη μορφή, κάπου αλλού, απ’ όπου «ήρθε» («ελήλυθε») εν σαρκί. Αυτό σημαίνει όμως ότι δεν είναι απλά άνθρωπος, αλλά άνθρωπος και κάτι άλλο, το οποίο προϋπήρχε – και πρέπει να διερευνηθεί από το Ισλάμ τι ήταν αυτό το «άλλο». Επομένως, με χριστιανικά κριτήρια, το πνεύμα που υπαγόρευσε στο Μουχάμμαντ το κοράνι μέσω του Γαβριήλ δεν μπορεί να θεωρηθεί Θεός – άρα ούτε ο Μουχάμμαντ μπορεί να θεωρηθεί αληθινος προφήτης του αληθινού Θεού.

Υπάρχει όμως και κάτι άλλο: όπως προαναφέραμε, την εποχή του αγίου Ιωάννη, οι τότε αιρετικοί αρνούνταν ότι ο Χριστός πήρε αληθινή ανθρώπινη ύπαρξη και ανθρώπινο υλικό σώμα. Τον θεωρούσαν άσαρκο θεϊκό πνεύμα, που κατέβηκε από τον ουρανό με φαινομενικά ανθρώπινα χαρακτηριστικά. Στη συνέχεια όμως εμφανίστηκαν άλλοι αιρετικοί, που αμφισβήτησαν κάθε σημείο της διδασκαλίας του Χριστού και της πίστης των χριστιανών – ένας αμφισβητούσε το ένα, άλλος το άλλο, ένας τρίτος δυο και τρία σημεία μαζί κ.ο.κ.. Έτσι, σήμερα θα λέγαμε ότι απαραίτητο κριτήριο για την αναγνώριση ενός φωτεινού πνεύματος είναι να ομολογήσει την Αγία Τριάδα, το ότι ο Χριστός είναι ταυτόχρονα Θεός και άνθρωπος και γενικά κάθε πτυχή της χριστιανικής διδασκαλίας που κατά καιρούς διαστρεβλώθηκε από αιρετικούς.

Πώς λοιπόν να αναγνωρίσουμε ότι το πνεύμα που υπαγόρεσε το ισλαμικό κοράνι είναι Θεός, όταν αρνείται πως ο Ιησούς είναι ο Υιός του Θεού (ενώ ο Ίδιος το διακήρυξε σε αμέτρητα σημεία του ευαγγελίου, π.χ. Ματθ. 26, 29, Λουκ. 2, 41-52. 10, 22, Ιω. 5, 19-26. 10, 30. 14, 9-11. 16, 15. 17, 10 και 17, 21, κ.π.ά.) ή πως ο Θεός είναι τριαδικός, όταν ο Ίδιος ο Ιησούς παράγγειλε στους μαθητές και αποστόλους Του να βαπτίζουν τους ανθρώπους «εις το όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος» (Ματθ. 28, 19);

Ας δούμε όμως κι άλλο ένα λάθος που ο Άχμαντ παρουσιάζει στο ηχητικό του αρχείο, και το οποίο αλλού έχει διατυπώσει και γραπτά. Διαβάζει το 4:1 εδάφιο από την Α΄ επιστολή του Ιωάννη που παραθέτουμε, «δεν είναι από τον Θεό όλα τα πνεύματα που δίνουν μηνύματα» και προσθέτει και μια δική του επεξήγηση: «Δηλαδή οι προφήτες». Εμείς πουθενά δεν ταυτίζουμε τα πνεύματα με τους προφήτες, ούτε ο Ιωάννης το κάνει αυτό. Όταν ακούσαμε να κάνει το λάθος αυτό, συμφωνήσαμε να προσθέσουμε μια επεξήγηση κάτω από το εδάφιο, για την αποφυγή κάθε παρεξήγησης. Η επεξήγηση λέει: «»Πνεύμα» εννοεί ο ευαγγελιστής Ιωάννης το πνεύμα που μιλά μέσα από τον προφήτη ή τον ψευδοπροφήτη. Μέσα από τους πραγματικούς προφήτες μιλά το Άγιο Πνεύμα. Μέσα από τους ψευδοπροφήτες μιλούν δαίμονες (ή μιλάνε από μόνοι τους, είναι δηλ. απατεώνες). Στην περίπτωση του Μουχάμμαντ, το «πνεύμα» δεν είναι ο ίδιος, που ήταν άνθρωπος, αλλά ο «Γαβριήλ».» (Ή, αν προτιμάτε, ο «Αλλάχ», μια και ο Αλλάχ υποτίθεται ότι έβαλε τον Γαβριήλ να υπαγορεύσει το Κοράνι στον Μουχάμμαντ.)

Άλλο πράγμα δηλ. το πνεύμα, άλλο ο προφήτης. Για να γίνει περισσότερο κατανοητό αυτό, δείτε τις Πράξεις 16:16-18, όπου ο Παύλος και ο Τιμόθεος κηρύττουν τη διδασκαλία του Χριστού, και μια κοπέλα που είχε μέσα της κάποιο πνεύμα που μάντευε, αλλά δεν ήταν το Άγιο Πνεύμα, αρχίζει να τους ακολουθεί:

16 Και ενώ πορευόμασταν στην προσευχή, μας συνάντησε κάποια δούλη, που είχε πνεύμα πύθωνα, η οποία έδινε πολύ κέρδος στους κυρίους της, ασκώντας μαντεία.

17 Αυτή, ακολουθώντας τον Παύλο κι εμάς, έκραζε λέγοντας: Οι άνθρωποι αυτοί είναι δούλοι τού ύψιστου Θεού, οι οποίοι κηρύττουν σ’ εμάς δρόμο σωτηρίας.

18 Κι αυτό το έκανε για πολλές ημέρες. Ο δε Παύλος, επειδή το θεώρησε βάρος, και καθώς στράφηκε προς τα πίσω, είπε στο πνεύμα: Σε προστάζω στο όνομα του Ιησού Χριστού να βγεις έξω απ’ αυτή. Και βγήκε έξω την ίδια εκείνη ώρα.

19 Και όταν οι κύριοί της είδαν ότι βγήκε η ελπίδα τού κέρδους τους [δηλ. δεν μπορούσε πια η κοπέλα να μαντεύει και να τους αποφέρει κέρδος] πιάνοντας τον Παύλο και τον Σίλα, τους έσυραν στην αγορά προς τους άρχοντες.

Όπως λοιπόν, το Άγιο Πνεύμα μιλά μέσα από τους προφήτες του Θεού, έτσι και διάφορα πνεύματα-δαιμόνια μιλάνε μέσα από διάφορους ανθρώπους που δεν είναι προφήτες του Θεού αλλά ψευδοπροφήτες, μάντεις κ.τ.λ.. Το ότι κάποιο πνεύμα εκδηλώνεται μέσα από κάποιον άνθρωπο δεν σημαίνει ότι ταυτίζουμε τον συγκεκριμένο άνθρωπο με το συγκεκριμένο πνεύμα.

Παρατηρούμε επίσης στο εδάφιο των Πράξεων ότι, ενώ το πνεύμα που εκδηλωνόταν μέσα από την κοπέλα ήταν κάποιο δαιμόνιο, ωστόσο το δαιμονικό αυτό πνεύμα πληροφορούσε τον κόσμο ότι οι απόστολοι του Χριστού ήταν «δούλοι τού ύψιστου Θεού, οι οποίοι κηρύττουν δρόμο σωτηρίας», και το έκανε αυτό επίμονα για πολλές μέρες. Για ποιο λόγο να κάνει κάτι τέτοιο το δαιμονικό πνεύμα; Γιατί καθώς οι απόστολοι αποδείκνυαν με τα λόγια και τα έργα τους ότι πράγματι ήταν σταλμένοι από τον αληθινό Θεό, το δαιμόνιο εμφανιζόταν ως συνεργός τους, αφού τους διαφήμιζε, εμφανιζόταν δηλ. ότι τάχα κι αυτο είναι εκ Θεού. Με τον τρόπο αυτό, διαφημιζόταν κι εκείνο ενώ παράλληλα, όταν οι απόστολοι θα έφευγαν για να κηρύξουν αλλού, η κοπέλα με το δαιμονικό της πνεύμα θα μπορούσε άνετα να συνεχίσει να παρουσιάζεται ως συνεργός των αποστόλων στους ανύποπτους ανθρώπους και να τους παραπλανά.

Αυτό που έκανε η κοπέλα με το πνεύμα πύθωνος αναγνωρίζοντας τους αποστόλους ως απεσταλμένους του Θεού, είναι το ίδιο που έκανε κι ο Μουχάμμαντ αναγνωρίζοντας διάφορους απεσταλμένους του Θεού που ήξερε και ήταν γνωστοί και αποδεκτοί από μεγάλο μέρος των κατοίκων της Αραβίας: Αναγνωρίζοντας τον Αβραάμ επεδίωκε να εμφανιστεί ως συνεχιστής του (μάλιστα τον μιμήθηκε σε πολλά όταν κατέλαβε τη Μέκκα) και παρουσιάζοντας τον Ιησού ως έναν πολύ μεγάλο προφήτη, επεδίωκε να εμφανιστεί ως ένας ακόμη μεγαλύτερος. Μόνο που αυτοί που όπως ο απόστολος Παύλος, γνωρίζουν να διακρίνουν τα πνεύματα, δεν δίνουν σημασία στις μισές αλήθειες που λένε οι δαίμονες, ούτε δίνουν σημασία στις διδασκαλίες τους. Γι’ αυτό και τόσοι χριστιανοί της Αραβίας προτίμησαν να πληρώνουν φόρο υποτελείας στον Μουχάμμαντ και τους ληστές του, παρά να τον τιμήσουν ως αληθινό προφήτη του αληθινού Θεού – που δεν ήταν.

Αναφέρεται ο Μωάμεθ στο Δευτερονόμιο 18:18;

Η απελπισμένη απολογητική του Ισλάμ-3: Ο “περικλυτός” Μουχάμμαντ που τον προφήτεψε ο Ιησούς!