Ισλάμ, ο καρπός Ιουδαιοχριστιανικών αιρέσεων

Πολλές ιστορίες του Κορανίου αναφέρονται σε χαρακτήρες βιβλικούς: βλέπουμε να παρελαύνουν εκεί ο Μωυσής και ο αδελφός του Ααρών που αντιμετώπισαν τον Φαραώ, ο Νώε και η οικογένεια του που επέζησαν από τον κατακλυσμό, η γυναίκα του Πετεφρή που προσπαθεί να αποπλανήσει τον Ιωσήφ . Βέβαια οι ιστορίες έχουν τροποποιηθεί στρατηγικά από τον Μουχάμμαντ, για να δώσουν το μήνυμα ότι δεν ήταν μόνο παρόμοιος με εκείνους τους αρχαίους ήρωες, αλλά και μεγαλύτερος και καλύτερος. Πώς, όμως, ο Μουχάμμαντ έμαθε τις ιστορίες αυτές;

Για τους μουσουλμάνους, δεν υφίσταται ζήτημα του πώς ο Μουχάμμαντ έμαθε αυτές τις ιστορίες από τις Εβραϊκές Γραφές: του τις είπε ο Αλλάχ, που ήξερε τις ιστορίες καλύτερα από τον καθένα. Υπάρχουν όμως και άλλες απόψεις για το θέμα, όπως αυτή που θα εξετάσουμε σε τούτο το άρθρο.

Τριάντα χρόνια πριν, ένας Λιβανέζος Μαρωνίτης ιερέας με το ψευδώνυμο Αμπού Μούσα αλ-Χαρίρι (Abu Musa al-Hariri)  που μελέτησε για πολλά χρόνια πηγές αρχαίων ισλαμικών και χριστιανικών κειμένων, εξέδωσε ένα μικρό βιβλίο με τίτλο « Al-Qiss wa al-Nabi», δηλ. «Ο Ιερέας και ο προφήτης». (Nabi σημαίνει Προφήτης, και το Qiss μεταφράζεται ως Ιερέας, εφημέριος ή  πάστορας σε διάφορες χριστιανικές παραδόσεις). Το βιβλίο είναι μια ανάλυση της σχέσης που υπήρχε μεταξύ του Μουχάμμαντ και του εξαδέλφου της πρώτης συζύγου του της Χαντίτζα, του Εβιωνίτη ιερέα Waraqa bin Naufal. Το βιβλίο εκδόθηκε στον Λίβανο το 1978, αλλά όπως θα ήταν αναμενόμενο μόλις εμφανίστηκε αποσύρθηκε από τα ράφια των βιβλιοθηκών και των βιβλιοπωλείων, και δεν κυκλοφορεί πια. (Υπάρχει στα αραβικά εδώ: http://www.muhammadanism.org/Arabic/book/hariri/priest_prophet_book.pdf)
Πριν από μερικές εβδομάδες, ο συγγραφέας του βιβλίου έδωσε συνέντευξη στην αραβική τηλεόραση, στην εκπομπή «Τολμηρή ερώτηση» (Daring Question, δείτε την εκπομπή στα αραβικά εδώ: http://islamexplained.com/DaringQuestionEpisode153/tabid/1478/Default.aspx ). Η συνέντευξη έγινε τηλεφωνικά, καθώς αυτός δεν ήταν σε θέση να ταξιδέψει από το Λίβανο στο στούντιο. Για πρώτη φορά ο συγγραφέας αυτοπροσδιορίστηκε ως ο πατέρας Ιωσήφ αλ-Καζί (Joseph al-Qazi), και εξήγησε τις ιδέες που βρίσκονται στο βιβλίο του. Αυτές θα σας παρουσιάσουμε περιληπτικά σ’ αυτό το άρθρο.

Πριν συνεχίσουμε όμως με το βιβλίο, θα κάνουμε μια παρένθεση, για να πούμε κάποια πράγματα για τους Ιουδαιοχριστιανούς και τις διάφορες αιρετικές ομάδες που ξεπήδησαν από αυτούς.

Ιουδαιοχριστιανοί ονομάζεται μια μερίδα χριστιανών με εβραϊκή καταγωγή, οι οποίοι ήθελαν να συνεχίσουν να τηρούν το νόμο του Μωυσή. Από αυτούς, οι «Ιουδαΐζοντες» ζητούσαν να επιβάλλουν τον Μωσαϊκό νόμο και σε χριστιανούς που προέρχονταν από εθνικούς, και να υπάρχει διαχωρισμός μεταξύ χριστιανών εξ Ιουδαίων και χριστιανών εξ Εθνικών. Οι «Ναζαρηνοί» θεωρούσαν ότι οι χριστιανοί εξ Εθνικών δεν χρειαζόταν να τηρούν τον μωσαϊκό νόμο, αλλά οι εξ Εβραίων έπρεπε να το κάνουν. Μερικοί Ιουδαιοχριστιανοί ανέμειξαν στα πιστεύω τους γνωστικιστικά στοιχεία όπως η λατρεία αγγέλων. Στην προς Κολοσσαείς επιστολή, (Κολ. 2:16-18) ο απόστολος Παύλος προειδοποιούσε τους αναγνώστες του για ανθρώπους που προσπαθούσαν να τους επιβάλλουν το Μωσαϊκό νόμο ή να τους μυήσουν σε γνωστικιστικές πρακτικές, όπως η λατρεία των αγγέλων. Η προς Εβραίους επιστολή επίσης αναδεικνύει την ανωτερότητα του Υιού έναντι των αγγέλων (Εβρ. 1:1-14), ενώ στοιχεία κατά των Γνωστικών υπάρχουν και στο ευαγγέλιο και τις επιστολές του Ιωάννη.

Ανάμεσα στους Ιουδαιοχριστιανούς δημιουργήθηκαν με την πάροδο του χρόνου διάφορες αιρετικές  ομάδες:

*Η αίρεση των Εβιωνιτών συζητήθηκε και σχολιάστηκε από τους πρώτους χριστιανούς λογίους και επισκόπους όπως ο Ειρηναίος, ο Επιφάνιος και ο Ωριγένης. Κάποιοι πίστευαν ότι το όνομα Εβιωνίτες προερχόταν από κάποιο υποτιθέμενο ηγέτη τους ονόματι Εβιών στην Πέλλα της Δεκάπολης της Ιορδανίας, γιατί συνήθως οι αιρέσεις ονομάζονταν από το όνομα του ιδρυτή τους. Άλλοι λένε ότι οι Εβιωνίτες (εβραϊκά «Εβιωνίμ», που σημαίνει «Φτωχοί») αποκαλούνταν έτσι με βάση τις διδασκαλίες του Ιησού για την τιμητική θέση των φτωχών: «Μακάριοι εσείς οι φτωχοί, γιατί δική σας είναι η Βασιλεία του Θεού» (Λουκά 6:20), βασισμένες στο Ησαΐας 66:2 («Λέει ο Κύριος, σε ποιον λοιπόν θα επιβλέψω; Στον φτωχό και στον συντριμένο στην καρδιά») και άλλα σχετικά εδάφια της Παλαιάς Διαθήκης, που απευθύνονται σε ένα μικρό υπόλοιπο φτωχών πιστών. Αυτή η αίρεση θεωρούσε ότι ο Ιησούς ήταν ένας από τους μεγάλους προφήτες, που δεν ήταν Θεός ή Υιός του Θεού, αλλά έλαβε τις αποκαλύψεις μετά την βάπτισή του από τον Ιωάννη και ως εκ τούτου, το πνεύμα του Μεσσία μπήκε μέσα του μέχρι που σταυρώθηκε. Το μήνυμα του Ιησού περιλάμβανε τη διδασκαλία και το κήρυγμα της αποκάλυψης, αλλά δεν περιλάμβανε τη σωτηρία ή τη συγχώρεση για τις αμαρτίες μας. Μαζί με την Παλαιά Διαθήκη χρησιμοποιούσαν το ευαγγέλιο του Ματθαίου στην πρώτη του μορφή, στα εβραϊκά (ή αραμαϊκά), το οποίο σύμφωνα με τον Επιφάνιο, το αναθεώρησαν και το διαστρέβλωσαν για να ταιριάζει με τα δόγματά τους. Αυτή η αίρεση επέμενε σε συχνές πλύσεις για καθαρισμό, στην αποχή από το κρέας, και στην παροχή βοήθειας και σίτισης προς απόρους, χήρες, και ταξιδιώτες.

*Η αίρεση του Ιουδαιοχριστιανού Κηρίνθου, ο οποίος κατά τον Ιππόλυτο ίσως ήταν Εβιωνίτης, κήρυττε ότι ο ουρανός έμοιαζε με τη ζωή στη γη, κι εκεί το σώμα θα απολάμβανε κάθε πάθος που ήθελε για να ικανοποιηθεί· ότι ο ρόλος του Ιησού ήταν να απαλλάξει τον λαό του από τους Ρωμαίους· ότι το μήνυμα του Ιησού ήταν πολιτικό και κοινωνικό. Πίστευε σε κατά γράμμα χιλιετή βασιλεία του Θεού στη γη και συμφωνούσε με τη διδασκαλία για ενοίκηση του «Μεσσία» μέσα στον Ιησού μέχρι τη σταύρωσή Του.

*Η αίρεση των Ελκεσαϊτών, που προήλθε με τον καιρό από τους Εβιωνίτες, είχε πολλά στοιχεία από τους Γνωστικούς, και τιμούσε κάποιον Ελκασάι ή Ελζάι, ο οποίος το 101 μ.Χ. έλαβε ένα βιβλίο ως θεία αποκάλυψη. Σύμφωνα με τον Ωριγένη, λεγόταν ότι το βιβλίο είχε πέσει από τον ουρανό, ενώ σύμφωνα με τον Ιππόλυτο ο Ελζάι το είχε λάβει από έναν άγγελο που ήταν υιός του Θεού. Η αίρεση κήρυττε ότι ο Ιησούς είναι ένας άνθρωπος και ο Μεσσίας έφυγε από το σώμα του πριν το μαρτύριο, και ότι ο Ιησούς έλαβε την Αγία Γραφή από τον άγγελο Γαβριήλ που τον δίδαξε σοφία και την ικανότητα να προβλέπει το μέλλον. Το Άγιο Πνεύμα για τους Ελκεσαΐτες, ανάλογα με τα γεγονότα, είναι πότε η μητέρα του Ιησού και πότε ο άγγελος Γαβριήλ. Η διαφορά των Ελκεσαϊτών με τους Γνωστικούς ήταν ότι ενώ οι Γνωστικοί (μεταξύ αυτών και ο Κήρινθος) θεωρούσαν ότι τον κόσμο δημιούργησε άλλος Θεός από αυτόν της Καινής Διαθήκης, οι Ελκεσαΐτες θεωρούσαν ότι ήταν ο ίδιος που εκδηλώνεται στην Καινή Διαθήκη.

Κοινό στοιχείο των μεταγενέστερων Ιουδαιοχριστιανών είναι ότι μισούσαν τον απόστολο Παύλο, μια που αυτός είχε καταπολεμήσει αποτελεσματικά τις διδασκαλίες τους για τήρηση του Μωσαϊκού νόμου και  είχε διακηρύξει ότι η περιτομή δεν ωφελούσε σε τίποτα. Γύρω στον 2ο μ.Χ. αι. τον κατηγορούσαν ότι διέστρεψε τον Χριστιανισμό, και διέδιδαν ότι ήταν ένας  Έλληνας που έγινε Ιουδαίος ελπίζοντας να παντρευτεί την κόρη του αρχιερέα, αλλά επειδή δεν τα κατάφερε έγραψε κατά του Σαββάτου και της περιτομής. (Επιφανίου, Πανάριον, 30:36.)

Ο Ειρηναίος αποκαλούσε τους Ιουδαιοχριστιανούς «Ναζαρηνούς» κι έγραφε γι’ αυτούς:

«Εφαρμόζουν την περιτομή, επιμένουν στην τήρηση εκείνων των εθίμων που επιβάλλονται από το Νόμο, και είναι τόσο Ιουδαίοι στον τρόπο ζωής τους, ώστε ακόμη λατρεύουν στραμμένοι προς την Ιερουσαλήμ σαν να ήταν εκεί ο οίκος του Θεού».

Θα ξέραμε πολύ περισσότερα για τους Ιουδαιοχριστιανούς αν είχε διασωθεί το καθ’ Εβραίους ευαγγέλιο, όμως το αντίτυπο που είναι γνωστό ότι υπήρχε στην Βιβλιοθήκη του Ευσεβίου Καισαρείας (ή Ευσεβίου του Παμφίλου) στην Καισάρεια της Παλαιστίνης κάηκε κατά τη λεηλασία της πόλης από τους μουσουλμάνους το 653 μ.Χ.

Μετά το 70μ.Χ. και το 135 μ.Χ., οπότε καταστράφηκε η Ιερουσαλήμ και η επανάσταση των Ιουδαίων κατά των Ρωμαίων έληξε άδοξα, οι Ιουδαιοχριστιανοί μετανάστευσαν σε άλλες περιοχές όπου άσκησαν επίδραση σε διάφορους λαούς.[1] Για παράδειγμα, οι Μανδαίοι ή Ζαβίρ, που με την άφιξη του Ισλάμ στο Ιράκ το 636 μ.Χ. θεωρήθηκαν ως ο τρίτος «λαός της βίβλου», οι μυστηριώδεις Σαβαίοι του Κορανίου, από τον καρμηλίτη ιεραπόστολο Ιωάννη a Jesu ο οποίος τους ανακάλυψε, αλλά και από τους ιστορικούς, θεωρήθηκαν να έχουν σχέση με τους αρχαίους ημεροβαπτιστές  ή μαθητές του Ιωάννη του Βαπτιστή. Στοιχεία της γλώσσας τους υποδεικνύουν αραμαϊκή προέλευση. Ένα από τα κείμενα των Μανδαίων μιλά για τη φυγή των «Ναζαρηνών» ή «Ναζωραίων» από τις περιοχές του Ιορδάνη, κατά την εποχή των ιουδαϊκών πολέμων και της καταστροφής της Ιερουσαλήμ, περίπου το 70 μ.Χ.

Οι χριστιανοί στο Κοράνιο και συγκεκριμένα στα 2:62,111-113, 120, 135, 140, 5:14, 18, 51, 69, 82, 9:30, 12:17 (εδάφια της Μεδίνα) αποκαλούνται «Νασάρα» (نصارى). Ο Ιμπν Καθίρ συσχετίζει τη λέξη «an nasara»,  με τη λέξη «ανσάρ» (βοηθός), καθώς προέρχονται από τα γράμματα-ρίζες NSR, όμως η «ανσάρ» είναι αραβική ενώ το «Νασάρα» έχει υπόβαθρο εβραϊκό. Δίνει κι άλλη μια ετυμολογία για το «Νασάρα», που σχετίζεται με το ότι κατοικούσαν στην An-Nαsira, δηλαδή τη Ναζαρέτ. Δεν μπορούμε να μην παρατηρήσουμε πόσο θυμίζει η λέξη «Νασάρα» το «Ναζαρηνοί» , που χαρακτήριζε τους Εβιωνίτες.

Κλείνουμε την παρένθεση και συνεχίζουμε με τα όσα είπε ο συγγραφέας του βιβλίου «Ο ιερέας και ο προφήτης» στην εκπομπή «Η τολμηρή ερώτηση».

Περιληπτικά και σε ελεύθερη απόδοση, είπε τα εξής:

Ανάμεσα στα πολλά βιβλία που κυκλοφορούσαν στους πρώτους αιώνες της χριστιανικής Εκκλησίας ήταν και το «καθ΄Εβραίους ευαγγέλιο», ένα απόκρυφο που δίδασκε ότι ο Ιησούς ήταν ένας συνηθισμένος άνθρωπος που προικίστηκε με το Άγιο Πνεύμα, όταν βαφτίστηκε από τον Ιωάννη τον Βαπτιστή. Τότε έγινε ο Χρισμένος Μεσσίας, αν και δεν ήταν θεϊκός. Αυτό το Άγιο Πνεύμα παρέμεινε με τον Ιησού μέχρι την ημέρα της Σταύρωσης. Στη συνέχεια απομακρύνθηκε από αυτόν και ο Ιησούς πέθανε, όχι για τις αμαρτίες του κόσμου, αλλά ως ένα συνηθισμένο πρόσωπο.

Καθώς από τη μεριά του Ιουδαϊσμού υπήρχε πλήρης απόρριψη των χριστιανών με εβραϊκή καταγωγή [ως αποστατών και εθνοπροδοτών], κι απ’ τη μεριά του Χριστιανισμού εκκλησιαστικές σύνοδοι συγκαλούνταν στα χριστιανικά κέντρα της Ρώμης, της Ιερουσαλήμ και της Κωνσταντινούπολης για να διαχωρίσουν τη χριστιανική ορθοδοξία από την αίρεση, οι ομάδες που θεωρούνταν από Εβραίους και Χριστιανούς αιρετικές αναγκάστηκαν να μεταναστεύουν όλο και πιο μακριά. Μία από αυτές τις ομάδες, οι Εβιωνίτες, ακολουθούσαν τις διδαχές του καθ΄Εβραίους Ευαγγελίου. Μερικές φορές περιγράφονται ως ιουδαιοχριστιανοί, επειδή συνέχισαν πολλές εβραϊκές θρησκευτικές πρακτικές ενώ δέχθηκαν τον Ιησού ως τον Μεσσία. Μερικοί από αυτές τις ομάδες πήγαν προς τη Μέκκα, στη Σαουδική Αραβία, γενέτειρα του Μουχάμμαντ.

Η αληθινή ιστορία του Μουχάμμαντ δεν ξεκινά με τη γέννησή του, αλλά με τον πρόγονό του τον Κουσάι (Qusay) πέντε γενιές νωρίτερα. Αυτός παντρεύτηκε την κόρη του ηγέτη της φυλής των Κουραϊσιτών, και τελικά ο ίδιος έγινε ο αρχηγός τους. Αγόρασε επίσης το κλειδί για την Κάαμπα, η οποία παρείχε μια πηγή εσόδων που προέρχονταν από την επίσκεψη φυλών που λάτρευαν τα είδωλα τους εκεί. Όταν ο Κουσάι πέθανε έγινε ηγέτης ο γιος του ο Abdel Manaf, τον οποίο με τη σειρά του ακολούθησε ο γιος του Χάσιμ (προ-προπάππος του Μουχάμμαντ). Όπως συμβαίνει με πολλές εκτεταμένες οικογένειες καθώς περνάνε οι γενεές, μία πλευρά έγινε πλουσιότερη από τις άλλες. Ο παππούς του Μουχάμμαντ Αμπντέλ Μουτάλεμπ και ο πατέρας του ο Αμπντάλα ήταν από το φτωχότερο κλαν. Ο ίδιος ο Μουχάμμαντ γεννήθηκε σε εκείνη την πλευρά της οικογένειας, γεγονός που εξηγεί την περιγραφή του στο Κοράνιο ως ένα φτωχό ορφανό ( Κοράνι 93:6-9).

Η πλούσια πλευρά περιλάμβανε μια πλούσια επιχειρηματία που ονομαζόταν Χαντίτζα (Khadija) και τον εξάδελφό της Ουάρακα μπιν Νάουφαλ (Waraqa bin Nawfal). Σε αυτή την πλευρά ακολουθούσαν τις διδασκαλίες των Εβιωνιτών, και ο Ουάρακα μπιν Νάουφαλ ήταν ο κύριος ιερέας τους. Ο συνηθισμένος μουσουλμανικός ισχυρισμός, ότι στις αραβικές φυλές ήταν όλοι Jahiliya ή αδαείς πριν από τον Μουχάμμαντ, δημιουργήθηκε από τους ίδιους τους μουσουλμάνους για να μπει μια σφήνα μεταξύ αυτών και όλων των άλλων. Πολλοί από αυτές τις φυλές ακολουθούσαν διάφορες χριστιανικές και εβραϊκές παραδόσεις.

Ο Ουαράκα μπιν Νάουφαλ, με την ειδική έμφαση που έδιναν οι Εβιωνίτες στη φροντίδα για τους φτωχούς, φρόντισε ιδιαίτερα τον ορφανό Μουχάμμαντ. Τον δίδαξε να διαβάζει και να γράφει, καθώς και να μεταφράζει θρησκευτικά κείμενα από την αραμαϊκή στα αραβικά. Ο μουσουλμανικός ισχυρισμός ότι ο Μουχάμμαντ ήταν αναλφάβητος ήταν άλλος ένας μύθος που δημιουργήθηκε από τους πρώτους μουσουλμάνους προς στήριξη του ισχυρισμού τους ότι το Κοράνιο ήταν μια ειδική αποκάλυψη από τον Θεό. Δεδομένου ότι ο Μουχάμμαντ μεγάλωσε , ο Ουάρακα κάλεσε τον νεαρό να ζήσει μαζί με τους συνεργάτες του για τα θρησκευτικά τους προσκυνήματα. Μία φορά το χρόνο, κατά τη διάρκεια της νηστείας ένα μήνα πριν από το Πάσχα (tahannoth), η ομάδα των νηστευτών ζούσε με λαχανικά, γιαούρτι, και άζυμο ψωμί. Η αναχώρηση περιλάμβανε προσευχή, ενατένιση, επανάληψη και επίκληση του ονόματος του Θεού, και ανάγνωση της Βίβλου στη σιωπή και την πλήρη απομόνωση από τους κατοίκους της Μέκκας. Μετά την νηστεία, θα κύκλωναν την Κάαμπα 7 φορές. Έτσι εκπαιδεύτηκε να λαμβάνει αποκαλύψεις ο Μουχάμμαντ. Εκτός από τον ιερέα Ουάρακα, στο κόμμα περιλαμβάνονταν οι: Abd al-Mutallib (παππούς του Μουχάμμαντ), Othman bin Al Howeireth, Abû Umayya ibn Al-Mughîra (μάλλον ο πατέρας της Ουμ-Σαλάμα, μετέπειτα συζύγου του Μουχάμμαντ), Abdalah bin Jahsh (εξάδελφος του Μουχάμμαντ και αδελφός της μετέπειτα συζύγου του Ζεϊνάμπ). [Σύμφωνα με ιστορικούς του Ισλάμ, συμμετείχε και ο ποιητής Umayya ibn Abî as-Salt, ένας από τους συγγενείς του Μουχάμμαντ, του οποίου την ποίηση ο Μουχάμμαντ αγαπούσε κι έβαλε αποσπάσματά της στο Κοράνι]. Ο Ουάρακα αναγνώρισε τις θρησκευτικές τάσεις του Μουχάμμαντ και τις ηγετικές του ικανότητες, και έλπιζε ότι θα τον διαδεχόταν ως ηγέτης των Εβιωνιτών στη Μέκκα (το ίδιο το Κοράνιο διευκρινίζει ότι, όταν ο Μουχάμμαντ ξεκίνησε να κηρύττει στους φτωχούς της Μέκκας, δεν τους έλεγε για το «Ισλάμ», αλλά για το μονοθεϊσμό του Αβραάμ). Ο Ουάρακα βρήκε στον Μουχάμμαντ απασχόληση στα καραβάνια με καμήλες της εξαδέλφης του Χαντίζα, που πήγαιναν στη Δαμασκό και στη Βασόρα, και αργότερα όταν έγινε 25 ετών κι εκείνη ήταν 40, κανόνισε το γάμο του μαζί της. Ο γάμος έγινε σύμφωνα με τη χριστιανική παράδοση, πράγμα που σήμαινε πως ο Μουχάμμαντ δεν έλαβε καμιά άλλη σύζυγο όσο ζούσε η Χαντίτζα. Τα δύο κλαν συναντήθηκαν κατά την τελετή του γάμου. Έτσι, ο Ουάρακα φρόντισε ο προστατευόμενός του να γίνει πλούσιος, και εν δυνάμει ηγέτης και διάδοχος της θέσης του στην ιεραρχία ως «πατριάρχης» της αίρεσης της Μέκκας.

Ο Μουχάμμαντ είχε πολλές αποκαλύψεις που τον φόβιζαν, επειδή νόμιζε ότι ήταν ο Σατανάς (shaytan) ή κακά πνεύματα που τον παρενοχλούσαν. Η Χαντίζα, βοηθούμενη από τον Ουάρακα, καθησύχασε τον Μουχάμμαντ ότι τον είχε επιλέξει ο καλός αρχάγγελος να κηρύξει το μήνυμα, και ο Ουάρακα ευλόγησε τον Μουχάμμαντ και τον έστειλε να προσηλυτίσει τους ανθρώπους στη Μέκκα. Μερικοί από τους φτωχότερους και εκείνους που βρίσκονταν στη χαμηλότερη κοινωνική βαθμίδα τον ακολουθούσαν. Σε πολλούς ισχυρούς παγανιστές δεν άρεσε το κήρυγμά του, αλλά δεν μπορούσαν να τον πειράξουν επειδή τον προστάτευαν ο Ουάρακα, η Χαντίζα και ο θείος του Abi Taleb.

Όταν ο Ουάρακα πέθανε, οι αποκαλύψεις σταμάτησαν να εμφανίζονται επί τέσσερα χρόνια στον Μουχάμμαντ. Όταν πέθανε και η Χαντίζα, αυτός ήταν πάνω από 40 ετών και είχε μείνει χωρίς πνευματικούς οδηγούς και συμπαραστάτες. Μετά το θάνατο του θείου του Αμπού Τάλεμπ έχασε και τη στήριξη των φατριών κι έφυγε από τη Μέκκα για να συναντήσει ορισμένους από τους οπαδούς και του στην πόλη της Μεδίνα, 250 μίλια προς τα βόρεια. Μια νέα φάση του Ισλάμ βρισκόταν σε πλήρη εξέλιξη, καθώς το «μήνυμα» του θεού και ο τρόπος ζωής του Μουχάμμαντ άλλαξε δραστικά. Το μήνυμά του έγινε μήνυμα κατάκτησης και αυτοκρατορίας, και ο τρόπος ζωής του (όπως και πολλών αυτοαποκαλούμενων προφητών πριν και μετά από αυτόν) είχε κι έναν θεό να του παρέχει οτιδήποτε ήθελε, μεταξύ άλλων και πολλές γυναίκες, όπως επιθυμούσε η καρδιά του.

Η θέση οτι το Ισλάμ προήλθε απο τον Ιουδαιοχριστιανισμό δεν είναι με κανένα τρόπο μοναδική στον Ιωσήφ αλ-Καζί. Όπως σημειώνει ο επίκουρος καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών  Σωτήριος Δεσπότης,

«ο χαμένος συνδετικός κρίκος μεταξύ χριστιανισμού και ισλάμ είναι, σύμφωνα με αρκετούς ερευνητές ο Ιουδαιοχριστιανισμός, ο οποίος από τον αγ. Επιφάνιο Σαλαμίνος χαρακτηρίστηκε ως μία από τις 80 τότε γνωστές αιρέσεις (Πανάριον 374-377): οι Ναζηραίοι ομολογούσαν τον Ιησού ως υιό του Θεού,  ζούσανε όμως σύμφωνα με τα  μωσαϊκά έθιμα. Οι ιουδαιοχριστιανοί, και κυρίως οι Εβιωνίτες (οι πτωχοί του Θεού) και οι βαπτιστές σαβαίοι, οι οποίοι θεωρούσαν το Χριστό ως άνθρωπο εξ ανθρώπων Μεσσία εγκαταστάθηκαν στην αραβική χερσόνησο και μάλιστα στη Μεδίνα. Σημειωτέον ότι το ιουδαιοχριστιανικό ρεύμα επιβιώνει μέχρι σήμερα στην Αφρική και στις Ινδίες. Οι Αιθίοπες μονοφυσίτες, οι οποίοι διακρίνονται για την ευλάβεια και την πίστη τους στις παραδόσεις τιμούν την κιβωτό του Μωυσή (ταβότ), χρησιμοποιούνε μια σημιτική λειτουργική γλώσσα, ψέλνουν ψαλμούς με τη συνοδεία τυμπάνων και σαλπίγγων, έχουν καθιερώσει μαζί με τη βάπτιση την περιτομή, τιμούνε το Σάββατο, και έχουν αντίστοιχες διαιτητικές συνήθειες (απαγόρευση χοιρινού). Στη νότια Ινδία ζούνε 70.000 χριστιανοί Tekkumbgam ή Southist οι οποίοι έφθασαν εκεί στην Κεραλά από τη Συρία η Μεσοποταμία το 345 υπό την ηγεσία ενός Θωμά από την Κανά ή Χαναάν. Ομολογούν τον Ιησού ως το Μεσσία των Ιουδαίων. Σύμφωνα με τον A. Schlatter, κανείς από τους ηγέτες της χριστιανικής Καθολικής Εκκλησίας των πρώτων αιώνων δε μπορούσε να φανταστεί ποτέ ότι οι αιρετικοί και περιθωριοποιημένοι ιουδαιοχριστιανοί κάποτε θα ταρακουνούσαν τον κόσμο και θα σάρωναν Μητροπόλεις του χριστιανικού Βυζαντίου. Μονοθεϊσμός αντί τριαδολογίας, Πάσχων Δούλος του Κυρίου αντί του Θεανθρώπου (δύο υποστάσεων) είναι μόνο μερικά από τα πιστεύω των γνωστικιζόντων ιουδαιοχριστιανών, πιθανότατα Ελκεσαϊτών (που στο Κοράνι ονομάζονται Sabier)[2], οι οποίοι επηρεασμένοι και από το γνωστικισμό θεωρούσαν τον Ιησού ως τη σφραγίδα των Προφητών (πρβλ. Tertullian, Adversus Judaeos), εξέχων τίτλος κατόπιν του Μωάμεθ. Σύμφωνα με τον Σωζομενό (439-450) υπήρχαν ιουδαιοχριστιανοί οι οποίοι θεωρούσαν ως προπάτορες τον Ισμαήλ και την Άγαρ. Ίσως (και) αυτούς πολέμησε καταρχάς ο προφήτης του Ισλάμ στη Μεδίνα αλλά και από αυτούς πληροφορήθηκε πολλά γεγονότα αλλά και Μιδράς της βιβλικής παράδοση.

Στην Αραβία φαίνεται επίσης ότι ετιμάτο ήδη η Maryam η μητέρα του Isa-Ιησού, η οποία από σύγχυση με την Μαριάμ την αδελφή του Μωυσή, θεωρούνταν κόρη του Αμράμ και αδελφή του Ααρών και σίγουρα όχι Θεο-τόκος. Υπήρχε μάλιστα τοιχογραφία της στην Kaaba της Μέκκας, την οποία δεν κατέστρεψε ο Μωάμεθ. Δεν θεωρούνταν rasulu  llah απεσταλμένη από το Θεό (όπως ο Μωάμεθ αλλά και οι άλλοι προφήτες) αλλά siddiqa – αληθινή (5,75).»

Έχοντας υπόψη μας όλα αυτά, και κάποια ακόμη (όπως τη γνωριμία του Μουχάμμαντ με τον αρειανιστή μοναχό Μπαχίρα) δεν φαίνεται πια καθόλου παράξενο γιατί ο Ιωάννης Δαμασκηνός, ο μεγάλος Ορθόδοξος θεολόγος που μεγάλωσε μέσα στην αυλή του Mu’awiyah στη Δαμασκό και γνώρισε καλά το Ισλάμ, το θεωρούσε μια χριστιανική αίρεση


[1] Οι χριστιανοί που ζούσαν στην Ιερουσαλήμ, γνώριζαν την προφητεία του Ιησού:

«Όταν όμως δείτε να κυκλώνεται από στρατεύματα η Ιερουσαλήμ, τότε να γνωρίσετε ότι έχει πλησιάσει η ερήμωσή της. Τότε όσοι είναι στην Ιουδαία ας φεύγουν στα όρη και όσοι είναι στο μέσο αυτής ας αναχωρήσουν και όσοι είναι στην ύπαιθρο ας μην εισέλθουν σ’ αυτή, γιατί ημέρες εκδίκησης είναι αυτές, για να ολοκληρωθούν όλα τα γραμμένα. Αλίμονο σε όσες έχουν στην κοιλιά παιδιά και σε όσες θηλάζουν εκείνες τις ημέρες. Γιατί θα γίνει καταπίεση μεγάλη πάνω στη γη και οργή στο λαό τούτο, και θα πέσουν από το στόμα της μάχαιρας και θα αιχμαλωτιστούν σε όλους τους εθνικούς, και η Ιερουσαλήμ θα πατιέται συνεχώς από τους εθνικούς, μέχρις ότου συμπληρωθούν οι καιροί των εθνικών» (Λουκάς 21:20-24).

Έτσι έφυγαν από την Ιερουσαλήμ στην Πέλλα της Ιορδανίας, όπου και παρέμειναν μέχρι το 135 μ.Χ. Σύμφωνα με το βιβλίο «Ιστορία του Ιουδαϊκού Χριστιανισμού» του Hugh Schonfield κάποιοι Ιουδαιοχριστιανοί βρίσκονταν στην Ιερουσαλήμ το διάστημα 132-135 μ.Χ. οπότε ξέσπασε η επανάσταση των Εβραίων κατά των Ρωμαίων, και ενώθηκαν στον πόλεμο με τους Εβραίους κάτω από τη σημαία του Μπαρ-Κοχεμπά, ταυτιζόμενοι μαζί τους εθνικά. Όταν όμως ο Ραβίνος Ακίβα ανακήρυξε τον Μπαρ-Κοχεμπά ως τον αναμενόμενο Μεσσία, οι Ιουδαιοχριστιανοί που θεωρούσαν τον Ιησού ως το Μεσσία των Ιουδαίων αρνήθηκαν να συμπράξουν, και πλέον θεωρούνταν και προδότες του έθνους τους. Καθώς οι Ρωμαίοι με τη νίκη τους ισοπέδωσαν την Ιερουσαλήμ και απαγόρευσαν την είσοδο σε όλους τους Εβραίους, όσοι Ιουδαιοχριστιανοί επέζησαν έφυγαν απότην περιοχή.

[2] Σημειωτέον ότι και ο Πέρσης Μάνης (216-76) ο οποίος ήθελε στη συνέχεια των Ζαρατούστρα, Βούδα και ενός «γνωστικού» Χριστού να ιδρύσει μια καινούργια χριστιανική θρησκεία, στα νιάτα του ανήκε στην ιουδαιοχριστιανική αίρεση των Βαπτιστών – Ελκεσαϊτών και επηρεάστηκε από το νομικισμό και την αποκαλυπτική σκέψη.

Οι ρίζες του τριαδολογικού δόγματος

Μια που βρισκόμαστε στην αναστάσιμη περίοδο, δημοσιεύουμε ένα ακόμη ποστ με θεολογικό χαρακτήρα. Είναι απόσπασμα εκτενέστερης εργασίας του ορθόδοξου θεολόγου Θ. Ρηγινιώτη, που δημοσιεύεται με μορφή σχολίων σε μουσουλμανικό μπλογκ. Το αντλούμε από εδώ:

http://nabiallah.wordpress.com/%ce%bf-%cf%80%cf%81%ce%bf%cf%86%ce%ae%cf%84%ce%b7%cf%82-%ce%bc%ce%bf%cf%85%cf%87%ce%ac%ce%bc%ce%bc%ce%b5%ce%bd%cf%84-%cf%83%cf%84%ce%b7-%ce%b2%ce%af%ce%b2%ce%bb%ce%bf/#comment-176

Όταν οι αδελφοί μας μουσουλμάνοι έχουν μπροστά τους τις χαντίθ, εμφανίζονται απολύτως βέβαιοι για την αυθεντικότητά τους – έστω, για την αυθεντικότητα εκείνων που οι πνευματικοί τους διδάσκαλοι έχουν αναγνωρίσει και καταχωρίσει ως αυθεντικές. Φυσικά μπορούν να βρουν πολλά «ορθολογικά» επιχειρήματα για να υποστηρίξουν την άποψή τους, αλλά ο αληθινός λόγος είναι ένας: εμπιστεύονται τις χαντίθ, γιατί θεωρούν εξ ορισμού αξιόπιστους τους συλλέκτες και σχολιαστές τους.

Όταν όμως εμείς επικαλούμαστε λόγια του Ιησού, εκείνοι εύκολα τα απορρίπτουν ως μυθεύματα και πλαστογραφίες. Όταν επικαλούμαστε λόγια των αποστόλων, εκείνοι εύκολα χαρακτηρίζουν τους αποστόλους (τους αγίους αυτούς αυτόπτες μάρτυρες του Ιησού) ως πλαστογράφους. Και όταν επικαλούμαστε λόγια των αγίων Πατέρων της Εκκλησίας, εύκολα βρίσκουν κάθε μομφή να τους προσάψουν, αρκεί να μειώσουν την εγκυρότητα της θεμελιώδους διδασκαλίας του χριστιανισμού.

Στην Καινή Διαθήκη, ο Ίδιος ο Ιησούς ζητάει πίστη στον Εαυτό Του (π.χ. Ιω. 3, 29 και 9, 35-38) και δηλώνει ότι η τιμή προς Αυτόν πρέπει να είναι ίση με την τιμή προς τον Πατέρα (Ιω. 5, 23, «ίνα πάντες τιμώσι τον υιόν καθώς τιμώσι τον πατέρα»). Πώς λοιπόν ο συγγραφέας μας ισχυρίζεται ότι αυτό είναι «ειδωλολατρία» και «προσβολή» προς το Θεό;

Η τριαδολογία του χριστιανισμού δεν επινοήθηκε στην Α΄ Οικουμενική Σύνοδο, αλλά αποτελεί την αποκάλυψη που έκαναν για το Θεό ο Ιησούς και (την Πεντηκοστή) το Άγιο Πνεύμα – αποκάλυψη που βίωσαν και βιώνουν οι άγιοι κάθε γενιάς. Αυτή είναι η πίστη και η ακλόνητη διδασκαλία των χριστιανών αγίων από την αρχή του χριστιανισμού, και φυσικά συνιστά πρόοδο ως προς την Παλαιά Διαθήκη, όπου οι άνθρωποι δεν ήταν ακόμη σε θέση να αντιληφθούν κάτι τέτοιο. Αν η Παλαιά Διαθήκη περιείχε την τέλεια αποκάλυψη του Θεού, δε θα χρειαζόταν να έρθει ο Χριστός, ακόμη και ως προφήτης.

Στην Καινή Διαθήκη η τριαδολογία δεν αναπτύσσεται ούτε διατυπώνεται αναλυτικά, ακριβώς διότι βιώνεται πέρα από κάθε αμφισβήτηση. Φαίνεται όμως ότι υπάρχει, από πλήθος τριαδολογικών αναφορών, όπως οι κλασικές: «βαπτίζοντες αυτούς εις το όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος» (Ματθ. 28, 19) και «η χάρις του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού και η αγάπη του Θεού και Πατρός και η κοινωνία του Αγίου Πνεύματος είη μετά πάντων υμών» (Β΄ Κορινθ. 13 – πρόκειται, κατά τους μελετητές, για φράση από την πρωτοχριστιανική [αποστολική] θεία λειτουργία).

Η γενιά λοιπόν των αγίων αποστόλων πίστευε στην Αγία Τριάδα. Το ίδιο και η αμέσως επόμενη γενιά, των αγίων αποστολικών Πατέρων (1ο μισό του δεύτερου αιώνα μ.Χ.). Πουθενά δεν φαίνεται «μετατόπιση» της πίστης των χριστιανών από κάποιο «μονοπρόσωπο Θεό» προς την Αγία Τριάδα. Για την πίστη των Πατέρων της πρώτης μεταποστολικής γενιάς (των μαθητών των αποστόλων) στην Αγία Τριάδα παραπέμπω στα άρθρα: http://www.oodegr.com/oode/theos/triada1.htm και: http://www.oodegr.com/oode/theos/airetika/da_vinci3.htm.

Οι άγιοι αυτοί, όπως και οι μεταγενέστεροι, καθώς και οι άγιοι των Οικουμενικών Συνόδων, δεν «επινοούσαν» δόγματα, αλλά γνώριζαν την αλήθεια για το Θεό με την ένωση προς Αυτόν, δηλαδή με την αγιότητά τους (θέωση). Η θέωσή τους φαίνεται όχι μόνον από τα θαύματά τους (επαναλαμβάνω ότι οι Πράξεις αναφέρουν πλήθος θαυμάτων των αποστόλων), αλλά και από τον τρόπο ζωής τους, τον γεμάτο αγάπη και αυτοθυσία για τον πλησίον.

Για να γίνει κάπως κατανοητό τι εννοώ, παραπέμπω τον αναγνώστη στο βίο του μεγάλου χριστιανού πνευματικού πατέρα του 20ού αιώνα αγίου Σιλουανού του Αθωνίτη, γραμμένο από το μαθητή του και επίσης άγιο Σωφρόνιο Σαχάρωφ (έκδ. Ιεράς Μονής Τιμίου Προδρόμου, Έσσεξ Αγγλίας). Εκεί θα αντιληφθεί τι σημαίνει «αγιοπνευματικός φωτισμός» και «γνώση του Θεού διά του Αγίου Πνεύματος». Ως προς την Αγία Γραφή, θα το αντιληφθεί κάπως διαβάζοντας τις Πράξεις των αποστόλων, όχι μόνο το κεφ. 2 (όπου περιγράφεται η κάθοδος του Αγίου Πνεύματος κατά την Πεντηκοστή), αλλά ολόκληρο το έργο.

Το γεγονός ότι η τριαδολογία είναι η αρχική διδασκαλία του χριστιανισμού φαίνεται και από το σάλο που προκλήθηκε, όταν ο Άρειος (ιερέας στην Αλεξάνδρεια) άρχισε να διδάσκει ότι ο Υιός δεν είναι Θεός. Όχι μόνο δε φαίνεται πουθενά (ας μας υποδείξει κάποιος μία πηγή) «μετατόπιση» της χριστιανικής θεολογίας προς την τριαδολογία, αλλά, αντίθετα, φαίνεται ότι κάποιοι μετατοπίστηκαν κατά καιρούς από την τριαδολογία προς διάφορες απόπειρες «διάσωσης του απόλυτου μονοθεϊσμού», επειδή προσπαθούσαν να κατανοήσουν τη θεολογία διανοητικά (σαν φιλόσοφοι) και όχι να τη βιώσουν με την ένωση προς το Θεό (ως άγιοι). Αυτοί ήταν οι «μοναρχιανοί», που χωρίζονταν σε δύο κλάδους και δίδασκαν είτε ότι ο Ένας Θεός εμφανίστηκε ο Ίδιος σαν Πατέρας στην Παλαιά Διαθήκη, σαν Υιός στην Καινή και σαν Άγιο Πνεύμα στην Εκκλησία (τροπικοί μοναρχιανοί ή πατροπασχίτες), είτε ότι ο Χριστός ήταν ένας κοινός άνθρωπος που αναδείχθηκε σε Θεό λόγω της ανυπέρβλητης ηθικής του καθαρότητας (δυναμικοί μοναρχιανοί ή υιοθετιστές). Ο Άρειος ήταν η μετεξέλιξη του δυναμικού μοναρχιανισμού.

Λόγω των πρώτων μοναρχιανών, κάποιοι πρώιμοι χριστιανοί διδάσκαλοι έκαναν κάποιες απόπειρες να διατυπώσουν λεκτικά την τριαδολογία – οι απόπειρες αυτές δεν ήταν απόλυτα επιτυχημένες, και δίνουν στο συγγραφέα μας παρακάτω τη χαρά να επισημάνει διάφορες «αδυναμίες» της. Όμως η τριαδολογία εκφράστηκε με τον καλύτερο δυνατό τρόπο από τους Πατέρες της Νίκαιας και την επόμενη γενιά, από το Μ. Αθανάσιο (που συμμετείχε στη Νίκαια ως διάκονος), το Μέγα Βασίλειο και άλλους (βλ. http://www.oodegr.com/oode/dogmat1/doc_theos2.htm).

Αυτοί οι άγιοι, εξαιτίας των αιρέσεων, διατυπώνουν λεκτικά την κατ’ ουσίαν «άρρητη» εμπειρία τους από την παρουσία του Θεού εντός τους. Για μας είναι τόσο έγκυροι, όσο είναι για τους μουσουλμάνους ο Μωάμεθ. Γνωρίστε το βίο τους και μάθετε για τις εμπειρίες τους και θα καταλάβετε το γιατί.

Η Αγία Τριάδα στη Βίβλο

Ας δούμε τώρα αυτό που ενδιαφέρει τους μουσουλμάνους και όλους τους «ορθολογιστές»: η Βίβλος υποστηρίζει την τριαδολογία; Φυσικά, εμείς απαντάμε καταφατικά. Η τριαδολογία δεν είναι ξένη προς τη Βίβλο. Ωστόσο –επαναλαμβάνω– δεν περιμένουμε να μας πει η Βίβλος για το Θεό, διότι ο Θεός (διά της άκτιστης χάριτός Του) βρίσκεται κάθε στιγμή εντός της νοεράς καρδίας των αγίων μας και εκεί τους διδάσκει την αλήθεια γι’ Αυτόν (τέτοιος άγιος μπορεί να είναι κι ένας φτωχός και παραμελημένος γείτονάς μας κι όχι οπωσδήποτε κάποιο «στέλεχος» της θεσμικής Εκκλησίας – http://www.oodegr.com/oode/epistimi/genika/epist_erevna_theou1.htm). Θα αναφερθούμε στο θέμα της βιβλικής τριαδολογίας για χάρη των αδελφών μας μουσουλμάνων και λοιπόν «αντιτριαδιστών», που αναλίσκονται σε φιλολογικές αναλύσεις, αναζητώντας με το μικροσκόπιο τι λέει η Βίβλος για το ένα ή το άλλο θέμα και ξεχνώντας να ρωτήσουν απευθείας τον Ίδιο το Θεό με νηστεία, προσευχή, εξομολόγηση και (επιτρέψτε μου) θεία κοινωνία. Το σωστό θα ήταν να ερευνήσουν έτσι, όσα χρόνια κι αν κρατήσει η έρευνά τους – σαν αγωνιστές κι όχι σαν φιλόλογοι. Φιλολογικά, μπορούμε να ανακαλύψουμε ή και να επινοήσουμε όσα επιχειρήματα και αντεπιχειρήματα θέλετε.

Παρόλα αυτά, ας ξεκινήσουμε, Θεού θέλοντος.

1. Παλαιά Διαθήκη

Η Παλαιά Διαθήκη αποτελεί «σκιά» της βασιλείας του Θεού («των μελλόντων αγαθών»), καθώς απευθύνεται στη νηπιώδη ανθρωπότητα (πρβ. Α΄ Κορινθίους, 13, 11: «ότε ήμην νήπιος, ως νήπιος ελάλουν, ως νήπιος εφρόνουν, ως νήπιος ελογιζόμην× ότε δε γέγονα ανήρ, κατήργηκα τα του νηπίου»). Η Καινή Διαθήκη πάλι δεν είναι η ίδια η βασιλεία του Θεού, αλλά «τύπος» της (προτύπωση). Η βασιλεία του Θεού είναι η κατάσταση στην οποία εισέρχεται ο άνθρωπος καθώς προχωρεί στη θέωση και ολοκληρωτικά θα τη δούμε από τη δευτέρα παρουσία και μετά («βλέπομεν γαρ άρτι δι’ εσόπτρου και εν αινίγματι, τότε δε πρόσωπον προς πρόσωπον», Παύλος).

Έτσι, στην Π.Δ. η Αγία Τριάδα αποκαλύπτεται «συνεσκιασμένα» (σκιωδώς), καθώς οι άνθρωποι, μη έχοντας ακόμη την ένωση Θεότητας και ανθρωπότητας, που συντελέστηκε στο πρόσωπο του Χριστού, και τη χάρη του Αγίου Πνεύματος, που ξεχύθηκε στην ανθρωπότητα κατά την πεντηκοστή, δε μπορούσαν ακόμη να αντέξουν την αποκάλυψη αυτή (όπως και οι αντιτριαδικές αιρέσεις και οι μουσουλμάνοι, οι οποίοι, ας μου επιτραπεί να το πω, αποκρούουν αυτή τη χάρη, ίσως από ατολμία, μένοντας προσκολλημένοι στη νηπιώδη προ Χριστού κατάσταση). Το ότι δεν είχαν ακόμη αυτά τα πλεονεκτήματα δεν είναι «αδικία του Θεού σε βάρος τους», διότι η Π.Δ. είναι ακριβώς το πρώτο στάδιο της πορείας που οδήγησε στην κάθοδο του Χριστού και του Αγ. Πνεύματος (Παρακλήτου). Οι δε προ Χριστού νεκροί γνώρισαν επίσης το Χριστό και συμμετείχαν (ελεύθερα και εφόσον το θέλησαν) στο παγκόσμιο Σώμα Του (την Εκκλησία) κατά την κάθοδό Του στον Άδη με το σταυρικό θάνατό Του, όταν «τοις εν φυλακή πνεύμασι πορευθείς εκήρυξεν» (Α΄ επιστολή του αγίου αποστόλου Πέτρου, 3, 19-20).

Στην Π.Δ. λοιπόν η Αγία Τριάδα αποκαλύπτεται τουλάχιστον με έξι τρόπους:

1. Με τον πληθυντικό αριθμό στα χωρία Γέν. 1, 26 («ας φτιάξουμε άνθρωπο κατά την εικόνα και την ομοίωσή μας») και Γέν. 11, 7 («ας κατεβούμε και ας τους μπερδέψουμε τις γλώσσες»).

Στους στίχους αυτούς ο Θεός σίγουρα δεν μιλάει στους αγγέλους Του, διότι ούτε συνεργάστηκαν μαζί Του στη δημιουργία του ανθρώπου, ούτε αναφέρεται κάπου ότι ο άνθρωπος είναι πλασμένος «κατ’ εικόνα και ομοίωσιν» και των αγγέλων. Ωστόσο, δε χρησιμοποιεί ούτε το λεγόμενο «πληθυντικό της μεγαλοπρέπειας», δηλαδή να μιλήσει για τον Εαυτό Του στον πληθυντικό αντί για τον ενικό, κατά τη βασιλική συνήθεια. Αν ο Θεός χρησιμοποιούσε «πληθυντικό της μεγαλοπρέπειας», θα έπρεπε να τον χρησιμοποιεί σε όλη τη διάρκεια της Αγίας Γραφής, δηλαδή ούτε μια φορά να μη λέει «Εγώ, ο Θεός», αλλά πάντα «Εμείς, ο Θεός». Κάτι τέτοιο όμως δε συμβαίνει.

Αντίθετα, υπάρχει Κάποιος, με τον Οποίο συνεργάστηκε ο Θεός κατά τη δημιουργία όλων των δημιουργημάτων Του: ο Υιός (Ιω. 1, 3, Α΄ Κορινθίους,, 8, 6, Κολ. 1, 16-17). Για μας είναι φανερό (και κανένα απολύτως λόγο δεν έχουμε να αμφιβάλλουμε) ότι ο Θεός μιλάει με τον Υιό, που είναι ο Λόγος και η Σοφία Του.

Εδώ οφείλω να αναφέρω ότι ο απόστολος Παύλος, στην προς Κολοσσαείς, 1, 16-17, γράφει για το Χριστό: «ότι εν αυτώ εκτίσθη τα πάντα, τα εν τοις ουρανοίς και τα επί της γης, τα ορατά και τα αόρατα, είτε θρόνοι είτε κυριότητες είτε αρχαί είτε εξουσίαι. τα πάντα δι’ αυτού και εις αυτόν έκτισται. και αυτός εστί προ πάντων και τα πάντα εν αυτώ συνέστηκε».

2. Με την εμφάνιση των Τριών Ανδρών στον Αβραάμ στο κεφ. 18 της Γένεσης. Εκεί είναι φανερό ότι ο Αβραάμ αντιμετωπίζει και τους Τρεις ως ισότιμους. Ήρθε «να Τους συναντήσει», είπε και στους Τρεις να καθίσουν, να πλυθούν, να φάνε κ.τ.λ., χαρακτήρισε τον εαυτό του «υπηρέτη Τους» και Εκείνοι του απάντησαν σαν με ένα στόμα (στ. 5). Και οι Τρεις μαζί «έφαγαν» και, όταν σηκώθηκαν, «κοίταξαν προς τα Σόδομα και τα Γόμορρα».

Η ιδέα ότι πρόκειται για το Θεό και δύο τιμητικούς συνοδούς αγγέλους είναι απλά άτοπη. Το ότι στο τέλος Το ότι φαίνεται οι Δύο να φεύγουν και «ο Κύριος» να μένει και να μιλάει με τον Αβραάμ, δε σημαίνει ότι οι άλλοι Δύο δεν ήταν Κύριοι. Υπόψιν ότι λέει «οι άνδρες έφυγαν» και όχι «οι δύο άνδρες», σα να είχαν φύγει και οι Τρεις – προφανώς επειδή στο Θεό δεν υπάρχει αρίθμηση που να διαχωρίζει τον Έναν από τους Άλλους.

Υπάρχει στο χριστιανισμό η ιδέα ότι, επειδή ο Θεός Πατήρ θεωρείται «πάντη αόρατος», το δε Άγιο Πνεύμα δεν συνηθίζει να εμφανίζεται με μορφή ανθρώπου, οι Τρεις Άνδρες ήταν ο Υιός και δύο άγγελοι «εις τύπον» (συμβολισμό) του Πατρός και του Αγίου Πνεύματος. Πιθανόν. Πάντως είναι αδιαφιλονίκητο ότι ήρθαν ως η Τριαδική Θεότητα και έτσι αναγνωρίστηκαν και αντιμετωπίστηκαν από τον άγιο πατριάρχη Αβραάμ και δέχτηκαν αναντίρρητα αυτή την αντιμετώπιση.

3. Με τους ανεξήγητους (για μας, «τριαδικούς») πληθυντικούς στις προφητείες, όπου φαίνεται α) ότι εντός της Θεότητος υπάρχουν περισσότερα από ένα πρόσωπα (π.χ. Οβδιού, 1), β) ότι εμφανίζονται τουλάχιστον δύο «Κύριοι», που ο Ένας στέλνει στη Γη τον Άλλο: π.χ. Ζαχαρία, κατά τους Ο΄ 2, 12-15 [στο Μασσωριτικό (εβρ. κείμενο), Ζαχ. 2, 8-11], Ησαΐα, 45, 1. 45, 14-15. 48, 12-16. Αμώς 4, 11, Μιχαίας 4, 6-7. 6, 1-2, Μαλαχίας 1, 9. 3, 1-5, Σοφονίας κεφ. 1, Ιερεμίας 11, 9-11 και 17. 12, 14. 14, 15. 17, 13. 23, 1-2 (ο προφήτης δεν θα έλεγε «το λαό μου», μόνον ο Θεός το λέει αυτό). 33, 4-5 (Ο΄, 40, 4-5). Δείτε επίσης και Έξοδος 21, 13. 31, 17. 34, 5-6, Δευτ. 28, 13-14 και 20 (μιλάει ο Θεός, όπως φαίνεται στους στ. 2 και 62, αλλά και στο 29, 1, λέει «σε διατάζω» και «με εγκατέλειψες» κι όμως παράλληλα αναφέρεται «στον Θεό» σα να πρόκειται για Άλλο Πρόσωπο) κ.λ.π. (επί του θέματος, «ξεναγός μου» στην Π.Δ. ήταν η εξαίρετη μελέτη του καθηγητή Νικόλαου Σωτηρόπουλου Ο Ιησούς Γιαχβέ).

Σημείωση: πάντα ο «Κύριος», που μιλάει διά του στόματος των προφητών, είναι ο Θεός, ανεξάρτητα αν είναι μετάφραση του Γιαχβέ ή του Αδονάι, του Ελοχείμ κ.τ.λ. Το επισημαίνω, για να προλάβω τυχόν βεβιασμένη απολογία μουσουλμάνων, ότι μπορεί κάποια «Κύριος» να υπονοούν κάτι ή κάποιον άλλο.

4. Η εμφάνιση του περίφημου «αγγέλου του Θεού», που συγχρόνως είναι και προσκυνητός και χαρακτηρίζεται επίσης Θεός ή Κύριος. Ας μιλήσουμε λίγο γι’ Αυτόν:

Εκείνος που εμφανίστηκε στο Μωυσή μέσα από τη φλεγόμενη βάτο χαρακτηρίζεται «άγγελος Κυρίου» (Έξοδος, 3, 2). Κατά τη θεόπνευστη απολογία του αγίου Στεφάνου στις Πράξ. 7, 38, Εκείνος ήταν που μίλησε στο Μωυσή. Στο Μωυσή όμως μίλησε μόνον ο Γιαχβέ –άρα ο άγγελος Κυρίου ήταν που ονόμασε τον Εαυτό Του «Γιαχβέ»!

Προφανώς είναι ο Ίδιος «άγγελος» που εμφανίστηκε στην περιπλανώμενη Άγαρ (Γέν. 16, 7-14) και της είπε «θα πολλαπλασιάσω τους απογόνους σου» («Εγώ», όχι «ο Θεός»). Ποτέ στην Αγία Γραφή ο απεσταλμένος του Θεού δε μεταφέρει τα λόγια του Θεού σα να ήταν ο ίδιος ο Θεός! Ακόμη και οι προφήτες, που μεταφέρουν λόγια του Θεού σε πρώτο πρόσωπο, πάντα ξεκινούν με τη φράση «τάδε λέγει Κύριος». Προφανώς το ίδιο ισχύει και στην περίπτωση του Κορανίου: ο αφηγητής του πληροφόρησε το Μωάμεθ ότι είναι «ο άγγελος Γαβριήλ», αλλιώς πώς το ήξερε ο Μωάμεθ;

Το Γέν. 16, 13, χαρακτηρίζει καθαρά Αυτόν τον άγγελο «Κύριο» και η Άγαρ Τον ονόμασε «ο Θεός ο επιδών με» και εξεπλάγη που αξιώθηκε να Τον αντικρίσει. Αν είχε κάνει λάθος, περνώντας έναν απλό άγγελο για το Θεό, εκείνος θα το διευκρίνιζε. Για του λόγου του αληθές, βλ. π.χ. Λουκ. 1, 11-20 και 26-38.

Μια ακόμη φορά που εμφανίζεται αυτό το «περίεργο» Ον είναι στο Γέν. 32, 24-32, στην πάλη του Ιακώβ με τον Θεό στο πέρασμα του Ιαβώκ. Ο Ιακώβ αντιμετωπίζει τον άγνωστο αντίπαλό του ως «το Θεό», Τον καλεί να τον ευλογήσει και εκπλήσσεται που Τον είδε πρόσωπο με πρόσωπο και επέζησε. Και ο Θεός Εκείνος μετονομάζει τον Ιακώβ σε Ισραήλ, κάνοντας μια χαρακτηριστική πράξη, την οποία κάνει μόνον ο Θεός (Γέν. 17, 5 και 15).

Για την ταύτιση του αγγέλου τούτου με το Θεό, παραθέτω και τις εξής μαρτυρίες: α) Στο Γέν. 31, 11-13, εμφανίζεται στον Ιακώβ «ο άγγελος του Θεού», ο οποίος του λέει: «Εγώ ειμί ο Θεός ο οφθείς σοι [=που σου φανερώθηκα] εν τόπω Θεού, ού ήλειψάς μοι εκεί στήλην…»! (εννοεί το όραμα της σκάλας προς τον ουρανό, στο Γέν. 28, 12-22).

β) Στο Γέν. 35, 1-15, ο Θεός στέλνει τον Ιακώβ να κατασκευάσει θυσιαστήριο «για το Θεό που του φανερώθηκε όταν έφευγε από τον αδελφό του», δηλαδή για Εκείνον, με τον οποίο πάλευε στο Ιαβώκ. Αυτό δηλώνει, αφενός, ότι «Ένας Θεός» τον διέταξε να φτιάξει θυσιαστήριο για έναν «άλλο Θεό», και αφετέρου ότι θα πρόσφερε θυσίες προς τιμήν του «αγγέλου», άρα ο άγγελος ήταν Θεός.

γ) Δίνοντας ο Ιακώβ την ευλογία του στα εγγόνια του, τα παιδιά του Ιωσήφ, λέει: «ο Θεός, ώ ευηρέστησαν οι πατέρες μου ενώπιον αυτού, Αβραάμ και Ισαάκ, ο Θεός ο τρέφων με εκ νεότητος έως της ημέρας ταύτης, ο άγγελος ο ρυόμενός με [=ο σώζων με] εκ πάντων των κακών ευλογήσαι τα παιδία ταύτα…» κ.τ.λ. (Γέν. 48, 15-16 – οφείλω την επισήμανση του τελευταίου χωρίου σε ομιλία του Μιχάλη Μαυροφοράκη δημοσιευθείσα στο διαδίκτυο).

Αυτός ο ορατός Θεός, που είναι συγχρόνως και «άγγελος» (αγγελιαφόρος) του Θεού, κατά τους χριστιανούς είναι ο Υιός, επειδή  Εκείνος χαρακτηρίζεται «μεγάλης βουλής άγγελος», Ησαΐα 9, 6, και «άγγελος της διαθήκης», Μαλαχία 3, 1. Είναι ο απεσταλμένος της μεγάλης βουλής (απόφασης) του Θεού για τη σωτηρία των ανθρώπων. Ολόκληρη η Π.Δ. είναι η προετοιμασία για την έλευσή Του (ως Ιησού Χριστού), που είναι και η εκπλήρωση της πρωταρχικής προφητείας, Γέν. 3, 15 και όλων των μεσσιανικών προφητειών.

5. Με την εμφάνιση της Σοφίας του Θεού, ενός ξεκάθαρα θεϊκού όντος, που μάλιστα μιλάει διά στόματος των προφητών σε πρώτο πρόσωπο, όπως μόνον ο Θεός κάνει, στα βιβλία Παροιμίες, Ιωβ, Σοφία Σολομώντος και Σοφία Σειράχ.

Εγώ από στόματος Υψίστου εξήλθον και ως ομίχλη κατεκάλυψα γην. εγώ εν υψηλοίς κατεσκήνωσα, και ο θρόνος μου εν στύλω νεφέλης. γύρον ουρανού εκύκλωσα μόνη και εν βάθει αβύσσων περιεπάτησα. εν κύματι θαλάσσης και εν πάση τη γη και εν παντί λαώ και έθνει εκτησάμην… έτι διδασκαλίαν ως προφητείαν εκχεώ [=θα αναβλύσω] και καταλείψω αυτήν εις γενεάς αιώνων. ίδετε ότι ουκ εμοί μόνω εκοπίασα, αλλά πάσι τοις εκζητούσιν αυτήν» (Σοφία Σειράχ, κεφ. 24).

«…και μετά σου η σοφία η ειδυία τα έργα σου και παρούσα, ότε εποίεις τον κόσμον… Εξαπόστειλον αυτήν εξ αγίων ουρανών και από θρόνου δόξης σου πέμψον αυτήν…» (Σοφία Σολομώντος, 9, 9-10).

Η Σοφία είναι παρούσα όταν ο Θεός έκτιζε τον κόσμο και προφητεύεται η αποστολή της στον κόσμο. «Εξήλθε το στόμα του Θεού» (δηλαδή είναι ο Λόγος Του) και θα αναβλύσει διδασκαλία και προφητεία, που θα την αφήσει για πάντα στη γη. Είναι «η μήτηρ της αγαπήσεως της καλής και της οσίας ελπίδος, του φόβου» (=της συστολής) «και της γνώσεως» (Σοφία Σειράχ, κεφ. 24) και, κατά τους χριστιανούς, ταυτίζεται με τον Υιό. «Χριστός, Θεού Δύναμις και Θεού Σοφία» κατά τον Παύλο (Α΄ Κορινθίους, 1, 24). «Νους, Λόγος, Σοφία, Υιός του Πατρός, και απόρροια, ως φως από Πυρός, το Πνεύμα» γράφει ήδη το 2ο αι. για τον Ιησού ο απολογητής άγιος Αθηναγόρας ο Αθηναίος (Πρεσβεία περί χριστιανών, κεφ. 24).

Σύγκρινε τις παραπάνω περιγραφές της Σοφίας με τις ακόλουθες αναφορές για τον Υιό, δηλ. το Χριστό:

«Εν αρχή ην ο Λόγος και ο Λόγος ην προς τον Θεόν [=δίπλα στο Θεό] και Θεός ην ο Λόγος. Ούτος ην εν αρχή προς τον Θεόν. πάντα δι’ αυτού εγένετο, και χωρίς αυτού εγένετο ουδέ έν ό γέγονεν. εν αυτώ ζωή ην, και η ζωή ην το φως των ανθρώπων. και το φως εν τη σκοτία φαίνει, και η σκοτία αυτό ου κατέλαβεν […] Ην το φως το αληθινόν, ό φωτίζει πάντα άνθρωπον ερχόμενον εις τον κόσμον. εν τω κόσμω ην, και ο κόσμος δι’ αυτού εγένετο, και ο κόσμος αυτόν ουκ έγνω [=δεν τον αναγνώρισε]. […] και ο Λόγος σαρξ εγένετο και εσκήνωσεν εν ημίν, και εθεασάμεθα [=είδαμε] την δόξαν αυτού [=το φως Του], δόξαν ως μονογενούς παρά πατρός, πλήρης χάριτος και αληθείας. […] Θεόν ουδείς εώρακε πώποτε [=κανείς δεν είδε ποτέ το Θεό]. ο μονογενής υιός ο ων εις τον κόλπον του πατρός, εκείνος εξηγήσατο» (Ιω. 1, 1-5. 9-10. 14. 18).

Σε απόλυτη συνάφεια ο απόστολος Παύλος αναφέρει για τον Υιό:

«…ός εστίν εικών του Θεού του αοράτου, πρωτότοκος πάσης κτίσεως [=γεννημένος πριν από κάθε δημιούργημα], ότι εν αυτώ εκτίσθη τα πάντα, τα εν ουρανοίς και τα επί της γης, τα ορατά και τα αόρατα, είτε θρόνοι είτε κυριότητες είτε αρχαί είτε εξουσίαι. τα πάντα δι’ αυτού και εις αυτόν έκτισται. και αυτός εστί προ πάντων, και τα πάντα εν αυτώ συνέστηκε, και αυτός εστίν η κεφαλή του σώματος, της εκκλησίας, ός εστίν αρχή, πρωτότοκος εκ των νεκρών, ίνα γένηται εν πάσιν αυτός πρωτεύων, ότι εν αυτώ ευδόκησε παν το πλήρωμα κατοικήσαι […]» (προς Κολοσσαείς, 1, 15-19).

Οι Παροιμίες είναι γραμμένες από τον προφήτη και βασιλιά Σολομώντα. Η θέση του βιβλίου του Ιώβ επίσης είναι αδιαμφισβήτητη εντός της Αγίας Γραφής. Για να προλάβω ωστόσο τυχόν υποβάθμιση των βιβλίων Σοφία Σολομώντος και Σοφία Σειράχ από τους αδελφούς μας μουσουλμάνους απολογητές, διευκρινίζω ότι: τα δύο βιβλία αυτά ανήκουν στην Παλαιά Διαθήκη κατά τους Ο΄. Είναι από τα βιβλία που γράφτηκαν απευθείας στα ελληνικά, γι’ αυτό δεν περιελήφθησαν ποτέ στο εβραϊκό Μασσωριτικό (Μ). Όμως το Ο΄ είναι η Παλαιά Διαθήκη που χρησιμοποιούν οι θεόπνευστοι συγγραφείς της Καινής Διαθήκης, οι οποίοι χρησιμοποιούν και τα βιβλία που λείπουν από το Μ. Μερικά παραδείγματα: Ματθ. 9, 36 (Ιουδίθ 11, 19), Ματθ. 22, 25-28 (Τωβίτ 3, 8 και 5, 11), Ματθ. 27, 41-43 (Σοφ. Σολ. 2, 12-20), Ρωμαίους, 1, 21 (Σοφ. Σολ. 13, 1), Ρωμαίους, 9, 21 (Σοφ. Σολ. 15, 7), Ρωμαίους, 10, 6 (Βαρούχ 3, 29), Ιάκ. 1, 19 (Σοφία Σειράχ 5, 11), Α΄ Πέτρ. 1, 6-7 (Σοφ. Σολ. 3, 5-6) κ.λ.π. Πρώτη φορά χριστιανοί απέρριψαν το Ο΄ και στράφηκαν στο Μ μετά την προτεσταντική μεταρρύθμιση (16ος αι.), νομίζοντας ότι ξέρουν καλύτερα από τους συγγραφείς της Καινής Διαθήκης και τους πρώτους χριστιανούς (στην πραγματικότητα, για να διαφοροποιηθούν από τους ρωμαιοκαθολικούς). Έτσι τα βιβλία αυτά «εξορίστηκαν» από τη χριστιανική Αγία Γραφή. Δυστυχώς και μερικές εκδόσεις που επιμελήθηκαν ορθόδοξοι (π.χ. Βάμβας) ακολούθησαν αυτό το λάθος, λόγω προτεσταντικών επιδράσεων.

Το όνομα Σοφία για το Χριστό είναι τόσο βασικό, που ο περίφημος καθεδρικός ναός της Κωνσταντινούπολης, ο αφιερωμένος σ’ Αυτόν, ονομάζεται Ναός της του Θεού Σοφίας, Αγία Σοφία. Ο ναός αυτός προκάλεσε σειρά ομώνυμων ναών στο Κίεβο, τη Θεσσαλονίκη και άλλες ορθόδοξες πόλεις.

6. Η ύπαρξη πολλών προσώπων στη Θεότητα φαίνεται και από τις προφητείες, κατά τις οποίες διά στόματος των προφητών μιλάει ο αναμενόμενος και μελλοντικά ερχόμενος Μεσσίας (βλ. π.χ. Ζαχαρίας, 11, 4-14, ιδ. 11-14). Εφόσον ο Μεσσίας μιλάει διά στόματος των προφητών, επομένως είναι Θεός, αφενός επειδή μόνον ο Θεός έχει αυτή την ιδιότητα (να μιλάει σε πρώτο πρόσωπο διά στόματος των προφητών) και αφετέρου επειδή και σε αυτές τις προφητείες (εκτός από τους προφητικούς ψαλμούς του Δαβίδ) οι προφήτες ξεκινούν με τη φράση «Αυτά λέει ο Κύριος».

Ένα παράδειγμα είναι το Ησαΐα 61, 1-2, που ο Χριστός το χρησιμοποίησε ως αναφορά στον εαυτό Του (Λουκ. 4, 17-21). Επομένως σ’ αυτό το κεφάλαιο δε μιλάει ο προφήτης, αλλά διά στόματος του προφήτη μιλάει ο μελλοντικός Μεσσίας, ο Υιός. Και Αυτός, ο Ίδιος, στο στ. 8 λέει: «διότι εγώ είμαι Κύριος που αγαπά τη δικαιοσύνη και μισεί την αδικία… και θα συστήσω γι’ αυτούς διαθήκην αιώνιον» κ.τ.λ.

Είπαμε ότι υπάρχουν και οι προφητικοί Ψαλμοί (χριστολογικοί/μεσσιανικοί), όπου ο Μεσσίας μιλάει διά του προφήτη. Μερικά παραδείγματα Ψαλμ. 68, 22 («μου έδωσαν χολή για τροφή και στη δίψα μου με πότισαν ξύδι», βλ. Ματθ. 27, 48), Ψαλμ. 21, 2 («Θεέ μου, Θεέ μου, πρόσεξέ με, γιατί με εγκατέλειψες;», βλ. Ματθ. 27, 46), Ψαλμ. 21, 19 («μοίρασαν μεταξύ τους τα ρούχα μου και έβαλαν κλήρο για τα ενδύματά μου», Ιω. 19, 23-24), κ.ά. (για τη θεία έμπνευση των Ψαλμών βλ. και στο Κοράνι, σούρα 4, 163).

[Σημείωση: Ο Ιησούς κραύγασε πάνω στο σταυρό «Θεέ μου, Θεέ μου, γιατί με εγκατέλειψες;», γιατί στην ανθρώπινη ζωή Του πέρασε όλα τα βάσανα που περνάει ο άνθρωπος, μεταξύ των οποίων και την αίσθηση ότι ο Θεός τον έχει εγκαταλείψει. Με αυτό τον τρόπο καθαγίασε τα βάσανα των ανθρώπων και τα μετέτρεψε σε δρόμο για να πλησιάσουμε το Θεό (αν τα υπομείνουμε με πίστη και υπομονή, όπως Εκείνος)].

2. Καινή Διαθήκη

Για τις τριαδολογικές αναφορές της Καινής Διαθήκης μιλήσαμε ήδη στα προηγούμενα. Αναφορές όπως: «βαπτίζοντες αυτούς Εις το όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος» (Ματθ. 28, 19) και «η χάρις του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού και η αγάπη του Θεού και Πατρός και η κοινωνία του Αγίου Πνεύματος είη μετά πάντων υμών» (Β΄ Κορινθ. 13), ξέρουμε πολύ καλά ότι υπάρχουν επειδή οι χριστιανοί ενώνονταν με τον Τριαδικό Θεό και δεν «πίστευαν» και «λάτρευαν» ένα «μονοπρόσωπο Θεό», με τον οποίο δεν είχαν άμεση επαφή, αλλά απλώς «διάβαζαν γι’ Αυτόν στην Π.Δ.».

Ο συγγραφέας του παρόντος παρακάτω προσπαθεί να μας πείσει ότι η εντολή του Χριστού για βάπτισμα στο όνομα της Αγίας Τριάδας δεν αποκαλύπτει την τριαδικότητα του Θεού. Η προσπάθεια αυτή είναι αστεία. Ξέρουμε πολύ καλά τι εννοεί ο Χριστός, γιατί έχει αποδειχθεί και επιβεβαιωθεί αναρίθμητες φορές στην ιστορία της Εκκλησίας, στις εμπειρίες των αγίων και πολλών απλών χριστιανών καθαρών στην καρδιά – δεν περιμένουμε από ένα μη χριστιανό να μας εξηγήσει εξετάζοντας τα κείμενα από φιλολογική άποψη.

Ας ξεκινήσουμε από αυτό που αποκαλύπτει η Κ.Δ. για την ακριβή σχέση του Χριστού προς το Θεό:

Για τη σχέση του Υιού με τον Πατέρα η Κ.Δ. είναι σαφής. Είναι «ο μονογενής υιός» του Πατρός (Ιω. 1, 14 και 18, Ιω. 3, 16 και 18). Στα δύο τελευταία χωρία ο Ίδιος ο Ιησούς χαρακτηρίζει έτσι τον εαυτό Του.

Ο όρος «ο μονογενής υιός» σημαίνει τα εξής:

α) Ο Πατήρ Τον γέννησε, δεν Τον δημιούργησε. Αν Τον είχε δημιουργήσει, θα μπορούσε να χαρακτηριστεί «υιός» μεταφορικά, όμως δεν θα ήταν ο μονογενής. Το να χαρακτηριστεί υιός μονογενής ένα δημιούργημα (κι όχι γέννημα) είναι κάτι το τραγικό και ταιριάζει μόνο σε στείρα ανθρώπινα ζευγάρια, όχι στο Θεό. Άλλωστε η Αγία Γραφή είναι και σ’ αυτό σαφής: «Υιός μου ει συ, εγώ σήμερον γεγέννηκά σε» (= σε γέννησα), Εβρ. 1, 5, από τον Ψαλμό 2, 7 (όλος ο Ψαλμός 2 αναφέρεται στο Μεσσία).

β) Ο Πατήρ δεν έχει άλλο υιό. Όλοι οι άλλοι που χαρακτηρίζονται «υιοί Θεού», άγγελοι ή άνθρωποι, είναι υιοί Του λόγω υιοθεσίας (Ρωμαίους, 8, 15, Γαλάτας, 3, 26), την οποία μάλιστα προκάλεσε ο Υιός «τοις πιστεύουσιν εις το όνομα αυτού» (σ’ αυτούς που πιστεύουν στο όνομά Του) δίνοντάς τους «την εξουσία» να γίνουν παιδιά του Θεού (Ιω. 1, 12). Ο Υιός όμως είναι φυσικός Υιός του Πατρός, όχι υιοθετημένος: υιός μονογενής.

γ) Όταν ο Θεός ονομάζεται «ο Πατήρ» (χωρίς άλλο προσδιορισμό, χωρίς δηλαδή να αναφέρεται τίνος Πατήρ είναι), ονομάζεται έτσι διότι είναι Πατήρ του Υιού. Ο Υιός πάλι λέγεται «ο Υιός» (χωρίς άλλο προσδιορισμό), ως ο Υιός του Πατρός. Βλ. π.χ. Λουκ. 10, 22, Ιω. 5, 19-26, Εβρ. 1, 1 κ.λ.π.

Εξυπακούεται ότι ο Θεός δεν γέννησε «σαν γυναίκα». Η γέννηση του Υιού, όπως και η εκπόρευση του Αγίου Πνεύματος, είναι «μυστηριώδης» και «θεοπρεπής» (=ταιριαστή στο Θεό), δε μοιάζει με οτιδήποτε μπορεί να φανταστούμε ως άνθρωποι. Γι’ αυτό, το να λέμε ότι «ο Θεός γέννησε» και «έχει Υιό» δεν αποτελεί σε καμία περίπτωση «ύβρη» γι’ Αυτόν.

Αυτός λοιπόν «ο μονογενής υιός», βρίσκεται σε απόλυτη ενότητα με τον Πατέρα και «όλα όσα έχει ο Πατήρ» τα έχει και Εκείνος. Και εδώ τίθενται τα επόμενα ερωτήματα:

α) ποια είναι αυτά που έχει ο Πατήρ και τα έχει δώσει «όλα» στον Υιό;

β) υπάρχει κάτι που έχει ο Πατήρ και ο Υιός δεν το έχει;

Η απάντηση στο β προφανώς είναι αρνητική: αν υπήρχε κάτι που το έχει ο Πατήρ και δεν το έχει ο Υιός, ο Κύριος δεν θα έλεγε ότι έχει «όλα» όσα έχει ο Πατήρ. Αυτό και μόνο αρκεί για να αποδείξει ότι ο Υιός είναι Θεός όπως και ο Πατήρ –γι’ αυτό άλλωστε είναι και «ο» Κύριος (με άρθρο), λέξη, που, όπως είδαμε, χρησιμοποιείται στην Παλαιά Διαθήκη για να αποδώσει το όνομα Γιαχβέ, και γενικά ως τίτλος ταιριάζει μόνο στο Θεό.

Ας το δούμε όμως αναλυτικότερα, διερευνώντας το ερώτημα α.

Ο Πατήρ είναι πάνσοφος και παντοδύναμος. Ο Υιός είναι; Προφανώς, αφού ο Ίδιος είναι η Σοφία και η Δύναμις του Θεού (Α΄ Κορινθίους, 1, 24). Άρα ο Θεός είναι πάνσοφος και παντοδύναμος ως Πατήρ και Υιός.

Ο Πατήρ έχει ζωή μέσα Του και ζωοποιεί όποιους θέλει, και ο Υιός έχει ζωή μέσα Του και ζωοποιεί όποιους θέλει (Ιω. 5, 21. 25-26). Μάλιστα τους νεκρούς θα τους αναστήσει ο Υιός, όχι ο Πατήρ! (Ιω. 5, 25-26. 6, 39).

Ο Πατήρ είναι προαιώνιος, όμως δημιούργησε «τους αιώνες» (όπως και «τα πάντα») διά του Υιού (Εβρ. 1, 2), άρα και ο Υιός υπάρχει πριν τους αιώνες (πριν το χρόνο –«προ πάντων», Κολ. 1, 17), επομένως είναι επίσης προαιώνιος.

Αυτά, λοιπόν, που πιστεύουμε γι’ Αυτόν οι χριστιανοί, δεν τα βγάλαμε από το κεφάλι μας, αλλά τα πιστεύουμε (και μάλιστα αμετακίνητα), επειδή ο Ίδιος τα δίδαξε και τα έγραψαν οι άγιοι και αξιόπιστοι αυτόπτες μάρτυρες, οι μαθητές Του.

Ας δούμε μερικά μόνο από τα αμέτρητα σημεία, στα οποία στηρίζουμε αυτή την άποψη:

● Σε όλη την έκταση των Ευαγγελίων ο Ιησούς ονομάζει πάντοτε το Θεό «Πατέρα Του» και αρκετές φορές τον εαυτό Του «ο Υιός». Όπως είπαμε, είναι φανερό ότι, όταν ο Θεός ονομάζεται «ο Πατήρ» (χωρίς άλλο προσδιορισμό, χωρίς δηλαδή να αναφέρεται τίνος Πατήρ είναι), ονομάζεται έτσι διότι είναι Πατήρ του Υιού. Ο Ιησούς πάλι λέγεται «ο Υιός» (χωρίς άλλο προσδιορισμό), ως ο Υιός του Πατρός. Βλ. π.χ. Λουκ. 10, 22, Ιω. 5, 19-26, προς Εβραίους 1, 1 κ.λ.π.

● Ενώ είναι σαφές στην Παλαιά Διαθήκη ότι μόνο στο Θεό πρέπει να πιστεύουν οι άνθρωποι και μόνον Αυτόν να λατρεύουν, ο Ιησούς ζητάει πίστη στον εαυτό Του (π.χ. Ιω. 3, 29, και 9, 35-38) και δηλώνει ότι η τιμή προς Αυτόν πρέπει να είναι ίση με την τιμή προς τον Πατέρα (Ιω. 5, 23, «ίνα πάντες τιμώσι τον υιόν καθώς τιμώσι τον πατέρα»). Στο μεγάλο προφητικό όραμα της Αποκάλυψης, κεφ. 22, 3-4, οι πιστοί στη νέα Ιερουσαλήμ (στον παράδεισο) θα λατρεύουν εξίσου «τον Θεόν και το Αρνίον» (το Χριστό). Ανάλογη αναφορά δες και στο Αποκάλυψη, 5, 13. Ενδιαφέρον εδώ ότι ο Θεός και το Αρνίον (ο Χριστός) έχουν τον ίδιο θρόνο, κοινό και για τους Δυο, ενώ η Αποκάλυψη μιλάει γι’ Αυτούς σε ενικό αριθμό αντί για πληθυντικό (όπως και στα Αποκάλυψη, 11, 15. 20, 6).

● Επίσης, ο Χριστός πάντα δεχόταν να Τον προσκυνούν οι άνθρωποι (π.χ. Ματθ. 28, 9 και 17, Ιω. 9, 38, και 18, 6), ακόμη και τα κακά πνεύματα (Μάρκ. 5, 6), πράξη τιμής που πρέπει να αποδίδεται μόνο στο Θεό, σύμφωνα και την εντολή «Κύριον τον Θεόν σου προσκυνήσεις και αυτώ μόνο λατρεύσεις» (Ματθ. 4, 10).

● Στην Παλαιά Διαθήκη το όνομα του Θεού φέρει τη δύναμη του Θεού, όμως στην Καινή Διαθήκη την ιδιότητα αυτή την έχει το όνομα του Ιησού. Ο Ιησούς δίνει εξουσία να γίνουν παιδιά του Θεού εκείνοι που πιστεύουν στο όνομά Του, όχι «στο όνομα του Θεού» (Ιω. 1, 12). Όταν συγκεντρώνονται άνθρωποι «εις το όνομα του Ιησού», Εκείνος βρίσκεται ανάμεσά τους (Ματθ. 18, 20). Οι απόστολοι κάνουν θαύματα λέγοντας το όνομα του Ιησού (π.χ. Λουκ. 10, 17, Πράξ. 3, 6 και 16, 18). Το όνομα του Ιησού μπορεί να τελεί θαύματα, ακόμη και αν απλώς προφέρεται από ανθρώπους που δεν είναι «πιστοί Του» (Ιω. 9, 49-50). Κατά τον απόστολο Πέτρο, οι προφήτες μαρτυρούν ότι, διά του ονόματός Του, θα λάβει συγχώρηση των αμαρτιών κάθε ένας που πιστεύει σ’ Αυτόν (Πράξεις των αποστόλων 10, 43). Οι απόστολοι Βαρνάβας και Παύλος «παραδεδώκασι τας ψυχάς αυτών» (=διακινδύνευσαν τη ζωή τους) «υπέρ του ονόματος του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού» (Πράξ. 15, 26), ο δε Παύλος είναι έτοιμος να πεθάνει «υπέρ του ονόματος του Κυρίου Ιησού» (Πράξ. 21, 13).

● Ας σημειωθεί βέβαια ότι η επίκληση του ονόματος του Θεού είναι μια πρόσκληση στο Θεό να παρέμβει, δηλαδή μια προσευχή. Ομοίως, η επίκληση του ονόματος του Ιησού είναι μια πρόσκληση στον Ιησού να παρέμβει, δηλαδή μια προσευχή προς Αυτόν: «ό,τι αν αιτήσητε εν τω ονόματί μου, τούτο ποιήσω, ίνα δοξασθή ο πατήρ εν τω υιώ. εάν τι αιτήσητε εν τω ονόματί μου, εγώ ποιήσω» (Ιω. 14, 13-14). Αυτό είναι κάτι άλλο (προσευχή προς τον Ιησού) και άλλο το «ό,τι αν αιτήσητε τον πατέρα εν τω ονόματί μου, δω υμίν» του Ιω. 15, 16 (προσευχή προς τον Πατέρα).

Η αποστολική Εκκλησία είναι απόλυτα σίγουρο ότι προσευχόταν προς τον Ιησού. Ο άγιος Στέφανος Του ζήτησε να παραλάβει το πνεύμα του (Πράξ. 7, 59 –και στο στ. 60 λέει «Κύριε, μη στήσης αυτοίς την αμαρτίαν ταύτην», όπου αμέσως πριν έχει ονομάσει «Κύριο» τον Ιησού!), ο απόστολος Παύλος προσεύχεται σ’ Αυτόν στο Πράξ. 22, 17-21 (ακόμη κι αν υποθέσουμε ότι η προσευχή του αρχικά απευθυνόταν στον Πατέρα, όμως συνεχίστηκε ως επικοινωνία με τον Ιησού), ενώ άλλοτε Του ζήτησε να τον απαλλάξει από τον κακό άγγελο που τον τυραννούσε (Β΄ Κορινθίους, 12, 8-9 –ο Κύριος εκεί είναι ο Ιησούς, όπως φαίνεται από το στίχο 9). Ο απόστολος και προφήτης Ιωάννης Τον παρακάλεσε να έρθει γρήγορα (Αποκάλυψη, 22, 20). Ο απόστολος Πέτρος λέει στον Αινέα, τον παράλυτο της πόλης Λύδδα, «Αινέα, ιάται σε Ιησούς ο Χριστός» (σε θεραπεύει ο Ιησούς, ο Χριστός, Πράξ. 9, 34), άρα ο Ίδιος ο Χριστός, εκείνη τη στιγμή, παρενέβη από τον ουρανό και τέλεσε τη θεραπεία.

Η προσευχή προς τον Ιησού, ενώ βρίσκεται στον ουρανό, είναι ακριβώς το ίδιο με αυτό που έκαναν οι άνθρωποι που Του ζητούσαν βοήθεια όσο ζούσε στη γη (π.χ. Ματθ. 9, 27. 15, 22, Μάρκ. 3, 10. 9, 17-29. 5, 22-23, κ.α.). Όπως έκανε αμέτρητα θαύματα εδώ, έτσι κάνει και από τον ουρανό. Αφού Εκείνος υποσχέθηκε ότι θα βρίσκεται μαζί μας όλες τις ημέρες μέχρι τη συντέλεια του αιώνος (Ματθ. 28, 20), γιατί να μην προσευχόμαστε σ’ Αυτόν; Εξάλλου είναι σε συνεχή επικοινωνία μαζί μας, όπως αποδεικνύει το όραμα της Δαμασκού, το όραμα του Ανανία (Πράξ. 9, 17), η θεραπεία του Αινέα, το Ματθ. 18, 20 κ.λ.π.

● Ο Χριστός επίσης κατέχει τα «κλειδιά της βασιλείας των ουρανών» και την εξουσία να συγχωρεί αμαρτίες (Λουκ. 7, 48-50, κ.α.), εξουσία που ανήκει μόνο στο Θεό (βλ. π.χ. Ησαΐα 43, 24) –και είναι δικά Του, δεν τα διαχειρίζεται απλώς εξ ονόματος του Πατρός, γι’ αυτό και μπορεί να τα μεταβιβάσει στους μαθητές Του (Ματθ. 16, 19, και 18, 18). Ομοίως, τους μεταβιβάζει και την εξουσία να κάνουν θαύματα (Λουκ. 9, 1-6). Αυτό φανερώνει ότι τα θαύματά Του τα πραγματοποιεί με τη δική Του δύναμη και όχι «με την άδεια του Θεού», όπως φαίνεται να λέει στο ισλαμικό κοράνι. Ας σημειωθεί ότι ο Ιησούς διακηρύσσει ότι έχει «όλα όσα έχει και ο Πατέρας» (βλ. Ιω. 10, 30. 14, 9-11. 16, 15. 17, 10 και 17, 21) και μάλιστα ότι, όπως ο Πατέρας, έτσι κι Εκείνος μπορεί να δίνει ζωή (ανάστησε μάλιστα τρεις νεκρούς όσο ήταν στη γη), πράγμα που θα κάνει σε όλη του τη μεγαλοπρέπεια όταν θα αναστήσει όλους τους νεκρούς, για να κάνει ο Ίδιος την τελική κρίση και την κατάταξη των ανθρώπων στον παράδεισο και την κόλαση (Ματθ. 25, 31-46, Ιω. 5, 25 και 28).

● Στο Ματθ. 23, 34-38, ο Ιησούς λέει προς τους εκπροσώπους της εβραϊκής θρησκείας ορισμένα εκπληκτικά πράγματα. Στίχ. 34: «διά τούτο ιδού εγώ αποστέλλω προς υμάς προφήτας και σοφούς και γραμματείς, και εξ αυτών αποκτενείτε» (θα σκοτώσετε) «και σταυρώσετε, και εξ αυτών μαστιγώσετε εν ταις συναγωγαίς υμών και διώξετε από πόλεως εις πόλιν…» – στίχ. 37-38: «Ιερουσαλήμ, Ιερουσαλήμ, η αποκτείνουσα τους προφήτας και λιθοβολούσα τους απεσταλμενους προς αυτήν. ποσάκις ηθέλησα επισυναγαγείν τα τέκνα σου ον τρόπον επισυνάγει όρνις τα νοσσία εαυτής υπό τας πτέρυγας, και ουκ ηθελήσατε. ιδού αφίεται υμίν ο οίκος υμών έρημος».

Αυτά τα λόγια όμως ταιριάζουν μόνο στον Θεό. Η Παλαιά Διαθήκη είναι γεμάτη από τέτοια λόγια και είναι όλα δικά Του λόγια. Κατ’ αρχάς, μόνο Εκείνος λέει «ιδού εγώ» (π.χ. Ζαχαρίας 12, 2, Ιερεμίας 23, 2, Μαλαχίας 3, 22, κ.α.) και μόνον Εκείνος στέλνει τους προφήτες, ενώ εδώ ο Ιησούς λέει ότι θα τους στείλει ο Ίδιος. Και, κατά δεύτερον, τίθεται το ερώτημα: πότε ο Ιησούς προσπάθησε να μαζέψει το λαό της Ιερουσαλήμ «κάτω απ’ τα φτερά Του», όπως η όρνιθα τα πουλιά της (και μάλιστα τόσο πολλές φορές, ώστε να θεωρεί πλέον πως είναι μάταιος κόπος); Η μόνη πιθανή απάντηση σ’ αυτό είναι: σε όλη τη διάρκεια της εβραϊκής ιστορίας. Είναι ο Θεός.

Για όλους αυτούς τους λόγους θεωρούμε πως, όταν στην Καινή Διαθήκη ο Ιησούς χαρακτηρίζεται «Θεός», π.χ. Ιω. 1, 1, Ιω. 20, 28 [ο Θωμάς «είπεν αυτώ» (σ’ Αυτόν) «ο Κύριός μου και ο Θεός μου»] κ.ά., αυτό γίνεται με την απόλυτη και κυριολεκτική έννοια που έχει το όνομα αυτό στον Πατέρα – και, όταν χαρακτηρίζεται «ο Κύριος», το όνομα αυτό έχει την ίδια έννοια με το όμοιο «ο Κύριος» που αναφέρεται στο Θεό.

Τέτοιες αναφορές βλ. και σε άλλα σημεία, όπως τα Πράξ. 20, 28, Ρωμαίους, 9, 5, Εφεσ. 5, 5 («εν τη βασιλεία του Χριστού και Θεού»), Α΄ Τιμ. 3, 16, Τίτ. 1, 10 («την διδασκαλίαν του σωτήρος ημών Θεού» –ο Χριστός δίδαξε, όχι ο Πατήρ), Τίτ. 2, 13 («επιφάνειαν της δόξης του μεγάλου Θεού και σωτήρος ημών Ιησού Χριστού, ος έδωκεν εαυτόν υπέρ πάντων» –η επιφάνεια [εμφάνιση] θα είναι του Χριστού, όχι του Πατρός), Εβρ. 3, 4, Β΄ Πέτρ. 1, 1, Α΄ Ιω. 5, 20 κ.ά.

Ας σημειώσω ότι οι αδελφοί μας μουσουλμάνοι –και όλες οι αντιτριαδικές αιρέσεις– «ξεφεύγουν» από το ακαταμάχητο αυτό τεκμήριο της θεότητας του Χριστού (το ότι στην Κ.Δ. χαρακτηρίζεται «Θεός») με διάφορους τρόπους: είτε λέγοντας ότι «η λέξη Θεός δεν σημαίνει μόνο το Θεό αλλά και… δυνατός» (επιχείρημα των Μαρτύρων του Ιεχωβά), είτε απαξιώνοντας (αυθαίρετα) την αξιοπιστία των αγίων αποστόλων και συγγραφέων της Κ.Δ.. Ο μουσουλμάνος απολογητής Α. Ελντίν κάπου γράφει: «δείξτε μου ένα σημείο, όπου ο Χριστός να λέει για τον εαυτό του ότι είναι Θεός, κι εγώ θα γίνω χριστιανός». Κι όμως, ακόμη κι αν υπήρχε τέτοιο σημείο, αμέσως κάθε μουσουλμάνος απολογητής θα το απέρριπτε ως «ψεύδος, κατασκευασμένο από τους καινοδιαθηκικούς συγγραφείς».

Ας προσθέσω σε όλα τα παραπάνω τη μαρτυρία του αγίου αρχαγγέλου Γαβριήλ, ο οποίος παρέδωσε στους ανθρώπους, μέσω ενός αγιορείτη μοναχού, τους στίχους «Άξιον εστίν ως αληθώς, μακαρίζειν σε την Θεοτόκον, την αειμακάριστον και παναμώμητον και μητέρα του Θεού ημών», που ετέθησαν από τον ίδιο στην αρχή του «Μικρού μεγαλυναρίου» της Παναγίας και ψάλλονται πλέον, ήδη από τα βυζαντινά χρόνια, κατά τη θεία λειτουργία, τον παρακλητικό κανόνα προς την Παναγία και σε άλλες περιστάσεις. Αψευδείς μάρτυρες του θαύματος είναι η τοποθεσία «Εν τω άδειν» (=στο ψάλσιμο) μέσα στα δάση του Αγίου Όρους, εκεί όπου συνέβη το γεγονός, και η θαυματουργή εικόνα της Παναγίας «Άξιον εστί», μπροστά στην οποία ψάλθηκαν πρώτη φορά και μας παραδόθηκαν οι στίχοι. Η επέτειος του γεγονότος εορτάζεται στην Ορθόδοξη Εκκλησία κάθε χρόνο στις 11 Ιουνίου. Είναι αξιοσημείωτο ότι ο άγιος άγγελος χαρακτήρισε την Παναγία «Θεοτόκο» και «Μητέρα του Θεού ημών», αποδεχόμενος τους χαρακτηρισμούς που της αποδίδουμε οι χριστιανοί [βλ. λεπτομερή περιγραφή του θαύματος στο βιβλίο του αγίου Νικόδημου του Αγιορείτη Νέον Μαρτυρολόγιον, εκδ. Αστήρ, σελ. 294-295 (πρώτη έκδ. περί το 1800), ληφθείσα από χειρόγραφο του ιερομονάχου Σεραφείμ του Θυηπόλου, «Πρώτου» του Αγίου Όρους περί το 1550 μ.Χ.].

Το Ισλάμ είναι υπεύθυνο για επιστημονικές ανακαλύψεις;

Διάφοροι Μουσουλμάνοι συχνά ισχυρίζονται ότι η θρησκεία τους υπέθαλψε μια πλούσια κληρονομιά επιστημονικών ανακαλύψεων, «ανοίγοντας το δρόμο» για τις σύγχρονες εξελίξεις στην τεχνολογία και την ιατρική. Συνήθως αναφέρονται στην περίοδο μεταξύ του 7ου και 13ου αιώνα, όταν η Ευρώπη αντιμετώπιζε τους «Σκοτεινούς Αιώνες» ή Μεσαίωνα, και ο μουσουλμανικός κόσμος κατακτούσε νέους λαούς και πολιτισμούς. Για παράδειγμα, κάποιος με αυτή την οπτική έχει γράψει:

ΤΟ ΙΣΛΑΜ ΕΚΤΟΣ ΑΠΟ ΘΡΗΣΚΕΙΑ ΕΙΝΑΙ ΚΑΙ ΕΝΑΣ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΜΕΓΑΛΥΤΕΡΟΥΣ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥΣ ΠΟΥ ΕΧΕΙ ΓΝΩΡΙΣΕΙ Η ΑΝΘΡΩΠΟΤΗΤΑ.Κ ΑΥΤΟ ΧΑΡΗ ΣΤΟΥΣ ΜΟΥΣΟΥΛΜΑΝΟΥΣ ΦΙΛΟΣΟΦΟΥΣ Κ ΣΟΦΟΥΣ ΠΟΥ ΕΣΩΣΑΝ ΤΑ ΒΑΣΙΚΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΤΗΣ ΑΡΧΑΙΑΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΓΡΑΜΜΑΤΕΙΑΣ. ΔΕΝ ΘΑ ΥΠΗΡΧΑΝ ΣΥΓΧΡΟΝΕΣ ΕΠΙΣΤΗΜΕΣ ΑΝ ΔΕΝ ΥΠΗΡΧΕ Η ΒΟΗΘΕΙΑ ΤΟΥ ΙΣΛΑΜΙΚΟΥ ΚΟΣΜΟΥ ΣΤΑ ΜΑΘΗΜΑΤΙΚΑ (ΑΝΑΚΑΛΥΨΗ ΑΛΓΕΒΡΑΣ), ΣΤΗΝ ΙΑΤΡΙΚΗ,ΣΤΗΝ ΑΣΤΡΟΝΟΜΙΑ Κ ΓΕΩΜΕΤΡΙΑ.

Σε αυτούς τους ισχυρισμούς βλέπουμε μια σύγχυση του αραβικού-ή αν προτιμάτε αραβο-περσικού –  πολιτισμού με το Ισλάμ, πράγμα που είναι λογικό λάθος. Οι φίλοι μουσουλμάνοι ας δουν αυτά τα επιχειρήματα όπως θα τα έθετε ένας παγανιστής, και ας μας πουν αν συμφωνούν:

«Ο πολυθεϊσμός εκτός από θρησκεία είναι ένας από τους μεγαλύτερους πολιτισμούς που έχει γνωρίσει η ανθρωπότητα. Κι αυτό χάρη στους παγανιστές φιλοσόφους & σοφούς που δημιούργησαν τα βασικά κείμενα της αρχαίας ελληνικής Γραμματείας. Δεν θα υπήρχαν σύγχρονες επιστήμες αν δεν υπήρχε η βοήθεια του παγανιστικού κόσμου στα Μαθηματικά & Μηχανική (Αρχιμήδης), στην Ιατρική (Ιπποκράτης) στην Αστρονομία (Αρίσταρχος Σάμιος).»

Λοιπόν, συμφωνείτε; Φανταζόμαστε πως όχι… Άλλο οι Έλληνες φιλόσοφοι και επιστήμονες, οι οποίοι δεν έπαψαν να εμφανίζονται με την αλλαγή της θρησκείας, και άλλο η θρησκεία. Ή μήπως πριν την εμφάνιση του Ισλάμ δεν υπήρχαν πολύ μορφωμένοι Άραβες οι οποίοι μάλιστα σπούδαζαν σε χριστιανικές σχολές τα ελληνικά κείμενα; Δείτε λίγο τα παρακάτω από ισλαμική ιστοσελίδα:

http://www.islamfriends.gr/syrian_christians.asp
“Για παράδειγμα, ο Σέργιος της Ρεσάινα (απ.536) είχε σπουδάσει ιατρική στην Αλεξάνδρεια και ολοκλήρωσε τις μεταφράσεις πάνω στα ιατρικά συγγράμματα του Γαληνού αλλά και άλλες μεταφράσεις. Ήταν Σύριος Χριστιανός Ορθόδοξος (Ιακωβίτης) αλλά εργαζόταν σε συνεργασία με τους Νεστοριανούς και οι μεταφράσεις τους πέρασαν μέσα στην Περσική Αυτοκρατορία.

Όταν ιδρύθηκε το Ισλαμικό Χαλιφάτο, οι χριστιανοί αυτοί αποδείχθηκαν ανεκτίμητη πηγή για τους νέους ηγεμόνες. Όταν το χαλιφάτο των Αββασιδών εγκαταστάθηκε στη Βαγδάτη, οι επικεφαλής της Νεστοριανής Εκκλησίας μετέφεραν την κατοικία τους εκεί. Και οι Νεστοριανοί γιατροί για παράδειγμα, ήταν διαθέσιμοι με την καλύτερη ιατρική γνώση της εποχής, και είχαν γαλουχηθεί στο σπουδαίο Νεστοριανό Πανεπιστήμιο του Ιουντισαπούρ (Jundishapur). Ασχολήθηκαν επίσης με άλλους κλάδους την επιστημών και της φιλοσοφίας. Όμως μία συγκεκριμένη όψη της Νεστοριανής συνεισφοράς ήταν ο ρόλος που έπαιξαν στην μετάφραση των ελληνικών επιστημονικών συγγραμμάτων στην αραβική γλώσσα”.

Αν και δεν υπάρχει αμφισβήτηση ότι ο μουσουλμανικός κόσμος ήταν πιο προχωρημένος κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου από τον δυτικό «χριστιανικό» κόσμο, οι λόγοι για αυτό δεν έχουν τόσο σχέση με την ισλαμική θρησκεία (εκτός από την εντολή της για στρατιωτική επέκταση). Η θρησκεία από μόνη της ενθαρρύνει τις γνώσεις σχετικά με την ίδια, γι ‘αυτό οι πιο παραγωγικοί λόγιοι μουσουλμάνοι στη διάρκεια της ιστορίας τείνουν να είναι μαθητές της θρησκείας και όχι της επιστήμης, ενώ στη θρησκεία αυτή καθ’ εαυτή οφείλονται παραδόσεις που μόνο επιστημονικές δεν μπορούν να χαρακτηριστούν. Δείτε σχετικά με αυτές:

«Μια άλλη παράδοση ιατρικής καθοδήγησης ήρθε μέσα από το ίδιο το Ισλάμ. Παίρνει μερικές από τις ιδέες της από το Κοράνι και μερικές από τις συλλογές με τα λόγια του Προφήτη, τα χαντίθ. Σε ένα βιβλιοπωλείο στο Μοναστίρ [Μοναστήρι] της Τυνησίας, βρήκα το αντίτυπο ενός πολύ δημοφιλούς βιβλίου διαθέσιμου στον ισλαμικό κόσμο: Αυτό το βιβλίο λέγεται «Η Ιατρική του Προφήτη». Είναι παλιό, από τον 14ο αιώνα. «Αν πάτε σε μια χώρα που έχει πέσει επιδημία, μην μπείτε στη χώρα, κι αν η επιδημία έρθει στη χώρα σας μην εγκαταλείψετε τα σπίτια σας με την ελπίδα να γλυτώσετε από την επιδημία.» Φαίνεται να έχει νόημα… Να κι ένα διασκεδαστικό κομμάτι. Λέει για την επιληψία, «Οι Έλληνες και ο Γαληνός πίστευαν ότι η επιληψία προέρχεται από τον εγκέφαλο. Όμως, είχαν άγνοια. Δεν αντιλαμβάνονταν την πραγματική αιτία της επιληψίας, που είναι η κατοχή του σώματος από κακά πνεύματα. Η θεραπεία για την επιληψία είναι ο εξορκισμός».

(Δείτε τον Jim Al-Khalili να διαβάζει αποσπάσματα από αυτό το βιβλίο εδώ: http://www.youtube.com/watch?v=xMzwBSAV59M περίπου στο 6ο λεπτό. Για περισσότερα δείγματα «ισλαμικής» επιστήμης κάντε κλικ εδώ: https://greekmurtadeen.wordpress.com/islam-science/)

Εδώ ας σημειώσουμε ότι στο ντοκιμαντέρ αυτό του BBC  ο παρουσιαστής κάνει κάποιες προσπάθειες να αποδώσει επιστημονικό «αέρα» στη θρησκεία του Ισλάμ. Για παράδειγμα σε ένα σημείο (SCIENCE & ISLAM 3/6 http://www.youtube.com/watch?v=xMzwBSAV59M γύρω στο 1.34) μας διαβάζει χαντίθ σύμφωνα με το οποίο «ο Θεός δεν έστειλε κάτω μια αρρώστεια χωρίς να στείλει και τη θεραπεία της». Παραλείπει βέβαια να μας πει τον ακριβή αριθμό και τη συλλογή όπου μπορούμε να βρούμε το συγκεκριμένο χαντίθ, και να δώσει περισσότερες λεπτομέρειες για το τι εννοούσε ο Μουχάμμαντ, όπως για την αρρώστια και τη θεραπεία της που βρίσκουμε (κατά τον Μουχάμμαντ πάντα) στα φτερά της μύγας

Υπάρχουν μερικοί βασικοί λόγοι για τους οποίους το Ισλάμ δεν έχει πολλές πραγματικές αξιώσεις για επιστημονικά επιτεύγματα:

Πρώτον, όπως είδαμε είναι λογικό λάθος να συνδέουμε τα επιστημονικά επιτεύγματα με τη θρησκεία μέσα στην οποία γεννήθηκαν οι επιστήμονες που τα δημιούργησαν.

Δεύτερον, ακόμα κι αν η θρησκεία των επιστημόνων έπαιζε ρόλο στα επιστημονικά επιτεύγματά τους, ειδικά η θρησκεία του Ισλάμ η οποία για ψύλλου πήδημα σε χαρακτηρίζει αποστάτη και τιμωρεί την αποστασία με θάνατο, ωθεί τους ανθρώπους να κρύβουν τις πραγματικές πεποιθήσεις τους και να υποκρίνονται ότι είναι πιστοί της. Αυτό σημαίνει ότι δεν μπορούμε να είμαστε σίγουροι για τα πραγματικά πιστεύω των μουσουλμάνων, επιστημόνων και μη, που εξωτερικά παρουσιάζονται ως πιστοί. Μάλιστα για μια περίοδο ακμής των επιστημών, ο σε γενικές γραμμές ανεκτικός χαλίφης Αλ-Μαμούν είχε συστήσει ένα είδος «Ιερής Εξέτασης» για λογίους κι επιστήμονες, μέσω της οποίας προσπαθούσε να επιβάλει την άποψη ότι το Κοράνι ήταν ο διημιουργημένος, και όχι ο αδημιούργητος λόγος του Θεού. Όσοι διαφωνούσαν με την αποψη του χαλίφη (την οποία ασπάζονταν διάφορες σχολές σκέψης στο Ισλάμ, όπως οι οπαδοί του Jahm bin Safwan, οι Μουταζιλίτες και οι Σιΐτες) τιμωρούνταν με αποπομπή από τυχόν δημόσιο αξίωμα που κατείχαν, φυλάκιση κι ακόμη μαστίγωση.  Αυτό κράτησε για 15 χρόνια και το εφάρμοσαν και οι δυο επόμενοι στη σειρά χαλίφες, ώσπου το κατάργησε το 861 ο ανηψιός του Αλ-Μαμούν  al-Mutawakkil. (βλ. http://en.wikipedia.org/wiki/Mihna). Οπότε δεν μπορούμε να ξέρουμε με σιγουριά τι πραγματικά πίστευαν διάφοροι μουσουλμάνοι επιστήμονες που παρουσιάζονταν ως πιστοί, τόσο γενικά όσο και ιδιαίτερα κατά το διάστημα εκείνο.

Τρίτον, ο μουσουλμανικός κόσμος είχε ωφεληθεί πολύ από τις ελληνικές επιστήμες των αρχαίων και Βυζαντινών Ελλήνων, οι οποίες μεταφράζονταν από τους Χριστιανούς και τους Εβραίους. Προς τιμήν τους, οι μουσουλμάνοι έκαναν καλύτερη δουλειά στη διατήρηση των κειμένων στην ελληνική γλώσσα από ό, τι οι Ευρωπαίοι της εποχής εκείνης, και αυτό έγινε το θεμέλιο για τους δικές τους γνώσεις. (Ένας σοβαρός λόγος ωστόσο,που οι Ευρωπαίοι χριστιανοί δεν είχαν εύκολη πρόσβαση σε αυτό το μέρος του κόσμου ήταν ότι την έκοβαν τα μουσουλμανικά πλοία που αιχμαλώτιζαν ανθρώπους κάνοντάς τους σκλάβους σε παράκτιες επιδρομές που ρήμαξαν τη Μεσόγειο κατά την περίοδο αυτή.)

Τέταρτον, πολλές από τις επιστημονικές προόδους που «χρεώνονται» στον «Ισλαμικό πολιτισμό» ήταν στην πραγματικότητα «δάνεια» από άλλους πολιτισμούς που κατακτήθηκαν από τους Μουσουλμάνους. Η αλγεβρική έννοια του «μηδέν», για παράδειγμα, αποδίδεται λανθασμένα στο Ισλάμ, αλλά ήταν, στην πραγματικότητα, μια ανακάλυψη των Ινδών που οι μουσουλμάνοι απλώς εισήγαγαν στη Δύση. Υπάρχουν και άλλα διάφορα επιτεύγματα, κυρίως ιατρικά, που ήταν άγνωστα στη Δύση, αλλά γνωστά π.χ. στη Ρωμανία που κατέκτησαν οι μουσουλμάνοι. Για παράδειγμα, οι μουσουλμάνοι γιατροί βασίστηκαν κατά πολύ σε συγγράμματα όπως η δωδεκάτομη «Παθολογία» του εκ Τράλλεων Αλεξάνδρου όπου δίνονται λεπτομέρειες για 120 εγχειρήσεις, από τη μαστεκτομή ώς την αφαίρεση ουρόλιθων, η «Σύνοψη της Ιατρικής» των Νικήτα και Λέοντα (9ος αι.) που αναφέρεται σε χειρουργικά θέματα και εργαλεία, και το «Ιατρικά εκκαίδεκα» του Αέτιου, ένα γιγαντιαίο έργο 16 τόμων, εκ των οποίων ο 7ος αφορά την οφθαλμολογία (φάρμακα και επεμβάσεις). Εξέλιξαν μάλιστα την τεχνική αφαίρεσης οφθαλμικού καταρράκτη, η οποία περιγράφεται εκεί.[1] Και τα νοσοκομεία του «ισλαμικού κόσμου», για τα οποία υπερηφανεύονται οι μουσουλμάνοι απολογητές, από τη Ρωμανία προέρχονται και αυτά, και μάλιστα εκεί είχαν και γυναίκες γιατρούς και νοσοκόμες.[2]

Στην πραγματικότητα, οι κατακτημένοι πληθυσμοί συνέβαλαν τα μέγιστα στην ιστορία της «μουσουλμανικής επιστήμης» μέχρι που σταδιακά αποδεκατίστηκαν από τη μεταστροφή τους στο Ισλάμ (υπό την πίεση του «καθεστώτος προστασίας» με φόρο υποτέλειας). Η αύξηση των μουσουλμάνων σε ένα κατακτημένο πληθυσμό είναι ανάλογη με την πτώση των επιστημονικών επιτευγμάτων. Δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι ο μουσουλμανικός κόσμος δεν έχει να επιδείξει σχεδόν τίποτα τα τελευταία 600 χρόνια περίπου, δεδομένου ότι δεν έχει κατακτήσει νέους πολιτισμούς για να τους κανιβαλίσει.

Πέμπτον, αρκετοί μεγάλοι μουσουλμάνοι επιστήμονες θεωρήθηκαν συχνά αιρετικοί στην εποχή τους, και μερικές φορές εύλογα. Ορισμένοι δήλωναν πιστοί μουσουλμάνοι, πρέπει όμως για να σταθμίσουμε την ειλικρίνεια τέτοιων δηλώσεων νομιμοφροσύνης, να έχουμε υπόψη μας ότι γνώριζαν πως η ανοιχτή αντίθεσή τους με τις διδασκαλίες του Ισλάμ σήμαινε κίνδυνο για τη ζωή τους. Λίγοι τοποθετήθηκαν ανοιχτά εναντίον του Ισλάμ.

Για παράδειγμα, ο Άραβας ή Πέρσης Alhazen (Abū Alī al-Ḥasan ibn al-Ḥasan ibn al-Haytham)), ένας πολύ μεγάλος επιστήμονας, λέγεται ότι ασπαζόταν τις θεωρίες της σχολής Mu’tazili που ήταν επηρεασμένη από την Αριστοτέλεια σκέψη και τον ελληνικό ορθολογισμό, πίστευε ότι το Κοράνιο ήταν δημιουργημένο, και θεωρούσε τον ανθρώπινο στοχασμό σημαντικότερο από την παράδοση. Επίσης, ο Αβικέννας (Ibn Sina) παρότι υπερασπίστηκε έμμετρα τον εαυτό του ως πιστό μουσουλμάνο, δεν πίστευε στην κορανική διδασκαλία για την ανάσταση των σωμάτων, ούτε στο ότι ο Θεός νοιαζόταν για τους ανθρώπους, και θεωρούσε ότι ο κόσμος δημιουργήθηκε ως αιώνια εκπόρευση ύπαρξης από το Αναγκαίο Ον. Όμως αυτές οι αντιλήψεις, όπως επισημαίνει ο Αλ-Γκαζάλι που τον χαρακτήρισε αποστάτη, έρχονται σε αντίθεση με τη διδασκαλία του Κορανίου. Παράλληλα ο Πέρσης επιστήμονας και φιλόσοφος, al-Razi, που ανακάλυψε το οινόπνευμα, την κηροζίνη κ.α. και θεωρείται πατέρας της Παιδιατρικής, και του οποίου τα εντυπωσιακά έργα χρησιμοποιούν συχνά σήμερα οι μουσουλμάνοι ως «απόδειξη» των επιτευγμάτων των μουσουλμάνων, είχε καταγγελθεί ως βλάσφημος επειδή ακολουθούσε τις θρησκευτικές πεποιθήσεις του – που ήταν σε προφανή αντίθεση με το παραδοσιακό Ισλάμ, ένα μείγμα μανιχαϊσμού και ερμητικών κειμένων. Είχε γράψει διάφορα θρησκευτικά βιβλία, μεταξύ αυτών και το «Για την αντίκρουση των αποκεκαλυμμένων θρησκειών» (نقض الادیان). Ορίστε τι λέει ο «μουσουλμάνος» αυτός για το Κοράνι (απο εδώ http://www.amazon.com/Doubt-Doubters-Innovation-Jefferson-Dickinson/dp/0060097957):

«Όσο για το Κοράνι, δεν είναι τίποτ’ άλλο από ένα ανάκατο μείγμα από «παράλογους και αντιφατικούς μύθους» το οποίο έχει με γελοίο τρόπο κριθεί ασυναγώνιστο, όταν, στην πραγματικότητα, η γλώσσα του, το στυλ του και η πολυεκθειαζόμενη «κομψότητά» του απέχουν πολύ απ’ το να μην έχουν λάθη.»[3]

«Ισχυρίζεστε ότι το αποδεδειγμένο θαύμα είναι παρόν και προσιτό, δηλαδή (ότι είναι) το Κοράνι. Λέτε: Όποιος το αρνείται, ας φτιάξει ένα παρόμοιο». Πραγματικά, θα φτιάξουμε χίλια παρόμοια, από τα έργα των ρητόρων, των τεχνιτών του λόγου και γενναίων ποιητών, που έχουν πιο κατάλληλες φράσεις και μιλούν πιο περιεκτικά για τα θέματα. Μεταφέρουν το νόημα καλύτερα και η ρυθμική πρόζα τους έχει καλύτερο μέτρο. …Μα το Θεό αυτό που λέτε μας εκπλήσσει! Μιλάτε για ένα έργο το οποίο ξαναδιηγείται αρχαίους μύθους, και ταυτόχρονα είναι γεμάτο αντιφάσεις και δεν περιέχει καμιά χρήσιμη πληροφορία ή εξήγηση. Και μετά λέτε «Φτιάξτε κάτι σαν αυτό»;!»[4]

Ο «μουσουλμάνος επιστήμονας» Αλ-Ραζί μιλά απαξιωτικά και για τις θρησκείες γενικά, τις οποίες κατηγορεί ότι αιματοκύλησαν την ανθρωπότητα! Προφανώς δεν ήταν καθόλου υπέρμαχος της Τζιχάντ… Ακόμη κατηγορεί τις θρησκείες ότι είναι εχθρικές στην επιστημονική έρευνα, καταρρίπτοντας τον ισχυρισμό των ισλαμιστών που προσπαθούν να παρουσιάσουν τη θρησκεία τους ως φιλικά διακείμενη προς την επιστήμη χρησιμοποιώντας το μεγάλο έργο του Αλ-Ραζί:

«Τα έθιμα, η παράδοση και η διανοητική τεμπελιά έχουν κάνει τους ανθρώπους να ακολουθούν τυφλά τους θρησκευτικούς ηγέτες τους. Οι θρησκείες είναι η μόνη αιτία των αιματηρών πολέμων που έχουν ρημάξει την ανθρωπότητα. Οι θρησκείες είναι επίσης ανυποχώρητα εχθρικές στον φιλοσοφικό στοχασμό και την επιστημονική έρευνα[5]

Και άλλα πολλά, και ίσως χειρότερα λέει ο Ραζί, πχ. Για τους «τράγους προφήτες» και τα «τεχνάσματά» τους, ενώ συμπεραίνει:

«Οι δήθεν Άγιες Γραφές είναι άχρηστες κι έχουν κάνει περισσότερο κακό παρά καλό, ενώ τα συγγράμματα των αρχαίων όπως ο Πλάτωνας, ο Αριστοτέλης, ο Ευκλείδης και ο Ιπποκράτης έχουν προσφέρει πολύ μεγαλύτερες υπηρεσίες στην ανθρωπότητα.»[6]

Έκτον, πολύ σημαντικότερο ρόλο από το Ισλάμ (και την οποιαδήποτε θρησκεία γενικότερα) στην εξέλιξη της επιστήμης παίζει η στάση των ηγεμόνων μιας κοινωνίας. Παρατηρούμε ότι η μεγάλη άνθηση των επιστημών συνέβη σε συγκεκριμένες περιόδους όπου κυβερνούσαν χαλίφες με αγάπη στη γνώση (όπως οι Αμπασίδες και Σαμανίδες). Όσο το χαλιφάτο παρακμάζει από πολιτική άποψη και υπερισχύει η θρησκευτική πλευρά του Ισλάμ, οι επιστημονικές ανακαλύψεις μειώνονται δραματικά, μέχρι που τελικά εξαφανίζονται τελείως. Αυτή την εύνοια των χαλιφών προς τη γνώση και την επιστήμη περιγράφει και σε σχετική του παρουσίαση ο Jim Al-Khalili, καθηγητής Φυσικής στο Πανεπιστήμιο του Surrey:

«Στις αρχές του 8ου αι. οι χαλίφες κυβερνούσαν μια αχανή περιοχή… και κατάλαβαν ότι η πολιτική δύναμη και η επιστημονική γνώση πάνε χέρι-χέρι. Η Ιατρική μπορούσε να σώσει ζωές, η στρατιωτική τεχνολογία να κερδίσει πολέμους, τα μαθηματικά να βοηθήσουν στα οικονομικά του κράτους…  Η κατοχή της γνώσης θεωρήθηκε ως απόδειξη της ανωτερότητας της νέας αυτοκρατορίας έναντι του υπόλοιπου κόσμου. Τον 8ο αι. ο χαλίφης Αμπντούλ Μάλικ επέβαλε ως κοινή γλώσσα της αυτοκρατορίας τα αραβικά. Οι λόγιοι δεν κινούνταν μόνο από την αγάπη για τη γνώση… Το χρήμα μπορεί επίσης να κινητοποιήσει το νου. Η άρχουσα ελίτ έδινε πολλά χρήματα για να συγκεντρωθούν τα βιβλία (κυρίως από την Κωνσταντινούπολη) και να μεταφραστούν στα αραβικά (κίνηση της μετάφρασης). Οι λόγιοι κατέβαλαν εκπληκτικές προσπάθειες να βρουν αρχαία χειρόγραφα κι ένας βασικός λόγος γι’ αυτό ήταν ότι το να φέρουν ένα βιβλίο στον χαλίφη να το προσθέσει στη βιβλιοθήκη του μπορούσε να είναι πολύ επικερδές. Ο χαλίφης Αλ-Μαμούν είχε πάθος με τα βιβλία και πλήρωνε όσους του έδιναν βιβλία που δεν είχε, το βάρος τους σε χρυσάφι.» (Βλ. SCIENCE & ISLAM 2/6, http://www.youtube.com/watch?v=JuMHkmbcQQ4)

Να συμπληρώσουμε ότι, ενώ ο Αλ-Μαμούν είχε νικήσει τους Βυζαντινούς στον πόλεμο, σύναψε ειρήνη με τον όρο να του παραδώσει ο αυτοκράτορας ένα αντίγραφο του έργου «Μαθηματικἠ Σύνταξις» του Πτολεμαίου Αλεξανδρείας. Πρόκειται για το μεγαλύτερο και σημαντικότερο αστρονομικό σύγγραμμα της Αρχαιότητας, που γράφτηκε τον 2ο αι. και η αυθεντία του διατηρήθηκε μέχρι τον δέκατο έκτο αιώνα. (Στα αραβικά το έργο λέγεται al-kitabu-l-mijisti الكتاب المجسطي, και στα Λατινικά ονομάστηκε Αλμαγέστη.)

Οι μουσουλμάνοι απολογητές υπερηφανεύονται επίσης για την αντιγραφή και διάσωση έργων των αρχαίων Ελλήνων κλασσικών συγγραφέων τα οποία χρησίμευσαν στην Αναγέννηση της Δυτικής Ευρώπης. Προφανώς αυτό είναι σωστό σε περιπτώσεις όπως της «Αλμαγέστης» του Κλαυδίου Πτολεμαίου, καθώς η Δύση τη γνώρισε αρχικά από μετάφραση της αραβικής μετάφρασης, μέχρι που κατά τον 15ο αιώνα ο Ιωάννης Βησσαρίων την έφερε στη Δύση στα ελληνικά. Όμως είναι γεγονός ότι «Τουλάχιστον το 75% των γνωστών σήμερα Αρχαίων Ελλήνων κλασσικών συγγραφέων μάς έγιναν γνωστοί μέσω Βυζαντινών χειρογράφων.» [Πηγή: History of Libraries in the Western World, Michael H. Harris, Scarecrow 1995].

Συμπερασματικά: Ο Αραβικός, ή, πιο σωστά, Αραβο-περσικός (μετά την κατάκτηση της Περσίας από τους μουσουλμάνους) πολιτισμός, που συχνά αποκαλείται «ισλαμικός», ήταν μεγάλος κυρίως επειδή αντέγραψε τον ανατολικορωμαϊκό πολιτισμό και χρησιμοποίησε ό,τι άλλο είχαν να προσφέρουν οι κατακτημένες από τους μουσουλμάνους περιοχές, όπως η Περσία και η Ινδία. Σίγουρα έχει μεγάλη προσφορά σε εποχές που «οι δυτικοί έτρωγαν βελανίδια» επειδή κατέστρεψαν τις δικές τους πηγές γνώσης (βλ. κατάληψη Κων/πολής από τους Φράγκους το 1204). Αυτό όμως ούτε επιβεβαιώνει ούτε αποθαρρύνει την σύνδεση Ισλάμ-Επιστήμης: η άνοδος των επιστημων στην ισλαμική αυτοκρατορία δεν έγινε ΛΟΓΩ του Ισλάμ αλλα ΠΑΡΑ το Ισλάμ.

Και, όπως το θέτει ο καθηγητής  Chalili στο τελευταίο τμήμα του πρώτου επεισοδίου του ντοκιμαντέρ του BBC εδώ http://www.youtube.com/watch?v=6IFOwyKRkv4:

Οι επιστήμονες του Ισλάμ πήραν «ιδέες από την Ελλάδα και την Ινδία, συνδυάζοντάς τες και αυξάνοντάς τες. Παρόμοια η σύγχρονη Ιατρική οφείλει ένα μεγάλο χρέος στο έργο των γιατρών του Ισλάμ.
Αλλά νομίζω ότι το πραγματικό σημαντικό που συνέβη στην επιστήμη στον ισλαμικό κόσμο σε αυτούς τους αιώνες μας λέει περισσότερα απ’ ότι η κάθε ανακάλυψη από μόνη της. Μας λέει για την παγκόσμια αλήθεια της ίδιας της Επιστήμης. Πιστεύω ότι το πρώτο επίτευγμα των ισλαμικών μεσαιωνικών επιστημών ήταν να αποδείξουν ότι η επιστήμη δεν είναι ισλαμική, ή ινδική ή ελληνιστική ή εβραϊκή, βουδιστική ή χριστιανική. Δεν μπορεί να την διεκδικήσει κανένας πολιτισμός. Πριν το Ισλάμ, η επιστήμη ήταν εξαπλωμένη σ’ όλο τον κόσμο. Αλλά οι λόγιοι του μεσαιωνικού Ισλάμ ταίριαξαν αυτό το γιγαντιαίο επιστημονικό παζλ, απορροφώντας γνώσεις που προέρχονταν από μέρη πολύ μακριά από τα σύνορα της δικής τους αυτοκρατορίας. Αυτό δεν παρήγαγε μόνο νέα επιστήμη, αλλά έδειξε για πρώτη φορά ότι η επιστήμη ως εγχείρημα ξεπερνά πολιτικά σύνορα και θρησκευτικές σχέσεις. Είναι ένα σώμα γνώσης που ωφελεί όλους τους ανθρώπους.


[1] Στην Ρωμανία γίνονταν επιτυχείς εγχειρήσεις δύσκολες, όπως η εγχείρηση διαχωρισμού σιαμαίων τον 10ο αι., ενδοκυστικής λιθοτριψίας εντός της ουροδόχου κύστης (9ος αιώνας) επί του άγιου Θεοφάνη (Βίος και Εγκώμιο συμπλεκόμενον του οσίου πατρός ημών Θεοφάνους τού και Ισαακίου, γραμμένη από τον Νικηφόρο Σκευοφύλακα, που προτάσσεται στην έκδοση της Χρονογραφίας του Θεοφάνη [Theophanis Chronographia, de Boor, II, Teubner, Lipsae 1885, 23] ), όπου αναφέρεται ότι ειδικά εργαλεία εισήλθαν στην κύστη δια της φυσικής οδού και έτριψαν τους λίθους απαλλάσσοντας τον Θεοφάνη από τη δυσουρία. Βλ. http://www.romanity.oodegr.com/politismos.html

[2] Στην Ρωμανία υπήρχαν από τους πρώτους αιώνες ως το 1453 σε όλες τις πόλεις (π.χ. στην Αντιόχεια του 12ου αι. υπήρχαν δύο) «ξενώνες» δηλαδή νοσοκομεία με ιατρικό προσωπικό, νοσοκόμους και χειρούργους ακόμη. Τρανό παράδειγμα, τον 12ο αι. το νοσοκομείο του Παντοκράτορα το οποίο είχε στην Κωνσταντινούπολη του 12ου αι. 5 θαλάμους, συνολικά 50 κρεβάτια και 5 επικουρικά ανά θάλαμο, 12 εκ των οποίων για τις άρρωστες γυναίκες, 8 για οφθαλμικές παθήσεις, 13 άντρες γιατροί, μία γυναίκα γιατρός, τέσσερις γυναίκες βοηθοί γιατροί, δύο γυναίκες αναπληρωματικοί βοηθοί (σ.σ. Την ίδια εποχή  φραγκολατίνοι θεολόγοι, προσπαθούσαν να αποφασίσουν αν η γυναίκα είναι άνθρωπος, ενώ στην Αρχαία Ελλάδα δεν υπάρχει ούτε μία γυναίκα Ιατρός.)  και 2 χειρούργοι, 11 υπηρέτες, 5 πλύντριες, 2 μάγειρους, 2 αρτοποιούς, 1 κλητήρα, 1 θερμαστή, 1 ιπποκόμο για τα άλογα των γιατρών, 1 θυρωρό, 4 σαβανωτές, 1 μυλωνά, 1 καθαριστή αποθηκών, κι έναν για να τροχίζει τα χειρουργικά εργαλεία [Πηγή: περ. Βυζαντινός Δόμος, τ.4] Βλ. http://www.romanity.oodegr.com/politismos.html

[3] As for the Koran, it is but an assorted mixture of «absurd and inconsistent fables,» which has ridiculously been judged inimitable, when, in fact, its language, style, and its much vaunted «eloquence» are far from being faultless.»

[4] You claim that the evidentiary miracle is present and available, namely, the Koran. You say: «Whoever denies it, let him produce a similar one.» Indeed, we shall produce a thousand similar, from the works of rhetoricians, eloquent speakers and valiant poets, which are more appropriately phrased and state the issues more succinctly. They convey the meaning better and their rhymed prose is in better meter. … By God what you say astonishes us! You are talking about a work which recounts ancient myths, and which at the same time is full of contradictions and does not contain any useful information or explanation. Then you say: «Produce something like it»?!

[5] Custom, tradition, and intellectual laziness lead men to follow their religious leaders blindly. Religions have been the sole cause of the bloody wars that have ravaged mankind. Religions have also been resolutely hostile to philosophical speculation and to scientific research.»

[6] The so-called holy scriptures are worthless and have done more harm than good, whereas the «writings of the ancients like Plato, Aristotle, Euclid, and Hippocrates have rendered much greater service to humanity.»