Κοράνι και απόκρυφα χριστιανικά κείμενα

Όπως έχουμε ξαναγράψει, το Κοράνιο περιέχει ποίηση συγγενών του Μουχάμμαντ και διηγήσεις που η ιστορική μελέτη και η αρχαιολογική σκαπάνη αποδεικνύουν φανταστικές, παραμύθια κατάλληλα για μικρά παιδιά ή για καμηλιέρηδες που χρειάζονταν ψυχαγωγία στα μακριά ταξίδια τους. Το άρθρο του θεολόγου Θεοδώρου Ρηγινιώτη που ακολουθεί αποκαλύπτει την επιρροή των «αποκρύφων» στη συγγραφή του Κορανίου.

————————————————

Σε διαθρησκειακή εκδήλωση σχετική με το Ισλάμ και το χριστιανισμό, ένας ευγενέστατος κύριος, κατά το πλείστον αραβόφωνος, μου επισήμανε ότι το Κοράνι συμπληρώνει κενά των ευαγγελικών διηγήσεων δίνοντας λεπτομέρειες, όπως η ηλικία της Παναγίας όταν έμεινε έγκυος τον Ιησού, πού ζούσε κατά το διάστημα της εγκυμοσύνης της κ.λ.π.

Η επισήμανσή του ενίσχυσε την υποψία μου ότι πρέπει να κατατάξουμε το Κοράνι σε χώρο συγγενικό προς στα απόκρυφα χριστιανικά κείμενα.

Τα έργα που ονομάζουμε «απόκρυφα» είναι δύο ειδών:

Α) Ιερά βιβλία αποκρυφιστικών ομάδων (κυρίως παραφυάδων του Γνωστικισμού, μια πολύμορφης θρησκείας πολύ διαδεδομένης κατά τους πρώτους χριστιανικούς αιώνες), που περιείχαν δήθεν «υπερφυσική αποκάλυψη» και ήταν απαγορευμένα για τους αμύητους (τα όντως «απόκρυφα»).

Β) Ορθόδοξα χριστιανικά κείμενα με ιστορίες (είτε πραγματικές, αντλημένες από την παράδοση και τη συλλογική μνήμη των χριστιανών, αποδεκτές από την Εκκλησία, είτε φανταστικές), που «συμπλήρωναν τα κενά» των ευαγγελικών διηγήσεων. Έδιναν δηλ. λεπτομέρειες για τη γέννηση και το βίο της Παναγίας, την παιδική ηλικία του Χριστού, την ταυτότητα των Τριών Μάγων, που προσκύνησαν το Χριστό τη νύχτα της γέννησής Του, τι έκαναν οι Μάγοι όταν επέστρεψαν στην πατρίδα τους, τι συνέβη στο μικρό Ιησού και την οικογένειά Του κατά τη φυγή στην Αίγυπτο, πώς ακριβώς έγινε η ανάσταση, ποιους νεκρούς συνάντησε ο Ιησούς στον άδη, ποιοι νεκροί αναστήθηκαν κατά το θάνατο του Ιησού στο σταυρό (Ματθ. 27, 52-53), τι είδε και άκουσε ο Παύλος όταν «ηρπάγη εις τον παράδεισο» (Β΄ Κορινθ. 12, 2-4), και ένα σωρό τέτοια. Ανάλογα απόκρυφα έχει και η Παλαιά Διαθήκη, που συμπληρώνουν διηγήσεις των παλαιοδιαθηκικών βιβλίων. Τα έργα αυτής της κατηγορίας δεν είναι στην πραγματικότητα «απόκρυφα» (δεν ήταν απαγορευμένα για κάποιους), αλλά οι φιλόλογοι τα ονομάζουν έτσι, γιατί ο όρος έχει γίνει τεχνικός και σημαίνει έργα γραμμένα κατά μίμησιν των κανονικών, είτε της ΠΔ είτε της ΚΔ.

Το Κοράνι συνδυάζει και τα δύο είδη. Περιέχει και «υπερφυσική αποκάλυψη» – μαζί με τη θεμελιώδη ιδέα των γνωστικών απόκρυφων ότι ο Χριστός δε σταυρώθηκε αληθινά – και διηγήσεις συμπληρωματικές (κατά φαντασίαν βέβαια) των βιβλικών διηγήσεων.

Ο Μητροπολίτης του Όρους Λιβάνου Ζορζ Κοντρ επισημαίνει:

«Εντούτοις, όποιος συγκρίνει με κριτικό μάτι, δίχως πίστη στην κορανική αποκάλυψη, διαπιστώνει πρόδηλες ομοιότητες με το βιβλικό κείμενο και τα χριστιανικά απόκρυφα. Τα δάνεια από τα απόκρυφα είναι τόσο φανερά, ώστε μπορεί κανείς να παραθέσει σε παράλληλη σύνοψη – και έχει γίνει στη δυτική μελέτη – κορανικά κείμενα και χριστιανικά απόκρυφα. Το κορανικό περιεχόμενο δείχνει κάτι παραπάνω από μια απλή ομοιότητα. Ο ουλεμάς, στον οποίο μετέφερα αυτές τις γραπτές αποδείξεις, μου είπε: “εμείς δεν έχουμε κανένα πρόβλημα, ο Θεός αποκάλυψε τα χριστιανικά απόκρυφα, το ίδιο και το Κοράνιο”».[1]

Βέβαια, αυτή η απάντηση δεν ευσταθεί, κατ’ αρχάς γιατί ένα βιβλίο, που δανείζεται στοιχεία από άλλα βιβλία, είναι προφανώς γραμμένο από άνθρωπο κι όχι ακριβές αντίγραφο ενός αιώνιου ουράνιου βιβλίου (είναι γνωστό ότι το Κοράνι αποκρυσταλλώθηκε στην παρούσα μορφή από επιτροπή γραμματέων, διορισμένη από τον τρίτο διάδοχο του Μωάμεθ, χαλίφη Ουθμάν, που επέλεξε ανάμεσα σε τέσσερις εκδοχές[2] – δε στέκομαι εδώ όμως, γιατί οι μουσουλμάνοι προφανώς αρνούνται ότι το κείμενο υπέστη επεξεργασία, ενώ μπορεί να αντιπαραθέσουν το μύθο ότι τα βιβλία της Καινής Διαθήκης επίσης επιλέχτηκαν ανάμεσα σε πολλά απόκρυφα, ενώ στην πραγματικότητα τα απόκρυφα γράφτηκαν αργότερα, κατά μίμησιν των βιβλίων της Καινής Διαθήκης, γι’ αυτό και περιέχουν φράσεις και ιδέες της). Για να προλάβω αντιδράσεις, διευκρινίζω πως η Αγία Γραφή, κατά τους χριστιανούς, γράφτηκε από ανθρώπους, εμπνεόμενους από τη χάρη του Αγίου Πνεύματος ώστε να διακρίνουν την αλήθεια από το ψεύδος, αλλά δεν υπαγορεύτηκε κατά λέξιν από ένα πνεύμα. Επιπλέον, τα απόκρυφα κείμενα περιέχουν πλήθος ιδεών, που το Ισλάμ δε θα μπορούσε ποτέ ν’ αποδεχτεί ως θεόπνευστες.

Σημειωτέον ότι η Αγία Γραφή (κατ’ εξοχήν η Καινή Διαθήκη) αποφεύγει να αφηγείται γεγονότα που δεν παίζουν ρόλο στην εκπλήρωση του θείου σχεδίου για την ενανθρώπιση του Χριστού και τη σωτηρία του ανθρώπου. Η ανθρώπινη περιέργεια όμως αναζήτησε τις παραλειπόμενες λεπτομέρειες και, όπου δεν τις βρήκε, τις επινόησε.

Οι διηγήσεις του Κορανίου για τον Ιησού περιέχουν ένα κυρίαρχο χαρακτηριστικό των απόκρυφων διηγήσεων: το υπερβολικό υπερφυσικό στοιχείο, που τονίζεται με έμφαση για εντυπωσιασμό των αναγνωστών ή ακροατών. Κατ’ αυτό, ο Ιησούς μίλησε από βρέφος και ανάγγειλε σοφά λόγια του Θεού (σούρα 19, 29-33). Το περιστατικό θυμίζει το απόκρυφο κατά Θωμάν ευαγγέλιο της παιδικής ηλικίας, που περιγράφει φανταστικά την παντογνωσία και τα θαύματα του Ιησού ως παιδιού (πράγματα που δεν αναφέρονται καθόλου στην ΚΔ), εκτρεπόμενο σε διηγήσεις χωρίς καμία σοβαρότητα (π.χ. ο Ιησούς κάνει θαύματα για παιχνίδι ή ακόμη και για εκδίκηση – θανατώνει ένα άλλο παιδί και μετά το ανασταίνει – προσβάλλει το δάσκαλό του με επίδειξη γνώσεων κ.τ.λ.).

Είναι αξιοσημείωτο ότι το Κοράνι κάνει αναφορές και σε πληροφορίες που περιέχονται σε απόκρυφα κείμενα. Δύο τέτοιες αναφορές είναι η φροντίδα της Μαριάμ από το Ζαχαρία και η διατροφή της απευθείας από το Θεό (αναφέρεται στο Πρωτευαγγέλιο του Ιακώβου και στο Κοράνι, 3, 35-37. 5, 110) και το θαύμα των χωματένιων πτηνών, που ο (μικρός) Ιησούς τα φύσηξε και έγιναν αληθινά πουλιά (αναφέρεται στο κατά Θωμάν ευαγγέλιο της παιδικής ηλικίας του Κυρίου και στο Κοράνι 3, 49-50).

Δύο παρατηρήσεις: α) οι γονείς της Μαριάμ στο Πρωτευαγγέλιο ονομάζονται Ιωακείμ και Άννα, β) η ζωή που προέρχεται από το φύσημα του Ιησού είναι κάτι αντίστοιχο με τη ζωή που προήλθε από το φύσημα του Θεού στον Αδάμ (Γένεσις, 2, 7), πράγμα που βασίζεται στην πεποίθηση ότι ο Ιησούς, εκτός από άνθρωπος, είναι και Θεός. Η φράση βέβαια του ισλαμικού κορανίου, ότι αυτό θα γίνει «με την άδεια του Αλλάχ», δεν υπάρχει καθόλου στο χριστιανικό κείμενο, που φυσικά είναι πολύ αρχαιότερο (του 2ου ή του 3ου αιώνα).

Μία άλλη αναφορά είναι ότι η πτώση του διαβόλου από τη θεία δόξα συνίσταται στο ότι αρνήθηκε να προσκυνήσει τον Αδάμ, όπως τον διέταξε ο Θεός (σούρα 2, 30-34. 17, 61-62, κ.α.). Η διήγηση αυτή – αν και δίνεται πιο λιτά – προέρχεται από το απόκρυφο Ευαγγέλιο του Βαρθολομαίου[3] και ας μου επιτραπεί να πω ότι δε βλέπω να έχει κάποια σοβαρότητα.

Από τα γνωστικά κείμενα, το Κοράνι έχει διατηρήσει την πεποίθηση ότι ο Ιησούς δε σταυρώθηκε, αλλά ο Θεός «έκανε τους εχθρούς Του να νομίζουν ότι Τον σταυρώνουν», ενώ στην πραγματικότητα Τον έκρυψε. Η πεποίθηση αυτή ήταν θεμελιώδης στο γνωστικισμό, που αρνιόταν ότι ο Ιησούς διέθετε αληθινό ανθρώπινο σώμα[4] – το Ισλάμ τη διατηρεί, επειδή πιστεύει πως ο Θεός είναι Θεός πολεμικής νίκης, συνεπώς δε μπορεί να επέτρεψε σ’ ένα μεγάλο προφήτη να υποστεί τόσα βάσανα. Ας σημειωθεί ότι στο ουράνιο ταξίδι (Meraj) που, κατά τη μουσουλμανική παράδοση, πραγματοποίησε ο Μωάμεθ καβάλα στον Μπούρακ, το ουράνιο άλογο, με οδηγό το Γαβριήλ, συνάντησε τον Ιησού στο 2ο από τους 7 ουρανούς[5].

ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

[1] Μητροπολίτου Όρους Λιβάνου Ζορζ (Κοντρ), Η φύση του Ισλάμ, μετάφραση Ρόνι Μπού Σάμπα, εκδ. Μαΐστρος, Αθήνα 2009, σελ.27-28.

[2] «Ο Abū Bakr, ο πρώτος χαλίφης και ηγέτης του ισλαμικού κράτους από το 632 ως το 634 μ. Χ., ενδιαφέρθηκε για την περισυλλογή των προφητειών του Μωάμεθ. Όπως αναφέρει η παράδοση, ένας από τους γραμματείς του Προφήτη, ο ZaidIbnThâbit, έδωσε στον χαλίφη ό,τι είχε συγκεντρώσει από το κήρυγμα του Μωάμεθ. Ο Αμπού Μπακρ εμπιστεύθηκε το πολύτιμο αυτό υλικό στην Hafsa, μία από τις χήρες του Προφήτη και θυγατέρα του ‘Umar, ο οποίος αργότερα έγινε δεύτερος χαλίφης (634-644). Κατά την ηγεμονία του Όμαρ κυκλοφορούσαν τέσσερεις διάφορετικές εκδόσεις του ιερού βιβλίου. Ο τρίτος χαλίφης, oUthmân (644-656), προς αποφυγή περαιτέρω συγχύσεως, ανέθεσε σε μία επιτροπή να συλλέξει ό,τι γραπτό υπήρχε από τις προφητείες του Μωάμεθ, να επιλέξει μεταξύ των διαφόρων μορφών και να ετοιμάσει ενιαίο κείμενο. Στις εργασίες της επιτροπής αυτής κύριο ρόλο διαδραμάτισε ο μνημονευθείς Zaid, ο επονομαζόμενος «Γραμματεύς». Μετά την εργασία της επιτροπής, ένα μόνο κείμενο θεωρήθηκε αυθεντικό και δόθηκε εντολή να καταστραφεί κάθε άλλη γραφή ή παραλλαγή.

Η ενιαία αυτή μορφή του Κορανίου δεν έγινε δεκτή χωρίς αντιρρήσεις από τον μουσουλμανικό κόσμο. Οι κάτοικοι της Kofa διατηρούσαν δική τους γραφή μέχρι το τέλος της πρώτης χιλιετηρίδας. Ο Zaid, κατά μία παράδοση, διαμόρφωσε και άλλη συλλογή, για να άρει τις διαφορές των κειμένων, των χρησιμοποιούμενων από τους μουσουλμάνους της Συρίας και της Βαβυλωνίας. Τελικά επικράτησε κείμενο που διαμορφώθηκε από την επιτροπή. Η μορφή συνεπώς του σημερινού επίσημου κειμένου χρονολογείται από την εποχή του τρίτου χαλίφη, η οποία απέχει από τον θάνατο του Μωάμεθ δύο μόνο δεκαετίες» [Αναστασίου Γιαννουλάτου, ό.π., κεφ. 3, βλ. σελ. 97-114 (μεταφορά στη δημοτική Ταρίκ Σ.)].

[3] «Ο διάβολος όμως είπε: “Επίτρεψέ μου να σου πω πώς με έριξαν εδώ και πώς ο Θεός έπλασε τον άνθρωπο. Περιπλανιόμουν εδώ κι εκεί και ο Θεός είπε στο Μιχαήλ, “Φέρε μου χώμα και νερό από τις τέσσεριες γωνιές του κόσμου και νερό από τα τέσσερα ποτάμια του παραδείσου” κι αφού ο Μιχαήλ τα έφερε, δημιούργησε τον Αδάμ στην ανατολή, έδωσε μορφή στο άμορφο χώμα, άπλωσε τα νεύρα και τις αρτηρίες και διαμόρφωσε ένα αρμονικό σύνολο. Και του έδειξε εκτίμηση γιατί ήταν κατ’ εικόνα του. και τον προσκύνησε κι ο Μιχαήλ. Και όταν ήρθα από τα άκρα του κόσμου, ο Μιχαήλ μου είπε, “Προσκύνησε την εικόνα του Θεού, την οποία έπλασε καθ’ ομοίωσή του”. Εγώ όμως είπα, “Εγώ είμαι φωτιά από φωτιά. Ήμουν ο πρώτος άγγελος που δημιουργήθηκε· θα προσκυνήσω λοιπόν εγώ τον πηλό και την ύλη;”. Ο Μιχαήλ μου είπε, “Προσκύνησε γιατί αλλιώς θα οργιστεί μαζί σου ο Θεός”. Εγώ απάντησα, “Ο Θεός δεν θα θυμώσει μαζί μου. Εγώ όμως θα βάλω το θρόνο μου ενάντια στο δικό του και θα γίνω σαν κι αυτόν”. Τότε ο Θεός θύμωσε μαζί μου και με έριξε χαμηλά αφού πρώττα διεταξε ν’ ανοίξουν τα παράθυρα των ουρανών”» («Το Ευαγγέλιο το Βαρθολομαίου», στο Απόκρυφα Κείμενα Καινής Διαθήκης, τόμ. 1, Πύρινος Κόσμος, Αθήνα χ.χ., σελ. 112-113).

[4] Παραδείγματα: «Ο Βασιλείδης, πιθανώς Σύρος παρουσιάσθη εν Αλεξανδρεία ως διδάσκαλος (περί το 130)… Όπως και ο Σατουρνείλος, ούτω και ο Βασιλείδης τον Σωτήρα ωνόμαζε “νουν” (όνομα, ως είδομεν, ειλημμένον εκ της ελληνικής φιλοσοφίας), ώριζεν όμως σαφώς, ότι ούτος είναι η πρώτη απόρροια του θεού. Ο Σωτήρ ενεφανίσθη εν φαινομενικώ σώματι, ο δε θάνατος αυτού ήτο επίσης φαινομενικός. Αντ’ αυτού εσταυρώθη Σίμων ο Κηρυναίος, εις τον οποίον ο Σωτήρ έδωκε την μορφήν αυτού, αυτός δε έλαβε την μορφήν του Σίμωνος και ίστατο πλησίον του σταυρού…». Ο Βαλεντίνος: «Την σωτηρίαν των ανθρώπων ετέλεσεν ο Σωτήρ, αλλ’ η περί αυτού διδασκαλία είναι ασαφής. Πάντως ήτο θείον ον, το οποίον ενηνθρώπησε και έπαθε φαινομενικώς». Ο Μαρκίων: «Ενώ ο Μαρκίων εδέχετο φαινομενικόν σώμα του Χριστού και επομένως φαινομενικόν σταυρικόν θάνατον, απέδιδεν εις αυτόν πραγματικήν σωτηριώδη ενέργειαν» (αρχιμανδρίτου Βασιλείου Στεφανίδου, καθηγητού του πανεπιστημίου Αθηνών, Εκκλησιαστική Ιστορία, Παπαδημητρίου 61998, σελ. 65-68).

[5] Βλ. Elias, Mufti A.H. «Jesus (Isa) A.S. in Islam, and his Second Coming», Islam.tc. Retrieved 2012-04-20, στο http://www.islam.tc/prophecies/jesus.html.

Ισλάμ, ο καρπός Ιουδαιοχριστιανικών αιρέσεων

Πολλές ιστορίες του Κορανίου αναφέρονται σε χαρακτήρες βιβλικούς: βλέπουμε να παρελαύνουν εκεί ο Μωυσής και ο αδελφός του Ααρών που αντιμετώπισαν τον Φαραώ, ο Νώε και η οικογένεια του που επέζησαν από τον κατακλυσμό, η γυναίκα του Πετεφρή που προσπαθεί να αποπλανήσει τον Ιωσήφ . Βέβαια οι ιστορίες έχουν τροποποιηθεί στρατηγικά από τον Μουχάμμαντ, για να δώσουν το μήνυμα ότι δεν ήταν μόνο παρόμοιος με εκείνους τους αρχαίους ήρωες, αλλά και μεγαλύτερος και καλύτερος. Πώς, όμως, ο Μουχάμμαντ έμαθε τις ιστορίες αυτές;

Για τους μουσουλμάνους, δεν υφίσταται ζήτημα του πώς ο Μουχάμμαντ έμαθε αυτές τις ιστορίες από τις Εβραϊκές Γραφές: του τις είπε ο Αλλάχ, που ήξερε τις ιστορίες καλύτερα από τον καθένα. Υπάρχουν όμως και άλλες απόψεις για το θέμα, όπως αυτή που θα εξετάσουμε σε τούτο το άρθρο.

Τριάντα χρόνια πριν, ένας Λιβανέζος Μαρωνίτης ιερέας με το ψευδώνυμο Αμπού Μούσα αλ-Χαρίρι (Abu Musa al-Hariri)  που μελέτησε για πολλά χρόνια πηγές αρχαίων ισλαμικών και χριστιανικών κειμένων, εξέδωσε ένα μικρό βιβλίο με τίτλο « Al-Qiss wa al-Nabi», δηλ. «Ο Ιερέας και ο προφήτης». (Nabi σημαίνει Προφήτης, και το Qiss μεταφράζεται ως Ιερέας, εφημέριος ή  πάστορας σε διάφορες χριστιανικές παραδόσεις). Το βιβλίο είναι μια ανάλυση της σχέσης που υπήρχε μεταξύ του Μουχάμμαντ και του εξαδέλφου της πρώτης συζύγου του της Χαντίτζα, του Εβιωνίτη ιερέα Waraqa bin Naufal. Το βιβλίο εκδόθηκε στον Λίβανο το 1978, αλλά όπως θα ήταν αναμενόμενο μόλις εμφανίστηκε αποσύρθηκε από τα ράφια των βιβλιοθηκών και των βιβλιοπωλείων, και δεν κυκλοφορεί πια. (Υπάρχει στα αραβικά εδώ: http://www.muhammadanism.org/Arabic/book/hariri/priest_prophet_book.pdf)
Πριν από μερικές εβδομάδες, ο συγγραφέας του βιβλίου έδωσε συνέντευξη στην αραβική τηλεόραση, στην εκπομπή «Τολμηρή ερώτηση» (Daring Question, δείτε την εκπομπή στα αραβικά εδώ: http://islamexplained.com/DaringQuestionEpisode153/tabid/1478/Default.aspx ). Η συνέντευξη έγινε τηλεφωνικά, καθώς αυτός δεν ήταν σε θέση να ταξιδέψει από το Λίβανο στο στούντιο. Για πρώτη φορά ο συγγραφέας αυτοπροσδιορίστηκε ως ο πατέρας Ιωσήφ αλ-Καζί (Joseph al-Qazi), και εξήγησε τις ιδέες που βρίσκονται στο βιβλίο του. Αυτές θα σας παρουσιάσουμε περιληπτικά σ’ αυτό το άρθρο.

Πριν συνεχίσουμε όμως με το βιβλίο, θα κάνουμε μια παρένθεση, για να πούμε κάποια πράγματα για τους Ιουδαιοχριστιανούς και τις διάφορες αιρετικές ομάδες που ξεπήδησαν από αυτούς.

Ιουδαιοχριστιανοί ονομάζεται μια μερίδα χριστιανών με εβραϊκή καταγωγή, οι οποίοι ήθελαν να συνεχίσουν να τηρούν το νόμο του Μωυσή. Από αυτούς, οι «Ιουδαΐζοντες» ζητούσαν να επιβάλλουν τον Μωσαϊκό νόμο και σε χριστιανούς που προέρχονταν από εθνικούς, και να υπάρχει διαχωρισμός μεταξύ χριστιανών εξ Ιουδαίων και χριστιανών εξ Εθνικών. Οι «Ναζαρηνοί» θεωρούσαν ότι οι χριστιανοί εξ Εθνικών δεν χρειαζόταν να τηρούν τον μωσαϊκό νόμο, αλλά οι εξ Εβραίων έπρεπε να το κάνουν. Μερικοί Ιουδαιοχριστιανοί ανέμειξαν στα πιστεύω τους γνωστικιστικά στοιχεία όπως η λατρεία αγγέλων. Στην προς Κολοσσαείς επιστολή, (Κολ. 2:16-18) ο απόστολος Παύλος προειδοποιούσε τους αναγνώστες του για ανθρώπους που προσπαθούσαν να τους επιβάλλουν το Μωσαϊκό νόμο ή να τους μυήσουν σε γνωστικιστικές πρακτικές, όπως η λατρεία των αγγέλων. Η προς Εβραίους επιστολή επίσης αναδεικνύει την ανωτερότητα του Υιού έναντι των αγγέλων (Εβρ. 1:1-14), ενώ στοιχεία κατά των Γνωστικών υπάρχουν και στο ευαγγέλιο και τις επιστολές του Ιωάννη.

Ανάμεσα στους Ιουδαιοχριστιανούς δημιουργήθηκαν με την πάροδο του χρόνου διάφορες αιρετικές  ομάδες:

*Η αίρεση των Εβιωνιτών συζητήθηκε και σχολιάστηκε από τους πρώτους χριστιανούς λογίους και επισκόπους όπως ο Ειρηναίος, ο Επιφάνιος και ο Ωριγένης. Κάποιοι πίστευαν ότι το όνομα Εβιωνίτες προερχόταν από κάποιο υποτιθέμενο ηγέτη τους ονόματι Εβιών στην Πέλλα της Δεκάπολης της Ιορδανίας, γιατί συνήθως οι αιρέσεις ονομάζονταν από το όνομα του ιδρυτή τους. Άλλοι λένε ότι οι Εβιωνίτες (εβραϊκά «Εβιωνίμ», που σημαίνει «Φτωχοί») αποκαλούνταν έτσι με βάση τις διδασκαλίες του Ιησού για την τιμητική θέση των φτωχών: «Μακάριοι εσείς οι φτωχοί, γιατί δική σας είναι η Βασιλεία του Θεού» (Λουκά 6:20), βασισμένες στο Ησαΐας 66:2 («Λέει ο Κύριος, σε ποιον λοιπόν θα επιβλέψω; Στον φτωχό και στον συντριμένο στην καρδιά») και άλλα σχετικά εδάφια της Παλαιάς Διαθήκης, που απευθύνονται σε ένα μικρό υπόλοιπο φτωχών πιστών. Αυτή η αίρεση θεωρούσε ότι ο Ιησούς ήταν ένας από τους μεγάλους προφήτες, που δεν ήταν Θεός ή Υιός του Θεού, αλλά έλαβε τις αποκαλύψεις μετά την βάπτισή του από τον Ιωάννη και ως εκ τούτου, το πνεύμα του Μεσσία μπήκε μέσα του μέχρι που σταυρώθηκε. Το μήνυμα του Ιησού περιλάμβανε τη διδασκαλία και το κήρυγμα της αποκάλυψης, αλλά δεν περιλάμβανε τη σωτηρία ή τη συγχώρεση για τις αμαρτίες μας. Μαζί με την Παλαιά Διαθήκη χρησιμοποιούσαν το ευαγγέλιο του Ματθαίου στην πρώτη του μορφή, στα εβραϊκά (ή αραμαϊκά), το οποίο σύμφωνα με τον Επιφάνιο, το αναθεώρησαν και το διαστρέβλωσαν για να ταιριάζει με τα δόγματά τους. Αυτή η αίρεση επέμενε σε συχνές πλύσεις για καθαρισμό, στην αποχή από το κρέας, και στην παροχή βοήθειας και σίτισης προς απόρους, χήρες, και ταξιδιώτες.

*Η αίρεση του Ιουδαιοχριστιανού Κηρίνθου, ο οποίος κατά τον Ιππόλυτο ίσως ήταν Εβιωνίτης, κήρυττε ότι ο ουρανός έμοιαζε με τη ζωή στη γη, κι εκεί το σώμα θα απολάμβανε κάθε πάθος που ήθελε για να ικανοποιηθεί· ότι ο ρόλος του Ιησού ήταν να απαλλάξει τον λαό του από τους Ρωμαίους· ότι το μήνυμα του Ιησού ήταν πολιτικό και κοινωνικό. Πίστευε σε κατά γράμμα χιλιετή βασιλεία του Θεού στη γη και συμφωνούσε με τη διδασκαλία για ενοίκηση του «Μεσσία» μέσα στον Ιησού μέχρι τη σταύρωσή Του.

*Η αίρεση των Ελκεσαϊτών, που προήλθε με τον καιρό από τους Εβιωνίτες, είχε πολλά στοιχεία από τους Γνωστικούς, και τιμούσε κάποιον Ελκασάι ή Ελζάι, ο οποίος το 101 μ.Χ. έλαβε ένα βιβλίο ως θεία αποκάλυψη. Σύμφωνα με τον Ωριγένη, λεγόταν ότι το βιβλίο είχε πέσει από τον ουρανό, ενώ σύμφωνα με τον Ιππόλυτο ο Ελζάι το είχε λάβει από έναν άγγελο που ήταν υιός του Θεού. Η αίρεση κήρυττε ότι ο Ιησούς είναι ένας άνθρωπος και ο Μεσσίας έφυγε από το σώμα του πριν το μαρτύριο, και ότι ο Ιησούς έλαβε την Αγία Γραφή από τον άγγελο Γαβριήλ που τον δίδαξε σοφία και την ικανότητα να προβλέπει το μέλλον. Το Άγιο Πνεύμα για τους Ελκεσαΐτες, ανάλογα με τα γεγονότα, είναι πότε η μητέρα του Ιησού και πότε ο άγγελος Γαβριήλ. Η διαφορά των Ελκεσαϊτών με τους Γνωστικούς ήταν ότι ενώ οι Γνωστικοί (μεταξύ αυτών και ο Κήρινθος) θεωρούσαν ότι τον κόσμο δημιούργησε άλλος Θεός από αυτόν της Καινής Διαθήκης, οι Ελκεσαΐτες θεωρούσαν ότι ήταν ο ίδιος που εκδηλώνεται στην Καινή Διαθήκη.

Κοινό στοιχείο των μεταγενέστερων Ιουδαιοχριστιανών είναι ότι μισούσαν τον απόστολο Παύλο, μια που αυτός είχε καταπολεμήσει αποτελεσματικά τις διδασκαλίες τους για τήρηση του Μωσαϊκού νόμου και  είχε διακηρύξει ότι η περιτομή δεν ωφελούσε σε τίποτα. Γύρω στον 2ο μ.Χ. αι. τον κατηγορούσαν ότι διέστρεψε τον Χριστιανισμό, και διέδιδαν ότι ήταν ένας  Έλληνας που έγινε Ιουδαίος ελπίζοντας να παντρευτεί την κόρη του αρχιερέα, αλλά επειδή δεν τα κατάφερε έγραψε κατά του Σαββάτου και της περιτομής. (Επιφανίου, Πανάριον, 30:36.)

Ο Ειρηναίος αποκαλούσε τους Ιουδαιοχριστιανούς «Ναζαρηνούς» κι έγραφε γι’ αυτούς:

«Εφαρμόζουν την περιτομή, επιμένουν στην τήρηση εκείνων των εθίμων που επιβάλλονται από το Νόμο, και είναι τόσο Ιουδαίοι στον τρόπο ζωής τους, ώστε ακόμη λατρεύουν στραμμένοι προς την Ιερουσαλήμ σαν να ήταν εκεί ο οίκος του Θεού».

Θα ξέραμε πολύ περισσότερα για τους Ιουδαιοχριστιανούς αν είχε διασωθεί το καθ’ Εβραίους ευαγγέλιο, όμως το αντίτυπο που είναι γνωστό ότι υπήρχε στην Βιβλιοθήκη του Ευσεβίου Καισαρείας (ή Ευσεβίου του Παμφίλου) στην Καισάρεια της Παλαιστίνης κάηκε κατά τη λεηλασία της πόλης από τους μουσουλμάνους το 653 μ.Χ.

Μετά το 70μ.Χ. και το 135 μ.Χ., οπότε καταστράφηκε η Ιερουσαλήμ και η επανάσταση των Ιουδαίων κατά των Ρωμαίων έληξε άδοξα, οι Ιουδαιοχριστιανοί μετανάστευσαν σε άλλες περιοχές όπου άσκησαν επίδραση σε διάφορους λαούς.[1] Για παράδειγμα, οι Μανδαίοι ή Ζαβίρ, που με την άφιξη του Ισλάμ στο Ιράκ το 636 μ.Χ. θεωρήθηκαν ως ο τρίτος «λαός της βίβλου», οι μυστηριώδεις Σαβαίοι του Κορανίου, από τον καρμηλίτη ιεραπόστολο Ιωάννη a Jesu ο οποίος τους ανακάλυψε, αλλά και από τους ιστορικούς, θεωρήθηκαν να έχουν σχέση με τους αρχαίους ημεροβαπτιστές  ή μαθητές του Ιωάννη του Βαπτιστή. Στοιχεία της γλώσσας τους υποδεικνύουν αραμαϊκή προέλευση. Ένα από τα κείμενα των Μανδαίων μιλά για τη φυγή των «Ναζαρηνών» ή «Ναζωραίων» από τις περιοχές του Ιορδάνη, κατά την εποχή των ιουδαϊκών πολέμων και της καταστροφής της Ιερουσαλήμ, περίπου το 70 μ.Χ.

Οι χριστιανοί στο Κοράνιο και συγκεκριμένα στα 2:62,111-113, 120, 135, 140, 5:14, 18, 51, 69, 82, 9:30, 12:17 (εδάφια της Μεδίνα) αποκαλούνται «Νασάρα» (نصارى). Ο Ιμπν Καθίρ συσχετίζει τη λέξη «an nasara»,  με τη λέξη «ανσάρ» (βοηθός), καθώς προέρχονται από τα γράμματα-ρίζες NSR, όμως η «ανσάρ» είναι αραβική ενώ το «Νασάρα» έχει υπόβαθρο εβραϊκό. Δίνει κι άλλη μια ετυμολογία για το «Νασάρα», που σχετίζεται με το ότι κατοικούσαν στην An-Nαsira, δηλαδή τη Ναζαρέτ. Δεν μπορούμε να μην παρατηρήσουμε πόσο θυμίζει η λέξη «Νασάρα» το «Ναζαρηνοί» , που χαρακτήριζε τους Εβιωνίτες.

Κλείνουμε την παρένθεση και συνεχίζουμε με τα όσα είπε ο συγγραφέας του βιβλίου «Ο ιερέας και ο προφήτης» στην εκπομπή «Η τολμηρή ερώτηση».

Περιληπτικά και σε ελεύθερη απόδοση, είπε τα εξής:

Ανάμεσα στα πολλά βιβλία που κυκλοφορούσαν στους πρώτους αιώνες της χριστιανικής Εκκλησίας ήταν και το «καθ΄Εβραίους ευαγγέλιο», ένα απόκρυφο που δίδασκε ότι ο Ιησούς ήταν ένας συνηθισμένος άνθρωπος που προικίστηκε με το Άγιο Πνεύμα, όταν βαφτίστηκε από τον Ιωάννη τον Βαπτιστή. Τότε έγινε ο Χρισμένος Μεσσίας, αν και δεν ήταν θεϊκός. Αυτό το Άγιο Πνεύμα παρέμεινε με τον Ιησού μέχρι την ημέρα της Σταύρωσης. Στη συνέχεια απομακρύνθηκε από αυτόν και ο Ιησούς πέθανε, όχι για τις αμαρτίες του κόσμου, αλλά ως ένα συνηθισμένο πρόσωπο.

Καθώς από τη μεριά του Ιουδαϊσμού υπήρχε πλήρης απόρριψη των χριστιανών με εβραϊκή καταγωγή [ως αποστατών και εθνοπροδοτών], κι απ’ τη μεριά του Χριστιανισμού εκκλησιαστικές σύνοδοι συγκαλούνταν στα χριστιανικά κέντρα της Ρώμης, της Ιερουσαλήμ και της Κωνσταντινούπολης για να διαχωρίσουν τη χριστιανική ορθοδοξία από την αίρεση, οι ομάδες που θεωρούνταν από Εβραίους και Χριστιανούς αιρετικές αναγκάστηκαν να μεταναστεύουν όλο και πιο μακριά. Μία από αυτές τις ομάδες, οι Εβιωνίτες, ακολουθούσαν τις διδαχές του καθ΄Εβραίους Ευαγγελίου. Μερικές φορές περιγράφονται ως ιουδαιοχριστιανοί, επειδή συνέχισαν πολλές εβραϊκές θρησκευτικές πρακτικές ενώ δέχθηκαν τον Ιησού ως τον Μεσσία. Μερικοί από αυτές τις ομάδες πήγαν προς τη Μέκκα, στη Σαουδική Αραβία, γενέτειρα του Μουχάμμαντ.

Η αληθινή ιστορία του Μουχάμμαντ δεν ξεκινά με τη γέννησή του, αλλά με τον πρόγονό του τον Κουσάι (Qusay) πέντε γενιές νωρίτερα. Αυτός παντρεύτηκε την κόρη του ηγέτη της φυλής των Κουραϊσιτών, και τελικά ο ίδιος έγινε ο αρχηγός τους. Αγόρασε επίσης το κλειδί για την Κάαμπα, η οποία παρείχε μια πηγή εσόδων που προέρχονταν από την επίσκεψη φυλών που λάτρευαν τα είδωλα τους εκεί. Όταν ο Κουσάι πέθανε έγινε ηγέτης ο γιος του ο Abdel Manaf, τον οποίο με τη σειρά του ακολούθησε ο γιος του Χάσιμ (προ-προπάππος του Μουχάμμαντ). Όπως συμβαίνει με πολλές εκτεταμένες οικογένειες καθώς περνάνε οι γενεές, μία πλευρά έγινε πλουσιότερη από τις άλλες. Ο παππούς του Μουχάμμαντ Αμπντέλ Μουτάλεμπ και ο πατέρας του ο Αμπντάλα ήταν από το φτωχότερο κλαν. Ο ίδιος ο Μουχάμμαντ γεννήθηκε σε εκείνη την πλευρά της οικογένειας, γεγονός που εξηγεί την περιγραφή του στο Κοράνιο ως ένα φτωχό ορφανό ( Κοράνι 93:6-9).

Η πλούσια πλευρά περιλάμβανε μια πλούσια επιχειρηματία που ονομαζόταν Χαντίτζα (Khadija) και τον εξάδελφό της Ουάρακα μπιν Νάουφαλ (Waraqa bin Nawfal). Σε αυτή την πλευρά ακολουθούσαν τις διδασκαλίες των Εβιωνιτών, και ο Ουάρακα μπιν Νάουφαλ ήταν ο κύριος ιερέας τους. Ο συνηθισμένος μουσουλμανικός ισχυρισμός, ότι στις αραβικές φυλές ήταν όλοι Jahiliya ή αδαείς πριν από τον Μουχάμμαντ, δημιουργήθηκε από τους ίδιους τους μουσουλμάνους για να μπει μια σφήνα μεταξύ αυτών και όλων των άλλων. Πολλοί από αυτές τις φυλές ακολουθούσαν διάφορες χριστιανικές και εβραϊκές παραδόσεις.

Ο Ουαράκα μπιν Νάουφαλ, με την ειδική έμφαση που έδιναν οι Εβιωνίτες στη φροντίδα για τους φτωχούς, φρόντισε ιδιαίτερα τον ορφανό Μουχάμμαντ. Τον δίδαξε να διαβάζει και να γράφει, καθώς και να μεταφράζει θρησκευτικά κείμενα από την αραμαϊκή στα αραβικά. Ο μουσουλμανικός ισχυρισμός ότι ο Μουχάμμαντ ήταν αναλφάβητος ήταν άλλος ένας μύθος που δημιουργήθηκε από τους πρώτους μουσουλμάνους προς στήριξη του ισχυρισμού τους ότι το Κοράνιο ήταν μια ειδική αποκάλυψη από τον Θεό. Δεδομένου ότι ο Μουχάμμαντ μεγάλωσε , ο Ουάρακα κάλεσε τον νεαρό να ζήσει μαζί με τους συνεργάτες του για τα θρησκευτικά τους προσκυνήματα. Μία φορά το χρόνο, κατά τη διάρκεια της νηστείας ένα μήνα πριν από το Πάσχα (tahannoth), η ομάδα των νηστευτών ζούσε με λαχανικά, γιαούρτι, και άζυμο ψωμί. Η αναχώρηση περιλάμβανε προσευχή, ενατένιση, επανάληψη και επίκληση του ονόματος του Θεού, και ανάγνωση της Βίβλου στη σιωπή και την πλήρη απομόνωση από τους κατοίκους της Μέκκας. Μετά την νηστεία, θα κύκλωναν την Κάαμπα 7 φορές. Έτσι εκπαιδεύτηκε να λαμβάνει αποκαλύψεις ο Μουχάμμαντ. Εκτός από τον ιερέα Ουάρακα, στο κόμμα περιλαμβάνονταν οι: Abd al-Mutallib (παππούς του Μουχάμμαντ), Othman bin Al Howeireth, Abû Umayya ibn Al-Mughîra (μάλλον ο πατέρας της Ουμ-Σαλάμα, μετέπειτα συζύγου του Μουχάμμαντ), Abdalah bin Jahsh (εξάδελφος του Μουχάμμαντ και αδελφός της μετέπειτα συζύγου του Ζεϊνάμπ). [Σύμφωνα με ιστορικούς του Ισλάμ, συμμετείχε και ο ποιητής Umayya ibn Abî as-Salt, ένας από τους συγγενείς του Μουχάμμαντ, του οποίου την ποίηση ο Μουχάμμαντ αγαπούσε κι έβαλε αποσπάσματά της στο Κοράνι]. Ο Ουάρακα αναγνώρισε τις θρησκευτικές τάσεις του Μουχάμμαντ και τις ηγετικές του ικανότητες, και έλπιζε ότι θα τον διαδεχόταν ως ηγέτης των Εβιωνιτών στη Μέκκα (το ίδιο το Κοράνιο διευκρινίζει ότι, όταν ο Μουχάμμαντ ξεκίνησε να κηρύττει στους φτωχούς της Μέκκας, δεν τους έλεγε για το «Ισλάμ», αλλά για το μονοθεϊσμό του Αβραάμ). Ο Ουάρακα βρήκε στον Μουχάμμαντ απασχόληση στα καραβάνια με καμήλες της εξαδέλφης του Χαντίζα, που πήγαιναν στη Δαμασκό και στη Βασόρα, και αργότερα όταν έγινε 25 ετών κι εκείνη ήταν 40, κανόνισε το γάμο του μαζί της. Ο γάμος έγινε σύμφωνα με τη χριστιανική παράδοση, πράγμα που σήμαινε πως ο Μουχάμμαντ δεν έλαβε καμιά άλλη σύζυγο όσο ζούσε η Χαντίτζα. Τα δύο κλαν συναντήθηκαν κατά την τελετή του γάμου. Έτσι, ο Ουάρακα φρόντισε ο προστατευόμενός του να γίνει πλούσιος, και εν δυνάμει ηγέτης και διάδοχος της θέσης του στην ιεραρχία ως «πατριάρχης» της αίρεσης της Μέκκας.

Ο Μουχάμμαντ είχε πολλές αποκαλύψεις που τον φόβιζαν, επειδή νόμιζε ότι ήταν ο Σατανάς (shaytan) ή κακά πνεύματα που τον παρενοχλούσαν. Η Χαντίζα, βοηθούμενη από τον Ουάρακα, καθησύχασε τον Μουχάμμαντ ότι τον είχε επιλέξει ο καλός αρχάγγελος να κηρύξει το μήνυμα, και ο Ουάρακα ευλόγησε τον Μουχάμμαντ και τον έστειλε να προσηλυτίσει τους ανθρώπους στη Μέκκα. Μερικοί από τους φτωχότερους και εκείνους που βρίσκονταν στη χαμηλότερη κοινωνική βαθμίδα τον ακολουθούσαν. Σε πολλούς ισχυρούς παγανιστές δεν άρεσε το κήρυγμά του, αλλά δεν μπορούσαν να τον πειράξουν επειδή τον προστάτευαν ο Ουάρακα, η Χαντίζα και ο θείος του Abi Taleb.

Όταν ο Ουάρακα πέθανε, οι αποκαλύψεις σταμάτησαν να εμφανίζονται επί τέσσερα χρόνια στον Μουχάμμαντ. Όταν πέθανε και η Χαντίζα, αυτός ήταν πάνω από 40 ετών και είχε μείνει χωρίς πνευματικούς οδηγούς και συμπαραστάτες. Μετά το θάνατο του θείου του Αμπού Τάλεμπ έχασε και τη στήριξη των φατριών κι έφυγε από τη Μέκκα για να συναντήσει ορισμένους από τους οπαδούς και του στην πόλη της Μεδίνα, 250 μίλια προς τα βόρεια. Μια νέα φάση του Ισλάμ βρισκόταν σε πλήρη εξέλιξη, καθώς το «μήνυμα» του θεού και ο τρόπος ζωής του Μουχάμμαντ άλλαξε δραστικά. Το μήνυμά του έγινε μήνυμα κατάκτησης και αυτοκρατορίας, και ο τρόπος ζωής του (όπως και πολλών αυτοαποκαλούμενων προφητών πριν και μετά από αυτόν) είχε κι έναν θεό να του παρέχει οτιδήποτε ήθελε, μεταξύ άλλων και πολλές γυναίκες, όπως επιθυμούσε η καρδιά του.

Η θέση οτι το Ισλάμ προήλθε απο τον Ιουδαιοχριστιανισμό δεν είναι με κανένα τρόπο μοναδική στον Ιωσήφ αλ-Καζί. Όπως σημειώνει ο επίκουρος καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών  Σωτήριος Δεσπότης,

«ο χαμένος συνδετικός κρίκος μεταξύ χριστιανισμού και ισλάμ είναι, σύμφωνα με αρκετούς ερευνητές ο Ιουδαιοχριστιανισμός, ο οποίος από τον αγ. Επιφάνιο Σαλαμίνος χαρακτηρίστηκε ως μία από τις 80 τότε γνωστές αιρέσεις (Πανάριον 374-377): οι Ναζηραίοι ομολογούσαν τον Ιησού ως υιό του Θεού,  ζούσανε όμως σύμφωνα με τα  μωσαϊκά έθιμα. Οι ιουδαιοχριστιανοί, και κυρίως οι Εβιωνίτες (οι πτωχοί του Θεού) και οι βαπτιστές σαβαίοι, οι οποίοι θεωρούσαν το Χριστό ως άνθρωπο εξ ανθρώπων Μεσσία εγκαταστάθηκαν στην αραβική χερσόνησο και μάλιστα στη Μεδίνα. Σημειωτέον ότι το ιουδαιοχριστιανικό ρεύμα επιβιώνει μέχρι σήμερα στην Αφρική και στις Ινδίες. Οι Αιθίοπες μονοφυσίτες, οι οποίοι διακρίνονται για την ευλάβεια και την πίστη τους στις παραδόσεις τιμούν την κιβωτό του Μωυσή (ταβότ), χρησιμοποιούνε μια σημιτική λειτουργική γλώσσα, ψέλνουν ψαλμούς με τη συνοδεία τυμπάνων και σαλπίγγων, έχουν καθιερώσει μαζί με τη βάπτιση την περιτομή, τιμούνε το Σάββατο, και έχουν αντίστοιχες διαιτητικές συνήθειες (απαγόρευση χοιρινού). Στη νότια Ινδία ζούνε 70.000 χριστιανοί Tekkumbgam ή Southist οι οποίοι έφθασαν εκεί στην Κεραλά από τη Συρία η Μεσοποταμία το 345 υπό την ηγεσία ενός Θωμά από την Κανά ή Χαναάν. Ομολογούν τον Ιησού ως το Μεσσία των Ιουδαίων. Σύμφωνα με τον A. Schlatter, κανείς από τους ηγέτες της χριστιανικής Καθολικής Εκκλησίας των πρώτων αιώνων δε μπορούσε να φανταστεί ποτέ ότι οι αιρετικοί και περιθωριοποιημένοι ιουδαιοχριστιανοί κάποτε θα ταρακουνούσαν τον κόσμο και θα σάρωναν Μητροπόλεις του χριστιανικού Βυζαντίου. Μονοθεϊσμός αντί τριαδολογίας, Πάσχων Δούλος του Κυρίου αντί του Θεανθρώπου (δύο υποστάσεων) είναι μόνο μερικά από τα πιστεύω των γνωστικιζόντων ιουδαιοχριστιανών, πιθανότατα Ελκεσαϊτών (που στο Κοράνι ονομάζονται Sabier)[2], οι οποίοι επηρεασμένοι και από το γνωστικισμό θεωρούσαν τον Ιησού ως τη σφραγίδα των Προφητών (πρβλ. Tertullian, Adversus Judaeos), εξέχων τίτλος κατόπιν του Μωάμεθ. Σύμφωνα με τον Σωζομενό (439-450) υπήρχαν ιουδαιοχριστιανοί οι οποίοι θεωρούσαν ως προπάτορες τον Ισμαήλ και την Άγαρ. Ίσως (και) αυτούς πολέμησε καταρχάς ο προφήτης του Ισλάμ στη Μεδίνα αλλά και από αυτούς πληροφορήθηκε πολλά γεγονότα αλλά και Μιδράς της βιβλικής παράδοση.

Στην Αραβία φαίνεται επίσης ότι ετιμάτο ήδη η Maryam η μητέρα του Isa-Ιησού, η οποία από σύγχυση με την Μαριάμ την αδελφή του Μωυσή, θεωρούνταν κόρη του Αμράμ και αδελφή του Ααρών και σίγουρα όχι Θεο-τόκος. Υπήρχε μάλιστα τοιχογραφία της στην Kaaba της Μέκκας, την οποία δεν κατέστρεψε ο Μωάμεθ. Δεν θεωρούνταν rasulu  llah απεσταλμένη από το Θεό (όπως ο Μωάμεθ αλλά και οι άλλοι προφήτες) αλλά siddiqa – αληθινή (5,75).»

Έχοντας υπόψη μας όλα αυτά, και κάποια ακόμη (όπως τη γνωριμία του Μουχάμμαντ με τον αρειανιστή μοναχό Μπαχίρα) δεν φαίνεται πια καθόλου παράξενο γιατί ο Ιωάννης Δαμασκηνός, ο μεγάλος Ορθόδοξος θεολόγος που μεγάλωσε μέσα στην αυλή του Mu’awiyah στη Δαμασκό και γνώρισε καλά το Ισλάμ, το θεωρούσε μια χριστιανική αίρεση


[1] Οι χριστιανοί που ζούσαν στην Ιερουσαλήμ, γνώριζαν την προφητεία του Ιησού:

«Όταν όμως δείτε να κυκλώνεται από στρατεύματα η Ιερουσαλήμ, τότε να γνωρίσετε ότι έχει πλησιάσει η ερήμωσή της. Τότε όσοι είναι στην Ιουδαία ας φεύγουν στα όρη και όσοι είναι στο μέσο αυτής ας αναχωρήσουν και όσοι είναι στην ύπαιθρο ας μην εισέλθουν σ’ αυτή, γιατί ημέρες εκδίκησης είναι αυτές, για να ολοκληρωθούν όλα τα γραμμένα. Αλίμονο σε όσες έχουν στην κοιλιά παιδιά και σε όσες θηλάζουν εκείνες τις ημέρες. Γιατί θα γίνει καταπίεση μεγάλη πάνω στη γη και οργή στο λαό τούτο, και θα πέσουν από το στόμα της μάχαιρας και θα αιχμαλωτιστούν σε όλους τους εθνικούς, και η Ιερουσαλήμ θα πατιέται συνεχώς από τους εθνικούς, μέχρις ότου συμπληρωθούν οι καιροί των εθνικών» (Λουκάς 21:20-24).

Έτσι έφυγαν από την Ιερουσαλήμ στην Πέλλα της Ιορδανίας, όπου και παρέμειναν μέχρι το 135 μ.Χ. Σύμφωνα με το βιβλίο «Ιστορία του Ιουδαϊκού Χριστιανισμού» του Hugh Schonfield κάποιοι Ιουδαιοχριστιανοί βρίσκονταν στην Ιερουσαλήμ το διάστημα 132-135 μ.Χ. οπότε ξέσπασε η επανάσταση των Εβραίων κατά των Ρωμαίων, και ενώθηκαν στον πόλεμο με τους Εβραίους κάτω από τη σημαία του Μπαρ-Κοχεμπά, ταυτιζόμενοι μαζί τους εθνικά. Όταν όμως ο Ραβίνος Ακίβα ανακήρυξε τον Μπαρ-Κοχεμπά ως τον αναμενόμενο Μεσσία, οι Ιουδαιοχριστιανοί που θεωρούσαν τον Ιησού ως το Μεσσία των Ιουδαίων αρνήθηκαν να συμπράξουν, και πλέον θεωρούνταν και προδότες του έθνους τους. Καθώς οι Ρωμαίοι με τη νίκη τους ισοπέδωσαν την Ιερουσαλήμ και απαγόρευσαν την είσοδο σε όλους τους Εβραίους, όσοι Ιουδαιοχριστιανοί επέζησαν έφυγαν απότην περιοχή.

[2] Σημειωτέον ότι και ο Πέρσης Μάνης (216-76) ο οποίος ήθελε στη συνέχεια των Ζαρατούστρα, Βούδα και ενός «γνωστικού» Χριστού να ιδρύσει μια καινούργια χριστιανική θρησκεία, στα νιάτα του ανήκε στην ιουδαιοχριστιανική αίρεση των Βαπτιστών – Ελκεσαϊτών και επηρεάστηκε από το νομικισμό και την αποκαλυπτική σκέψη.

«Ευαγγέλιο» του Βαρνάβα και ισλαμική προπαγάνδα

Αν έχετε ασχοληθεί εκτενέστερα με το Ισλάμ στη σύγχρονη εποχή, σίγουρα θα έχετε ακούσει ότι η Αγία Γραφή Εβραίων και Χριστιανών είναι «παραχαραγμένη» και «αλλοιωμένη», άποψη που δεν ακολουθείται από την τεκμηρίωση του ποιος, πότε και σε ποιο βαθμό παραχάραξε και αλλοίωσε την Αγία Γραφή. Ίσως να έχετε ακούσει κάτι για το απόκρυφο «Ευαγγέλιο του Βαρνάβα», το οποίο δήθεν λέει την αλήθεια όταν γράφει ότι ο Ιησούς είναι σκέτος προφήτης και όχι γιος του Θεού, και μάλιστα προλέγει ότι μετά από αυτόν θα έρθει ένας ακόμα μεγαλύτερος, αλλά Ισμαηλίτης προφήτης, ο … Μουχάμμαντ! Επειδή είναι πολύ εύκολο για τον κάθε προπαγανδιστή να πετά ισχυρισμούς τους οποίους δεν κάνει τον κόπο να επιβεβαιώσει, αξίζει τον κόπο να ρίξουμε μια ματιά στα συμπεράσματα της επιστημονικής έρευνας σχετικά με το «Ευαγγέλιο του Βαρνάβα».

——–

Το Ευαγγέλιο του Βαρνάβα είναι ένα βιβλίο που περιγράφει τη ζωή του Ιησού και αναφέρει ότι το έγραψε ο μαθητής του Ιησού Βαρνάβας, ο οποίος σε αυτό το έργο είναι ένα από τους δώδεκα αποστόλους (στην πραγματικότητα δεν ήταν, αλλά πιθανότατα ανήκε στους 70 αποστόλους). Είναι καταγεγραμμένο σε δύο χειρόγραφα, που ανάγονται και τα δυο στα τέλη του 16ου αι. και έχουν γραφτεί το ένα στα Ιταλικά και το άλλο στα Ισπανικά. Αν και το ισπανικό χειρόγραφο έχει τώρα χαθεί, το κείμενό του έχει διασωθεί σε μια αντιγραφή του 18ου αι. Έχει περίπου το ίδιο μήκος με τα τέσσερα κανονικά ευαγγέλια, αν τα βάλουμε μαζί (το ιταλικό χειρόγραφο έχει 222 κεφάλαια). Το μεγαλύτερο μέρος είναι αφιερωμένο σε διήγηση της ζωής του Ιησού, και μεγάλο μέρος του είναι εναρμονισμένα με τις διηγήσεις που βρίσκονται στα κανονικά ευαγγέλια. Σε ορισμένα βασικά σημεία, είναι σύμφωνο με την ισλαμική ερμηνεία της Αγίας Γραφής και έρχεται σε αντίθεση με τις Καινοδιαθηκικές διδασκαλίες του Χριστιανισμού.

Αυτό το Ευαγγέλιο θεωρείται από την πλειοψηφία των ακαδημαϊκών, συμπεριλαμβανομένων των χριστιανών και ορισμένων μουσουλμάνων (όπως ο Αμπάς Ελ Ακκάντ) να είναι πολύ πρόσφατο και ψευδεπίγραφο. Ωστόσο , ορισμένοι ακαδημαϊκοί υποδεικνύουν ότι μπορεί να περιέχει ορισμένα κατάλοιπα προγενέστερων Απόκρυφων έργων Γνωστικών [1] ή Εβιονιτών[2] ή του Διά Τεσσάρων [3].

Μερικοί μουσουλμάνοι λόγιοι θεωρούν ότι πρόκειται για αντίγραφο αποστολικού πρωτοτύπου. Ορισμένες ισλαμικές οργανώσεις το επικαλούνται για τη στήριξη της ισλαμικής άποψης περί του Ιησού. Το έργο αυτό δεν πρέπει να συγχέεται με την ‘’Επιστολή Βαρνάβα ή τις Πράξεις του Βαρνάβα που έχουν διασωθεί.

Ιστορία του κειμένου

Το παλαιότερο έγγραφο που παραπέμπει σε ένα Ευαγγέλιο Βαρνάβα που είναι γενικά αποδεκτό ότι αντιστοιχεί σε εκείνο που βρέθηκε στα δύο γνωστά χειρόγραφα, έχει αναφερθεί ότι περιλαμβάνεται στο χειρόγραφο Μορίσκο BNM MS 9653 στη Μαδρίτη, κι έχει γραφτεί γύρω στο ‘1634 ‘ από κάποιον Ιμπραχίμ αλ-Ταϋμπιλί στην Τυνησία. [4] Ενώ περιγράφει πώς η Βίβλος προλέγει τον Μωάμεθ, μιλάει για το «ευαγγέλιο» του Αγίου Βαρνάβα, όπου μπορεί κανείς να βρει το φως» ( «y así mismo en Evangelio de San Bernabé, donde de hallará la luz ‘’»). Αναφέρθηκε και πάλι το 1718 από τον Ιρλανδό ντεϊστή Τζών Τόλαντ, και αναφέρθηκε το 1734 από τον Τζώρτζ Σέηλ στο «Προεισαγωγική Πραγματεία για το Κοράνι» (The Preliminary Discourse to the Koran):

Οι Μωαμεθανοί έχουν επίσης ένα Ευαγγέλιο στα Αραβικά, που αποδίδεται στον Άγιο Βαρνάβα, στο οποίο η ιστορία του Ιησού Χριστού παρουσιάζεται με τρόπο πολύ διαφορετικό από αυτόν που βρίσκουμε στα αληθινά Ευαγγέλια, και ανταποκρίνεται στις παραδόσεις που ο Μωάμεθ ακολούθησε στο Κοράνι του. Από αυτό το Ευαγγέλιο οι Μορίσκος στην Αφρική έχουν μια μετάφραση στα ισπανικά. Και υπάρχει στη βιβλιοθήκη του Πρίγκιπα Ευγενίου της Σαβοΐας, ένα χειρόγραφο κάπως αρχαίο, που περιέχει μια ιταλική μετάφραση του ίδιου Ευαγγελίου, η οποία θα πρέπει να υποθέσουμε ότι έγινε για τη χρήση των αποστατών. Αυτό το βιβλίο δεν φαίνεται να είναι πρωτότυπη πλαστογράφηση των Μωαμεθανών, αν και δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι παρεμβλήθηκαν και το μετέβαλαν για την καλύτερη εξυπηρέτηση του σκοπού τους. Και ειδικότερα, αντί της λέξης Παράκλητος ή Παρηγορητής, έχουν, σε αυτό το απόκρυφο ευαγγέλιο, προθέσει τη λέξη «Περικλυτός», δηλαδή, «περίφημος» ή «επιφανής», με την οποία προφασίζονται ότι προφήτης τους είχε προρρηθεί από το όνομα που έχει τη σημασία του «Μωάμεθ» στην αραβική. Και αυτό το λένε για να δικαιολογήσουν το απόσπασμα στο Κοράνι, όπου υποστηρίζεται σαφώς ότι ο Ιησούς Χριστός προείπε τον ερχομό του υπό το άλλο του όνομα το Αχμέντ, το οποίο προέρχεται από την ίδια ρίζα, όπως και το Μωάμεθ κι έχει την ίδια σημασία.[5]

Ο Σέηλ εδώ φαίνεται να αναφέρεται στις εκδόσεις και των δυο γνωστών χειρογράφων: της ιταλικής και της ισπανικής. Αν και πρέπει να σημειωθεί ότι οι ειδικοί όροι «Παράκλητος» ή «περικλυτός» δεν περιλαμβάνονται ρητά στο κείμενο είτε της μιας είτε της άλλης έκδοσης (βλέπε «Πρόβλεψη του Μωάμεθ» παρακάτω). Ο Σέηλ θα μπορούσε, ωστόσο, να έχει βρει τον όρο «περικλυτός» μεταφρασμένο στα αραβικά σε μία από τις σημειώσεις περιθωρίου στο ιταλικό χειρόγραφο. Μετά την «Προεισαγωγική Πραγματεία για το Κοράνι», το γνωστό ισπανικό χειρόγραφο περιήλθε στην κατοχή του Σέηλς. Προηγούμενα γεγονότα του Ευαγγελίου του Βαρνάβα Ένα «κατά Βαρνάβα Ευαγγέλιο » αναφέρεται σε δύο παλαιοχριστιανικούς καταλόγους απόκρυφων έργων: τον λατινικό Decretum Gelasianum [6] (6ος αιώνας), καθώς και τον Ελληνικό Κατάλογο των εξήντα βιβλίων του 7ου αιώνα. Οι κατάλογοι αυτοί είναι ανεξάρτητοι μάρτυρες. Το 1698 ο John Ernest Grabe βρήκε μια ρήση του Ιησού που δεν αναφέρεται αλλού, [7] που αποδίδεται στον Απόστολο Βαρνάβα, μεταξύ των ελληνικών χειρογράφων στη συλλογή Baroccian στη Βιβλιοθήκη Bodleian. Αναφέρθηκε ότι η ρήση αυτή θα μπορούσε να είναι ένα απόσπασμα από το χαμένο Ευαγγέλιο, και ο Τζών Τόλαντ ισχυρίστηκε ότι είχε εντοπίσει μια αντίστοιχη φράση, όταν εξέταζε το ιταλικό χειρόγραφο του Ευαγγελίου του Βαρνάβα στο Άμστερνταμ πριν από 1709. Ωστόσο μεταγενέστεροι μελετητές που εξέτασαν το ιταλικό και ισπανικό κείμενο δεν μπόρεσαν να επιβεβαιώσουν την παρατήρηση του Τόλαντ.

Το έργο αυτό δεν πρέπει να συγχέεται με την Επιστολή Βαρνάβα, που μπορεί να έχει γραφτεί στην Αλεξάνδρεια του 2ου αιώνα. Δεν υπάρχει καμία σχέση μεταξύ των δύο βιβλίων στο ύφος, το περιεχόμενο ή την ιστορία, εκτός από την αναφορά τους στον Βαρνάβα. Σχετικά με το θέμα της περιτομής, τα βιβλία έχουν σαφώς πολύ διαφορετικές απόψεις, με την επιστολή να απορρίπτει την εβραϊκή πρακτική, σε αντίθεση με το ‘ευαγγέλιο» που την προωθεί. Δεν πρέπει να συγχέεται με το βιβλίο Πράξεις του Βαρνάβα , που διηγείται τα ταξίδια, το μαρτύριο και την ταφή του Βαρνάβα, και το οποίο πιστεύεται γενικά ότι έχει γραφτεί στην Κύπρο λίγο μετά το 431.

Το 478, κατά τη διάρκεια της βασιλείας του αυτοκράτορα Ζήνωνα, ο αρχιεπίσκοπος της Κύπρου Ανθέμιος ανακοίνωσε ότι ο κρυφός τόπος ταφής του Βαρνάβα του είχε αποκαλυφθεί σε όνειρο. Το σώμα του Αγίου ανακαλύφθηκε σε μια σπηλιά με ένα αντίγραφο του κανονικού Ευαγγέλιο του Ματθαίου στο στήθος του, σύμφωνα με τη διήγηση του συγχρόνου Theodorus Lector, ο οποίος αναφέρει ότι ο Ανθέμιος παρουσίασε στον Αυτοκράτορα τα οστά και το ευαγγέλιο. [8] Κάποιοι μελετητές οι οποίοι πιστεύουν στην αρχαιότητα του Ευαγγελίου του Βαρνάβα προτείνουν ότι το κείμενο που υποτίθεται ότι ανακαλύφθηκε το 478 θα πρέπει αντίθετα να ταυτίζεται με το Ευαγγέλιο του Βαρνάβα, αλλά αυτό έρχεται σε αντίθεση με μια διήγηση του Ευαγγελίου από τον Σεβήρο Αντιοχείας, ο οποίος ανέφερε ότι είχε εξετάσει το χειρόγραφο γύρω στο έτος 500, προσπαθώντας να βρει αν υποστήριζε την διάτρηση του σταυρωμένου Ιησού από δόρυ στο Ματθ. 27:49 (δεν το περιείχε). Σύμφωνα με τον Βυζαντινό ιστορικό του 11ου αιώνα Γεώργιο Κεδρηνό, ένα χειρόγραφο Ευαγγέλιο του Ματθαίου, που πιστεύεται ότι βρέθηκε από τον Ανθέμιο, σωζόταν στο παρεκκλήσι του Αγίου Στεφάνου στο αυτοκρατορικό παλάτι. [9]

Το 1985, προβλήθηκε ο ισχυρισμός ότι ένα πρώιμο αντίγραφο αυτού του ευαγγελίου στη συριακή είχε βρεθεί κοντά στο Χακάρι. [10] Ωστόσο, στη συνέχεια υποστηρίχθηκε ότι αυτό το χειρόγραφο περιείχε στην πραγματικότητα την κανονική Αγία Γραφή.[11]

Τα χειρόγραφα

Ιταλικό χειρόγραφο: Το Ιταλικό χειρόγραφο του πρίγκιπα Ευγενίου, που του παρουσιάστηκε το 1713 από τον Τζών Φρέντερικ Κράμερ[12] φαίνεται να δημιουργήθηκε στο τέλος του δέκατου έκτου αιώνα. [13] Μεταφέρθηκε στην Βιβλιοθήκη Hofbibliothek στη Βιέννη (τώρα είναι η Εθνική Βιβλιοθήκη της Αυστρίας), το 1738 με το υπόλοιπο της βιβλιοθήκης του, και εξακολουθεί να διατηρείται εκεί. Οι σελίδες του ιταλικού χειρογράφου πλαισιώνονται σε ένα ισλαμικό στυλ, και στο περιθώριο περιέχουν επικεφαλίδες και σημειώσεις σε σόλοικα Αραβικά. [14][15] με τουρκικές λέξεις σε κάποιες περιπτώσεις, και πολλά τουρκικά συντακτικά χαρακτηριστικά. Η βιβλιοδεσία του είναι τουρκική, και φαίνεται να είναι πρωτότυπη [16], αλλά το χαρτί έχει ένα ιταλικό υδατογράφημα. [17] Ο ίδιος γραφέας έγραψε τόσο το ιταλικό κείμενο όσο και τις σημειώσεις στα αραβικά, και ήταν σαφώς «δυτικός» στη συνήθειά του να γράφει από αριστερά προς τα δεξιά. Η ιταλική ορθογραφία είναι ιδιότυπη με συχνό διπλασιασμό συμφώνων και προσθέτει ένα αρχικό «h», που παρεμβάλλεται όπου μια λέξη ξεκινά με φωνήεν (π.χ. «hanno» αντί για «anno»). [18] Υπάρχουν λέξεις-οδηγοί στο κάτω μέρος της κάθε σελίδας, μια κοινή πρακτική στα χειρόγραφα που προορίζονται που να συναρμολογηθούν για εκτύπωση. Το χειρόγραφο φαίνεται να είναι ημιτελές. Στην ιταλική εκδοχή βασίστηκε η μετάφραση του Ραγκς, (1907) η οποία κυκλοφόρησε στα αγγλικά. Ακολούθησε το 1908 μία αραβική μετάφραση από τον Khalil Saadah, η οποία δημοσιεύθηκε στην Αίγυπτο.

Ισπανικό χειρόγραφο: Το γνωστό ισπανικό χειρόγραφο είχε χαθεί στον 18ο ή 19ο αιώνα. Ωστόσο ένα αντίγραφο του 18ου αιώνα ανακαλύφθηκε στη δεκαετία του 1970 στη Βιβλιοθήκη του Φίσερ, στο Πανεπιστήμιο του Σίντνεϋ μεταξύ των βιβλίων του Sir Charles Nicholson, με την επισήμανση στα αγγλικά «μεταγραφή από το χειρόγραφο που είχε στην κατοχή του ο αιδ. EDM. Callamy το οποίο αγόρασε μετά τον θάνατο του κ. Τζώρτζ Σέηλ … και μου το έδωσε τώρα μετά τον θάνατο του κ. John Nickolls , 1745 «. [19] Η κύρια διαφορά του από το ιταλικό χειρόγραφο είναι ότι η μεταγραφή δεν περιλαμβάνει ένα σημαντικό αριθμό κεφαλαίων-που ωστόσο υπήρχαν στο ισπανικό πρωτότυπο, όταν αυτό εξετάστηκε από τον Τζωρτζ Σέηλ. [20] Το κείμενο στην ισπανική γλώσσα προλογίζεται από μια σημείωση που ισχυρίζεται ότι αποτελεί μετάφραση που έκανε από την ιταλική ο Μουσταφά ντε Αράντα, ένας μουσουλμάνος από την Αραγωνία που κατοικούσε στην Κωνσταντινούπολη.

Το ισπανικό χειρόγραφο περιέχει επίσης μια εισαγωγή από κάποιον με το ψευδώνυμο «Φρα Μαρίνο», που ισχυρίζεται ότι έχει κλέψει ένα αντίγραφο της ιταλικής έκδοσης από τη βιβλιοθήκη του Πάπα Σίξτου V. [21] Ο «Φρα Μαρίνο» αναφέρει ότι, έχοντας μια θέση στο Δικαστήριο της Ιεράς Εξέτασης, είχαν περιέλθει στην κατοχή του πολλά έργα, που τον οδήγησαν να πιστέψει ότι τα βιβλικά κείμενα είχαν παραχαραχτεί, καθώς και ότι γνήσια αποστολικά κείμενα κακώς αποκλείσθηκαν. Ο «Φρα Μαρίνο» υποστηρίζει, επίσης, ότι ήταν σε επιφυλακή για την ύπαρξη του Ευαγγελίου του Βαρνάβα, από έναν υπαινιγμό σε ένα έργο του Ειρηναίου κατά του Παύλου, σε ένα βιβλίο που του είχε παρουσιάσει μία κυρία από την οικογένεια Colonna (η περιοχή Μαρίνο, έξω από τη Ρώμη, είναι ο τόπος όπου βρίσκεται το Palazzo Colonna). [22]

Προέλευση

Ορισμένοι μελετητές του έργου υποστηρίζουν ότι έχει ιταλική καταγωγή, [23] παρατηρώντας στο «ευαγγέλιο του Βαρνάβα» φράσεις πολύ παρόμοιες με φράσεις που χρησιμοποιεί ο Δάντης, [24] πράγμα που υποδηλώνει ότι ο συντάκτης του «ευαγγελίου του Βαρνάβα» έχει δανειστεί από τα έργα του Δάντη. Χρησιμοποιούν τον πρόλογο του ισπανικού κειμένου για να υποστηρίξουν αυτό το συμπέρασμα. [25]

Άλλοι μελετητές έχουν επισημάνει μια σειρά από ομοιότητες μεταξύ χωρίων του Ευαγγελίου του Βαρνάβα , και των κειμένων μιας σειράς αποσπασμάτων από τα τέσσερα ευαγγέλια που κυκλοφορούσε στα τέλη της μεσαιωνικής εποχής στην καθομιλουμένη κάποιων διαλέκτων, δηλαδή στη Μέση Αγγλική και τη Μέση Ολλανδική, αλλά ειδικά στην Μέση Ιταλική . Πιθανολογείται ότι όλα προκύπτουν από μια χαμένη Παλιά Λατινική εκδοχή του Διά Τεσσάρων του Τατιανού. [26] Αυτό υποστηρίζει επίσης την ιταλική προέλευση. Άλλοι μελετητές υποστηρίζουν ότι το ισπανικό κείμενο προηγήθηκε, και ότι ο ισχυρισμός του ισπανικού προλόγου περί της ιταλικής πηγής έχει ως στόχο να ενισχύσει την αξιοπιστία του έργου, και να το συσχετίσει με τις Παπικές βιβλιοθήκες. Αυτοί οι μελετητές παρατηρούν ομοιότητες με μια σειρά από πλαστογραφίες των Μορίσκο, όπως οι μολύβδινες πλάκες του Σακρομόντε της Γρανάδα, που χρονολογούνται από το 1590, ή με την επανεπεξεργασία της χριστιανικής και της ισλαμικής παράδοσης, που έκαναν οι Μορίσκο μετά την απέλασή τους από την Ισπανία. [27] Στο χαμένο ισπανικό χειρόγραφο γίνεται ο ισχυρισμός ότι έχει αντιγραφεί στην Κωνσταντινούπολη, στο παρελθόν, και το ιταλικό χειρόγραφο που σώζεται έχει αρκετά τουρκικά χαρακτηριστικά, [28], ώστε – είτε η αρχική γλώσσα ήταν τα Ιταλικά είτε τα Ισπανικά, η Κωνσταντινούπολη θεωρείται από τους περισσότερους μελετητές ο τόπος προέλευσης του παρόντος κειμένου.

Μετά την κατάκτηση των Μαυριτανών στη Γρανάδα το 1492, οι Εβραίοι Σεφαρδίτες και οι Μουσουλμάνοι Μουντεχάρ εκδιώχθηκαν από την Ισπανία. Μολονότι ορισμένοι βρήκαν αρχικά καταφύγιο στην Ιταλία (ιδίως στη Βενετία), οι περισσότεροι επανεγκαταστάθηκαν στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, όπου οι ισπανόφωνοι Εβραίοι ίδρυσαν στην Κωνσταντινούπολη μια πλούσια υπο-κουλτούρα με ανθηρή τυπογραφία σε γλώσσα εβραϊκή και Λαντίνο. Μετά το 1550 έγιναν διώξεις κατά των Ιταλών Αντιτριαδιστών και Εβραίων από τη βενετσιάνικη Ιερά Εξέταση. [29] Αν και η μουσουλμανική διδασκαλία εκείνη την εποχή ήταν σαφώς αντίθετη με την εκτύπωση ισλαμικών ή αραβικών κειμένων, η εκτύπωση μη – μουσουλμανικών κειμένων δεν απαγορευόταν. Πράγματι γύρω στο 1570 έγιναν απόπειρες από Αντιτριαδιστές Χριστιανούς να ιδρύσουν στην Κωνσταντινούπολη ένα τυπογραφείο για να δημοσιεύουν ριζοσπαστικά προτεσταντικά έργα. [30] Στον ισπανικό πρόλογο, ο «Φρα Μαρίνο» καταγράφει την επιθυμία του να τυπωθεί το Ευαγγέλιο του Βαρνάβα, και το μόνο μέρος στην Ευρώπη όπου αυτό θα ήταν δυνατό στα τέλη του 16ου αιώνα ήταν η Κωνσταντινούπολη.

Ωστόσο μια μειοψηφία μελετητών – όπως ο David Sox [31] – είναι καχύποπτοι με τα φαινομενικά «τουρκικά» χαρακτηριστικά του ιταλικού χειρογράφου, [32] ειδικά με τις αραβικές σημειώσεις, οι οποίες έχουν τόσα πολλά στοιχειώδη λάθη ώστε να είναι απίθανο να έχουν γραφτεί στην Κωνσταντινούπολη (ακόμη και από Ιταλό γραφέα). Ειδικότερα, σημειώνουν ότι η σαχάντα στα αραβικά, δεν αντιστοιχεί ακριβώς στην τυποποιημένη τελετουργική φόρμουλα που απήγγειλε καθημερινά κάθε μουσουλμάνος. Οι μελετητές τείνουν να συμπεράνουν από αυτές τις αντιφάσεις ότι τα δύο χειρόγραφα μπορεί να αντιπροσωπεύουν μια άσκηση στην παραποίηση, και ότι ο τόπος προέλευσής τους είναι η Ρώμη.

Κάποιοι λίγοι ακαδημαϊκοί ισχυρίζονται ότι το κείμενο, στην παρούσα μορφή του, χρονολογείται λίγο πριν από τον 14ο ή τον 16ο αι. Αν και μια μειοψηφία θεωρεί ότι αυτό περιέχει τμήματα προηγούμενων έργων, και σχεδόν όλοι ανιχνεύουν την επιρροή των προηγούμενων πηγών-πέρα και πάνω από τη Βουλγκάτα, το κείμενο της Λατινικής Αγίας Γραφής. Κατά συνέπεια, οι περισσότεροι μελετητές συμφωνούν με την διαστρωμάτωση του κειμένου που σώζεται σε τουλάχιστον τρία διαφορετικά στρώματα σύνθεσης [33]:

* Ένα στρώμα του βασικού συντάκτη που χρονολογείται από την 1590 και περιλαμβάνει, τουλάχιστον, τον ισπανικό πρόλογο και τους σχολιασμούς στην αραβική,

* Ένα στρώμα με σύνθεση ιδιωματικής αφήγησης, είτε στα ισπανικά ή ιταλικά, που δεν χρονολογείται νωρίτερα από τα μέσα του 14ου αιώνα,

* Ένα στρώμα που προέρχεται από κείμενα από προγενέστερες πηγές, που σχεδόν σίγουρα έχουν διαβιβαστεί στον συγγραφέα / μεταφραστή στη Λατινική, και περιλαμβάνει, τουλάχιστον, τα εκτενή αποσπάσματα του Ευαγγελίου του Βαρνάβα που βρίσκονται στα κανονικά ευαγγέλια. Το βασικό κείμενο αυτού εμφανίζεται σαφώς διακριτό από εκείνο της Βουλγκάτας [34](όπως για παράδειγμα στην εναλλακτική εκδοχή της προσευχής του Κυρίου στο κεφάλαιο 37, η οποία περιλαμβάνει μια καταληκτική δοξολογία, σε αντίθεση με το κείμενο της Βουλγκάτα, αλλά σε συμφωνία με το Διά τεσσάρων και παραλλαγές άλλων παλαιών παραδόσεων).

Ανάλυση

Το έργο αυτό έρχεται σαφώς σε αντίθεση με τις βιβλικές αφηγήσεις της Καινής Διαθήκης για τον Ιησού και την αποστολή του, και έχει ισχυρές ομοιότητες με το ισλαμική πίστη, όχι μόνο παραπέμποντας σε ονομαστικά στον Μωάμεθ, αλλά και συμπεριλαμβάνοντας τη «σαχάντα» (στο κεφάλαιο 39). Είναι έντονα κατά τουΑποστόλου Παύλου και κατά της Τριαδικότητας του Θεού. Σε αυτό το έργο, ο Ιησούς περιγράφεται ως Προφήτης και όχι ως γιος του Θεού, [35]ενώ ο Παύλος ονομάζεται «ο εξαπατημένος». Επιπλέον, το Ευαγγέλιο του Βαρνάβα αναφέρει ότι ο Ιησούς διέφυγε τη σταύρωση με το να μετατεθεί ζωντανός στον ουρανό, ενώ στη θέση του σταυρώθηκε ο προδότης Ιούδας Ισκαριώτης. Οι πεποιθήσεις ότι ο Ιησούς είναι προφήτης και όχι του Θεού και ότι δεν σταυρώθηκε είναι σύμφωνες με τις ισλαμικές πεποιθήσεις.

Ωστόσο σε άλλα χωρία το «Ευαγγέλιο του Βαρνάβα» έρχεται σε σύγκρουση με το κείμενο και τις διδασκαλίες του Κορανίου. Όπως για παράδειγμα στη διήγηση της Γέννησης του Χριστού, όπου η Μαρία λέγεται ότι έχει γεννήσει τον Ιησού χωρίς πόνο[36], ή όπως εκεί όπου ο Ιησούς επιτρέπει την κατανάλωση κρασιού και επιβάλλει τη μονογαμία, [37]αν και το Κοράνιο δέχεται ότι κάθε προφήτης είχε μια σειρά από δικούς τους νόμους που θα μπορούσαν να διαφέρουν σε ορισμένες πτυχές από των άλλων.

Άλλα παραδείγματα είναι ότι στην Κόλαση θα πάνε μόνο όσοι διαπράττουν τα «Επτά θανάσιμα αμαρτήματα» (Βαρνάβα 4-44/135), ότι όποιος αρνείται να περιτμήθεί δεν θα μπεί στον παράδεισο (Βαρνάβα 17/23), ότι ο Θεός έχει ψυχή (Βαρνάβα 6 / 82), ότι υπάρχουν 9 ουρανοί (Βαρνάβα 3 / 105).

Αν (όπως υποθέτουν οι περισσότεροι μελετητές) το Ευαγγέλιο του Βαρνάβα θεωρηθεί ως μια απόπειρα σύνθεσης στοιχείων από τον Χριστιανισμό και το Ισλάμ, τότε μπορούν να αναζητηθούν ομοιότητες με συγγράματα των Μορίσκο και άλλα αντιτριαδικά συγγράματα του 16ου και 17ου αιώνα. Η ισπανική έκδοση περιλαμβάνει μια διήγηση της ανακάλυψης του Ευαγγελίου του Βαρνάβα στο ιδιωτικό μελετητήριο του Πάπα Σίξτου του V (1585-1590). Θρησκευτικά θέματα Το Ευαγγέλιο του Βαρνάβα ήταν ελάχιστα γνωστό έξω από τους ακαδημαϊκούς κύκλους μέχρι πρόσφατα, οπότε ορισμένοι μουσουλμάνοι το δημοσίευσαν, προκειμένου να επιχειρηματολογήσουν κατά της ορθόδοξης χριστιανικής εικόνας του Ιησού.

Σε γενικές γραμμές ταιριάζει καλύτερα με τις υπάρχουσες απόψεις των μουσουλμάνων παρά με τον Χριστιανισμό [38]: προλέγει ονομαστικά την έλευση του Μωάμεθ, αντί να περιγράφει τη σταύρωση του Ιησού, τον περιγράφει να αναλαμβάνεται στον ουρανό, [39] σε μια περιγραφή παρόμοια με αυτήν της ανάληψης του Προφήτη Ηλία στο Γ ‘Βασιλειών , κεφάλαιο 2, και καλεί τον Ιησού «προφήτη» η αποστολή του οποίου ήταν περιορισμένη στον «οίκο του Ισραήλ». Ωστόσο, διαφέρει από τις ισλαμικές αντιλήψεις σε τουλάχιστον δύο σημαντικές απόψεις: η μία είναι ότι αναφέρει ότι ο Μεσσίας δεν ήταν ο Ιησούς, αλλά είναι ο Μωάμεθ, [40] ενώ το Κοράνι και τα Χαντίθ περιγράφουν τον Ιησού ως Μεσσία, και καμμιά ορθόδοξη παραλλαγή του Ισλάμ δεν καλεί Μεσσία τον Μωάμεθ. Το «Ευαγγέλιο του Βαρνάβα» περιλαμβάνει μια εκτεταμένη πολεμική κατά της θεωρίας του απόλυτου προορισμού (κεφάλαιο 164), και υπέρ της δικαίωσης μέσω της πίστης. Υποστηρίζει το επιχείρημα ότι ο αιώνιος προορισμός της ψυχής στον παράδεισο ή στην [[Κόλαση] ] δεν προκαθορίζεται από τη [Θεία Χάρη]] (όπως στον Καλβινισμό), ούτε από το έλεος του Θεού αναφορικά με την πίστη των πιστών στη Γη (όπως στο ορθόδοξο Ισλάμ). Αντ’ αυτού αναφέρει ότι όλοι όσοι καταδικάζονται σε Έσχατη κρίση, αλλά στη συνέχεια αντιδρούν με πίστη κι επιδεικνύουν ανυπόκριτη μετάνοια, και επιλέγουν ελεύθερα τη μακαριότητα, τελικά θα αποκτήσουν τη σωτηρία (κεφάλαιο 137). [41] Μόνο αυτοί που η επιμονή τους στην υπερηφάνεια τους αποτρέπει από την ειλικρινή μετάνοια θα παραμείνουν για πάντα στην Κόλαση. Τέτοιες ριζοσπαστικές πελαγιανιστικές πεποιθήσεις υπήρχαν τον 16ο αιώνα μεταξύ των αντιτριαδιστών Προτεσταντών, που αργότερα χαρακτηρίστηκαν ως Μονιστές. [42] Ορισμένοι αντιτριαδιστές του 16ου αιώνα προσπάθησαν να συμβιβάσουν τον Χριστιανισμό, το Ισλάμ και τον Ιουδαϊσμό με βάση επιχειρήματα πολύ παρόμοια με εκείνα που παρουσιάζονται στο «Ευαγγέλιο του Βαρνάβα», υποστηρίζοντας ότι η σωτηρία παραμένει αβέβαιη μέχρι το τέλος, και κάθε μία από τις τρεις θρησκείες μπορεί να είναι έγκυρος δρόμος για τον Παράδεισο για τους δικούς της πιστούς. Ο Ισπανός Μιχαήλ Σερβέτος κατήγγειλε το ορθόδοξο χριστιανικό δόγμα για την Αγία Τριάδα (λέγοντας ότι η μόνη ρητή αναφορά στην Τριάδα στην Καινή Διαθήκη είναι μεταγενέστερη παρεμβολή), και έλπιζε έτσι να γεφυρώσει το δογματικό χάσμα μεταξύ Χριστιανισμού και Ισλάμ. Το 1553 εκτελέστηκε στη Γενεύη, υπό την αιγίδα του Καλβινου, αλλά οι διδασκαλίες του εξακολούθησαν να ασκούν μεγάλη επιρροή μεταξύ των εξόριστων Ιταλών προτεσταντών. Προς το τέλος του 16ου αιώνα πολλοί αντιτριαδιστές, διωκόμενοι τόσο από τους Καλβινιστές όσο και από την Ιερά Εξέταση, αναζήτησαν καταφύγιο στην Τρανσυλβανία, [43] που τότε ήταν υπό τουρκική επικυριαρχία και είχε στενούς δεσμούς με την Κωνσταντινούπολη. [44]

Στο κεφάλαιο 145 περιλαμβάνεται «Το μικρό βιβλίο του Ηλία»; [45]που καθορίζει τις οδηγίες για μια δίκαιη ζωή ασκητισμού και ερημητικής πνευματικότητας. Στα επόμενα 47 κεφάλαια, ο Ιησούς αναπτύσσει το θέμα ότι οι αρχαίοι Προφήτες, ειδικότερα οι Οβδιού, Αγγαίος και Ωσηέ, ήταν άγιοι ερημίτες που ακολουθούσαν το θρησκευτικό αυτό κανόνα [46] και συνέκρινε τους οπαδούς τους – που ονόμαζε «αληθινούς Φαρισαίους» – με τους «ψευδείς Φαρισαίους» που ζούσαν στον κόσμο, και οι οποίοι αποτελούσαν τους βασικούς αντιπάλους του. Οι «αληθινοί Φαρισαίοι» λέγεται ότι συναθροίζονταν στο Όρος Κάρμηλο. Αυτό συνάδει με τη διδασκαλία των μεσαιωνικών Καρμηλιτών, [47] που ζούσαν ως κοινότητα ερημιτών στο όρος Κάρμηλο τον 13ο αιώνα, και οι οποίοι ισχυρίζονταν (χωρίς κανένα αποδεικτικό στοιχείο) ότι ήταν άμεσοι διάδοχοι του Ηλία και των προφητών της Παλαιάς Διαθήκης. Το 1291 οι Μαμελούκοι προήλασαν στη Συρία υποχρεώνοντας τους μοναχούς του Καρμήλου να εγκαταλείψουν τα ασκητήριά τους. Αλλά καθώς διεσπάρησαν μέσω της Δυτικής Ευρώπης διαπίστωσαν ότι οι Δυτικές κοινότητες Καρμηλιτών – ιδιαίτερα στην Ιταλία – είχαν σε μεγάλο βαθμό εγκαταλείψει τα ερημιτικά και ασκητικά ιδεώδη, και είχαν αντίθετα υιοθετήσει την κοινοβιακή ζωή και την αποστολή των άλλων επαιτικών ταγμάτων. Ορισμένοι μελετητές θεωρούν ότι οι σχετικές αντιπαραθέσεις του 14ου και 16ου αιώνα αντικατοπτρίζονται στο κείμενο του Ευαγγελίου του Βαρνάβα. [48]

Το Ευαγγέλιο λαμβάνει επίσης έντονο αντιπαύλειο ύφος κατά καιρούς, λέγοντας στην αρχή της ιταλικής εκδοχής του: «Πολλοί, που εξαπατήθηκαν από τον Σατανά, υπό το πρόσχημα της ευσέβειας, κηρύσσουν το πιο ασεβές δόγμα, καλώντας τον Ιησού γιος του Θεού, απορρίπτοντας την περιτομή που ο Θεός θέσπισε για πάντα, και επιτρέποντας κάθε ακάθαρτο κρέας: μεταξύ αυτών έχει εξαπατηθεί και ο Παύλος. » Πρόβλεψη του Μωάμεθ Το Ευαγγέλιο του Βαρνάβα ισχυρίζεται ότι ο Ιησούς προβλέπει την έλευση του Μωάμεθ, συμφωνώντας έτσι με το Κοράνι το οποίο αναφέρει:

«Και να θυμάστε, ο Ιησούς, ο γιος της Μαρίας, δήλωσε τα εξής: O Παιδιά του Ισραήλ! Εγώ είμαι ο απόστολος του Αλλάχ (ο σταλμένος) σε εσάς, για να επιβεβαιώσω το Νόμο (ο οποίος τέθηκε) πριν από μένα, και να δώσω καλά νέα για τον Αγγελιαφόρο που θα έρθει μετά από μένα, το όνομα του οποίου θα είναι Αχμάντ. Αλλά όταν ήρθε σ’ αυτούς με σαφή σημάδια, εκείνοι είπαν, αυτό είναι φανερή μαγεία!» (Σούρα 61: 6) (Αχμάντ είναι ένα άλλο όνομα του Μωάμεθ.)

Μια λόγια μουσουλμανική παράδοση συνδέει αυτό το απόσπασμα του Κορανίου με την καινοδιαθηκικές αναφορές στον Παράκλητο (Ιωαν. 14:16, 14:26, 15:26, 16:7). Η ελληνική λέξη «Παράκλητος» μπορεί να μεταφραστεί ως «Παρηγορητής» και «Σύμβουλος», και στη χριστιανική παράδοση, λέγεται ότι αναφέρεται στο Άγιο Πνεύμα. Μερικοί λόγιοι μουσουλμάνοι, χωρίς κριτικά στοιχεία από την ελληνική, έχουν σημειώσει ομοιότητα με το ελληνικό «περικλυτός», το οποίο μπορεί να μεταφραστεί ως «αξιοθαύμαστος», ή, στα αραβικά, «Αχμέντ». [49] Το όνομα του Μωάμεθ συχνά αναφέρεται επί λέξει στο Ευαγγέλιο του Βαρνάβα, όπως στο ακόλουθο απόσπασμα: »

Ο Ιησούς απάντησε:« Το όνομα του Μεσσία είναι αξιοθαύμαστο, γιατί ο ίδιος ο Θεός του έδωσε το όνομα όταν είχε δημιουργήσει την ψυχή του, και το τοποθέτησε σε ένα ουράνιο μεγαλείο. Ο Θεός είπε: «Περίμενε Μουχάμεντ. Για χάρη σου θα δημιουργήσω τον παράδεισο, τον κόσμο, και ένα μεγάλο πλήθος πλάσματα, από τους οποίους σου κάνω ένα δώρο, μέχρι του σημείου που όποιος σε ευλογεί θα είναι ευλογημένος, και όποιος σε καταριέται θα είναι καταραμένος. Όταν σε αποστέλλω στον κόσμο θα σε αποστείλει ως αγγελιοφόρο μου της σωτηρίας, και ο λόγος σου θα είναι αληθινός, μέχρι του σημείου που ο ουρανός και η γη θα παρέλθουν, αλλά η πίστη σου ποτέ δεν θα παρέλθει. …

«Μουχάμεντ είναι το ευλογημένο όνομά του.»

Στη συνέχεια το πλήθος ύψωσε τη φωνή του λέγοντας: «Ω Θεέ, στείλε μας τον αγγελιοφόρο σου: Ω Αξιοθαύμαστε, έλα γρήγορα για τη σωτηρία του κόσμου!» [http://www.barnabas.net/barnabasP97.html Βαρνάβα 97 :9-10].

Το ιταλικό χειρόγραφο αντικαθιστά το » Αξιοθαύμαστε » με το «Μουχάμεντ» [1].

Ωστόσο, ενώ υπάρχουν πολλά σημεία όπου το Ευαγγέλιο του Βαρνάβα παρέχει εναλλακτικές αναγνώσεις σε περικοπές που βρίσκονται στα κανονικά ευαγγέλια, καμιά από τις αναφορές στο όνομα του Μωάμεθ δεν εμφανίζεται σε κάποιο τέτοιο απόσπασμα. Και ειδικότερα, καμιά από τις αναφορές στον «Μουχάμεντ» στο «Ευαγγέλιο του Βαρνάβα» δεν αντιστοιχεί σε κάποια αναφορά στον «Παράκλητο» στο κανονικό ευαγγέλιο του Ιωάννη.

Υπάρχει μόνο μία περίπτωση όπου το «Ευαγγέλιο του Βαρνάβα» θα μπορούσε να νοηθεί ως «διόρθωση» μιας γνωστής κανονικής περικοπής, έτσι ώστε να καταγράφει μια προφητεία του Ιησού για τον (ανώνυμο) αγγελιοφόρο του Θεού:

Τότε ο Ιησούς είπε: «Είμαι μια φωνή που βοά μέσα σ’ όλη την Ιουδαία, και φωνάζει:» Ετοιμάστε το δρόμο σας για τον αγγελιοφόρο του Κυρίου» όπως έχει γραφτεί στον Ησαΐα» Είπαν: «Αν δεν είσαι ο Μεσσίας ούτε Ηλίας, ή κάποιος προφήτης, για ποιον κηρύττεις νέο δόγμα, και κάνεις τον εαυτό του περισσότερο σημαντικό από τον Μεσσία;» Ο Ιησούς απάντησε: «Τα θαύματα που ο Θεός κάνει με τα χέρια μου, δείχνουν ότι μιλώ αυτό που θέλει ο Θεός. Ούτε παρουσιάζω στ’ αλήθεια τον εαυτό μου πιο σημαντικό από αυτόν για τον οποίο μιλάτε. Γιατί δεν είμαι άξιος να λύσω τα υποδήματα του αγγελιοφόρου του Θεού, τον οποίο καλείτε «Μεσσία», και που έγινε πριν από μένα, και θα έρθει μετά από μένα, και θα φέρει το λόγο της αλήθειας, έτσι ώστε η πίστη του να μην έχει τέλος.» (Κεφάλαιο 43).

Αυτό το απόσπασμα αντιστοιχεί στο κανονικό Ιωάννη 1:19-30, εκτός από το ότι στο κανονικό Ευαγγέλιο του Ιωάννη τα λόγια είναι του Ιωάννη του Προδρόμου (στο Κοράνι, του Γιάχια Ιμπν Ζακαρία) και αναφέρονται στον Ιησού.

Ο Μωάμεθ ως ο Μεσσίας

Σύμφωνα με μια εκδοχή του Ευαγγελίου του Βαρνάβα:

«Στη συνέχεια, ο ιερέας είπε: «Πώς θα ονομάζεται ο Μεσσίας;» (Ο Ιησούς απάντησε) «Μουχάμεντ (Μωάμεθ) είναι το ευλογημένο όνομά του»» (κεφ. 97)[50]

και

Ο Ιησούς ομολόγησε, και είπε την αλήθεια: «Δεν είμαι ο Μεσσίας». (κεφ. 42:2)[51]

Όπως αναφέρθηκε παραπάνω, οι εξαγγελίες αυτές φαίνεται να έρχονται σε αντίθεση με την ισλαμική πίστη. Ορισμένοι μουσουλμάνοι μελετητές υποστηρίζουν ότι το Ευαγγέλιο του Βαρνάβα έχει αλλοιωθεί, κι έτσι παρατηρείται ασυνέπεια. Επίσης, ορισμένοι μπορεί να υποστηρίξουν ότι η λέξη «Μεσσίας» μπορεί να είναι ένα επίσημος τίτλος για τον Ιησού Χριστό, αλλά η έννοια «χρισμένος» μπορεί να αποδοθεί σε άλλους Προφήτες, οι οποίοι κυβέρνησαν κοινότητες, όπως είναι ο προφήτης Δαβίδ που ήταν χρισμένος ως βασιλιάς, και ο γιος του ο προφήτης Σολομών, ο οποίος είναι επίσης βασιλιάς. Επίσης, μπορεί να αποδοθεί στον προφήτη Μωάμεθ, και το χρίσμα μπορεί να έχει πνευματική έννοια, και το ίδιο ισχύει για τον Μωυσή που κυβερνούσε τις φυλές του Ισραήλ στην έρημο.

Ισμαηλίτης* Μεσσίας

Σύμφωνα με μια εκδοχή του Ευαγγελίου του Βαρνάβα, ο Ιησούς αρνείται ότι είναι ο Μεσσίας, υποστηρίζοντας αντίθετα ότι ο Μεσσίας θα είναι Ισμαηλίτης (δηλαδή Άραβας) *:

«Οπότε ο Ιησούς είπε: «Αυταπατάσθε. Γιατί ο Δαβίδ τον αποκάλεσε κύριο, λέγοντας: «Ο Θεός είπε στον Κύριό μου, κάθισε δεξιά μου μέχρι να κάνω τους εχθρούς σου υποπόδιό σου. Ο Θεός θα στείλει τη ράβδο σου που θα έχει εξουσία στο μέσο των εχθρών σου. «Εάν ο αγγελιοφόρος του Θεού, τον οποίο εσείς καλείτε Μεσσία ήταν γιος του Δαβίδ, πώς ο Δαβίδ τον λέει Κύριο; Πιστέψτε με, γιατί αληθώς σας λέγω, ότι η υπόσχεση αυτή δόθηκε στον Ισμαήλ, όχι στον Ισαάκ. ‘ «(Βαρνάβα 43: 10)

Ο Hajj Sayed, στο νέο του βιβλίο που εκδόθηκε στην Αίγυπτο, συγκρίνει αυτή τη δήλωση με την άλλη από την κανονική Αγία Γραφή:

«Τι πιστεύετε για το Χριστό; Ποιανού γιος είναι;» «Ο γιος του Δαβίδ,» απάντησαν. Τους είπε, «Πώς τότε ο Δαβίδ, μιλώντας από το Πνεύμα, τον αποκαλεί «Κύριο»; Επειδή λέει, « Ο Κύριος είπε στον Κύριό μου: «Κάθισε δεξιά μου μέχρι να κάνω τους εχθρούς σου υποπόδιό σου.» Αν ο Δαβίδ τον αποκαλεί «Κύριο», τότε πώς μπορεί αυτός να είναι γιος του; «(Ματθ. 22:42-46)

Σύμφωνα με τα κανονικά Ευαγγέλια, ο Ιησούς ήταν ο «γιος» (απόγονος) του Δαβίδ. Έτσι, ο Hajj Sayed υποστηρίζει ότι η δήλωση αυτή επιβεβαιώνει το σημείο του «Ευαγγελίου του Βαρνάβα».

Η ιδέα του Άραβα Μεσσία βρίσκεται επίσης σε άλλο κεφάλαιο του Ευαγγελίου του Βαρνάβα, ενώ στη μια εκδοχή του ο Ιησούς λέει ότι ο γιος που πήγε να θυσιάσει ο Αβραάμ ήταν ο Ισμαήλ κι όχι ο Ισαάκ, συμφωνώντας με την ισλαμική πίστη, αλλά διαφωνώντας με την εβραϊκή και χριστιανική πίστη.

Ο Ιησούς δεν είναι Θεός ή Υιός του Θεού

Σύμφωνα με το Ευαγγέλιο του Βαρνάβα, ο Ιησούς προέβλεψε και απέρριψε τη θεοποίησή του:

Και αφού είπα αυτά, ο Ιησούς χτύπησε το πρόσωπό του με τα δύο χέρια του, και στη συνέχεια χτύπησε το έδαφος με το κεφάλι του. Και αφού σήκωσε το κεφάλι, είπε: «Καταραμένος να είναι όποιος βάλει στα λόγια μου ότι είμαι ο γιος του Θεού» (53: 6) Ο Ιησούς απάντησε: «Και εσείς; Τι λέτε ότι είμαι;» Ο Πέτρος απάντησε: «Είσαι ο Χριστός, ο γιος του Θεού». Τότε ο Ιησούς τον επέπληξε με θυμό, λέγοντας: «Φύγε και απομακρύνσου από μένα, επειδή είσαι ο διάβολος και επιδιώκεις να με προκαλέσεις με αξιόποινες πράξεις» (70: 1)

Το ίδιο μοτίβο επαναλαμβάνεται και σε άλλα σημεία του «Ευαγγελίου του Βαρνάβα». Αυτό συνάδει πλήρως με τη μουσουλμανική πίστη, σύμφωνα με την οποία ο Ιησούς είναι μόνο ένας άνθρωπος και προφήτης. Σύμφωνα με ορισμένα χαντίθ, θα επανέλθει στη γη στο μέλλον και θα δηλώσει στον κόσμο ότι αυτός είναι «δούλος του Θεού». Σύμφωνα με τον ιμάμη Anwar Al-Awlaki στους Βίους των Προφητών: Το πρώτο πράγμα που ο «προφήτης Ιησούς» είπε όταν ήταν στην κούνια ήταν: «Είμαι ένας υπηρέτης του Θεού», και το πρώτο πράγμα που θα πει ο Ιησούς όταν θα έρθει πίσω στη γη θα είναι το ίδιο: «Είμαι ένας υπηρέτης του Θεού». Αυτά υποστηρίζονται και στο Κοράνι (Σούρα Μαρυάμ).

Παύλος και Βαρνάβας

Ο Hajj Sayed υποστηρίζει ότι η διαφωνία μεταξύ Παύλου και Βαρνάβα, που περιγράφεται στην προς Γαλάτες επιστολή, στηρίζει την ιδέα ότι το Ευαγγέλιο του Βαρνάβα υπήρχε την εποχή του Παύλου. Ο Blackhirst αντίθετα θεωρεί ότι αυτή η επιστολή θα μπορούσε να είναι ο λόγος που ως συγγραφέας αυτού του ευαγγελίου φέρεται ο Βαρνάβας. [2] Ο Παύλος γράφει στην επιστολή του (προς Γαλάτας Κεφάλαιο 2:11-14):

«Και όταν ο Πέτρος ήρθε στην Αντιόχεια, εναντιώθηκα σ’ αυτόν κατά πρόσωπο, για τον λόγο ότι ήταν αξιοκατάκριτος• επειδή, πριν έρθουν μερικοί από τον Ιάκωβο, έτρωγε μαζί με τους εθνικούς• όταν, όμως, ήρθαν, αποσυρόταν και αποχώριζε τον εαυτό του, φοβούμενος αυτούς που είχαν την περιτομή. Και μαζί του υποκρίθηκαν και οι υπόλοιποι Ιουδαίοι• ώστε, και ο Βαρνάβας συμπαρασύρθηκε στην υποκρισία τους.»

Ο Παύλος επιτέθηκε στον Πέτρο και τον Βαρνάβα επειδή «προσπαθούσε να ικανοποιήσει τους Εβραίους» κολλώντας στους νόμους τους, όπως η περιτομή. Αυτό δείχνει ότι, σε αυτό το σημείο, ο Βαρνάβας ήταν μαζί με τον Πέτρο και διαφωνούσε με τον Παύλο. Μερικοί το θεωρούν ότι δείχνει επίσης ότι τον καιρό που γράφτηκε οι κάτοικοι της Γαλατίας χρησιμοποιούσαν ένα ευαγγέλιο ή κάποια ευαγγέλια που διαφωνούσαν με τις πεποιθήσεις του Παύλου, και το «Ευαγγέλιο του Βαρνάβα» θα μπορούσε να είναι ένα από αυτά (αν και πιο φυσικό θα φαινόταν να χρησιμοποιούν το «Ευαγγέλιο του Πέτρου», μάλιστα υπό το φως της δεύτερης επιστολής.) Μπορούμε να συγκρίνουμε τη διήγηση στην «προς Γαλάτας» με το εισαγωγικό κεφάλαιο του «Ευαγγελίου του Βαρνάβα», όπου διαβάζουμε:

«Πολυαγαπημένοι, ο μεγάλος και υπέροχος Θεός μας επισκέφθηκε κατά τη διάρκεια των τελευταίων ημερών μέσω του προφήτη του Ιησού Χριστού σε μεγάλο έλεος διδασκαλίας και θαυμάτων, και λόγω των ανωτέρω πολλοί, που εξαπατήθηκαν από τον Σατανά, κηρύσσουν υπό το πρόσχημα της ευσέβειας το πιο ασεβές δόγμα, καλώντας τον Ιησού γιο του Θεού, απορρίπτοντας την περιτομή που ο Θεός θέσπισε για πάντα, και επιτρέποντας κάθε ακάθαρτο κρέας: μεταξύ αυτών έχει εξαπατηθεί και ο Παύλος και εξαιτίας αυτού μιλώ με θλίψη. Και γι’ αυτό το λόγο σας γράφω αυτή την αλήθεια που έχω δει και ακούσει , στην επαφή που είχα με τον Ιησού, ώστε να μπορέσετε να σωθείτε, και να μην εξαπατηθείτε από τον Σατανά και χαθείτε κατά την κρίση του Θεού. Ως εκ τούτου προσέχετε όποιον σας κηρύττει νέο δόγμα αντίθετο με αυτό που γράφω, για να μπορέσετε να σωθείτε αιώνια.» (Εισαγωγή στη Ευαγγέλιο του Βαρνάβα)

Από τα προηγούμενα εδάφια, μπορούμε να συμπεράνουμε επίσης ότι στην αρχή, Παύλος και Βαρνάβας συμφωνούσαν. Ωστόσο, στο τέλος, οι πεποιθήσεις τους άρχισαν να διαφοροποιούνται καθώς δεν θεωρούσαν και οι δύο τον εβραϊκό Νόμο εξίσου σημαντικό.

Εν κατακλείδι, μερικοί λόγιοι μουσουλμάνοι, χωρίς κανένα ιστορικό στοιχείο, πιστεύουν ότι οι διαφορές μεταξύ του Ευαγγελίου του Βαρνάβα και των πεποιθήσεων του Παύλου θα μπορούσε να είναι ο λόγος που το Ευαγγέλιο του Βαρνάβα και άλλα ευαγγέλια δεν προστέθηκαν στην Καινή Διαθήκη.

Άλλες μη κανονικές διαφορές

*Σύμφωνα με το ακόλουθο απόσπασμα, ο Ιησούς μίλησε στον Βαρνάβα λέγοντάς του ένα μυστικό: Ο Ιησούς είπε κλαίγοντας:

«Ω Βαρνάβα, είναι απαραίτητο να σου αποκαλύψω μεγάλα μυστικά, τα οποία, αφότου θα αναχωρήσω από τον κόσμο, θα πρέπει να τα αποκαλύψεις.» Στη συνέχεια, αυτός που γράφει απάντησε κλαίγοντας και είπε: «Ταιριάζει να κλαίω εγώ ω Κύριε, καθώς άλλοι άνθρωποι, επειδή είμαστε αμαρτωλοί. Σ’ εσένα, που είσαι ένας άγιος και προφήτης του Θεού, δεν ταιριάζει να κλαις τόσο πολύ.» Ο Ιησούς απάντησε: «Πίστεψέ με Βαρνάβα ότι δεν μπορώ να κλάψω τόσο πολύ όσο θα έπρεπε. Γιατί αν οι άνθρωποι δεν με αποκαλούσαν Θεό, θα έβλεπα τον Θεό εδώ με τον τρόπο που θα είναι ορατός και στον παράδεισο, και θα ήμουν ασφαλής να μην φοβάμαι την ημέρα της κρίσης. Αλλά ο Θεός ξέρει ότι είμαι αθώος, γιατί ποτέ δεν έχω σκεφτεί ότι είμαι κάτι περισσότερο από ένας φτωχός δούλος. Οχι, σου λέω ότι αν δεν είχα κληθεί Θεός θα έπρεπε να μεταφερθώ στον παράδεισο όταν αποχωρήσω από τον κόσμο, ενώ τώρα δεν θα πάω εκεί έως ότου γίνει η κρίση. Τώρα βλέπεις αν έχω λόγο να κλαίω. Μάθε, ω Βαρνάβα, ότι για αυτό θα πρέπει να υποστώ μεγάλες διώξεις, και ένας από τους μαθητές μου θα με πουλήσει για τριάντα αργύρια. Οπότε είμαι σίγουρος ότι αυτός που θα με πουλήσει πρέπει να σκοτωθεί στο όνομά μου, επειδή ο Θεός θα με πάρει από τη γη, και θα αλλάξει την εμφάνιση του προδότη, έτσι ώστε όλοι να πιστέψουν ότι αυτός είμαι εγώ. Ωστόσο, όταν πεθάνει με κακό θάνατο, θα μείνω μ’ αυτή τη ντροπή για πολύ καιρό στον κόσμο. Αλλά όταν θα έρθει ο Μωάμεθ, ο ιερός αγγελιοφόρος του Θεού, η ατιμία θα αφαιρεθεί. Και αυτό θα κάνει ο Θεός, επειδή έχω ομολογήσει την αλήθεια του Μεσσία που θα μου δώσει αυτό το αντίτιμο, ότι θα γνωστοποιηθεί ότι είμαι ζωντανός και ότι αυτός ο ατιμωτικός θάνατος μου είναι ξένος.»

* Επίσης, σύμφωνα με το Ευαγγέλιο του Βαρνάβα, ο Ιησούς «χρεώνει» στον Βαρνάβα τη συγγραφή του Ευαγγελίου:

Ο Ιησούς στράφηκε προς αυτόν που γράφει, και είπε: «Βαρνάβα, κοίταξε με όλα τα μέσα να γράψεις το ευαγγέλιο μου σχετικά με όλα όσα έχουν συμβεί κατά τό διάστημα που κατοικώ στον κόσμο. Και να γράψεις με παρόμοιο τρόπο γι’ αυτό που συνέβη στον Ιούδα, ώστε οι πιστοί να μην εξαπατηθούν, και ο καθένας να μπορεί να πιστέψει την αλήθεια. «

Αναχρονισμοί

Ορισμένοι αναγνώστες έχουν σημειώσει ότι το «Ευαγγέλιο του Βαρνάβα» περιέχει μια σειρά από εμφανείς αναχρονισμούς και ιστορικές ανακρίβειες [52]

* Παρουσιάζει τον Ιησού να πηγαίνει στη Ναζαρέτ διαπλέοντας τη Θάλασσα της Γαλιλαίας, ενώ στην πραγματικότητα η Ναζαρέτ είναι στην ενδοχώρα και όχι παραθαλάσσια. Και από τη Ναζαρέτ «ανεβαίνει» στην Καπερναούμ – η οποία στην πραγματικότητα είναι παραλίμνια (κεφάλαια 20-21).

* Λέει ότι ο Ιησούς γεννήθηκε κατά το διάστημα που διοικούσε ο Πόντιος Πιλάτος, το οποίο ξεκίνησε μετά το έτος 26 μ.Χ.

* Ο συγγραφέας δεν φαίνεται να συνειδητοποιεί ότι «Χριστός» και «Μεσσίας» είναι μεταφράσεις της ίδιας λέξης (Χριστός), κι έτσι ενώ περιγράφει τον Ιησού ως «ο Ιησούς Χριστός» υποστηρίζει ακόμη ότι «ο Ιησούς ομολόγησε και είπε την αλήθεια, «Δεν είμαι ο Μεσσίας» » (κεφ. 42).

* Υπάρχει αναφορά σε Ιωβηλαίο έτος το οποίο έρχεται κάθε εκατό χρόνια (κεφάλαιο 82), και όχι κάθε πενήντα χρόνια, όπως περιγράφεται στο Λευιτικόν: 25. Αυτός ο αναχρονισμός φαίνεται να συνδέει το «Ευαγγέλιο του Βαρνάβα» με τη διακήρυξη του 1300 ως ιωβηλαίου έτους από τον Πάπα Βονιφάτιο. Ένα Ιωβηλαίο που τότε αποφασίστηκε ότι θα πρέπει να επαναλαμβάνεται κάθε εκατό χρόνια. Το 1343 ο Πάπας Κλήμης VI μείωσε το διάστημα μεταξύ των «Αγίων Ετών» από εκατό σε πενήντα χρόνια. [53]

* Ο Αδάμ και η Εύα τρώνε ένα μήλο (κεφ. 40). Λαμβάνοντας υπόψη ότι η παραδοσιακή σύνδεση του καρπού του Δέντρου της Γνώσης του Καλού και του Κακού (Γένεσις: 2) με το μήλο, στηρίζεται στην μετάφραση της Εβραϊκής Βίβλου στα Λατινικά, όπου και η λέξη «μήλο» και η λέξη «κακό» αποδίδονται ως «Malum», καταλαβαίνουμε ότι το «Ευαγγέλιο του Βαρνάβα» δεν μπορεί παρά να γράφτηκε μετά από αυτή τη μετάφραση.

* Το «Ευαγγέλιο του Βαρνάβα» μιλά για κρασί που αποθηκεύεται σε ξύλινα βαρέλια (κεφάλαιο 152). Τα ξύλινα βαρέλια ήταν χαρακτηριστικό της Γαλατίας και της Βόρειας Ιταλίας, και δεν χρησιμοποιούνταν συνήθως για το κρασί στην Ρωμαϊκή αυτοκρατορία μέχρι μετά από το 300 μ.Χ., ενώ το κρασί στην Παλαιστίνη του 1ου αιώνα ήταν πάντοτε αποθηκευμένο σε ασκούς και κανάτες (αμφορείς). Η αγγλική δρυς (Quercus robur) δεν φύεται στην Παλαιστίνη, και το ξύλο από άλλα είδη δέντρων δεν είναι επαρκώς στεγανό για να χρησιμοποιηθεί σε βαρέλια κρασιού. [54]

* Στο κεφάλαιο 91, το «σαρανταήμέρο» αναφέρεται ως ετήσια νηστεία. [55] Αυτό αντιστοιχεί στη χριστιανική παράδοση της νηστείας για σαράντα ημέρες (Σαρακοστή). Όμως αυτή η πρακτική δεν καταγράφεται νωρίτερα από την Πρώτη Οικουμενική Σύνοδο (325 μ.Χ.). Επίσης δεν υπάρχει σαρανταήμερη νηστεία στον Ιουδαϊσμό εκείνη την περίοδο (βλ. Mishnah, Tractate: Taanith «Days of Fasting»).

* Όπου το «Ευαγγέλιο του Βαρνάβα» περιλαμβάνει αποσπάσματα από την Παλαιά Διαθήκη, αυτά αντιστοιχούν σε αποσπάσματα της Λατινικής Βουλγκάτα, [56] και όχι σε αυτά της ελληνικής μετάφρασης των Ο’, ή του εβραϊκού Μασοριτικού κειμένου. Ωστόσο, θα πρέπει να σημειωθεί ότι η μετάφραση της Λατινικής Βουλγκάτα ήταν ένα έργο που ο άγιος Ιερώνυμος άρχισε το 382 μ.Χ., αιώνες μετά το θάνατο του Βαρνάβα.

* Η ιταλική έκδοση διαιρεί το χρυσό δηνάριο σε 60 λεπτά (minuti). Αυτά τα νομίσματα δεν υπήρχαν στην εποχή του αποστόλου Βαρνάβα. Είχαν ισπανική προέλευση που κρατούσε από την προϊσλαμική βησιγότθεια περίοδο της Ισπανίας, και προδίδουν ισπανική επιρροή στο «Ευαγγέλιο του Βαρνάβα». (Βλ. [3])

* Το κεφ. 91 αναφέρει τρεις εβραϊκές στρατιές από 200.000 άνδρες η καθεμιά στη Mizpeh, δηλαδή 600.000 άνδρες στο σύνολο, σε μια χρονική στιγμή που η συνολική ισχύς του Ρωμαϊκού στρατού σε ολόκληρη την αυτοκρατορία υπολογίζεται σε 300.000 άνδρες. (!)

Ισλαμική προοπτική

Ορισμένες μουσουλμανικές θρησκευτικές οργανώσεις αναφέρουν αυτό το έργο για να στηρίξουν την άποψη του Ισλάμ για τον Ιησού. Ιδίως, τον 19ο αιώνα οι μουσουλμάνοι θρησκευτικοί στοχαστές Rashid Rida στην Αίγυπτο και Sayyid Abul Ala Maududi στο Πακιστάν το αποδέχτηκαν και το συνέστησαν (αν και ο τελευταίος απέρριψε την ειδική ονομασία του Μωάμεθ ως πιθανή παρεμβολή) ((Fact | date = Μάη 2008)). Επιπλέον, το Ευαγγέλιο του Βαρνάβα συνήθως χρησιμοποιείται στην πράξη από μουσουλμάνους συζητητές ειδικευμένους στην πολεμική (controversialists) ως αντιστάθμισμα στη χρήση του κανονικού Ευαγγελίου από χριστιανούς ιεραποστόλους. Η δεδομένη μουσουλμανική διδασκαλία υποστηρίζει ότι το «Ιντζίλ», το προφητικό Ευαγγέλιο που παραδόθηκε μέσω του προφήτη «Ισά» (Ιησούς από τη Ναζαρέτ), έχει παραχαραχθεί και διαστρεβλωθεί ανεπανόρθωτα στην πορεία της μετάδοσής του από τους χριστιανούς, και ότι, συνεπώς, δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι οποιοδήποτε κείμενο της χριστιανικής παράδοσης (συμπεριλαμβανομένων των τεσσάρων κανονικών ευαγγελίων της χριστιανικής Καινής Διαθήκης) αντιπροσωπεύει πραγματικά τη διδασκαλία του Ιησού. Δεδομένου ότι από την ορθόδοξη ισλαμική προοπτική, το «Ευαγγέλιο του Βαρνάβα» είναι σαφώς ένα χριστιανικό έργο, όπως αποδεικνύεται από πολλά σημεία όπου διαφέρει με το Κοράνι, αναμένεται ότι και αυτό έχει υποστεί παραχάραξη και στρέβλωση. Κατά συνέπεια, κανείς ορθόδοξος μουσουλμάνος συγγραφέας δεν αποδέχεται το «Ευαγγέλιο του Βαρνάβα» ως διαβίβαση του «αυθεντικού Ευαγγελίου», και λίγοι αρνούνται ότι το γνωστό ιταλικό κείμενο περιέχει σημαντικά στοιχεία μεταγενέστερης πλαστογραφίας. Ωστόσο, οι μουσουλμάνοι συγγραφείς χαιρετίζουν εκείνα τα στοιχεία του «Ευαγγελίου του Βαρνάβα» που είναι σύμφωνα με τις δεδομένες διδασκαλίες του Κορανίου, όπως την άρνηση του Ιησού ότι είναι Υιός του Θεού και την προφητική πρόβλεψη από τον Ιησού του επόμενου αγγελιοφόρου του Θεού. Και, κατά συνέπεια, πολλοί μουσουλμάνοι έχουν την τάση να θεωρούν ότι αυτά τα συγκεκριμένα στοιχεία εκπροσωπούν την επιβίωση αρχικών διδασκαλιών του Ιησού που είναι πολύ πιο συμβατές με το Ισλάμ.

Παραπομπές

1. ↑ Ragg, L & L (1907). The Gospel of Barnabas. Oxford, xiv.

2. ↑ Cirillo, Luigi; Fremaux, Michel (1977). Évangile de Barnabé. Beauchesne, 202.

3. ↑ Joosten, Jan (January 2002). «The Gospel of Barnabas and the Diatessaron». Harvard Theological Review 95 (1): 73–96.

4. ↑ Wiegers, G.A. (April-June 1995). «Muhammad as the Messiah: A comparison of the polemical works of Juan Alonso with the Gospel of Barnabas». Biblitheca Orientalis LII (3/4): 274.

5. ↑ Sale, George (1877). The Koran: Preliminary Discourse. Frederick Warne, 79.

6. ↑ Ragg, L & L (1907). The Gospel of Barnabas. Oxford, xiv.

7. ↑ Cirillo, Luigi; Fremaux, Michel (1977). Évangile de Barnabé. Beauchesne, 244.

8. ↑ Cirillo, Luigi; Fremaux, Michel (1977). Évangile de Barnabé. Beauchesne, 244.

9. ↑ Cirillo, Luigi; Fremaux, Michel (1977). Évangile de Barnabé. Beauchesne, 244.

10. ↑ Bektaş, Hamza, «Barnabas Bible Found», Ilim ve Sanat Dergisi, March-April 1985.

11. ↑ Ron, Pankow, «The Barnabas Bible», Arabia, March-April 1985.

12. ↑ Ragg, L & L (1907). The Gospel of Barnabas. Oxford, x.

13. ↑ Ragg, L & L (1907). The Gospel of Barnabas. Oxford, xiv.

14. ↑ Slomp, Jan (1978). «The Gospel in Dispute. A Critical evaluation of the first French translation with an Italian text and introduction of the so-called Gospel of Barnabas». Islamochristiana 4 (1): 82.

15. ↑ Ragg, L & L (1907). The Gospel of Barnabas. Oxford, xlix.

16. ↑ Ragg, L & L (1907). The Gospel of Barnabas. Oxford, xiii.

17. ↑ Ragg, L & L (1907). The Gospel of Barnabas. Oxford, xiv.

18. ↑ Cirillo, Luigi; Fremaux, Michel (1977). Évangile de Barnabé. Beauchesne, 77.

19. ↑ Fletcher, J.E. (1976). «The Spanish Gospel of Barnabas». Novum Testamentum XVIII: 314–320.

20. ↑ Ragg, L & L (1907). The Gospel of Barnabas. Oxford, xii.

21. ↑ Sox, David (1984). The Gospel of Barnabas. Allen & Unwin, 65.

22. ↑ Wiegers, G.A. (April-June 1995). «Muhammad as the Messiah: A comparison of the polemical works of Juan Alonso with the Gospel of Barnabas». Biblitheca Orientalis LII (3/4): 278.

23. ↑ Cirillo, Luigi; Fremaux, Michel (1977). Évangile de Barnabé. Beauchesne, 88.

24. ↑ Ragg, L & L (1907). The Gospel of Barnabas. Oxford, xi.

25. ↑ Ragg, L & L (1907). The Gospel of Barnabas. Oxford, xii.

26. ↑ Joosten, Jan (January 2002). «The Gospel of Barnabas and the Diatessaron». Harvard Theological Review 95 (1): 73–96.

27. ↑ Wiegers, G.A. (April-June 1995). «Muhammad as the Messiah: A comparison of the polemical works of Juan Alonso with the Gospel of Barnabas». Biblitheca Orientalis LII (3/4): 245–292.

28. ↑ Cirillo, Luigi; Fremaux, Michel (1977). Évangile de Barnabé. Beauchesne, 533.

29. ↑ Cirillo, Luigi; Fremaux, Michel (1977). Évangile de Barnabé. Beauchesne, 50.

30. ↑ Burchill, Christopher (1989). The Heidelberg Antitrinitarians. Bibliotheca Dissidentum: vol XI, 124.

31. ↑ Sox, David (1984). The Gospel of Barnabas. Allen & Unwin, 73.

32. ↑ Ragg, L & L (1907). The Gospel of Barnabas. Oxford, xv.

33. ↑ Cirillo, Luigi; Fremaux, Michel (1977). Évangile de Barnabé. Beauchesne, 176.

34. ↑ Ragg, L & L (1907). The Gospel of Barnabas. Oxford, xxxiii.

35. ↑ Wiegers, G.A. (April-June 1995). «Muhammad as the Messiah: A comparison of the polemical works of Juan Alonso with the Gospel of Barnabas». Biblitheca Orientalis LII (3/4): 285.

36. ↑ Ragg, L & L (1907). The Gospel of Barnabas. Oxford, xxix.

37. ↑ Ragg, L & L (1907). The Gospel of Barnabas. Oxford, xxxv.

38. ↑ Cirillo, Luigi; Fremaux, Michel (1977). Évangile de Barnabé. Beauchesne, 216.

39. ↑ Ragg, L & L (1907). The Gospel of Barnabas. Oxford, xxvii.

40. ↑ Ragg, L & L (1907). The Gospel of Barnabas. Oxford, xxix. 41. ↑ Ragg, L & L (1907). The Gospel of Barnabas. Oxford, xxxv. 42. ↑ Cirillo, Luigi; Fremaux, Michel (1977). Évangile de Barnabé. Beauchesne, 53. 43. ↑ Slomp, Jan (1978). «The Gospel in Dispute. A Critical evaluation of the first French translation with an Italian text and introduction of the so-called Gospel of Barnabas». Islamochristiana 4 (1): 83. 44. ↑ Burchill, Christopher (1989). The Heidelberg Antitrinitarians. Bibliotheca Dissidentum: vol XI, 110.

45. ↑ Cirillo, Luigi; Fremaux, Michel (1977). Évangile de Barnabé. Beauchesne, 230.

46. ↑ Ragg, L & L (1907). The Gospel of Barnabas. Oxford, xxxvi.

47. ↑ Cirillo, Luigi; Fremaux, Michel (1977). Évangile de Barnabé. Beauchesne, 233.

48. ↑ Pulcini, Theodore (2001). «In the Shadow of Mount Carmel: the Collapse of the ‘Latin East’ and the origines of the Gospel of Barnabas». Islam and Christianity 12 (2): 191–200.

49. ↑ Ragg, L & L (1907). The Gospel of Barnabas. Oxford, xxxi.

50. ↑ Wiegers, G.A. (April-June 1995). «Muhammad as the Messiah: A comparison of the polemical works of Juan Alonso with the Gospel of Barnabas». Biblitheca Orientalis LII (3/4): 246.

51. ↑ Wiegers, G.A. (April-June 1995). «Muhammad as the Messiah: A comparison of the polemical works of Juan Alonso with the Gospel of Barnabas». Biblitheca Orientalis LII (3/4): 279.

52. ↑ Slomp, Jan (1978). «The Gospel in Dispute. A Critical evaluation of the first French translation with an Italian text and introduction of the so-called Gospel of Barnabas». Islamochristiana 4 (1): 94.

53. ↑ Ragg, L & L (1907). The Gospel of Barnabas. Oxford, xiii.

54. ↑ Ragg, L & L (1907). The Gospel of Barnabas. Oxford, xxxix. 55. ↑ Ragg, L & L (1907). The Gospel of Barnabas. Oxford, xxxiii.

56. ↑ Ragg, L & L (1907). The Gospel of Barnabas. Oxford, xxiv.

Περαιτέρω ανάγνωση

Το πλήρες κείμενο στην ιταλική γλώσσα έχει μεταγραφεί σε αγγλική μετάφραση και εισαγωγή: Ragg, L και L -Το Ευαγγέλιο του Βαρνάβα. (Clarendon Press, Οξφόρδη, Αγγλία, 1907). Μια δεύτερη ιταλική έκδοση – σε παράλληλα στήλες με ένα εκσυγχρονισμένο κείμενο: Eugenio Giustolisi και Giuseppe Rizzardi,Il vangelo di Barnaba. Un vangelo per i musulmani; (Milano: Istituto Propaganda libraria, 1991). Το πλήρες κείμενο του ιταλικού χειρογράφου έχει δημοσιευθεί σε φωτογραφική ανατύπωση, με μια γαλλική μετάφραση και εκτενή σχολιασμό και εργαλεία κειμένου: Cirillo Λ. & Μ. Fremaux Évangile de Barnabé: Recherches sur la σύνθεση et l’origine, Παρίσι, 1977, 598p Το κείμενο του ισπανικού χειρογράφου έχει δημοσιευθεί με εκτενή σχολιασμό: Bernabe Pons LFEl Evangelio de San Bernabe; Un Evangelio islamico espanol, Universidad de Alicante, 1995, 260p

————————————————

Στη σελίδα http://www.latrobe.edu.au/arts/barnabas/prefacenotes.html υπάρχουν αρκετά στοιχεία που ρίχνουν φως στο ποια είναι τα πρόσωπα πίσω από την εισαγωγή στο ισπανικό χειρόγραφο. Μάλιστα ανάμεσα σ’ αυτά είναι ένας πλαστογράφος με το επώνυμο ‘Μαρίνο», που πέθανε στη φυλακή για πλαστογραφία…

Μετά απ’ όλα αυτά, πώς θα χαρακτηρίσουμε τους μουσουλμάνους απολογητές που, για να υποστηρίξουν τα δόγματα της θρησκείας τους, από τη μια συκοφαντούν τη Βίβλο ότι είναι «παραχαραγμένη», χωρίς όμως να μπορούν να μας πουν το πότε, από ποιους και σε ποιο βαθμό, και από την άλλη καταφεύγουν στο πλαστό, απόλυτα αναξιόπιστο και αστείο «Ευαγγέλιο του Βαρνάβα» – για το οποίο υπάρχουν ΤΟΣΕΣ προφανείς αποδείξεις ότι είναι πλαστό, και ακόμα και αρκετές ενδείξεις για το ποιοι το κατασκεύασαν;