ΑΝΑΦΕΡΕΤΑΙ Ο ΜΟΥΧΑΜΜΑΝΤ ΣΤΟ «ΑΣΜΑ ΑΣΜΑΤΩΝ»;

ΑΝΑΦΕΡΕΤΑΙ Ο ΜΟΥΧΑΜΜΑΝΤ ΣΤΟ «ΑΣΜΑ ΑΣΜΑΤΩΝ»;

Μερικοί μουσουλμάνοι πιστεύουν ότι ο Μουχάμμαντ αναφέρεται στην Παλαιά Διαθήκη, στο Άσμα Ασμάτων 5:16, όπου η μετάφραση των Ο΄ λέει:

«φάρυγξ αὐτοῦ γλυκασμοὶ καὶ ὅλος πιθυμα, οὗτος ἀδελφιδός μου καὶ οὗτος πλησίον μου, θυγατέρες Ιερουσαλήμ».

Εντοπίζουν το όνομα «Μουχάμμαντ» στη λέξη που οι Ο΄ μεταφράζουν ως «επιθυμία», στη φράση που στο εβραϊκό μασοριτικό λέει:
חִכּוֹ מַמְתַקִּים וְכֻלּוֹ מַחֲמַדִּים | זֶה דוֹדִי וְזֶה רֵעִי בְּנוֹת יְרוּשָׁלִָם

Έχουν δίκιο αυτοί οι μουσουλμάνοι; Ας δούμε λίγο πιο αναλυτικά το εδάφιο.

Εβραϊκά

Εβραϊκά (προφορά με φωνήεντα)

Judaica Press
Hkw mmtqym

wklw mHmdym

zh dwdy

wzh r`y

bnwt yrwshlm

Chiku mamtakim

v’khulo makhamaddīm

zeh dodi

v’zeh re’i

b’not yerushalayim.

His palate is sweet

and he is altogether desirable

this is my beloved

and this is my friend

O daughters of Jerusalem

μετάφραση των Ο΄ Μετάφραση Φίλου Μετάφραση μουσουλμάνων
φάρυγξ αὐτοῦ γλυκασμοὶ

καὶ ὅλος πιθυμα,

οὗτος ἀδελφιδός μου

καὶ οὗτος πλησίον μου,

θυγατέρες Ιερουσαλήμ

Ο ουρανίσκος του [είναι] γλυκασμοί·

κι αυτός ολόκληρος επιθυμητός.

Αυτός [είναι] ο αγαπητός μου,

κι αυτός ο φίλος μου,

θυγατέρες τής Ιερουσαλήμ.

Το στόμα του είναι το πιο γλυκό

Είναι ο μέγας Μοχάμμεντ (he is Mohammed the Great)

Αυτός είναι ο αγαπημένος μου,

κι αυτός ο φίλος μου,

θυγατέρες τής Ιερουσαλήμ

Η λέξη mXmDYM (makhamaddīm) στο Άσμα Ασμάτων 5:16 είναι ο πληθυντικός του επιθέτου mXmD (makhmād) = κάτι επιθυμητό, πολύτιμο αντικείμενο. Αφού είναι επίθετο και όχι ουσιαστικό, δεν μπορεί να αποδοθεί ως το κύριο όνομα «Μουχάμμαντ». Επιπλέον ο «επιθυμητός» αυτός ο οποίος περιγράφεται ως εξαιρετικά ωραίος (5:10-16), είναι ο αγαπημένος – όχι ο σύζυγος – κάποιας Σουλαμίτισσας, και βόσκει κοπάδια σε μέρη που ο Μουχάμμαντ δεν πήγε ποτέ του.

Με μια περαιτέρω έρευνα, βλέπουμε ότι η λέξη αυτή απαντάται πολλές φορές στην Π.Δ. και ποτέ δεν δηλώνει όνομα προσώπου.
Τη βρίσκουμε στους Θρήνους 1:10 όπου είναι γραμματικά η ίδια, με το επίθημα θηλυκής κτητικής αντωνυμίας στον ενικό: mXmDYH (makhamaddeyhā) = τα πολύτιμα πράγματά της (κατά τους Ο΄, «τὰ ἐπιθυμήματα αὐτῆς»). Στην υποσημείωση διαβάζουμε: 

Εβρ. “όλα τα επιθυμητά της πράγματα.” Το ουσιαστικό מַחְמָד (makhmad, “επιθυμητό πράγμα”) αναφέρεται σε πολύτιμα αποκτήματα, όπως χρυσάφι και ασήμι που επιθυμούν οι άνθρωποι (π.χ. Έσδρας 8:27 (Ο= ἐπιθυμητὰ ἐν χρυσίῳ)). Αυτό προφανώς αναφέρεται, όχι στα πολύτιμα αποκτήματα της Ιερουσαλήμ γενικά, αλλά στα ιερά αντικείμενα στο Ναό ειδικά, όπως υποδεικνύει το υπόλοιπο του εδαφίου. Για την ανθρωπομορφική εικόνα δείτε το Άσμα Ασμάτων 5:16.»[1]

Ας σημειωθεί ότι στο εδάφιο αυτό έχουμε αιχμαλώτιση των «επιθυμημάτων» από εχθρό.

Η λέξη συναντάται επίσης στους Θρήνους 1:11 (makhamaddēyhem) όπου δίδεται αντί τροφής, και στο 2:4 (makhamaddēy-) όπου φονεύεται από τον Θεό – την ίδια ακριβώς μορφή (makhamaddēy-) και πάθημα έχουμε στον Ωσηέ 9:16 – στα Β΄ Χρονικά 36:19 (makhamaddeyhā) όπου καταστρέφεται, στον Ιωήλ 4:5 (στις αγγλικές εκδόσεις 3:5) (ūmakhamadday) όπου ειδωλολάτρες τον παίρνουν στους ναούς τους. Στις πιο πολλές από αυτές τις περιπτώσεις οι Ο΄ μεταφράζουν την λέξη ως «ἐπιθυμήματα» και «αρεστό (στους οφθαλμούς)».

Η λέξη Makhmad προέρχεται από τη ρίζα KhHD, «το επιθυμείν». Η λέξη Muhammad προέρχεται από τη ρίζα HMD, «το αινείν, το επαινείν». Το ότι έχουν μια ακουστική ομοιότητα δεν σημαίνει ότι έχουν και ίδιο νόημα. Το γλωσσικό αυτό φαινόμενο ονομάζεται « faux amis » και μπορεί να συμβαίνει και σε λέξεις τελείως ομόηχες. Κλασικό παράδειγμα είναι η λέξη gift, που στα αγγλικά σημαίνει «δώρο» ενώ στα γερμανικά και τις σκανδιναβικές γλώσσες σημαίνει «δηλητήριο».

Από τη ρίζα HMD προέρχονται πολλές αραβικές λέξεις οι οποίες βρίσκονται ακόμα και στο Κοράνιο. Για παράδειγμα, ο στίχος 1 της Σούρα Φάτιχα που από τους καθηγητές του Αλ-Άζχαρ μεταφράζεται «Η δόξα ανήκει στον Αλλάχ, τον Άρχοντα όλων των κόσμων» στα αραβικά είναι «Al hamdo lillahi Rabbi ‘lalamin». Όμως παρά τη ρίζα HMD, δεν αναφέρεται ο Μουχάμμαντ εδώ.

Αν η λέξη Makhmad  στο Άσμα Ασμάτων σήμαινε το κύριο όνομα «Μουχάμμαντ», επειδή είναι στον πληθυντικό θα ήταν «οι Μουχάμμαντ». Απολαύστε το:

Ο ουρανίσκος του [είναι] γλυκασμοί·

Είναι οι Μουχάμμαντ

Αυτός (οι Μουχάμμαντ) είναι ο αγαπημένος μου,

κι αυτός (οι Μουχάμμαντ) ο φίλος μου,

θυγατέρες τής Ιερουσαλήμ.

Όμως το παράξενο δεν είναι ότι οι μουσουλμάνοι προσπαθούν να ανακαλύψουν μέσα στη Βίβλο προφητείες για τον Μουχάμμαντ. Είναι αναμενόμενο, αφού δεν υπάρχουν στην πραγματικότητα, ότι θα προσπαθήσουν να επινοήσουν κάποιες. Το παράξενο είναι ότι ψάχνουν για τέτοιες προφητείες μέσα στο Άσμα Ασμάτων. Ο ένας λόγος που είναι παράξενο, είναι ότι το «Άσμα» δεν ανήκει στο Νόμο ή στα προφητικά βιβλία. Στον Αλεξανδρινό ή Ελληνικό Κανόνα υπάγεται στα Ποιητικά – Διδακτικά βιβλία, ενώ στον Παλαιστίνο και μεταγενέστερο Ιουδαϊκό στα Αγιόγραφα (Kethubim), τα οποία συνήθως δεν διαβάζονται στη Συναγωγή.

Ο άλλος λόγος που είναι παράξενο, είναι η γνώμη που εκφράζεται από μουσουλμάνους για το συγκεκριμένο βιβλίο της Παλαιάς Διαθήκης. Για την Ορθόδοξη Εκκλησία, το Άσμα «ἀναφέρεται στὴν προσωπικὴ ἕνωση τῆς ψυχῆς μὲ τὸν Χριστὸ … η ἐπίσκεψη τοῦ Νυμφίου είναι προτύπωση τῆς ἐνσαρκώσεως τοῦ Χριστοῦ, καὶ η ἐμφάνεια τῆς θείας χειρὸς προτύπωση τῶν θαυματουργικῶν πράξεων τοῦ θεανθρώπινου βίου Του·  η νύμφη-ψυχὴ ἔχει ἀκούσει τὴν φωνὴ τοῦ ἀγαπημένου της, ἔχει παραδοθεῖ στὸν Λόγο, ἔχει καταστεῖ ἀδελφή Του, πλησίον, περιστερὰ καὶ τέλεια, ἔχει γίνει ὁρατὴ ἀπὸ τὸν Θεό, ἔχει ἀνοίξει ὁλόκληρη νὰ ὑποδεχθεῖ τὸν βασιλέα τῆς δόξης» (Γρηγόριος Νύσσης). Οι Πατέρες της Εκκλησίας βλέπουν στο Άσμα Ασμάτων αναφορές στην καρδιακή προσευχή ({5.2}[ Ἐγὼ καθεύδω καὶ ἡ καρδία μου ἀγρυπνεῖ.] ) Γενικά στον Χριστιανισμό το Άσμα Ασμάτων κατανοείται ως ένας ύμνος στην αποκλειστική και αγνή αγάπη μεταξύ ενός ζευγαριού, και ως αλληγορία για τον θείο έρωτα. Όμως στο Ισλάμ το «Άσμα Ασμάτων» θίγει τη μουσουλμανική σεμνοτυφία, εξαιτίας της οποίας μεγάλο μέρος της Αγίας Γραφής απορρίπτεται ως χαλκευμένο επειδή αυτά που περιγράφονται εκεί δεν θεωρούνται «ηθικά». Οι μουσουλμάνοι δεν δέχονται ότι ο προφήτης Δαβίδ έκανε μοιχεία και φόνο, ότι ο Λωτ παρασύρθηκε από τις κόρες του σε μεθύσι και κοιμήθηκε μαζί τους, και άλλα τέτοια περιστατικά που δείχνουν ανάγλυφα την αμαρτωλότητα του ανθρώπου πέρα από κάθε ηθικιστικό εξωραϊσμό. Ειδικά το Άσμα Ασμάτων με τις ερωτικές περιγραφές του φαίνεται «σόκιν» και ανάξιο του Θεού σε κάποιους μουσουλμάνους, ορισμένοι από τους οποίους λένε ότι δεν θα έπρεπε να βρίσκεται στη Βίβλο και δεν διστάζουν να το χαρακτηρίσουν πορνογράφημα. Οπότε οι μουσουλμάνοι που θέλουν τον προφήτη τους στο «Άσμα» πρέπει να απολογηθούν σε εκείνους που βλέπουν το ‘Άσμα» ως ένα κυριολεκτικό πορνογράφημα, και να απαντήσουν: τι δουλειά έχει ο «προφήτης» Μουχάμμαντ σ’ ένα πορνογράφημα, να είναι εραστής κάποιας Σουλαμίτισσας που καταπώς φαίνεται, δεν είναι  νόμιμη σύζυγός του; Ίσως η πιο κατάλληλη και περιληπτική απάντηση μπορεί να δοθεί με την ελληνική παροιμία: «στην αναβροχιά, καλό και το χαλάζι».


[1] tn Heb “all her desirable things.” The noun מַחְמָד (makhmad, “desirable thing”) refers to valuable possessions, such as gold and silver which people desire (e.g., Ezra 8:27). This probably refers, not to the valuable possessions of Jerusalem in general, but to the sacred objects in the temple in particular, as suggested by the rest of the verse. For the anthropomorphic image compare Song 5:16.

Οι ρίζες του τριαδολογικού δόγματος

Μια που βρισκόμαστε στην αναστάσιμη περίοδο, δημοσιεύουμε ένα ακόμη ποστ με θεολογικό χαρακτήρα. Είναι απόσπασμα εκτενέστερης εργασίας του ορθόδοξου θεολόγου Θ. Ρηγινιώτη, που δημοσιεύεται με μορφή σχολίων σε μουσουλμανικό μπλογκ. Το αντλούμε από εδώ:

http://nabiallah.wordpress.com/%ce%bf-%cf%80%cf%81%ce%bf%cf%86%ce%ae%cf%84%ce%b7%cf%82-%ce%bc%ce%bf%cf%85%cf%87%ce%ac%ce%bc%ce%bc%ce%b5%ce%bd%cf%84-%cf%83%cf%84%ce%b7-%ce%b2%ce%af%ce%b2%ce%bb%ce%bf/#comment-176

Όταν οι αδελφοί μας μουσουλμάνοι έχουν μπροστά τους τις χαντίθ, εμφανίζονται απολύτως βέβαιοι για την αυθεντικότητά τους – έστω, για την αυθεντικότητα εκείνων που οι πνευματικοί τους διδάσκαλοι έχουν αναγνωρίσει και καταχωρίσει ως αυθεντικές. Φυσικά μπορούν να βρουν πολλά «ορθολογικά» επιχειρήματα για να υποστηρίξουν την άποψή τους, αλλά ο αληθινός λόγος είναι ένας: εμπιστεύονται τις χαντίθ, γιατί θεωρούν εξ ορισμού αξιόπιστους τους συλλέκτες και σχολιαστές τους.

Όταν όμως εμείς επικαλούμαστε λόγια του Ιησού, εκείνοι εύκολα τα απορρίπτουν ως μυθεύματα και πλαστογραφίες. Όταν επικαλούμαστε λόγια των αποστόλων, εκείνοι εύκολα χαρακτηρίζουν τους αποστόλους (τους αγίους αυτούς αυτόπτες μάρτυρες του Ιησού) ως πλαστογράφους. Και όταν επικαλούμαστε λόγια των αγίων Πατέρων της Εκκλησίας, εύκολα βρίσκουν κάθε μομφή να τους προσάψουν, αρκεί να μειώσουν την εγκυρότητα της θεμελιώδους διδασκαλίας του χριστιανισμού.

Στην Καινή Διαθήκη, ο Ίδιος ο Ιησούς ζητάει πίστη στον Εαυτό Του (π.χ. Ιω. 3, 29 και 9, 35-38) και δηλώνει ότι η τιμή προς Αυτόν πρέπει να είναι ίση με την τιμή προς τον Πατέρα (Ιω. 5, 23, «ίνα πάντες τιμώσι τον υιόν καθώς τιμώσι τον πατέρα»). Πώς λοιπόν ο συγγραφέας μας ισχυρίζεται ότι αυτό είναι «ειδωλολατρία» και «προσβολή» προς το Θεό;

Η τριαδολογία του χριστιανισμού δεν επινοήθηκε στην Α΄ Οικουμενική Σύνοδο, αλλά αποτελεί την αποκάλυψη που έκαναν για το Θεό ο Ιησούς και (την Πεντηκοστή) το Άγιο Πνεύμα – αποκάλυψη που βίωσαν και βιώνουν οι άγιοι κάθε γενιάς. Αυτή είναι η πίστη και η ακλόνητη διδασκαλία των χριστιανών αγίων από την αρχή του χριστιανισμού, και φυσικά συνιστά πρόοδο ως προς την Παλαιά Διαθήκη, όπου οι άνθρωποι δεν ήταν ακόμη σε θέση να αντιληφθούν κάτι τέτοιο. Αν η Παλαιά Διαθήκη περιείχε την τέλεια αποκάλυψη του Θεού, δε θα χρειαζόταν να έρθει ο Χριστός, ακόμη και ως προφήτης.

Στην Καινή Διαθήκη η τριαδολογία δεν αναπτύσσεται ούτε διατυπώνεται αναλυτικά, ακριβώς διότι βιώνεται πέρα από κάθε αμφισβήτηση. Φαίνεται όμως ότι υπάρχει, από πλήθος τριαδολογικών αναφορών, όπως οι κλασικές: «βαπτίζοντες αυτούς εις το όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος» (Ματθ. 28, 19) και «η χάρις του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού και η αγάπη του Θεού και Πατρός και η κοινωνία του Αγίου Πνεύματος είη μετά πάντων υμών» (Β΄ Κορινθ. 13 – πρόκειται, κατά τους μελετητές, για φράση από την πρωτοχριστιανική [αποστολική] θεία λειτουργία).

Η γενιά λοιπόν των αγίων αποστόλων πίστευε στην Αγία Τριάδα. Το ίδιο και η αμέσως επόμενη γενιά, των αγίων αποστολικών Πατέρων (1ο μισό του δεύτερου αιώνα μ.Χ.). Πουθενά δεν φαίνεται «μετατόπιση» της πίστης των χριστιανών από κάποιο «μονοπρόσωπο Θεό» προς την Αγία Τριάδα. Για την πίστη των Πατέρων της πρώτης μεταποστολικής γενιάς (των μαθητών των αποστόλων) στην Αγία Τριάδα παραπέμπω στα άρθρα: http://www.oodegr.com/oode/theos/triada1.htm και: http://www.oodegr.com/oode/theos/airetika/da_vinci3.htm.

Οι άγιοι αυτοί, όπως και οι μεταγενέστεροι, καθώς και οι άγιοι των Οικουμενικών Συνόδων, δεν «επινοούσαν» δόγματα, αλλά γνώριζαν την αλήθεια για το Θεό με την ένωση προς Αυτόν, δηλαδή με την αγιότητά τους (θέωση). Η θέωσή τους φαίνεται όχι μόνον από τα θαύματά τους (επαναλαμβάνω ότι οι Πράξεις αναφέρουν πλήθος θαυμάτων των αποστόλων), αλλά και από τον τρόπο ζωής τους, τον γεμάτο αγάπη και αυτοθυσία για τον πλησίον.

Για να γίνει κάπως κατανοητό τι εννοώ, παραπέμπω τον αναγνώστη στο βίο του μεγάλου χριστιανού πνευματικού πατέρα του 20ού αιώνα αγίου Σιλουανού του Αθωνίτη, γραμμένο από το μαθητή του και επίσης άγιο Σωφρόνιο Σαχάρωφ (έκδ. Ιεράς Μονής Τιμίου Προδρόμου, Έσσεξ Αγγλίας). Εκεί θα αντιληφθεί τι σημαίνει «αγιοπνευματικός φωτισμός» και «γνώση του Θεού διά του Αγίου Πνεύματος». Ως προς την Αγία Γραφή, θα το αντιληφθεί κάπως διαβάζοντας τις Πράξεις των αποστόλων, όχι μόνο το κεφ. 2 (όπου περιγράφεται η κάθοδος του Αγίου Πνεύματος κατά την Πεντηκοστή), αλλά ολόκληρο το έργο.

Το γεγονός ότι η τριαδολογία είναι η αρχική διδασκαλία του χριστιανισμού φαίνεται και από το σάλο που προκλήθηκε, όταν ο Άρειος (ιερέας στην Αλεξάνδρεια) άρχισε να διδάσκει ότι ο Υιός δεν είναι Θεός. Όχι μόνο δε φαίνεται πουθενά (ας μας υποδείξει κάποιος μία πηγή) «μετατόπιση» της χριστιανικής θεολογίας προς την τριαδολογία, αλλά, αντίθετα, φαίνεται ότι κάποιοι μετατοπίστηκαν κατά καιρούς από την τριαδολογία προς διάφορες απόπειρες «διάσωσης του απόλυτου μονοθεϊσμού», επειδή προσπαθούσαν να κατανοήσουν τη θεολογία διανοητικά (σαν φιλόσοφοι) και όχι να τη βιώσουν με την ένωση προς το Θεό (ως άγιοι). Αυτοί ήταν οι «μοναρχιανοί», που χωρίζονταν σε δύο κλάδους και δίδασκαν είτε ότι ο Ένας Θεός εμφανίστηκε ο Ίδιος σαν Πατέρας στην Παλαιά Διαθήκη, σαν Υιός στην Καινή και σαν Άγιο Πνεύμα στην Εκκλησία (τροπικοί μοναρχιανοί ή πατροπασχίτες), είτε ότι ο Χριστός ήταν ένας κοινός άνθρωπος που αναδείχθηκε σε Θεό λόγω της ανυπέρβλητης ηθικής του καθαρότητας (δυναμικοί μοναρχιανοί ή υιοθετιστές). Ο Άρειος ήταν η μετεξέλιξη του δυναμικού μοναρχιανισμού.

Λόγω των πρώτων μοναρχιανών, κάποιοι πρώιμοι χριστιανοί διδάσκαλοι έκαναν κάποιες απόπειρες να διατυπώσουν λεκτικά την τριαδολογία – οι απόπειρες αυτές δεν ήταν απόλυτα επιτυχημένες, και δίνουν στο συγγραφέα μας παρακάτω τη χαρά να επισημάνει διάφορες «αδυναμίες» της. Όμως η τριαδολογία εκφράστηκε με τον καλύτερο δυνατό τρόπο από τους Πατέρες της Νίκαιας και την επόμενη γενιά, από το Μ. Αθανάσιο (που συμμετείχε στη Νίκαια ως διάκονος), το Μέγα Βασίλειο και άλλους (βλ. http://www.oodegr.com/oode/dogmat1/doc_theos2.htm).

Αυτοί οι άγιοι, εξαιτίας των αιρέσεων, διατυπώνουν λεκτικά την κατ’ ουσίαν «άρρητη» εμπειρία τους από την παρουσία του Θεού εντός τους. Για μας είναι τόσο έγκυροι, όσο είναι για τους μουσουλμάνους ο Μωάμεθ. Γνωρίστε το βίο τους και μάθετε για τις εμπειρίες τους και θα καταλάβετε το γιατί.

Η Αγία Τριάδα στη Βίβλο

Ας δούμε τώρα αυτό που ενδιαφέρει τους μουσουλμάνους και όλους τους «ορθολογιστές»: η Βίβλος υποστηρίζει την τριαδολογία; Φυσικά, εμείς απαντάμε καταφατικά. Η τριαδολογία δεν είναι ξένη προς τη Βίβλο. Ωστόσο –επαναλαμβάνω– δεν περιμένουμε να μας πει η Βίβλος για το Θεό, διότι ο Θεός (διά της άκτιστης χάριτός Του) βρίσκεται κάθε στιγμή εντός της νοεράς καρδίας των αγίων μας και εκεί τους διδάσκει την αλήθεια γι’ Αυτόν (τέτοιος άγιος μπορεί να είναι κι ένας φτωχός και παραμελημένος γείτονάς μας κι όχι οπωσδήποτε κάποιο «στέλεχος» της θεσμικής Εκκλησίας – http://www.oodegr.com/oode/epistimi/genika/epist_erevna_theou1.htm). Θα αναφερθούμε στο θέμα της βιβλικής τριαδολογίας για χάρη των αδελφών μας μουσουλμάνων και λοιπόν «αντιτριαδιστών», που αναλίσκονται σε φιλολογικές αναλύσεις, αναζητώντας με το μικροσκόπιο τι λέει η Βίβλος για το ένα ή το άλλο θέμα και ξεχνώντας να ρωτήσουν απευθείας τον Ίδιο το Θεό με νηστεία, προσευχή, εξομολόγηση και (επιτρέψτε μου) θεία κοινωνία. Το σωστό θα ήταν να ερευνήσουν έτσι, όσα χρόνια κι αν κρατήσει η έρευνά τους – σαν αγωνιστές κι όχι σαν φιλόλογοι. Φιλολογικά, μπορούμε να ανακαλύψουμε ή και να επινοήσουμε όσα επιχειρήματα και αντεπιχειρήματα θέλετε.

Παρόλα αυτά, ας ξεκινήσουμε, Θεού θέλοντος.

1. Παλαιά Διαθήκη

Η Παλαιά Διαθήκη αποτελεί «σκιά» της βασιλείας του Θεού («των μελλόντων αγαθών»), καθώς απευθύνεται στη νηπιώδη ανθρωπότητα (πρβ. Α΄ Κορινθίους, 13, 11: «ότε ήμην νήπιος, ως νήπιος ελάλουν, ως νήπιος εφρόνουν, ως νήπιος ελογιζόμην× ότε δε γέγονα ανήρ, κατήργηκα τα του νηπίου»). Η Καινή Διαθήκη πάλι δεν είναι η ίδια η βασιλεία του Θεού, αλλά «τύπος» της (προτύπωση). Η βασιλεία του Θεού είναι η κατάσταση στην οποία εισέρχεται ο άνθρωπος καθώς προχωρεί στη θέωση και ολοκληρωτικά θα τη δούμε από τη δευτέρα παρουσία και μετά («βλέπομεν γαρ άρτι δι’ εσόπτρου και εν αινίγματι, τότε δε πρόσωπον προς πρόσωπον», Παύλος).

Έτσι, στην Π.Δ. η Αγία Τριάδα αποκαλύπτεται «συνεσκιασμένα» (σκιωδώς), καθώς οι άνθρωποι, μη έχοντας ακόμη την ένωση Θεότητας και ανθρωπότητας, που συντελέστηκε στο πρόσωπο του Χριστού, και τη χάρη του Αγίου Πνεύματος, που ξεχύθηκε στην ανθρωπότητα κατά την πεντηκοστή, δε μπορούσαν ακόμη να αντέξουν την αποκάλυψη αυτή (όπως και οι αντιτριαδικές αιρέσεις και οι μουσουλμάνοι, οι οποίοι, ας μου επιτραπεί να το πω, αποκρούουν αυτή τη χάρη, ίσως από ατολμία, μένοντας προσκολλημένοι στη νηπιώδη προ Χριστού κατάσταση). Το ότι δεν είχαν ακόμη αυτά τα πλεονεκτήματα δεν είναι «αδικία του Θεού σε βάρος τους», διότι η Π.Δ. είναι ακριβώς το πρώτο στάδιο της πορείας που οδήγησε στην κάθοδο του Χριστού και του Αγ. Πνεύματος (Παρακλήτου). Οι δε προ Χριστού νεκροί γνώρισαν επίσης το Χριστό και συμμετείχαν (ελεύθερα και εφόσον το θέλησαν) στο παγκόσμιο Σώμα Του (την Εκκλησία) κατά την κάθοδό Του στον Άδη με το σταυρικό θάνατό Του, όταν «τοις εν φυλακή πνεύμασι πορευθείς εκήρυξεν» (Α΄ επιστολή του αγίου αποστόλου Πέτρου, 3, 19-20).

Στην Π.Δ. λοιπόν η Αγία Τριάδα αποκαλύπτεται τουλάχιστον με έξι τρόπους:

1. Με τον πληθυντικό αριθμό στα χωρία Γέν. 1, 26 («ας φτιάξουμε άνθρωπο κατά την εικόνα και την ομοίωσή μας») και Γέν. 11, 7 («ας κατεβούμε και ας τους μπερδέψουμε τις γλώσσες»).

Στους στίχους αυτούς ο Θεός σίγουρα δεν μιλάει στους αγγέλους Του, διότι ούτε συνεργάστηκαν μαζί Του στη δημιουργία του ανθρώπου, ούτε αναφέρεται κάπου ότι ο άνθρωπος είναι πλασμένος «κατ’ εικόνα και ομοίωσιν» και των αγγέλων. Ωστόσο, δε χρησιμοποιεί ούτε το λεγόμενο «πληθυντικό της μεγαλοπρέπειας», δηλαδή να μιλήσει για τον Εαυτό Του στον πληθυντικό αντί για τον ενικό, κατά τη βασιλική συνήθεια. Αν ο Θεός χρησιμοποιούσε «πληθυντικό της μεγαλοπρέπειας», θα έπρεπε να τον χρησιμοποιεί σε όλη τη διάρκεια της Αγίας Γραφής, δηλαδή ούτε μια φορά να μη λέει «Εγώ, ο Θεός», αλλά πάντα «Εμείς, ο Θεός». Κάτι τέτοιο όμως δε συμβαίνει.

Αντίθετα, υπάρχει Κάποιος, με τον Οποίο συνεργάστηκε ο Θεός κατά τη δημιουργία όλων των δημιουργημάτων Του: ο Υιός (Ιω. 1, 3, Α΄ Κορινθίους,, 8, 6, Κολ. 1, 16-17). Για μας είναι φανερό (και κανένα απολύτως λόγο δεν έχουμε να αμφιβάλλουμε) ότι ο Θεός μιλάει με τον Υιό, που είναι ο Λόγος και η Σοφία Του.

Εδώ οφείλω να αναφέρω ότι ο απόστολος Παύλος, στην προς Κολοσσαείς, 1, 16-17, γράφει για το Χριστό: «ότι εν αυτώ εκτίσθη τα πάντα, τα εν τοις ουρανοίς και τα επί της γης, τα ορατά και τα αόρατα, είτε θρόνοι είτε κυριότητες είτε αρχαί είτε εξουσίαι. τα πάντα δι’ αυτού και εις αυτόν έκτισται. και αυτός εστί προ πάντων και τα πάντα εν αυτώ συνέστηκε».

2. Με την εμφάνιση των Τριών Ανδρών στον Αβραάμ στο κεφ. 18 της Γένεσης. Εκεί είναι φανερό ότι ο Αβραάμ αντιμετωπίζει και τους Τρεις ως ισότιμους. Ήρθε «να Τους συναντήσει», είπε και στους Τρεις να καθίσουν, να πλυθούν, να φάνε κ.τ.λ., χαρακτήρισε τον εαυτό του «υπηρέτη Τους» και Εκείνοι του απάντησαν σαν με ένα στόμα (στ. 5). Και οι Τρεις μαζί «έφαγαν» και, όταν σηκώθηκαν, «κοίταξαν προς τα Σόδομα και τα Γόμορρα».

Η ιδέα ότι πρόκειται για το Θεό και δύο τιμητικούς συνοδούς αγγέλους είναι απλά άτοπη. Το ότι στο τέλος Το ότι φαίνεται οι Δύο να φεύγουν και «ο Κύριος» να μένει και να μιλάει με τον Αβραάμ, δε σημαίνει ότι οι άλλοι Δύο δεν ήταν Κύριοι. Υπόψιν ότι λέει «οι άνδρες έφυγαν» και όχι «οι δύο άνδρες», σα να είχαν φύγει και οι Τρεις – προφανώς επειδή στο Θεό δεν υπάρχει αρίθμηση που να διαχωρίζει τον Έναν από τους Άλλους.

Υπάρχει στο χριστιανισμό η ιδέα ότι, επειδή ο Θεός Πατήρ θεωρείται «πάντη αόρατος», το δε Άγιο Πνεύμα δεν συνηθίζει να εμφανίζεται με μορφή ανθρώπου, οι Τρεις Άνδρες ήταν ο Υιός και δύο άγγελοι «εις τύπον» (συμβολισμό) του Πατρός και του Αγίου Πνεύματος. Πιθανόν. Πάντως είναι αδιαφιλονίκητο ότι ήρθαν ως η Τριαδική Θεότητα και έτσι αναγνωρίστηκαν και αντιμετωπίστηκαν από τον άγιο πατριάρχη Αβραάμ και δέχτηκαν αναντίρρητα αυτή την αντιμετώπιση.

3. Με τους ανεξήγητους (για μας, «τριαδικούς») πληθυντικούς στις προφητείες, όπου φαίνεται α) ότι εντός της Θεότητος υπάρχουν περισσότερα από ένα πρόσωπα (π.χ. Οβδιού, 1), β) ότι εμφανίζονται τουλάχιστον δύο «Κύριοι», που ο Ένας στέλνει στη Γη τον Άλλο: π.χ. Ζαχαρία, κατά τους Ο΄ 2, 12-15 [στο Μασσωριτικό (εβρ. κείμενο), Ζαχ. 2, 8-11], Ησαΐα, 45, 1. 45, 14-15. 48, 12-16. Αμώς 4, 11, Μιχαίας 4, 6-7. 6, 1-2, Μαλαχίας 1, 9. 3, 1-5, Σοφονίας κεφ. 1, Ιερεμίας 11, 9-11 και 17. 12, 14. 14, 15. 17, 13. 23, 1-2 (ο προφήτης δεν θα έλεγε «το λαό μου», μόνον ο Θεός το λέει αυτό). 33, 4-5 (Ο΄, 40, 4-5). Δείτε επίσης και Έξοδος 21, 13. 31, 17. 34, 5-6, Δευτ. 28, 13-14 και 20 (μιλάει ο Θεός, όπως φαίνεται στους στ. 2 και 62, αλλά και στο 29, 1, λέει «σε διατάζω» και «με εγκατέλειψες» κι όμως παράλληλα αναφέρεται «στον Θεό» σα να πρόκειται για Άλλο Πρόσωπο) κ.λ.π. (επί του θέματος, «ξεναγός μου» στην Π.Δ. ήταν η εξαίρετη μελέτη του καθηγητή Νικόλαου Σωτηρόπουλου Ο Ιησούς Γιαχβέ).

Σημείωση: πάντα ο «Κύριος», που μιλάει διά του στόματος των προφητών, είναι ο Θεός, ανεξάρτητα αν είναι μετάφραση του Γιαχβέ ή του Αδονάι, του Ελοχείμ κ.τ.λ. Το επισημαίνω, για να προλάβω τυχόν βεβιασμένη απολογία μουσουλμάνων, ότι μπορεί κάποια «Κύριος» να υπονοούν κάτι ή κάποιον άλλο.

4. Η εμφάνιση του περίφημου «αγγέλου του Θεού», που συγχρόνως είναι και προσκυνητός και χαρακτηρίζεται επίσης Θεός ή Κύριος. Ας μιλήσουμε λίγο γι’ Αυτόν:

Εκείνος που εμφανίστηκε στο Μωυσή μέσα από τη φλεγόμενη βάτο χαρακτηρίζεται «άγγελος Κυρίου» (Έξοδος, 3, 2). Κατά τη θεόπνευστη απολογία του αγίου Στεφάνου στις Πράξ. 7, 38, Εκείνος ήταν που μίλησε στο Μωυσή. Στο Μωυσή όμως μίλησε μόνον ο Γιαχβέ –άρα ο άγγελος Κυρίου ήταν που ονόμασε τον Εαυτό Του «Γιαχβέ»!

Προφανώς είναι ο Ίδιος «άγγελος» που εμφανίστηκε στην περιπλανώμενη Άγαρ (Γέν. 16, 7-14) και της είπε «θα πολλαπλασιάσω τους απογόνους σου» («Εγώ», όχι «ο Θεός»). Ποτέ στην Αγία Γραφή ο απεσταλμένος του Θεού δε μεταφέρει τα λόγια του Θεού σα να ήταν ο ίδιος ο Θεός! Ακόμη και οι προφήτες, που μεταφέρουν λόγια του Θεού σε πρώτο πρόσωπο, πάντα ξεκινούν με τη φράση «τάδε λέγει Κύριος». Προφανώς το ίδιο ισχύει και στην περίπτωση του Κορανίου: ο αφηγητής του πληροφόρησε το Μωάμεθ ότι είναι «ο άγγελος Γαβριήλ», αλλιώς πώς το ήξερε ο Μωάμεθ;

Το Γέν. 16, 13, χαρακτηρίζει καθαρά Αυτόν τον άγγελο «Κύριο» και η Άγαρ Τον ονόμασε «ο Θεός ο επιδών με» και εξεπλάγη που αξιώθηκε να Τον αντικρίσει. Αν είχε κάνει λάθος, περνώντας έναν απλό άγγελο για το Θεό, εκείνος θα το διευκρίνιζε. Για του λόγου του αληθές, βλ. π.χ. Λουκ. 1, 11-20 και 26-38.

Μια ακόμη φορά που εμφανίζεται αυτό το «περίεργο» Ον είναι στο Γέν. 32, 24-32, στην πάλη του Ιακώβ με τον Θεό στο πέρασμα του Ιαβώκ. Ο Ιακώβ αντιμετωπίζει τον άγνωστο αντίπαλό του ως «το Θεό», Τον καλεί να τον ευλογήσει και εκπλήσσεται που Τον είδε πρόσωπο με πρόσωπο και επέζησε. Και ο Θεός Εκείνος μετονομάζει τον Ιακώβ σε Ισραήλ, κάνοντας μια χαρακτηριστική πράξη, την οποία κάνει μόνον ο Θεός (Γέν. 17, 5 και 15).

Για την ταύτιση του αγγέλου τούτου με το Θεό, παραθέτω και τις εξής μαρτυρίες: α) Στο Γέν. 31, 11-13, εμφανίζεται στον Ιακώβ «ο άγγελος του Θεού», ο οποίος του λέει: «Εγώ ειμί ο Θεός ο οφθείς σοι [=που σου φανερώθηκα] εν τόπω Θεού, ού ήλειψάς μοι εκεί στήλην…»! (εννοεί το όραμα της σκάλας προς τον ουρανό, στο Γέν. 28, 12-22).

β) Στο Γέν. 35, 1-15, ο Θεός στέλνει τον Ιακώβ να κατασκευάσει θυσιαστήριο «για το Θεό που του φανερώθηκε όταν έφευγε από τον αδελφό του», δηλαδή για Εκείνον, με τον οποίο πάλευε στο Ιαβώκ. Αυτό δηλώνει, αφενός, ότι «Ένας Θεός» τον διέταξε να φτιάξει θυσιαστήριο για έναν «άλλο Θεό», και αφετέρου ότι θα πρόσφερε θυσίες προς τιμήν του «αγγέλου», άρα ο άγγελος ήταν Θεός.

γ) Δίνοντας ο Ιακώβ την ευλογία του στα εγγόνια του, τα παιδιά του Ιωσήφ, λέει: «ο Θεός, ώ ευηρέστησαν οι πατέρες μου ενώπιον αυτού, Αβραάμ και Ισαάκ, ο Θεός ο τρέφων με εκ νεότητος έως της ημέρας ταύτης, ο άγγελος ο ρυόμενός με [=ο σώζων με] εκ πάντων των κακών ευλογήσαι τα παιδία ταύτα…» κ.τ.λ. (Γέν. 48, 15-16 – οφείλω την επισήμανση του τελευταίου χωρίου σε ομιλία του Μιχάλη Μαυροφοράκη δημοσιευθείσα στο διαδίκτυο).

Αυτός ο ορατός Θεός, που είναι συγχρόνως και «άγγελος» (αγγελιαφόρος) του Θεού, κατά τους χριστιανούς είναι ο Υιός, επειδή  Εκείνος χαρακτηρίζεται «μεγάλης βουλής άγγελος», Ησαΐα 9, 6, και «άγγελος της διαθήκης», Μαλαχία 3, 1. Είναι ο απεσταλμένος της μεγάλης βουλής (απόφασης) του Θεού για τη σωτηρία των ανθρώπων. Ολόκληρη η Π.Δ. είναι η προετοιμασία για την έλευσή Του (ως Ιησού Χριστού), που είναι και η εκπλήρωση της πρωταρχικής προφητείας, Γέν. 3, 15 και όλων των μεσσιανικών προφητειών.

5. Με την εμφάνιση της Σοφίας του Θεού, ενός ξεκάθαρα θεϊκού όντος, που μάλιστα μιλάει διά στόματος των προφητών σε πρώτο πρόσωπο, όπως μόνον ο Θεός κάνει, στα βιβλία Παροιμίες, Ιωβ, Σοφία Σολομώντος και Σοφία Σειράχ.

Εγώ από στόματος Υψίστου εξήλθον και ως ομίχλη κατεκάλυψα γην. εγώ εν υψηλοίς κατεσκήνωσα, και ο θρόνος μου εν στύλω νεφέλης. γύρον ουρανού εκύκλωσα μόνη και εν βάθει αβύσσων περιεπάτησα. εν κύματι θαλάσσης και εν πάση τη γη και εν παντί λαώ και έθνει εκτησάμην… έτι διδασκαλίαν ως προφητείαν εκχεώ [=θα αναβλύσω] και καταλείψω αυτήν εις γενεάς αιώνων. ίδετε ότι ουκ εμοί μόνω εκοπίασα, αλλά πάσι τοις εκζητούσιν αυτήν» (Σοφία Σειράχ, κεφ. 24).

«…και μετά σου η σοφία η ειδυία τα έργα σου και παρούσα, ότε εποίεις τον κόσμον… Εξαπόστειλον αυτήν εξ αγίων ουρανών και από θρόνου δόξης σου πέμψον αυτήν…» (Σοφία Σολομώντος, 9, 9-10).

Η Σοφία είναι παρούσα όταν ο Θεός έκτιζε τον κόσμο και προφητεύεται η αποστολή της στον κόσμο. «Εξήλθε το στόμα του Θεού» (δηλαδή είναι ο Λόγος Του) και θα αναβλύσει διδασκαλία και προφητεία, που θα την αφήσει για πάντα στη γη. Είναι «η μήτηρ της αγαπήσεως της καλής και της οσίας ελπίδος, του φόβου» (=της συστολής) «και της γνώσεως» (Σοφία Σειράχ, κεφ. 24) και, κατά τους χριστιανούς, ταυτίζεται με τον Υιό. «Χριστός, Θεού Δύναμις και Θεού Σοφία» κατά τον Παύλο (Α΄ Κορινθίους, 1, 24). «Νους, Λόγος, Σοφία, Υιός του Πατρός, και απόρροια, ως φως από Πυρός, το Πνεύμα» γράφει ήδη το 2ο αι. για τον Ιησού ο απολογητής άγιος Αθηναγόρας ο Αθηναίος (Πρεσβεία περί χριστιανών, κεφ. 24).

Σύγκρινε τις παραπάνω περιγραφές της Σοφίας με τις ακόλουθες αναφορές για τον Υιό, δηλ. το Χριστό:

«Εν αρχή ην ο Λόγος και ο Λόγος ην προς τον Θεόν [=δίπλα στο Θεό] και Θεός ην ο Λόγος. Ούτος ην εν αρχή προς τον Θεόν. πάντα δι’ αυτού εγένετο, και χωρίς αυτού εγένετο ουδέ έν ό γέγονεν. εν αυτώ ζωή ην, και η ζωή ην το φως των ανθρώπων. και το φως εν τη σκοτία φαίνει, και η σκοτία αυτό ου κατέλαβεν […] Ην το φως το αληθινόν, ό φωτίζει πάντα άνθρωπον ερχόμενον εις τον κόσμον. εν τω κόσμω ην, και ο κόσμος δι’ αυτού εγένετο, και ο κόσμος αυτόν ουκ έγνω [=δεν τον αναγνώρισε]. […] και ο Λόγος σαρξ εγένετο και εσκήνωσεν εν ημίν, και εθεασάμεθα [=είδαμε] την δόξαν αυτού [=το φως Του], δόξαν ως μονογενούς παρά πατρός, πλήρης χάριτος και αληθείας. […] Θεόν ουδείς εώρακε πώποτε [=κανείς δεν είδε ποτέ το Θεό]. ο μονογενής υιός ο ων εις τον κόλπον του πατρός, εκείνος εξηγήσατο» (Ιω. 1, 1-5. 9-10. 14. 18).

Σε απόλυτη συνάφεια ο απόστολος Παύλος αναφέρει για τον Υιό:

«…ός εστίν εικών του Θεού του αοράτου, πρωτότοκος πάσης κτίσεως [=γεννημένος πριν από κάθε δημιούργημα], ότι εν αυτώ εκτίσθη τα πάντα, τα εν ουρανοίς και τα επί της γης, τα ορατά και τα αόρατα, είτε θρόνοι είτε κυριότητες είτε αρχαί είτε εξουσίαι. τα πάντα δι’ αυτού και εις αυτόν έκτισται. και αυτός εστί προ πάντων, και τα πάντα εν αυτώ συνέστηκε, και αυτός εστίν η κεφαλή του σώματος, της εκκλησίας, ός εστίν αρχή, πρωτότοκος εκ των νεκρών, ίνα γένηται εν πάσιν αυτός πρωτεύων, ότι εν αυτώ ευδόκησε παν το πλήρωμα κατοικήσαι […]» (προς Κολοσσαείς, 1, 15-19).

Οι Παροιμίες είναι γραμμένες από τον προφήτη και βασιλιά Σολομώντα. Η θέση του βιβλίου του Ιώβ επίσης είναι αδιαμφισβήτητη εντός της Αγίας Γραφής. Για να προλάβω ωστόσο τυχόν υποβάθμιση των βιβλίων Σοφία Σολομώντος και Σοφία Σειράχ από τους αδελφούς μας μουσουλμάνους απολογητές, διευκρινίζω ότι: τα δύο βιβλία αυτά ανήκουν στην Παλαιά Διαθήκη κατά τους Ο΄. Είναι από τα βιβλία που γράφτηκαν απευθείας στα ελληνικά, γι’ αυτό δεν περιελήφθησαν ποτέ στο εβραϊκό Μασσωριτικό (Μ). Όμως το Ο΄ είναι η Παλαιά Διαθήκη που χρησιμοποιούν οι θεόπνευστοι συγγραφείς της Καινής Διαθήκης, οι οποίοι χρησιμοποιούν και τα βιβλία που λείπουν από το Μ. Μερικά παραδείγματα: Ματθ. 9, 36 (Ιουδίθ 11, 19), Ματθ. 22, 25-28 (Τωβίτ 3, 8 και 5, 11), Ματθ. 27, 41-43 (Σοφ. Σολ. 2, 12-20), Ρωμαίους, 1, 21 (Σοφ. Σολ. 13, 1), Ρωμαίους, 9, 21 (Σοφ. Σολ. 15, 7), Ρωμαίους, 10, 6 (Βαρούχ 3, 29), Ιάκ. 1, 19 (Σοφία Σειράχ 5, 11), Α΄ Πέτρ. 1, 6-7 (Σοφ. Σολ. 3, 5-6) κ.λ.π. Πρώτη φορά χριστιανοί απέρριψαν το Ο΄ και στράφηκαν στο Μ μετά την προτεσταντική μεταρρύθμιση (16ος αι.), νομίζοντας ότι ξέρουν καλύτερα από τους συγγραφείς της Καινής Διαθήκης και τους πρώτους χριστιανούς (στην πραγματικότητα, για να διαφοροποιηθούν από τους ρωμαιοκαθολικούς). Έτσι τα βιβλία αυτά «εξορίστηκαν» από τη χριστιανική Αγία Γραφή. Δυστυχώς και μερικές εκδόσεις που επιμελήθηκαν ορθόδοξοι (π.χ. Βάμβας) ακολούθησαν αυτό το λάθος, λόγω προτεσταντικών επιδράσεων.

Το όνομα Σοφία για το Χριστό είναι τόσο βασικό, που ο περίφημος καθεδρικός ναός της Κωνσταντινούπολης, ο αφιερωμένος σ’ Αυτόν, ονομάζεται Ναός της του Θεού Σοφίας, Αγία Σοφία. Ο ναός αυτός προκάλεσε σειρά ομώνυμων ναών στο Κίεβο, τη Θεσσαλονίκη και άλλες ορθόδοξες πόλεις.

6. Η ύπαρξη πολλών προσώπων στη Θεότητα φαίνεται και από τις προφητείες, κατά τις οποίες διά στόματος των προφητών μιλάει ο αναμενόμενος και μελλοντικά ερχόμενος Μεσσίας (βλ. π.χ. Ζαχαρίας, 11, 4-14, ιδ. 11-14). Εφόσον ο Μεσσίας μιλάει διά στόματος των προφητών, επομένως είναι Θεός, αφενός επειδή μόνον ο Θεός έχει αυτή την ιδιότητα (να μιλάει σε πρώτο πρόσωπο διά στόματος των προφητών) και αφετέρου επειδή και σε αυτές τις προφητείες (εκτός από τους προφητικούς ψαλμούς του Δαβίδ) οι προφήτες ξεκινούν με τη φράση «Αυτά λέει ο Κύριος».

Ένα παράδειγμα είναι το Ησαΐα 61, 1-2, που ο Χριστός το χρησιμοποίησε ως αναφορά στον εαυτό Του (Λουκ. 4, 17-21). Επομένως σ’ αυτό το κεφάλαιο δε μιλάει ο προφήτης, αλλά διά στόματος του προφήτη μιλάει ο μελλοντικός Μεσσίας, ο Υιός. Και Αυτός, ο Ίδιος, στο στ. 8 λέει: «διότι εγώ είμαι Κύριος που αγαπά τη δικαιοσύνη και μισεί την αδικία… και θα συστήσω γι’ αυτούς διαθήκην αιώνιον» κ.τ.λ.

Είπαμε ότι υπάρχουν και οι προφητικοί Ψαλμοί (χριστολογικοί/μεσσιανικοί), όπου ο Μεσσίας μιλάει διά του προφήτη. Μερικά παραδείγματα Ψαλμ. 68, 22 («μου έδωσαν χολή για τροφή και στη δίψα μου με πότισαν ξύδι», βλ. Ματθ. 27, 48), Ψαλμ. 21, 2 («Θεέ μου, Θεέ μου, πρόσεξέ με, γιατί με εγκατέλειψες;», βλ. Ματθ. 27, 46), Ψαλμ. 21, 19 («μοίρασαν μεταξύ τους τα ρούχα μου και έβαλαν κλήρο για τα ενδύματά μου», Ιω. 19, 23-24), κ.ά. (για τη θεία έμπνευση των Ψαλμών βλ. και στο Κοράνι, σούρα 4, 163).

[Σημείωση: Ο Ιησούς κραύγασε πάνω στο σταυρό «Θεέ μου, Θεέ μου, γιατί με εγκατέλειψες;», γιατί στην ανθρώπινη ζωή Του πέρασε όλα τα βάσανα που περνάει ο άνθρωπος, μεταξύ των οποίων και την αίσθηση ότι ο Θεός τον έχει εγκαταλείψει. Με αυτό τον τρόπο καθαγίασε τα βάσανα των ανθρώπων και τα μετέτρεψε σε δρόμο για να πλησιάσουμε το Θεό (αν τα υπομείνουμε με πίστη και υπομονή, όπως Εκείνος)].

2. Καινή Διαθήκη

Για τις τριαδολογικές αναφορές της Καινής Διαθήκης μιλήσαμε ήδη στα προηγούμενα. Αναφορές όπως: «βαπτίζοντες αυτούς Εις το όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος» (Ματθ. 28, 19) και «η χάρις του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού και η αγάπη του Θεού και Πατρός και η κοινωνία του Αγίου Πνεύματος είη μετά πάντων υμών» (Β΄ Κορινθ. 13), ξέρουμε πολύ καλά ότι υπάρχουν επειδή οι χριστιανοί ενώνονταν με τον Τριαδικό Θεό και δεν «πίστευαν» και «λάτρευαν» ένα «μονοπρόσωπο Θεό», με τον οποίο δεν είχαν άμεση επαφή, αλλά απλώς «διάβαζαν γι’ Αυτόν στην Π.Δ.».

Ο συγγραφέας του παρόντος παρακάτω προσπαθεί να μας πείσει ότι η εντολή του Χριστού για βάπτισμα στο όνομα της Αγίας Τριάδας δεν αποκαλύπτει την τριαδικότητα του Θεού. Η προσπάθεια αυτή είναι αστεία. Ξέρουμε πολύ καλά τι εννοεί ο Χριστός, γιατί έχει αποδειχθεί και επιβεβαιωθεί αναρίθμητες φορές στην ιστορία της Εκκλησίας, στις εμπειρίες των αγίων και πολλών απλών χριστιανών καθαρών στην καρδιά – δεν περιμένουμε από ένα μη χριστιανό να μας εξηγήσει εξετάζοντας τα κείμενα από φιλολογική άποψη.

Ας ξεκινήσουμε από αυτό που αποκαλύπτει η Κ.Δ. για την ακριβή σχέση του Χριστού προς το Θεό:

Για τη σχέση του Υιού με τον Πατέρα η Κ.Δ. είναι σαφής. Είναι «ο μονογενής υιός» του Πατρός (Ιω. 1, 14 και 18, Ιω. 3, 16 και 18). Στα δύο τελευταία χωρία ο Ίδιος ο Ιησούς χαρακτηρίζει έτσι τον εαυτό Του.

Ο όρος «ο μονογενής υιός» σημαίνει τα εξής:

α) Ο Πατήρ Τον γέννησε, δεν Τον δημιούργησε. Αν Τον είχε δημιουργήσει, θα μπορούσε να χαρακτηριστεί «υιός» μεταφορικά, όμως δεν θα ήταν ο μονογενής. Το να χαρακτηριστεί υιός μονογενής ένα δημιούργημα (κι όχι γέννημα) είναι κάτι το τραγικό και ταιριάζει μόνο σε στείρα ανθρώπινα ζευγάρια, όχι στο Θεό. Άλλωστε η Αγία Γραφή είναι και σ’ αυτό σαφής: «Υιός μου ει συ, εγώ σήμερον γεγέννηκά σε» (= σε γέννησα), Εβρ. 1, 5, από τον Ψαλμό 2, 7 (όλος ο Ψαλμός 2 αναφέρεται στο Μεσσία).

β) Ο Πατήρ δεν έχει άλλο υιό. Όλοι οι άλλοι που χαρακτηρίζονται «υιοί Θεού», άγγελοι ή άνθρωποι, είναι υιοί Του λόγω υιοθεσίας (Ρωμαίους, 8, 15, Γαλάτας, 3, 26), την οποία μάλιστα προκάλεσε ο Υιός «τοις πιστεύουσιν εις το όνομα αυτού» (σ’ αυτούς που πιστεύουν στο όνομά Του) δίνοντάς τους «την εξουσία» να γίνουν παιδιά του Θεού (Ιω. 1, 12). Ο Υιός όμως είναι φυσικός Υιός του Πατρός, όχι υιοθετημένος: υιός μονογενής.

γ) Όταν ο Θεός ονομάζεται «ο Πατήρ» (χωρίς άλλο προσδιορισμό, χωρίς δηλαδή να αναφέρεται τίνος Πατήρ είναι), ονομάζεται έτσι διότι είναι Πατήρ του Υιού. Ο Υιός πάλι λέγεται «ο Υιός» (χωρίς άλλο προσδιορισμό), ως ο Υιός του Πατρός. Βλ. π.χ. Λουκ. 10, 22, Ιω. 5, 19-26, Εβρ. 1, 1 κ.λ.π.

Εξυπακούεται ότι ο Θεός δεν γέννησε «σαν γυναίκα». Η γέννηση του Υιού, όπως και η εκπόρευση του Αγίου Πνεύματος, είναι «μυστηριώδης» και «θεοπρεπής» (=ταιριαστή στο Θεό), δε μοιάζει με οτιδήποτε μπορεί να φανταστούμε ως άνθρωποι. Γι’ αυτό, το να λέμε ότι «ο Θεός γέννησε» και «έχει Υιό» δεν αποτελεί σε καμία περίπτωση «ύβρη» γι’ Αυτόν.

Αυτός λοιπόν «ο μονογενής υιός», βρίσκεται σε απόλυτη ενότητα με τον Πατέρα και «όλα όσα έχει ο Πατήρ» τα έχει και Εκείνος. Και εδώ τίθενται τα επόμενα ερωτήματα:

α) ποια είναι αυτά που έχει ο Πατήρ και τα έχει δώσει «όλα» στον Υιό;

β) υπάρχει κάτι που έχει ο Πατήρ και ο Υιός δεν το έχει;

Η απάντηση στο β προφανώς είναι αρνητική: αν υπήρχε κάτι που το έχει ο Πατήρ και δεν το έχει ο Υιός, ο Κύριος δεν θα έλεγε ότι έχει «όλα» όσα έχει ο Πατήρ. Αυτό και μόνο αρκεί για να αποδείξει ότι ο Υιός είναι Θεός όπως και ο Πατήρ –γι’ αυτό άλλωστε είναι και «ο» Κύριος (με άρθρο), λέξη, που, όπως είδαμε, χρησιμοποιείται στην Παλαιά Διαθήκη για να αποδώσει το όνομα Γιαχβέ, και γενικά ως τίτλος ταιριάζει μόνο στο Θεό.

Ας το δούμε όμως αναλυτικότερα, διερευνώντας το ερώτημα α.

Ο Πατήρ είναι πάνσοφος και παντοδύναμος. Ο Υιός είναι; Προφανώς, αφού ο Ίδιος είναι η Σοφία και η Δύναμις του Θεού (Α΄ Κορινθίους, 1, 24). Άρα ο Θεός είναι πάνσοφος και παντοδύναμος ως Πατήρ και Υιός.

Ο Πατήρ έχει ζωή μέσα Του και ζωοποιεί όποιους θέλει, και ο Υιός έχει ζωή μέσα Του και ζωοποιεί όποιους θέλει (Ιω. 5, 21. 25-26). Μάλιστα τους νεκρούς θα τους αναστήσει ο Υιός, όχι ο Πατήρ! (Ιω. 5, 25-26. 6, 39).

Ο Πατήρ είναι προαιώνιος, όμως δημιούργησε «τους αιώνες» (όπως και «τα πάντα») διά του Υιού (Εβρ. 1, 2), άρα και ο Υιός υπάρχει πριν τους αιώνες (πριν το χρόνο –«προ πάντων», Κολ. 1, 17), επομένως είναι επίσης προαιώνιος.

Αυτά, λοιπόν, που πιστεύουμε γι’ Αυτόν οι χριστιανοί, δεν τα βγάλαμε από το κεφάλι μας, αλλά τα πιστεύουμε (και μάλιστα αμετακίνητα), επειδή ο Ίδιος τα δίδαξε και τα έγραψαν οι άγιοι και αξιόπιστοι αυτόπτες μάρτυρες, οι μαθητές Του.

Ας δούμε μερικά μόνο από τα αμέτρητα σημεία, στα οποία στηρίζουμε αυτή την άποψη:

● Σε όλη την έκταση των Ευαγγελίων ο Ιησούς ονομάζει πάντοτε το Θεό «Πατέρα Του» και αρκετές φορές τον εαυτό Του «ο Υιός». Όπως είπαμε, είναι φανερό ότι, όταν ο Θεός ονομάζεται «ο Πατήρ» (χωρίς άλλο προσδιορισμό, χωρίς δηλαδή να αναφέρεται τίνος Πατήρ είναι), ονομάζεται έτσι διότι είναι Πατήρ του Υιού. Ο Ιησούς πάλι λέγεται «ο Υιός» (χωρίς άλλο προσδιορισμό), ως ο Υιός του Πατρός. Βλ. π.χ. Λουκ. 10, 22, Ιω. 5, 19-26, προς Εβραίους 1, 1 κ.λ.π.

● Ενώ είναι σαφές στην Παλαιά Διαθήκη ότι μόνο στο Θεό πρέπει να πιστεύουν οι άνθρωποι και μόνον Αυτόν να λατρεύουν, ο Ιησούς ζητάει πίστη στον εαυτό Του (π.χ. Ιω. 3, 29, και 9, 35-38) και δηλώνει ότι η τιμή προς Αυτόν πρέπει να είναι ίση με την τιμή προς τον Πατέρα (Ιω. 5, 23, «ίνα πάντες τιμώσι τον υιόν καθώς τιμώσι τον πατέρα»). Στο μεγάλο προφητικό όραμα της Αποκάλυψης, κεφ. 22, 3-4, οι πιστοί στη νέα Ιερουσαλήμ (στον παράδεισο) θα λατρεύουν εξίσου «τον Θεόν και το Αρνίον» (το Χριστό). Ανάλογη αναφορά δες και στο Αποκάλυψη, 5, 13. Ενδιαφέρον εδώ ότι ο Θεός και το Αρνίον (ο Χριστός) έχουν τον ίδιο θρόνο, κοινό και για τους Δυο, ενώ η Αποκάλυψη μιλάει γι’ Αυτούς σε ενικό αριθμό αντί για πληθυντικό (όπως και στα Αποκάλυψη, 11, 15. 20, 6).

● Επίσης, ο Χριστός πάντα δεχόταν να Τον προσκυνούν οι άνθρωποι (π.χ. Ματθ. 28, 9 και 17, Ιω. 9, 38, και 18, 6), ακόμη και τα κακά πνεύματα (Μάρκ. 5, 6), πράξη τιμής που πρέπει να αποδίδεται μόνο στο Θεό, σύμφωνα και την εντολή «Κύριον τον Θεόν σου προσκυνήσεις και αυτώ μόνο λατρεύσεις» (Ματθ. 4, 10).

● Στην Παλαιά Διαθήκη το όνομα του Θεού φέρει τη δύναμη του Θεού, όμως στην Καινή Διαθήκη την ιδιότητα αυτή την έχει το όνομα του Ιησού. Ο Ιησούς δίνει εξουσία να γίνουν παιδιά του Θεού εκείνοι που πιστεύουν στο όνομά Του, όχι «στο όνομα του Θεού» (Ιω. 1, 12). Όταν συγκεντρώνονται άνθρωποι «εις το όνομα του Ιησού», Εκείνος βρίσκεται ανάμεσά τους (Ματθ. 18, 20). Οι απόστολοι κάνουν θαύματα λέγοντας το όνομα του Ιησού (π.χ. Λουκ. 10, 17, Πράξ. 3, 6 και 16, 18). Το όνομα του Ιησού μπορεί να τελεί θαύματα, ακόμη και αν απλώς προφέρεται από ανθρώπους που δεν είναι «πιστοί Του» (Ιω. 9, 49-50). Κατά τον απόστολο Πέτρο, οι προφήτες μαρτυρούν ότι, διά του ονόματός Του, θα λάβει συγχώρηση των αμαρτιών κάθε ένας που πιστεύει σ’ Αυτόν (Πράξεις των αποστόλων 10, 43). Οι απόστολοι Βαρνάβας και Παύλος «παραδεδώκασι τας ψυχάς αυτών» (=διακινδύνευσαν τη ζωή τους) «υπέρ του ονόματος του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού» (Πράξ. 15, 26), ο δε Παύλος είναι έτοιμος να πεθάνει «υπέρ του ονόματος του Κυρίου Ιησού» (Πράξ. 21, 13).

● Ας σημειωθεί βέβαια ότι η επίκληση του ονόματος του Θεού είναι μια πρόσκληση στο Θεό να παρέμβει, δηλαδή μια προσευχή. Ομοίως, η επίκληση του ονόματος του Ιησού είναι μια πρόσκληση στον Ιησού να παρέμβει, δηλαδή μια προσευχή προς Αυτόν: «ό,τι αν αιτήσητε εν τω ονόματί μου, τούτο ποιήσω, ίνα δοξασθή ο πατήρ εν τω υιώ. εάν τι αιτήσητε εν τω ονόματί μου, εγώ ποιήσω» (Ιω. 14, 13-14). Αυτό είναι κάτι άλλο (προσευχή προς τον Ιησού) και άλλο το «ό,τι αν αιτήσητε τον πατέρα εν τω ονόματί μου, δω υμίν» του Ιω. 15, 16 (προσευχή προς τον Πατέρα).

Η αποστολική Εκκλησία είναι απόλυτα σίγουρο ότι προσευχόταν προς τον Ιησού. Ο άγιος Στέφανος Του ζήτησε να παραλάβει το πνεύμα του (Πράξ. 7, 59 –και στο στ. 60 λέει «Κύριε, μη στήσης αυτοίς την αμαρτίαν ταύτην», όπου αμέσως πριν έχει ονομάσει «Κύριο» τον Ιησού!), ο απόστολος Παύλος προσεύχεται σ’ Αυτόν στο Πράξ. 22, 17-21 (ακόμη κι αν υποθέσουμε ότι η προσευχή του αρχικά απευθυνόταν στον Πατέρα, όμως συνεχίστηκε ως επικοινωνία με τον Ιησού), ενώ άλλοτε Του ζήτησε να τον απαλλάξει από τον κακό άγγελο που τον τυραννούσε (Β΄ Κορινθίους, 12, 8-9 –ο Κύριος εκεί είναι ο Ιησούς, όπως φαίνεται από το στίχο 9). Ο απόστολος και προφήτης Ιωάννης Τον παρακάλεσε να έρθει γρήγορα (Αποκάλυψη, 22, 20). Ο απόστολος Πέτρος λέει στον Αινέα, τον παράλυτο της πόλης Λύδδα, «Αινέα, ιάται σε Ιησούς ο Χριστός» (σε θεραπεύει ο Ιησούς, ο Χριστός, Πράξ. 9, 34), άρα ο Ίδιος ο Χριστός, εκείνη τη στιγμή, παρενέβη από τον ουρανό και τέλεσε τη θεραπεία.

Η προσευχή προς τον Ιησού, ενώ βρίσκεται στον ουρανό, είναι ακριβώς το ίδιο με αυτό που έκαναν οι άνθρωποι που Του ζητούσαν βοήθεια όσο ζούσε στη γη (π.χ. Ματθ. 9, 27. 15, 22, Μάρκ. 3, 10. 9, 17-29. 5, 22-23, κ.α.). Όπως έκανε αμέτρητα θαύματα εδώ, έτσι κάνει και από τον ουρανό. Αφού Εκείνος υποσχέθηκε ότι θα βρίσκεται μαζί μας όλες τις ημέρες μέχρι τη συντέλεια του αιώνος (Ματθ. 28, 20), γιατί να μην προσευχόμαστε σ’ Αυτόν; Εξάλλου είναι σε συνεχή επικοινωνία μαζί μας, όπως αποδεικνύει το όραμα της Δαμασκού, το όραμα του Ανανία (Πράξ. 9, 17), η θεραπεία του Αινέα, το Ματθ. 18, 20 κ.λ.π.

● Ο Χριστός επίσης κατέχει τα «κλειδιά της βασιλείας των ουρανών» και την εξουσία να συγχωρεί αμαρτίες (Λουκ. 7, 48-50, κ.α.), εξουσία που ανήκει μόνο στο Θεό (βλ. π.χ. Ησαΐα 43, 24) –και είναι δικά Του, δεν τα διαχειρίζεται απλώς εξ ονόματος του Πατρός, γι’ αυτό και μπορεί να τα μεταβιβάσει στους μαθητές Του (Ματθ. 16, 19, και 18, 18). Ομοίως, τους μεταβιβάζει και την εξουσία να κάνουν θαύματα (Λουκ. 9, 1-6). Αυτό φανερώνει ότι τα θαύματά Του τα πραγματοποιεί με τη δική Του δύναμη και όχι «με την άδεια του Θεού», όπως φαίνεται να λέει στο ισλαμικό κοράνι. Ας σημειωθεί ότι ο Ιησούς διακηρύσσει ότι έχει «όλα όσα έχει και ο Πατέρας» (βλ. Ιω. 10, 30. 14, 9-11. 16, 15. 17, 10 και 17, 21) και μάλιστα ότι, όπως ο Πατέρας, έτσι κι Εκείνος μπορεί να δίνει ζωή (ανάστησε μάλιστα τρεις νεκρούς όσο ήταν στη γη), πράγμα που θα κάνει σε όλη του τη μεγαλοπρέπεια όταν θα αναστήσει όλους τους νεκρούς, για να κάνει ο Ίδιος την τελική κρίση και την κατάταξη των ανθρώπων στον παράδεισο και την κόλαση (Ματθ. 25, 31-46, Ιω. 5, 25 και 28).

● Στο Ματθ. 23, 34-38, ο Ιησούς λέει προς τους εκπροσώπους της εβραϊκής θρησκείας ορισμένα εκπληκτικά πράγματα. Στίχ. 34: «διά τούτο ιδού εγώ αποστέλλω προς υμάς προφήτας και σοφούς και γραμματείς, και εξ αυτών αποκτενείτε» (θα σκοτώσετε) «και σταυρώσετε, και εξ αυτών μαστιγώσετε εν ταις συναγωγαίς υμών και διώξετε από πόλεως εις πόλιν…» – στίχ. 37-38: «Ιερουσαλήμ, Ιερουσαλήμ, η αποκτείνουσα τους προφήτας και λιθοβολούσα τους απεσταλμενους προς αυτήν. ποσάκις ηθέλησα επισυναγαγείν τα τέκνα σου ον τρόπον επισυνάγει όρνις τα νοσσία εαυτής υπό τας πτέρυγας, και ουκ ηθελήσατε. ιδού αφίεται υμίν ο οίκος υμών έρημος».

Αυτά τα λόγια όμως ταιριάζουν μόνο στον Θεό. Η Παλαιά Διαθήκη είναι γεμάτη από τέτοια λόγια και είναι όλα δικά Του λόγια. Κατ’ αρχάς, μόνο Εκείνος λέει «ιδού εγώ» (π.χ. Ζαχαρίας 12, 2, Ιερεμίας 23, 2, Μαλαχίας 3, 22, κ.α.) και μόνον Εκείνος στέλνει τους προφήτες, ενώ εδώ ο Ιησούς λέει ότι θα τους στείλει ο Ίδιος. Και, κατά δεύτερον, τίθεται το ερώτημα: πότε ο Ιησούς προσπάθησε να μαζέψει το λαό της Ιερουσαλήμ «κάτω απ’ τα φτερά Του», όπως η όρνιθα τα πουλιά της (και μάλιστα τόσο πολλές φορές, ώστε να θεωρεί πλέον πως είναι μάταιος κόπος); Η μόνη πιθανή απάντηση σ’ αυτό είναι: σε όλη τη διάρκεια της εβραϊκής ιστορίας. Είναι ο Θεός.

Για όλους αυτούς τους λόγους θεωρούμε πως, όταν στην Καινή Διαθήκη ο Ιησούς χαρακτηρίζεται «Θεός», π.χ. Ιω. 1, 1, Ιω. 20, 28 [ο Θωμάς «είπεν αυτώ» (σ’ Αυτόν) «ο Κύριός μου και ο Θεός μου»] κ.ά., αυτό γίνεται με την απόλυτη και κυριολεκτική έννοια που έχει το όνομα αυτό στον Πατέρα – και, όταν χαρακτηρίζεται «ο Κύριος», το όνομα αυτό έχει την ίδια έννοια με το όμοιο «ο Κύριος» που αναφέρεται στο Θεό.

Τέτοιες αναφορές βλ. και σε άλλα σημεία, όπως τα Πράξ. 20, 28, Ρωμαίους, 9, 5, Εφεσ. 5, 5 («εν τη βασιλεία του Χριστού και Θεού»), Α΄ Τιμ. 3, 16, Τίτ. 1, 10 («την διδασκαλίαν του σωτήρος ημών Θεού» –ο Χριστός δίδαξε, όχι ο Πατήρ), Τίτ. 2, 13 («επιφάνειαν της δόξης του μεγάλου Θεού και σωτήρος ημών Ιησού Χριστού, ος έδωκεν εαυτόν υπέρ πάντων» –η επιφάνεια [εμφάνιση] θα είναι του Χριστού, όχι του Πατρός), Εβρ. 3, 4, Β΄ Πέτρ. 1, 1, Α΄ Ιω. 5, 20 κ.ά.

Ας σημειώσω ότι οι αδελφοί μας μουσουλμάνοι –και όλες οι αντιτριαδικές αιρέσεις– «ξεφεύγουν» από το ακαταμάχητο αυτό τεκμήριο της θεότητας του Χριστού (το ότι στην Κ.Δ. χαρακτηρίζεται «Θεός») με διάφορους τρόπους: είτε λέγοντας ότι «η λέξη Θεός δεν σημαίνει μόνο το Θεό αλλά και… δυνατός» (επιχείρημα των Μαρτύρων του Ιεχωβά), είτε απαξιώνοντας (αυθαίρετα) την αξιοπιστία των αγίων αποστόλων και συγγραφέων της Κ.Δ.. Ο μουσουλμάνος απολογητής Α. Ελντίν κάπου γράφει: «δείξτε μου ένα σημείο, όπου ο Χριστός να λέει για τον εαυτό του ότι είναι Θεός, κι εγώ θα γίνω χριστιανός». Κι όμως, ακόμη κι αν υπήρχε τέτοιο σημείο, αμέσως κάθε μουσουλμάνος απολογητής θα το απέρριπτε ως «ψεύδος, κατασκευασμένο από τους καινοδιαθηκικούς συγγραφείς».

Ας προσθέσω σε όλα τα παραπάνω τη μαρτυρία του αγίου αρχαγγέλου Γαβριήλ, ο οποίος παρέδωσε στους ανθρώπους, μέσω ενός αγιορείτη μοναχού, τους στίχους «Άξιον εστίν ως αληθώς, μακαρίζειν σε την Θεοτόκον, την αειμακάριστον και παναμώμητον και μητέρα του Θεού ημών», που ετέθησαν από τον ίδιο στην αρχή του «Μικρού μεγαλυναρίου» της Παναγίας και ψάλλονται πλέον, ήδη από τα βυζαντινά χρόνια, κατά τη θεία λειτουργία, τον παρακλητικό κανόνα προς την Παναγία και σε άλλες περιστάσεις. Αψευδείς μάρτυρες του θαύματος είναι η τοποθεσία «Εν τω άδειν» (=στο ψάλσιμο) μέσα στα δάση του Αγίου Όρους, εκεί όπου συνέβη το γεγονός, και η θαυματουργή εικόνα της Παναγίας «Άξιον εστί», μπροστά στην οποία ψάλθηκαν πρώτη φορά και μας παραδόθηκαν οι στίχοι. Η επέτειος του γεγονότος εορτάζεται στην Ορθόδοξη Εκκλησία κάθε χρόνο στις 11 Ιουνίου. Είναι αξιοσημείωτο ότι ο άγιος άγγελος χαρακτήρισε την Παναγία «Θεοτόκο» και «Μητέρα του Θεού ημών», αποδεχόμενος τους χαρακτηρισμούς που της αποδίδουμε οι χριστιανοί [βλ. λεπτομερή περιγραφή του θαύματος στο βιβλίο του αγίου Νικόδημου του Αγιορείτη Νέον Μαρτυρολόγιον, εκδ. Αστήρ, σελ. 294-295 (πρώτη έκδ. περί το 1800), ληφθείσα από χειρόγραφο του ιερομονάχου Σεραφείμ του Θυηπόλου, «Πρώτου» του Αγίου Όρους περί το 1550 μ.Χ.].

Η απελπισμένη απολογητική του Ισλάμ-6: Είναι η Βίβλος αξιόπιστη;

Οι ισλαμιστές έχουν ανάγκη από στοιχεία που να δείχνουν ότι η Αγία Γραφή είναι αναξιόπιστη, καθώς έρχεται σε πάρα πολλά σημεία σε πλήρη αντίθεση με τις διδασκαλίες του Κορανίου. Από τα πρώτα χρόνια δημιουργίας του Ισλάμ ισχυρίστηκαν ότι σε κάποια σημεία οι εβραϊκές και χριστιανικές γραφές, αν και ήταν θεόπνευστες, αργότερα υπέστησαν παραχάραξη και αλλοίωση, ώστε να υποστηρίξουν ότι οι γραφές αυτές ήταν σωστές μόνο στα σημεία που συμφωνούσαν με το Κοράνι και όλα τα υπόλοιπα ήταν πειραγμένα! Όμως στην προσπάθειά τους αυτή αντιμετωπίζουν τα εξής προβλήματα:

* η θέση και η επιδίωξη αυτή των ισλαμιστών είναι γνωστή και έτσι δεν μπορούν να θεωρηθούν αμερόληπτοι,

* η θέση δεν γίνεται ιδιαίτερα πιστευτή από αυτούς που δεν δέχονται τη θεοπνευστία του Κορανίου

* ακόμα κι αυτοί που δέχονται τη θεοπνευστία του Κορανίου, δηλ. οι μουσουλμάνοι, χρειάζονται εξίσου κάποια εξωμουσουλμανική υποστήριξη ώστε να αισθανθούν ότι στη θέση τους έχουν δίκιο, και δεν είναι οι μόνοι που υποστηρίζουν ότι οι εβραϊκές και χριστιανικές γραφές είναι αναξιόπιστες.

Γι’ αυτό οι ισλαμιστές χρειάζονται κάποιους «άθρησκους» κι ακόμα καλύτερα «χριστιανούς λογίους» που να υποστηρίζουν ότι είναι αναξιόπιστες οι εβραϊκές και χριστιανικές γραφές, ώστε να πουν «ορίστε, το λένε κι αυτοί που είναι επιστήμονες και χριστιανοί, άρα έχουμε δίκιο».

Στο άρθρο μας «Η απελπισμένη απολογητική του Ισλάμ-5: Ο “περικλυτός” Μουχάμμαντ που τον προφήτεψε ο Ιησούς!» είχαμε γράψει: «στο θέμα της κριτικής κειμένου της Αγίας Γραφής, θέμα το οποίο αναμασούν τακτικά όλοι οι απολογητές του Ισλάμ, θα αναφερθούμε σε αυτοτελές άρθρο». Το παρόν άρθρο φιλοδοξεί να καλύψει αυτό το θέμα, και μάλιστα τα σημεία που θέτει ο απολογητής του Ισλάμ Bassam Zawadi σε ένα άρθρο του με τίτλο, “Who Authored the New Testament”. Το άρθρο αυτό, που αθροιστικά περιέχει 42 επιχειρήματα με αμφιβολίες, για τον συγγραφέα κυρίως, διαφόρων βιβλίων της Κ.Δ. ο φίλος μας Άχμαντ Ελντίν δημοσιεύει (παραλλαγμένο) σε μετάφραση εδώ: http://islamforgreeks.org/2010/03/09/new-testament-unreliability-part-1/ με τον τίτλο «Η α(να)ξιοπιστία της Καινής Διαθήκης».
Κατ’ αρχήν πρέπει να παρατηρήσουμε ότι ήδη ο φίλος μας ο Άχμαντ έχει κάνει ένα λογικό άλμα, καθώς από το «ποιος έγραψε την Καινή Διαθήκη» που είναι ο τίτλος του αρχικού άρθρου του Zawadi, αυτός πήγε στο ότι «Η Καινή Διαθήκη είναι αναξιόπιστη». Κι εδώ πρέπει κάποιος να αναρωτηθεί: Το ότι δεν γνωρίζουμε ποιος έγραψε ένα βιβλίο (αν δεχτούμε φυσικά, ότι δεν γνωρίζουμε ποιος το έγραψε) εξυπακούεται ότι το βιβλίο είναι αναξιόπιστο ως προς το περιεχόμενό του; Όχι ασφαλώς. Πρόκειται για δυο άσχετα θέματα, τα οποία ο ισλαμιστής φίλος μας συνδέει μόνο και μόνο επειδή αυτό είναι το συμπέρασμα στο οποίο θέλει να μας οδηγήσει. Στη δική μας περίπτωση, όπως και στην κάθε περίπτωση αναγνώστη που γνωρίζει να διαβάζει με κριτική σκέψη κι όχι να καταπίνει αμάσητο ό,τι του σερβίρουν, έχει χάσει το παιχνίδι της προπαγάνδας.

Πρέπει ακόμη να πούμε ότι το άρθρο όπως το δημοσιεύει ο Άχμαντ Ελντίν έχει ήδη σχολιαστεί εύστοχα από τον θεολόγο Θ. Ρηγινιώτη ως εξής:

«Στο άρθρο σου http://islamforgreeks.org/2010/03/09/new-testament-unreliability-part-1/ έχεις συγκεντρώσει τις απόψεις από ένα σωρό αιρετικούς μελετητές, οι οποίοι εκφράζουν τις θεωρίες τους για την πατρότητα των βιβλίων της Καινής Διαθήκης, τις έχεις τιτλοφορήσει “κριτική αντιμετώπιση της ΚΔ” και τις προβάλλεις θριαμβευτικά ως επιστημονικά ορθές…
Θεωρείς δηλαδή ότι οι δυτικοί επιστήμονες του 19ου και 20ού αιώνα ξέρουν καλύτερα από τους χριστιανούς του 1ου, 2ου, 3ου αιώνα κ.τ.λ., οι οποίοι αποδέχτηκαν τα βιβλία της ΚΔ ως έργα των συγκεκριμένων συγγραφέων ΚΑΙ ως αυθεντικές πηγές της διδασκαλίας και της ζωής του Χριστού.
Ξεχνάς όμως να μας πεις πώς οι νεώτεροι αιρετικοί επιστήμονες “αποδεικνύουν” αυτά που υποστηρίζουν με τόσο σθένος. Για να δώσω ένα παράδειγμα, είναι εύκολο να πω ότι “πιθανόν” ο Λουκάς π.χ. να έγραψε τις Πράξεις, “πιθανόν και όχι” κ.τ.λ. Και πώς ορίζω το πιθανόν; Μέσα στο “πιθανόν” μπορώ να κλείσω ό,τι θέλω. Και: δεν μετράνε καθόλου οι αρχαίοι μελετητές, που ομόφωνα δέχτηκαν το Λουκά ως συγγραφέα των Πράξεων;» (Από Εδώ.)

«Ξεχνάς επίσης, αδελφέ, ότι αν η ΚΔ είναι τόσο αναξιόπιστη, αναιρείται ο χαρακτηρισμός των χριστιανών από το Κοράνι ως “Λαού της Βίβλου”. ΔΕΝ έχουν Βίβλο οι χριστιανοί, κατά τη γνώμη σου, αλλά ένα σωρό αναξιόπιστα χαρτιά. Πώς λοιπόν είναι “λαός της Βίβλου”; Βέβαια το Κοράνι δεν ήξερε τι θα γράφουν τον 20ό αιώνα οι δυτικές “αυθεντίες” που επικαλείσαι εσύ, αδελφέ…
Φυσικά, δεν αποδέχεσαι καμιά φιλολογική αυθεντία όταν πρόκειται για τη φιλολογική κριτική του Κορανίου και εύκολα κατέκρινες τις αναφορές του καθηγητή Θρησκειολογίας Αναστασίου Γιαννουλάτου (σήμερα επισκόπου Αλβανίας) για τη φιλολογική κριτική του Κορανίου, που δημοσιεύεται εδώ: http://www.oodegr.com/oode/islam/piges/koranio_genika_1.htm .
Κλείνω το παρόν μικρό σχόλιο με δύο παραπομπές για την πατρότητα και την αξιοπιστία των βιβλίων της ΚΔ:
1) http://www.johnsanidopoulos.com/2009/11/who-wrote-gospel-of-matthew.html (δε διαβάζω αγγλικά, ως γνωστόν, αλλά είδα τι λέει με βοήθεια),
2) http://www.oodegr.com/oode/grafi/kritiki/kritiki2.htm
Ευχαριστώ» (Από Εδώ.)

«ΥΓ. 1) Πρέπει να διευκρινίσω γιατί τονίζω ότι οι δυτικοί μελετητές είναι αιρετικοί. Διότι οι προτεστάντες (από τους οποίους ξεκίνησε η δήθεν «φιλολογική κριτική» της Βίβλου) ένιωσαν υποχρεωμένοι να ανακηρύξουν τα βιβλία της ΚΔ «ψευδεπίγραφα» και «μεταγενέστερα» των αποστόλων, γιατί αλλιώς θα έπρεπε να παραδεχτούν ότι η πρώτη Εκκλησία είχε θεία λειτουργία και κληρικούς, ενώ ο προτεσταντισμός, (για λόγους αντίθεσης προς τον παπισμό) υποστηρίζει το αντίθετο. Αυτό και όχι κάποιο «επιστημονικό» κριτήριο προκάλεσε τις απόψεις που παρατίθενται, οι δε ρωμαιοκαθολικοί, αλλά και ορθόδοξοι, μελετητές που υποστηρίζουν τα ίδια, δεν είναι παρά πιστοί μαθητές των προτεσταντών.
2) Ξεχνάς όμως (σκόπιμα), αδελφέ μου Άχμεντ, ότι η χριστιανική πίστη και θεολογία ΔΕΝ πηγάζει από τη Βίβλο, αλλά από την άμεση αποκάλυψη του Θεού στους αγίους όλων των εποχών. Η αποκάλυψη αυτή είναι απόλυτα ελεγμένη και διαπιστωμένη ως αυθεντική φανέρωση του Τριαδικού Θεού εν Χριστώ και όχι φαντασία ή π.χ. παγίδα του διαβόλου [έλεγχος που λείπει τραγικά από το Ισλάμ, το οποίο αφελώς υποστηρίζει –όπως μου έχεις γράψει– ότι «δεν υπάρχουν» τέτοιου είδους δαιμονικές πλάνες (αν όμως δεν υπάρχουν, τότε θα πρέπει να δεχτείς και την επικοινωνία του Θεού με τους αποστόλους στις Πράξεις των αποστόλων ως γνήσιες αποκαλύψεις του Θεού εν Χριστώ)].
Η ΚΔ καταγράφει απλώς το προφορικό κήρυγμα του Χριστού και των αγίων αποστόλων Του. Όποιοι κι αν την έγραψαν, όποτε κι αν την έγραψαν, δεν αλλάζει το γεγονός ότι αυτά έλεγε ο Χριστός και οι μαθητές Του. Αλλιώς, ας εμφανιστούν άλλες ιστορικές πηγές που να λένε ότι το κήρυγμα του Ιησού και των αποστόλων ήταν «κάτι άλλο» (και τέτοιες πηγές δεν είναι τα απόκρυφα ευαγγέλια, εκτός αν προτιμάτε τις μυθολογίες του γνωστικισμού περί «Αιώνων», Καλού και Κακού Θεού κ.τ.λ.). Όταν γράφτηκε η ΚΔ είχε ΗΔΗ διαμορφωθεί ο χριστιανισμός και υπήρχαν ΗΔΗ άνθρωποι σε κατάσταση θέωσης (άγιοι). Αυτοί είναι και οι πραγματικοί (και μόνοι) διδάσκαλοι του χριστιανισμού. Αυτοί, ήδη από το 2ο αι. μ.Χ., αναγνώρισαν τα βιβλία της ΚΔ ως γνήσια έργα των αποστόλων. Αρχικά τα ευαγγέλια και κάποιες επιστολές του Παύλου, γιατί δεν ήταν διαδεδομένες όλες οι επιστολές των αποστόλων σε όλες τις τοπικές Εκκλησίες. Σιγά σιγά, καθώς οι επιστολές αντιγράφονταν και εξαπλώνονταν, σχηματίστηκε ο κανόνας της ΚΔ που έχουμε. Πρώτη τέτοια συλλογή έγινε τα χρόνια του αγ. Ειρηναίου Λυών (μετά το 150 μ.Χ.), ενάντια στην αιρετική συλλογή του Μαρκίωνα, που πίστευε ότι ο Χριστός είχε έρθει άσαρκος, ως καθαρό πνεύμα, και είχε αφαιρέσει από την ΚΔ όλα τα σημεία που αποδείκνυαν ότι ήταν αληθινός άνθρωπος.
Για περισσότερες πληροφορίες παραπέμπω στο βιβλίο μου (που έχεις) «Τα απόκρυφα ευαγγέλια και ο σχηματισμός της ΚΔ» (εκδ. Πύρρα) και στο σχετικό άρθρο μου στην ΟΟΔΕ: http://www.oodegr.com/oode/grafi/apokryfa/apokr_evaggelia1.htm. Σημειωτέον μόνον ότι τώρα έχω μια παρατήρηση: δεν είναι απόκρυφα ευαγγέλια τα χαρακτηριζόμενα ως «ορθόδοξα απόκρυφα», όπως π.χ. το Πρωτευαγγέλιο του Ιακώβου. Είναι πρωτοχριστιανικά βιβλία, άλλα περισσότερο κι άλλα λιγότερο αληθινά, που συγκεντρώνουν πληροφορίες για τα πρόσωπα και γεγονότα της ΚΔ που λείπουν από τη Βίβλο (το Κοράνι έχει πάρει πολλές πληροφορίες από αυτά).
Ευχαριστώ…» (Από Εδώ.)

Σχολιασμός λοιπόν υπάρχει, και μάλιστα εμπεριστατωμένος. Εμείς σκεφτήκαμε να κάνουμε κάτι διαφορετικό: Επειδή γνωρίζουμε καλά ότι μεταξύ των μελετητών της Αγίας Γραφής, ακόμη και στον προτεσταντικό χώρο, οι απόψεις ότι η Αγία Γραφή είναι αξιόπιστη και οι συγγραφείς της γνωστοί υπερτερούν αριθμητικά και ποιοτικά από τις απόψεις ότι είναι αναξιόπιστη και οι συγγραφείς της άγνωστοι, αποφασίσαμε να συγκεντρώσουμε απόψεις υπέρ της αξιοπιστίας της Αγίας Γραφής και να τις παρουσιάσουμε. Είναι πολύ πιο εύκολο να βρει κανείς απόψεις υπέρ της αξιοπιστίας της Α.Γ. παρά εναντίον της, και λυπόμαστε τον καημένο τον Zawadi που πρέπει να έψαξε με μανία μέχρι να συγκεντρώσει τις 42 γνώμες που μας επιδεικνύει, και οι οποίες ανήκουν στους εξής 15:

Raymond Brown
R.T France
Bruce Metzger
Lee Martin McDonald
Stanley E. Porter
Martin Hengel
Michael Green
Leon Morris
Colin G. Kruse
Craig L. Blomberg
Τομ Ράιτ
John Drane
Ben Witherington
J. N. D. Kelly
Richard Bauckham

Επίσης, για να μην μακρυγορούμε με τους αναπόδεικτους ισχυρισμούς του κάθε «κριτικού», αποφασίσαμε να παρουσιάσουμε έναν κατάλογο από επιχειρήματα που δεν μπορούν να γίνουν δεκτά, και τα οποία είναι τα εξής:

* Δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη ως αμφιβολία πατρότητας, το γεγονός ότι ένα κείμενο γράφεται με υπόδειξη του παραδοσιακού συγγραφέα. Εάν οι επιστολές της αιχμαλωσίας γράφτηκαν με υπόδειξη και έλεγχο από τον Παύλο επειδή οι συνθήκες της φυλακής δεν του επέτρεπαν να τις γράψει ο ίδιος, τότε είναι Παύλειες. Αν το «Κατά Ιωάννη ευαγγέλιο» είχε γραφτεί από έναν στενό μαθητή του Ιωάννη υπό τις οδηγίες του αποστόλου (όπως γράφει ο Green, άποψη η οποία χρησιμοποιείται κατά της αξιοπιστίας της Α.Γ.), τότε είναι του Ιωάννη.

* Επιχειρήματα του στυλ: «όλες οι παραδόσεις για το ποιος έγραψε κάτι, είναι από τη μετέπειτα ζωή της εκκλησίας» (Ράιτ), δεν λένε τίποτα. Αυτό είναι σχεδόν δεδομένο σε πάρα πολλές περιπτώσεις κειμένων ή ιστορικών μαρτυριών γενικότερα. Υπάρχουν πολλά ιστορικά γεγονότα και πρόσωπα που η (γραπτή) μαρτυρία που έχουμε γι’ αυτά μπορεί να έρχεται 2 ή 3 αιώνες μετά. Για παράδειγμα ο Αλκιμένης, ήταν ένας τραγικός ποιητής από τα Μέγαρα, που αναφέρεται μόνο από το λεξικό της Σούδας και πολλούς αιώνες μετά. Επίσης, ο Ανδροσθένης, ήταν ένας Αθηναίος ανδριαντοποιός του τέλους του 3ου π.Χ. αιώνα και αναφέρεται μόνο από τον Παυσανία 5 αιώνες μετά. Θα αμφισβητήσουμε όλους αυτούς επειδή δεν έχουν διασωθεί γραπτές μαρτυρίες της εποχής τους;

* Επίσης το να λέμε: «Το ίδιο το βιβλίο είναι ανώνυμο, και δεν κάνει καμία δήλωση σχετικά με το συντάκτη του» (Drane), δεν σημαίνει τίποτε, καθώς ακόμη και να έλεγε ποιος ήταν ο συγγραφέας θα μπορούσε να μην είναι αλήθεια.

* Επιχείρημα ανάξιο λόγου είναι επίσης ότι: «στο τέλος αποκλίνουσες απόψεις, θα συνεχίζουν να υπάρχουν» (Morris). Η απόλυτη ομοφωνία για όλες τις λεπτομέρειες και τα ζητήματα που προκύπτουν επάνω σε θέματα ιστορίας είναι κάτι εντελώς απίθανο έτσι ή αλλιώς. Αυτό έλειπε να μείνουμε σε αυτό, περιμένοντας απόλυτες ομοφωνίες.

* Επίσης όταν ο συγγραφέας δεν παίρνει σαφή θέση και λέει απλά: «Πολλοί συντηρητικοί λόγιοι υποστήριξαν» (Kelly), δεν υπάρχει τρόπος να μετρηθεί αυτή η ασαφής τοποθέτηση.

* Επιπροσθέτως, η χρήση της λέξης «πιθανόν» θα θεωρηθεί νορμάλ/κανονική αφού μιλάμε για ιστορικά δεδομένα: π.χ. Για τον Martin Hengel είναι «πιθανόν» ότι ο συντάκτης του ευαγγελίου του Μάρκου, ήταν ένας σύντροφος και διερμηνέας του Πέτρου. Για να φανεί η σημασία αυτής της λέξης, ας υποθέσουμε ότι έγραφε: «Δεν είναι πιθανόν» ή «Δεν είναι τόσο/πολύ πιθανόν να είναι ο συγγραφέας σύντροφος και διερμηνέας του Πέτρου». Στην περίπτωση αυτή θα ήταν υπερβολή να πιαστούμε από τη λέξη «πιθανόν» και να πούμε ότι έπρεπε να λέει «αποκλείεται» για να την εκλάβουμε αρνητικά.

Ας προχωρήσουμε τώρα στα επιχειρήματα κατά της αξιοπιστίας της Α.Γ. ανά βιβλίο. Καταρχάς, αναλύσαμε όλο το άρθρο του απολογητή του Ισλάμ και κάναμε κατόπιν μια κατάταξη των επιχειρημάτων του κατά της αξιοπιστίας της Κ.Δ. ανά βιβλίο, ώστε να γίνει με συστηματικό τρόπο η αναίρεσή τους.
Στο σχήμα της απάντησης που ακολουθεί, βάλαμε τα επιχειρήματα με τη σειρά που έχουν τα βιβλία της Κ.Δ. στον Κανόνα. Είναι φανερό ότι τα περισσότερα επιχειρήματα αφορούν αμφιβολίες για την αυθεντικότητα του συγγραφέα των βιβλίων.
Μια διατύπωση με τη μορφή: «ΚΑΤΑ Χ 2 (Metzger, Kruse)»
σημαίνει ότι ο απολογητής του Ισλάμ παραθέτει απόψεις ΔΥΟ λογίων κατά κάποιου βιβλίου της Κ.Δ. και τα ονόματά τους είναι αυτά στην παρένθεση.
Από κάτω ακολουθεί πάντα η απάντησή μας με τη μορφή (π.χ.): «ΥΠΕΡ Χ 6»
το οποίο σημαίνει ότι εμείς απαντάμε ΥΠΕΡ της αυθεντικότητας κάποιου βιβλίου της Κ.Δ. με απόψεις ΕΞΙ λογίων κ.ο.κ.


1) -=Κ.Δ. 1=- ‘Κατά Ματθαίον’:
Αμφιβολίες για συγγραφέα.
ΚΑΤΑ Χ 6 (Bauckham, Witherington, Green, Metzger, Porter & McDonald, Hengel).

ΥΠΕΡ Χ 8

Χρησιμοποιούμε δύο μαρτυρίες ΥΠΕΡ της αυθεντικότητας του Ματθαίου, που μας έδωσε (άθελά του;) ο μουσουλμάνος απολογητής:

1. Kruse: «για τον απόστολο Ματθαίο ως συγγραφέα…δεν υπάρχει ένας ιδιαίτερα έγκυρος λόγος για να αρνηθούμε αυτή την παράδοση της παλαιάς εκκλησίας».

2. Blomberg: «τα αποδεικτικά στοιχεία που εξετάστηκαν μέχρι σήμερα («Δομή», «Θεολογία», κλπ) επιτρέπουν τη συγγραφή από τον απόστολο Ματθαίο».

Επιπλέον:

3. Δεν υπήρχε λόγος να αποδώση η παράδοσις το πρώτον Ευαγγέλιον εις τον Απόστολον Ματθαίον και όχι εις άλλον Απόστολον. Τούτο ήτο η πραγματικότης. Αν υποθέσωμεν ότι το Ευαγγέλιον προήλθεν εκ πλαστογράφου, ούτος θα εξέλεγεν ένα περισσότερον περίοπτον Απόστολον […] Όλοι οι μάρτυρες ούτοι συμφωνούν εις το να αποδίδουν ρητώς το πρώτον Ευαγγέλιον εις τον Απόστολον Ματθαίον.
Κατά Ματθαίον‘, ΘΗΕ, τόμ. 8 (1966), στ. 824.

4. Κατά Ματθαίον: αν και σε κανένα σημείο το ίδιο το βιβλίο δεν λέει ποιος το έγραψε, η παράδοση το αποδίδει άμεσα ή έμμεσα στον Απόστολο Ματθαίο, και ο παραδοσιακός τίτλος στο ελληνικό κείμενο το καλεί Ευαγγέλιό του […] «σύμφωνα με τον» είναι μια καλύτερη μετάφραση. Είναι δυνατόν να πούμε «όπως το έγραψε ο Ματθαίος,» έτσι ώστε ο πλήρης τίτλος του βιβλίου να είναι «Τα καλά νέα για τον Ιησού Χριστό όπως τα έγραψε ο Ματθαίος » ή » Τα καλά νέα, όπως τα έγραψε ο Ματθαίος » (σελ. 5). Newman, B. M., & Stine, P. C., A handbook on the Gospel of Matthew, UBS handbook series, New York: United Bible Societies 1988.[1]

5. Επειδή λοιπόν δεν είναι απολύτως τεκμηριωμένα και πειστικά τα επιχειρήματα της σύγχρονης κριτικής, πρέπει να επιμείνουμε στην αρχαία εκκλησιαστική παράδοση και να θεωρήσουμε το σημερινό κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο ως επεξεργασία (όχι απλή μετάφραση) ενός αρχικού εβραϊκού πρωτοτύπου από τον ευαγγελιστή Ματθαίο […] Αν δεχθούμε την άποψη της σύγχρονης έρευνας, ότι το κατά Ματθαίον οφείλεται σε κάποιον ψευδώνυμο συγγραφέα ή παραχαράκτη, είναι απίθανο αυτός να επέλεγε κάποιον σχεδόν άγνωστο μαθητή του Κυρίου, όπως ήταν ο Ματθαίος, για να προσδώσει κύρος στο βιβλίο του.
Παναγόπουλος Ιωάννης, ‘Εισαγωγή στην Καινή Διαθήκη’, Ακρίτας, Αθήνα 1994, σελ. 71

6. Είναι πιθανό ότι το 10:3 είναι μια νύξη για την συγγραφή από τον Ματθαίο. Προσθέτει το «φοροσυλλέκτης» μετά από το όνομά του. Αυτό το αυτομειωτικό σχόλιο δεν βρίσκεται στο κατά Μάρκον. Επίσης ο Ματθαίος δεν ήταν γνωστό πρόσωπο στην Κ.Δ. ή στην πρώτη εκκλησία. Γιατί να έχει αναπτυχθεί τόσο μεγάλη παράδοση γύρω από το όνομά του και το πρώτο αυτό αποστολικό Ευαγγέλιο [αν δεν είναι πραγματικά αυτός ο συγγραφέας]; Utley, R. J. D., New Testament Survey: MatthewRevelation, Marshall, Texas: Bible Lessons International 2001.[2]
7. Ο Ματθαίος ήταν ιδιαίτερα μετριόφρων όταν έγραψε τη διήγηση του ευαγγελίου του […] Γνωρίζουμε την πατρότητα του, διότι το όνομά του συνδέεται με όλα τα αρχαία αντίγραφα των χειρογράφων και επειδή οι πρώτοι Πατέρες της Εκκλησίας βεβαιώνουν ομόφωνα ότι αυτός είναι ο συγγραφέας του βιβλίου. Είναι προφανές από το ίδιο το κείμενο ότι ο Ματθαίος έγραψε αυτό το ευαγγέλιο πριν από την καταστροφή της Ιερουσαλήμ και του Ναού το 70 μ.Χ. (βλ. Εισαγωγή > Πατρότητα συγγράματος). MacArthur, J., Matthew, Chicago: Moody Press. [3]
8. Δυνάμεθα να είπωμεν ότι ολόκληρος η αρχαία εκκλησιαστική παράδοσις εθεώρει το κατά Ματθαίον ως έργον του εκ των Δώδεκα μαθητών του Ιησού Ματθαίου […] Το γεγονός ότι ο Ματθαίος, εις εκ των Δώδεκα μαθητών και επομένως αυτόπτης και αυτήκοος μάρτυς του Ιησού Χριστού και του έργου του, εχρησιμοποίησε, κατά την τελικήν (σημερινήν) επεξεργασίαν του Ευαγγελίου του, και το κατά Μάρκον Εύαγγέλιον, δεν είναι μειωτικόν δι’ αυτόν […] δεδομένου ότι ενωρίτατα η ευαγγελική παράδοσις ήρχισε να λαμβάνη τυποποιημένην μορφήν, πράγμα το οποίον επωφελήθη ο Ματθαίος.
Βούλγαρης Σπ. Χρήστος, ‘Εισαγωγή Εις την Καινήν Διαθήκην’, τόμ. Α΄, Αθήνα 2003, σελ. 134-135.

2) -=Κ.Δ. 3=- ‘Κατά Λουκάν’:
Αμφιβολίες για συγγραφέα.
ΚΑΤΑ Χ 2 (McDonald & Porter)

ΥΠΕΡ Χ 4

1. Ούτε το κατά Λουκάν ούτε οι Πράξεις των Αποστόλων κατονομάζουν τον συντάκτη αυτών των δύο τόμων, αλλά οι πληροφορίες από αυτά τα βιβλία και μερικά εξωτερικά ιστορικά στοιχεία μας βοηθούν να καθορίσουμε τον συγγραφέα και το υπόβαθρό του [..] Αυτό το φυλετικό παρασκήνιο είναι σημαντικό επειδή καθιστά τον Λουκά το μόνο μη-Εβραίο συντάκτη της Καινής Διαθήκης. Bock, D. L., The IVP New Testament commentary series: Luke (Lk 1:1). Downers Grove, Ill.: InterVarsity Press 1994.[4]

2. Ο συγραφέας του τρίτου Ευαγγελίου είναι ο συγγραφέας των Πράξεων. Αυτή η θέση είναι τόσο γενικά αποδεκτή από τους κριτικούς όλων των σχολών που δεν χρειάζεται να δαπανηθεί πολύς χρόνος συζητώντας την (σελ. xi) […] Θα ήταν χάσιμο χρόνου να αναφέρω περισσότερα στοιχεία. Είναι προφανές ότι σε όλα τα σημεία του χριστιανικού κόσμου το τρίτο Ευαγγέλιο είχε αναγνωριστεί ως έγκυρο, πριν τα μέσα του δεύτερου αιώνα, και ότι γενικώς πιστευόταν ότι ήταν έργο του αγ. Λουκά. Κανείς δεν μιλάει με αμφιβολία ως προς αυτό το σημείο […] Με αυτό το μεγάλο σώμα ιστορικών αποδεικτικών στοιχείων υπέρ του αγ. Λουκά μπροστά μας, το οποίο επιβεβαιώνεται από τις ιατρικές εκφράσεις και στα δύο βιβλία, είναι μάταιο να αναζητούμε έναν άλλο σύντροφο του αγ . Παύλου ο οποίος θα μπορούσε να είναι ο συγγραφέας (σελ. xvi). Plummer, A., A critical and exegetical commentary on the Gospel According to S. Luke, London: T&T Clark International 1896.[5]

3. Εν συντομία, η καλύτερη υπόθεση είναι ακόμη ότι το ευαγγέλιο γράφτηκε από τον Λουκά (σελ. 34). Marshall, I. H., The Gospel of Luke: A commentary on the Greek text, The New international Greek testament commentary, Paternoster Press 1978.[6]

4. Οι παλαιότερες παραδόσεις της Εκκλησίας […] όλες μαρτυρούν ότι ο συγγραφέας του τρίτου ευαγγελίου είναι ο ίδιος με τον συγγραφέα των Πράξεων, κι ότι το πρόσωπο αυτό ήταν ο αγ. Λουκάς […] η χρήση του πρώτου πληθυντικού προσώπου (σελ. xv) […] δείχνει ότι ο συγγραφέας, ο αγ. Λουκάς, είχε και πάλι συμπράξει με τον απ. Παύλο (σελ. xvii).  The Pulpit Commentary: St. Luke (H. D. M. Spence-Jones, Ed.), Bellingham, WA: Logos Research Systems, Inc 2004[7]

3) -=Κ.Δ. 4=- ‘Κατά Ιωάννην‘:
α) Αμφιβολίες για συγγραφέα.
ΚΑΤΑ Χ 2 (Green, Ράιτ)

β) Αμφιβολίες για ΕΝΑΝ συγγραφέα (έγιναν μεταγενέστερες προσθήκες).
ΚΑΤΑ Χ 2 (Metzger, Kruse)

ΥΠΕΡ Χ 6 υπέρ και της αυθεντικότητας και υπέρ του ενός συγγραφέα

1. Όσον αφορά, συνεπώς, τα  υπό εξέταση εσωτερικά έμμεσα αποδεικτικά στοιχεία, το συμπέρασμα προς το οποίο συγκλίνουν όλες οι γραμμές της έρευνας παραμένει ακλόνητο, ότι το τέταρτο Ευαγγέλιο γράφτηκε από έναν Παλαιστίνιο Εβραίο, από έναν αυτόπτη μάρτυρα, από τον μαθητή τον οποίον αγαπούσε ο Ιησούς, από τον Ιωάννη τον γιο του Ζεβεδαίου (σελ. xxv) […] δεν υπάρχει, εκτός από μια αμφισβητήσιμη εξαίρεση, οποιαδήποτε θετική ένδειξη ότι υπήρχε ποτέ αμφιβολία για την αυθεντικότητα του βιβλίου (σελ. xxxii). The Gospel according to St. John (B. F. Westcott & A. Westcott, Ed.), London: J. Murray 1908.[8]

2. Παρόλο που δεν μπορούμε να αποδείξουμε πέραν πάσης αμφιβολίας ότι ο απόστολος Ιωάννης ήταν ο συγγραφέας, μπορούμε να πούμε ότι υπάρχουν περισσότεροι λόγοι για να εμμείνουμε στην άποψη αυτή από ό, τι σε οποιαδήποτε άλλη (σελ. 1180).
Elwell, W. A., & Beitzel, B. J., Baker encyclopedia of the Bible, Grand Rapids, Mich.: Baker Book House 1988.[9]

3. Η γνησιότητα του Ευαγγελίου αυτού, δηλαδή, το γεγονός ότι ο απόστολος Ιωάννης ήταν ο συγγραφέας του, είναι πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Στη σύγχρονη εποχή, περίπου από το 1820, έχουν γίνει πολλές προσπάθειες να αμφισβητηθεί η γνησιότητα του, αλλά χωρίς επιτυχία. λήμμα «John, Gospel of«, Easton, M., Eastons Bible dictionary, Oak Harbor, WA: Logos Research Systems, Inc. 1996[10]

4. Σύμφωνα με την παράδοση της αρχαίας Εκκλησίας, το τέταρτο ευαγγέλιο γράφτηκε από τον απόστολο Ιωάννη, τον γιο του Ζεβεδαίου. Παρά το γεγονός ότι το έργο δεν αναφέρει ονομαστικά τον Ιωάννη (ίσως από μετριοφροσύνη), αρκετά εσωτερικά αποδεικτικά στοιχεία υποστηρίζουν ή τουλάχιστον προτείνουν την πατρότητα της συγγραφής (σελ. 589). λήμμα: JOHN, GOSPEL OF, Myers, A. C., The Eerdmans Bible dictionary, Grand Rapids, Mich.: Eerdmans 1987.[11]

5. Πιθανώς δεν θα υπάρξει ποτέ πλήρης συμφωνία σχετικά με την πατρότητα της συγγραφής. Αλλά όταν η απόλυτη βεβαιότητα είναι ανέφικτη πρέπει να επιλέξουμε με βάση τις πιθανότητες. Στην περίπτωση αυτή, τα αποδεικτικά στοιχεία είναι πολύ περισσότερα υπέρ του αποστόλου Ιωάννη από ό, τι εις βάρος του, και δεν υπάρχει άλλος υποψήφιος που έστω να εμφανίζεται ως πιθανός. Άρα θα πρέπει να αποδεχθούμε τον Ιωάννη ως τον συγγραφέα (τόμ. 2, σελ. 1100).
Bromiley, G. W., The International Standard Bible Encyclopedia (Revised), Wm. B. Eerdmans 1988.[12]

6. Ενώπιον προβλημάτων όπως αυτά, πολλοί κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι, ενώ ο Ιωάννης μπορεί να παρείχε ένα μεγάλο μέρος του υλικού του Ευαγγελίου, ένας άλλος – πιθανώς ένας από τους στενούς μαθητές του – το έγραψε στην πραγματικότητα. Αλλά μπορούμε ακόμη να υποστηρίζουμε ότι η συγγραφή είναι του Ιωάννη, δεδομένου ότι δεν έχει εγερθεί κανένα αποφασιστικό επιχείρημα εναντίον της, και δεν έχει προσφερθεί καμιά ικανοποιητική εναλλακτική λύση. λήμμα: JOHN, GOSPEL OF, Pfeiffer, C. F., Vos, H. F., & Rea, J., The Wycliffe Bible Encyclopedia, Moody Press 1975.[13]
4) -=Κ.Δ. 5=- ‘Πράξεις των Αποστόλων’:
Αμφιβολίες για συγγραφέα.
ΚΑΤΑ Χ 2 (McDonald & Porter)

ΥΠΕΡ Χ4
1. Η εκκλησιαστική παράδοση μαρτυρεί συνεχώς από το δεύτερο αιώνα και μετά ότι ο συγγραφέας είναι ο Λουκάς ο αγαπημένος γιατρός […] Αυτός ο προσδιορισμός ταυτότητας εξηγεί καλύτερα όλα τα στοιχεία της Καινής Διαθήκης. Larkin, W. J., Briscoe, D. S., & Robinson, H. W., The IVP New Testament commentary series Vol. 5: Acts (Acts 1:1), Downers, Ill., USA: InterVarsity Press 1995.[14]

2. Η θέση αυτού του σχολιολογίου είναι ότι η παραδοσιακή άποψη του Λουκά ως δημιουργού και των δύο τόμων είναι περισσότερο αποδεκτή από οποιαδήποτε από τις εναλλακτικές εξηγήσεις (σελ. 18).
Faw, C. E., Believers church Bible commentary: Acts, Scottdale, PA: Herald Press 1993.[15]

3. Ότι συγγραφέας των Πράξεων είναι ο Λουκάς φαίνεται, κατά την επιχειρηματολογία που επικράτησε στη σύγχρονη έρευνα, από τα λεγόμενα «ημείς-εδάφια» […] Αυτόν δέχεται ως συγγραφέα τόσο η αρχαία εκκλησιαστική παράδοση […] όσο και η νεότερη ερευνά…
Καραβιδόπουλος Δ. Ιωάννης, ‘Εισαγωγή Στην Καινή Διαθήκη’, 2η έκδ., Πουρναράς, Θεσσαλονίκη 1998, σελ. 246

4. Η παραδοσιακή άποψη ότι στον Λουκά ανήκει η πατρότητα της συγγραφής θεωρείται δεδομένη σε ολόκληρο αυτό το σχολιολόγιο (σελ. 27).
Polhill, J. B., The New American Commentary Vol. 26: Acts, Nashville: Broadman & Holman Publishers 1992.[16]

5 =Κ.Δ. 10=- ‘Προς Εφεσίους’:

Αμφιβολίες για συγγραφέα.
ΚΑΤΑ Χ 1 (Brown)

ΥΠΕΡ Χ 3
1. Έχει αποδειχθεί, κατά συνέπεια, ότι μόλις η εκκλησία άρχισε να αποδίδει τα συγγράμματα της Καινής Διαθήκης σε ορισμένους συγγραφείς κατονόμασε «ομόφωνα» τον Παύλο ως συγγραφέα της προς Εφεσίους. Δεν υπήρχε καμία αμφιβολία ή διαφωνία. Αυτή η συγκεκριμένη απόδοση, ξεκίνησε το τελευταίο μέρος του δεύτερου αιώνα. Αλλά ακόμη και νωρίτερα από τότε, η ύπαρξη της επιστολής και η υψηλή τιμή με την οποία τη συνέδεσε η εκκλησία, ως εμπνευσμένη Γραφή ήταν αναγνωρισμένη παντού. Δεν υπάρχει κανένας λόγος να αποκλίνουμε από τις παραδοσιακές αυτές πεποιθήσεις (σελ. 56). Hendriksen, W., & Kistemaker, S. J., Vol. 7: New Testament commentary: Exposition of Ephesians, Grand Rapids: Baker Book House 1995 (c1967)[17]

2. Ο Απόστολος Παύλος έχει οριστεί ως ο συγγραφέας της ίδιας της επιστολής, όχι μόνο στην προσφώνηση (1:1), αλλά και στο σώμα της επιστολής (2:1) […] Η μαρτυρία της αρχαίας εκκλησίας δείχνει χωρίς εξαίρεση την Επιστολή προς Εφεσίους ως Επιστολή του Αποστόλου Παύλου […] Ο Renan ονομάζει αυτό Επιστολή «αμφίβολη» […] [αλλά] Οι αντιρρήσεις έχουν αντικρουστεί τόσο ορθά και τόσο πλήρως ώστε δεν μπορούν πλέον να θεωρούνται ότι αξίζουν σοβαρή προσοχή»(σελ. 9-10). KARL BRAUNE, D. D., THE EPISTLE OF PAUL TO THE EPHESIANS, Bellingham, WA: Logos Research Systems, Inc., 2008 [18]

3. Η γνησιότητα και αυθεντικότητα δεν επιδέχεται καμία εύλογη αμφιβολία. Οι μαρτυρίες της πρώιμης Εκκλησίας είναι ασυνήθιστα ισχυρές και επίμονες […] και δεν έχουν ποτέ αμφισβητηθεί έως τα σχετικώς τελευταία χρόνια. Οι αντιρρήσεις είναι καθαρά υποκειμενικού χαρακτήρα, κατά κύριο λόγο στηρίζονται σε φαντασιακές αδυναμίες στο στυλ ή εξίσου φανταστικές αναφορές στον πρώιμο Γνωστικισμό, και έχουν αντικρουστεί τόσο ορθά και τόσο πλήρως ώστε δεν μπορεί πλέον να θεωρηθεί ότι αξίζουν σοβαρή προσοχή (σελ. xvi). Ellicott, C. J., St. Paul’s Epistle to the Ephesians, Bellingham, WA: Logos Research Systems, Inc., 2008 [19]

6 =Κ.Δ. 12=- ‘Προς Κολοσσαείς’:

Αμφιβολίες για συγγραφέα.

ΚΑΤΑ Χ 1 (Brown)

ΥΠΕΡ Χ 4

1. Η μαρτυρία υπέρ της πατρότητας του Παύλου είναι ως εκ τούτου, συντριπτική. Οι μαρτυρίες, τόσο εσωτερικές όσο και εξωτερικές, δεν φτάνουν παρά σε ένα συμπέρασμα, δηλαδή, ότι ο Παύλος έγραψε την προς Κολοσσαείς (σελ. 37). Hendriksen, W., & Kistemaker, S. J., Vol. 6: New Testament commentary, Exposition of Colossians and Philemon, Grand Rapids: Baker Book House, 2002[20]

2. Η μαρτυρία της αρχαίας Εκκλησίας, όπως στην περίπτωση της Επιστολής προς Εφεσίους … τάσσεται υπέρ της Παύλειας πατρότητας […] Κανένα διακριτικό άτομο δεν μπορεί να αμφισβητήσε τη γνησιότητά της ή να «παίξει» κριτικά με αυτήν (σελ. 4). KARL BRAUNE, D. D., A commentary on the Holy Scriptures: Colossians, Bellingham, WA: Logos Research Systems, Inc., 2008[21]

3. (τοποθέτηση για το ζήτημα των εξωτερικών μαρτυριών) …πριν από τα μέσα του δεύτερου αιώνα, υπάρχουν ενδείξεις για τη γενική αποδοχή των επιστολών ως του Αποστόλου Παύλου κατά την περίοδο εκείνη (σελ. xiii). Abbott, T. K. (1909). A critical and exegetical commentary on the epistles to the Ephesians and to the Colossians, New York: C. Scribner’s sons.[22]

4. (τοποθέτηση για το ζήτημα των αμφισβητήσεων λόγω εσωτερικών μαρτυριών) Ίσως είναι καλύτερα να κατανοήσουμε την οποιαδήποτε αλλαγή στον τρόπο σκέψης του Παύλου ως να αντανακλά τη δυναμική ενός μόνο ατόμου το οποίο προτίθεται να επικοινωνήσει θεολογικές πεποιθήσεις με πρακτικούς τρόπους σε διαφορετικά ακροατήρια σε διαφορετικές στιγμές κατά τη διάρκεια μιας μακράς σταδιοδρομίας. Δεν θα έπρεπε να περιμένουμε μια παρόμοια δυναμική να αντανακλάται με τον καιρό στις ίδιες τις δικές μας επιστολές; Εν ολίγοις, λοιπόν, οποιαδήποτε διαφορά στη θεολογική διατύπωση που μπορεί να βρει ο ερμηνευτής στην προς Κολοσσαείς εξηγείται καλύτερα είτε με τη λογοτεχνική στρατηγική του Παύλου ή με τη ζύμωση της ιστορικής και της προσωπικής του κατάστασης.
Wall, R. W., Colossians & Philemon. The IVP New Testament commentary series, (Col 1:1), Downers Grove, Ill.: InterVarsity Press 1993 [23]

7, 8, 9-=Κ.Δ. 15=- ‘Προς Τιμόθεον Α΄‘: -=Κ.Δ. 16=- ‘Προς Τιμόθεον Β΄‘: -=Κ.Δ. 17=- ‘Προς Τίτον‘ («Ποιμαντικές επιστολές»):
Αμφιβολίες για συγγραφέα.
ΚΑΤΑ Χ 3 (Witherington, Brown, Metzger)

ΥΠΕΡ Χ 5
1. Η 1η επιστολή προς Τιμόθεο μαζί με την 2η προς Τιμόθεο και την προς Τίτο, ανήκει στην ομάδα των Παύλειων συγγραμάτων που είναι γνωστά ως Ποιμαντικές Επιστολές […] Τα αποδεικτικά στοιχεία είναι σαφή. Ο απόστολος Παύλος έγραψε τις Ποιμαντικές Επιστολές, όπως η Εκκλησία (μέχρι πρόσφατα), υποστήριζε πάντα. MacArthur, J., 1 Timothy, Chicago: Moody Press 1995 (στο τέλος του εισαγωγικού κεφαλαίου με τον τίτλο: Authorship).[24]

2. Οι εξωτερικές αποδείξεις για τη γνησιότητα των Ποιμαντικών Επιστολών, εκτός από την παράδοση της αρχαίας Εκκλησίας, είναι τόσο πολυάριθμες και αναμφισβήτητες όσο για για τα άλλα γραπτά του αγ. Παύλου. (σελ. 1) […] Τα εξωτερικά στοιχεία για την αυθεντικότητα των Ποιμαντικών Επιστολών […] όχι μόνο δεν εποδεικνύουν τίποτα κατά της γνησιότητας των Ποιμαντικών Επιστολών, αλλά μάλλον την επιβεβαιώνουν με εντυπωσιακό τρόπο (σελ. 3) […] Υπάρχει τέτοια ομοιογένεια στις τρεις επιστολές, που καμιά δεν μπορει να χωριστεί από τις άλλες δύο, και ως εκ τούτου μπορούμε να συμπεράνουμε σωστά την ταυτότητα του συγγραφέα (σελ. 3) […] υπάρχει μια ολόκληρη περίοδος στη ζωή του Παύλου, στην οποία μπορούμε να τοποθετήσουμε τη συγγραφή των Ποιμαντικών Επιστολών (σελ. 6). J. J. VAN OOSTERZEE, A commentary on the Holy Scriptures: 1 & 2 Timothy. Bellingham, WA: Logos Research Systems, Inc., 2008 [25]

3. Οι μελέτες και του Ellis και του Prior αποδεικνύουν πόσο απέχει από το να είναι «βέβαιη» η περίπτωση ψευδωνυμίας […]Αν ένας γραφέας εισέρχεται στην εξίσωση «λεξιλόγιο, ιδίωμα, και θεολογική έκφραση δεν μπορούν πλέον να χρησιμοποιηθούν με οποιοδήποτε συγκεκριμένο τρόπο για να αποφασίσουμε αν ο Παύλος είναι ο συγγραφέας των επιστολών που του αποδίδονται «[…] Αν θεωρήσουμε ότι μόνος ο Παύλος είναι ο συγγραφέας, οι διαφορές μεταξύ των ποιμαντικών Επιστολών και των άλλων Παύλειων επιστολών (στων οποίων τη συγγραφή έχει συμμετάσχει) μπορεί κάλλιστα να υποδηλώνουν αυθεντικότητα. Είτε έτσι είτε αλλιώς, μπορούμε να είμαστε βέβαιοι ότι οι ποιμαντικές Επιστολές εκφράζουν τα μηνύματα του Παύλου στους Τιμόθεο και Τίτο και στις εκκλησίες στις οποίες εργάζονταν (σελ. 35). Towner, P., Vol. 14: 1-2 Timothy & Titus. The IVP New Testament commentary series, Downers Grove, Ill.: InterVarsity Press 1994.[26]

4. Εν όψει της γνωστής πρακτικής της πρώτης Εκκλησίας και της αντίθεσης του Παύλου σε μια ψευδώνυμη επιστολή, φαίνεται απίθανο ότι η Εκκλησία θα αποδεχόταν εν γνώσει της μια ψευδώνυμη επιστολή στην Καινή Διαθήκη. Θα παρουσίαζε ηθικό πρόβλημα αν ένας συγγραφέας, γνωρίζοντας την αντίθεση της Εκκλησίας, επέμενε στη συγγραφή μιας ψευδώνυμης επιστολής (σελ. 35). Lea, T. D., & Griffin, H. P., Vol. 34: 1, 2 Timothy, Titus, The New American Commentary, Nashville: Broadman & Holman Publishers 2001, c1992.[27]

5. Το συμπέρασμα, λοιπόν, όσον αφορά τα εσωτερικά σημάδια του στυλ, τρόπου εκφοράς του λόγου, συναισθήματος, δόγματος, περιστασιακών αναφορών σε ανθρώπους, και πράγματα, και τόπους, και θεσμικά όργανα, είναι ότι βρίσκονται σε πλήρη συμφωνία με την εξωτερική μαρτυρία που χωρίς να αμφιβάλλει αποδίδει τις Επιστολές στον απόστολο του  οποίου το όνομα φέρουν· και ότι οι ποιμαντικές Επιστολές είναι τα αυθεντικά έργα του Αγίου Παύλου (σελ. viii). H. D. M. Spence-Jones (Ed.), The Pulpit Commentary: 1 Timothy, Bellingham, WA: Logos Research Systems, Inc., 2004[28]

10. -=Κ.Δ. 19=- ‘Προς Εβραίους‘:
Αμφιβολίες για συγγραφέα.
ΚΑΤΑ Χ 4 (Brown, Metzger, McDonald & Porter)

ΥΠΕΡ Χ 8

Είναι η μοναδική επιστολή που εγείρει ισχυρές διαφωνίες για τον συγγραφέα της. Θα πρέπει να ληφθούν υπόψη:

1) Αμφιβολίες όσον αφορά την πατρότητα της επιστολής ουδέποτε δημιούργησαν σοβαρά ερωτήματα σχετικά με την αυθεντία, την κανονικότητα, ή την αξιοπιστία της (σελ. 20).
Pentecost, J. D., & Durham, K., Faith that endures: A practical commentary on the book of Hebrews, Grand Rapids, MI: Kregel Publications 2000.[29]

2) Η Ανατολική Εκκλησία (Αλεξάνδρεια, Αίγυπτος) δέχτηκε την πατρότητα συγγραφής του Παύλου (σελ. 2). Utley, R. J. D., Volume 10 – The Superiority of the New Covenant: Hebrews, Marshall, Texas: Bible Lessons International.[30]

3) Αλλά και εις την Δύσιν, από του ε΄ αιώνος και εξής […] η Επιστολή εγένετο δεκτή μετά σπανίων τινών εξαιρέσεων. Αγουρίδης Σάββας, ‘Εισαγωγή Εις την Καινήν Διαθήκην’, 3η έκδ., Γρηγόρης, Αθήνα 1991, σελ. 338

4. Ο συγγραφέας της. Αυτός, είμαστε απόλυτα βέβαιοι, ήταν ο απόστολος Παύλος (σελ. 12).
Pink, A. W., An exposition of Hebrews, Swengel, Pa.: Bible Truth Depot 1954.[31]

5. Ο υποφαινόμενος φρονεί, ότι η επιστολή αποτελεί την μόνην επιμεμελημένην και επιτετηδευμένην συγγραφήν του αποστόλου Παύλου, ήτις μόνον υπ’ αυτού ήτο δυνατόν να γραφή κατά τους αποστολικούς χρόνους, ως αύτη εγράφη. Σιώτης Μ., «Προς Εβραίους«, ΘΗΕ, τόμ. 5 (1964), στ. 314.

6. Αν και η πατρότητα της προς Εβραίους συζητείται ευρέως, υπάρχουν πολλοί βάσιμοι λόγοι για να αποδεχθούμε την ιδέα της πατρότητας του Παύλου (σελ. 14). Pentecost, J. D., & Durham, K., Faith that endures: A practical commentary on the book of Hebrews, Grand Rapids, MI: Kregel Publications 2000.[32]

7. Οι διαφορές όμως αυτές δεν πρέπει να υπερτιμηθούν, διότι υπάρχουν και ισχυρές ομοιότητες ανάμεσα στην διδασκαλία της Εβρ. και των άλλων Επιστολών του Παύλου […] Δεν υπάρχει αμφιβολία, ότι η Εβρ. βρίσκεται σε έμμεση εξάρτηση από την θεολογία του Παύλου. Παναγόπουλος Ιωάννης, ‘Εισαγωγή στην Καινή Διαθήκη’, Ακρίτας, Αθήνα 1994, σελ. 332

Από εκεί και πέρα, υπάρχουν υποστηρικτές της άποψης ότι υπάρχουν επιχειρήματα για να μιλήσει κάποιος για παύλεια προέλευση, είτε απευθείας, είτε μέσω γραφέα:

8. Το ορθώτερον είναι να νοηθή…ο Κλήμης ή ο Λουκάς…ως γραφεύς-συντάκτης της επιστολής, προς τον οποίον ο Παύλος υπηγόρευσε το περιεχόμενον, όπως είχε πράξει και εις τας περιπτώσεις άλλων έπιστολών…Επικρατέστερος βεβαίως…ο Λουκάς, λόγω συγγενείας του ύφους της επιστολής προς τε το κατά Λουκάν Ευαγγέλιον και τας Πράξεις.
Βούλγαρης Σπ. Χρήστος, ‘Εισαγωγή Εις την Καινήν Διαθήκην’, τόμ. Α΄, Αθήνα 2005, σελ. 714.
11. -=Κ.Δ. 20=- ‘Επιστολή Ιακώβου’:
Αμφιβολίες για συγγραφέα.
ΚΑΤΑ Χ 2 (Brown, Drane)

ΥΠΕΡ Χ 4

1. Σε κάποια στιγμή μεταξύ των ετών 40 και 50 ο Ιάκωβος ο οποίος ήταν επικεφαλής της μητέρας εκκλησίας στην Ιερουσαλήμ έγραψε αυτή την Επιστολή προς τους Εβραίους χριστιανούς των γειτονικών επαρχιών (σελ. 503). Lenski, R. C. H., The interpretation of the Epistle to the Hebrews and of the Epistle of James, Columbus, Lutheran book concern 1966.[33]

2. Πάσαι αι ερμηνείαι αύται, εγγύτερον εξεταζόμεναι, πείθουν…περί της αρχαιότητος της επιστολής και της εκ του Ιακώβου προελεύσεως αυτής. Αγουρίδης Σάββας, ‘Επιστολή Ιακώβου‘, ΘΗΕ, τόμ. 6 (1965), στ. 629.

3. Τα στοιχεία του χριστιανικού υλικού που είναι βαθιά ριζωμένο στο κείμενο του Ιακώβου κάνει αυτές τις θεωρίες που επικαλούνται καθαρά εβραϊκή καταγωγή για το βιβλίο απίθανες. Δεύτερον, ένα μέρος του υλικού είναι υπέρ μιας πρώιμης χρονολογίας για τις παραδόσεις πίσω από την επιστολή και της πιθανότητας της πατρότητας συγγραφής αυτών από τον Ιάκωβο τον Δίκαιο. (σελ. 21). Davids, P. H., The Epistle of James, Grand Rapids, Mich.: Eerdmans 1982.[34]

4. Το περιεχόμενο της επιστολής είναι συνεπές με την άποψη ότι ο Ιάκωβος ο αδελφός του Κυρίου είναι ο συγγραφέας της. Holloway, G., James & Jude, The College press NIV commentary (Jas 1:2). Joplin, Mo.: College Press Pub 1996.[35]

12. -=Κ. 22=- ‘Eπιστολή Πέτρου Β΄‘:
Αμφιβολίες για συγγραφέα.
ΚΑΤΑ Χ 6 (Brown, France, Metzger, Drane, Witherington, Bauckham)

ΥΠΕΡ Χ 8

1. Καταλήγοντες παρατηρουμεν, οτι επί τή βάσει των εξωτερικών μαρτυρίων, αίτινες και πολλαί είναι και αρχαίαι, η γνησιότης της Β΄ Πέτρου τυγχάνει αδιαμφισβήτητος, αι δε περί του αντιθέτου απόψεις των διαφόρων ερευνητών τυγχάνουν αστήρικτοι και αδικαιολόγητοι. Βούλγαρης Σπ. Χρήστος, ‘Εισαγωγή Εις την Καινήν Διαθήκην’, τόμ. Β΄, Αθήνα 2003, σελ. 911

2. Σε τελική ανάλυση, οι περισσότεροι συντηρητικοί μελετητές υποστηρίζουν ότι ο απόστολος Πέτρος έγραψε την Β΄ Πέτρου […] μη συντηρητικοί μελετητές εκφέρουν σημαντικά επιχειρήματα κατά της πατρότητας του Πέτρου, αλλά κακώς ισχυρίζονται ότι έχουν αποδείξει ότι ο Πέτρος δεν είχε γράψει αυτή την επιστολή. Black, A., & Black, M. C., 1 & 2 Peter. The College Press NIV commentary (2 Pe 1:1). Joplin, Mo.: College Press Pub 1998.[36]

3. Το συμπέρασμα στο οποίο καταλήγει ο Δρ Ζαν, μετά από μια πολυσύνθετη συζήτηση όλων των σχετικών σημείων, είναι ότι η Β΄ Πέτρου γράφτηκε πριν από την Α΄ Πέτρου από το ίδιο το χέρι του αποστόλου […] Οι απόψεις του Ζαν βασίζονται σε τόσο ισχυρό υποστήριγμα μάθησης και λογικής που θα πρέπει να αντιμετωπίζονται με μεγάλο σεβασμό (σελ. 246). Bigg, C., A critical and exegetical commentary on the Epistles of St. Peter and St. Jude, Edinburgh: T&T Clark International 1901.[37]

4. Καταλήγουμε στο συμπέρασμα ότι η Β΄Πέτρου είναι αυθεντική και ότι ένα τέτοιο συμπέρασμα είναι πιό πειστικό από τις ανταγωνιστικές θεωρίες (σελ. 275). Schreiner, T. R., Vol. 37: 1, 2 Peter, Jude, Nashville: Broadman & Holman Publishers 2003.[38]

5. Για να συνοψίσω, ο Πέτρος αναμφισβήτητα γνώριζε τον Ιησού Χριστό, τόσο με το ανθρώπινο όσο και με το αναστημένο Του σώμα, και είχε, επίσης, ιδιαίτερη εμπειρία της δύναμης του Παρακλήτου, του Αγίου Πνεύματος, που έστειλε ο Ιησούς. Ο Πέτρος ήταν μοναδικά κατάλληλος για να είναι ένας αξιόπιστος μάρτυρας για το ευαγγέλιο, τόσο από την μοναδική προσωπική εμπειρία του, και τη διακονία του η οποία, κατά το χρόνο συγγραφής της παρούσας επιστολής, εκτεινόταν σε πάνω από τριάντα τέσσερα χρόνια. Αυτό, λοιπόν, είναι το ανθρώπινο όργανο που το Άγιο Πνεύμα χρησιμοποίησε για να μεταφέρει το μήνυμα του Θεού προς την Εκκλησία. Mills, M., II Peter: A study guide to the Second Epistle by Peter (2 Pe 1:5), Dallas: 3E Ministries 1987.[39]

6. Έτσι, παρά τον σκεπτικισμό και τις αμφιβολίες των σύγχρονων επικριτών, η καλύτερη απάντηση στο ερώτημα του ποιος έγραψε την Β΄ Πέτρου είναι «ο Σίμων Πέτρος, ένας δούλος και απόστολος του Ιησού Χριστού» (σελ. 14). MacArthur, J., 2 Peter and Jude, Chicago: Moody Publishers 2005.[40]

7. Το να εξηγήσουμε την αποστολική πατρότητα συγγραφής της Β΄ Πέτρου είναι ευκολότερο από το να την καταρρίψουμε. Για το λόγο αυτό, καταλήγω στο συμπέρασμα ότι, παρά τα προβλήματα που αντιμετωπίζουμε στην παρούσα επιστολή, η αποδοχή της πατρότητας του Πέτρου είναι μια βιώσιμη εναλλακτική λύση (σελ. 219). Kistemaker, S. J., & Hendriksen, W., Vol. 16: Exposition of the Epistles of Peter and the Epistle of Jude, Grand Rapids: Baker Book House 1987.[41]

8. Πολλοί υποστηρίζουν ότι ο απόστολος Πέτρος δεν έγραψε αυτή την επιστολή. Πιστεύω ότι το έκανε για δύο λόγους. Οι αποδείξεις κατά της συγγραφής από τον Πέτρο δεν είναι πειστικές και συχνά εξαρτώνται από την οικοδόμηση της μιας υπόθεσης πάνω στην άλλη, όταν η κάθε υπόθεση είναι εκπληκτικά αδύναμη. Gardner, P., Focus On the Bible commentary series: 2 Peter and Jude, (2 Pe 1:1), Christian Focus Pub 1999 [42]

13. -=Κ.Δ. 24=- ‘Eπιστολή Ιωάννου Α΄:
14. -=Κ.Δ. 25=- ‘
Eπιστολή Ιωάννου Β΄:
Αμφιβολίες για συγγραφέα (ισχύουν τα ίδια και στις δύο επιστολές, και στα ΥΠΕΡ & στα ΚΑΤΑ).
ΚΑΤΑ Χ 2 (McDonald & Porter)

ΥΠΕΡ Χ 4

1. Υπάρχουν τρία βιβλία στην Καινή Διαθήκη που η πρώιμη εκκλησία τιτλοφόρησε απλά Ιωάννου Α΄, Β΄και Γ’. Τα καλούμε επιστολές ή γράμματα του Ιωάννη. Ήταν η πεποίθηση της μεγάλης πλειοψηφίας των πρώτων πατέρων της Εκκλησία ότι αυτά τα βιβλία γράφτηκαν από τον ίδιο συγγραφέα που έγραψε το Ευαγγέλιο του Ιωάννη, δηλαδή τον γιο του Ζεβεδαίου, τον Ιωάννη τον μαθητή του Ιησού […] Η μόνη άλλη υπόθεση εκκλησιαστικής αυθεντίας της πρώιμης εκκλησίας που θα πρέπει να σημειωθεί είναι του Παπία Ιεραπόλεως, ο οποίος, σύμφωνα με τον Ευσέβιο, αποδίδει τα Α΄Β΄και Γ΄Ιωάννου σε έναν άλλο Ιωάννη-έναν άνδρα γνωστό ως Ιωάννης ο Πρεσβύτερος. Αλλά η άποψή του δεν έγινε δεκτή από την πρώιμη εκκλησία, η συναίνεση της οποίας σαφώς ευνοεί την άποψη ότι ο Ιωάννης, μαθητής του Κυρίου, είχε γράψει αυτές τις τρεις επιστολές προς τους Χριστιανούς […] Πριν κάνουμε κάποιες ιδιαίτερες παρατηρήσεις σχετικά με αυτές τις επιστολές του Ιωάννη πρέπει πρώτα να εστιάσουμε στα άλλα Ιωάννεια βιβλία, το Ευαγγέλιο του Ιωάννη και το βιβλίο της Αποκάλυψης (σελ. 13). Palmer, E. F., & Ogilvie, L. J., The Preacher’s Commentary Series, Volume 35: 1, 2 & 3 John / Revelation, Nashville, Tennessee: Thomas Nelson Inc. 1982[43]

2. Αν κοιτάξουμε τη μαρτυρία της αρχαίας Εκκλησίας και δώσουμε ιδιαίτερη προσοχή στις δηλώσεις των μαρτύρων αναφορικά με τον συγγραφέα της παρούσας επιστολής, πρέπει να χαθεί πάσα αμφιβολία ότι ο Απόστολος Άγιος Ιωάννης είχε θεωρηθεί, χωρίς αντίφαση, ότι ήταν ο συγγραφέας της (σελ . 6) […] Υπό τις συνθήκες αυτές, φαίνεται αδύνατο να αρνηθεί κανείς την Αποστολική και Ιωάννεια προέλευση αυτών των Επιστολών. Και οι δύο είχαν γραφτεί από έναν και από τον ίδιο συγγραφέα, από έναν ανεξάρτητο άνθρωπο, και η Δεύτερη Επιστολή απαιτεί από εμάς να πάμε πίσω στον δημιουργό της Πρώτης (σελ. 184).
Lange, J. P., Schaff, P., Brain, K., & Mombert, J. I., A commentary on the Holy Scriptures: 1, 2, 3 John (6). Bellingham, WA: Logos Research Systems, Inc. 2008[44]

3. Αποδεικτικά στοιχεία τόσο εσωτερικά και εξωτερικά ευνοούν την άποψη ότι ο απόστολος Ιωάννης είναι ο συγγραφέας των τριών επιστολών που του έχει αποδωσει η χριστιανική παράδοση (σελ. 26). Akin, D. L., The New American Commentary Vol. 38: 1, 2, 3 John, Nashville: Broadman & Holman Publishers 2001[45]

4. Συγγραφέας: Ο απόστολος Ιωάννης. Οι ομοιότητες ανάμεσα στο Ευαγγέλιο του Ιωάννη και τις επιστολές αυτές που προσδιορίζονται ως 1, 2 και 3 Ιωάννου είναι τόσο αξιοσημείωτες που θα ήταν δύσκολο να υποστηρίξουμε ότι αυτά τα γραπτά είχαν συνταχθεί από δύο διαφορετικά άτομα (σελ. 1). Barton, B. B., & Osborne, G. R., Life application Bible commentary: 1, 2 & 3 John, Wheaton, Ill.: Tyndale House 1998.[46]
15. -=Κ.Δ. 26=- ‘Επιστολή Ιούδα’:
Αμφιβολίες για συγγραφέα.
ΚΑΤΑ Χ 1 (Drane)

ΥΠΕΡ Χ 3

1. Φαίνεται ότι ο συγγραφέας είναι όντως ο Ιούδας, ο αδελφός του Ιακώβου και ετεροθαλής αδελφός του Ιησού. Και, ακόμη μεγαλύτερη σημασία έχει ότι αυτός ο Ιούδας είναι δούλος του Ιησού Χριστού (σελ. 243).
Cedar, P. A., & Ogilvie, L. J., The Preacher’s Commentary Series, Volume 34: James / 1 & 2 Peter / Jude, Nashville, Tennessee: Thomas Nelson Inc. 1984[47]

2. Σε πολλούς, τόσο στην αρχαία όσο και στη σύγχρονη εποχή, έχει επικρατήσει η γνώμη πως ο απόστολος είναι ο συντάκτης […] Υπό τις συνθήκες αυτές, η απόφαση πρέπει να είναι υπέρ του αδελφού του Κυρίου (σελ. iv). The Pulpit Commentary: Jude (H. D. M. Spence-Jones, Ed.), Bellingham, WA: Logos Research Systems, Inc. 2004[48]

3. Οι εξωτερικές αποδείξεις για τον Ιούδα είναι πραγματικά αρκετά ισχυρές […] Τα πρώτα εξωτερικά αποδεικτικά στοιχεία, τότε, μαρτυρούν την αυθεντικότητα της επιστολής. Πολύ πιθανόν να αμφισβητήθηκε μόνο αργότερα λόγω της χρήσης των ψευδεπίγραφων βιβλίων, η οποία στην πραγματικότητα είναι μια έμμεση υποστήριξη της γνησιότητάς της, γιατί ένας συγγραφέας που νοιαζόταν να εμφανίσει το έργο του ως γνήσιο δεν θα τα παρέθετε (σελ. 408). Schreiner, T. R., The New American Commentary Vol. 37: 1, 2 Peter, Jude, Nashville: Broadman & Holman Publishers 2003.[49]

Λυπόμαστε για τον άδικο κόπο που έκανε ο Zawadi, του οποίου τα απολογητικά άρθρα αναιρούνται καθημερινά, όμως η αλήθεια για την αξιοπιστία της Α.Γ. είναι διαφορετική από αυτήν που μας παρουσιάζει, και η αλήθεια πρέπει να λέγεται…

Έχοντας καταρρίψει χωρίς ιδιαίτερη προσπάθεια την απελπισμένη απόπειρα των Ισλαμιστών απολογητών να χρησιμοποιήσουν συμπεράσματα μιας μειοψηφίας «αμφισβητιών» συγγραφέων για να χτυπήσουν την αξιοπιστία του Χριστιανισμού, έχουμε να σημειώσουμε τα εξής συμπερασματικά:

  • Οι ισλαμιστές έχουν ανάγκη από στοιχεία που να δείχνουν ότι η Αγία Γραφή είναι αναξιόπιστη, καθώς σε πολλά σημεία αυτή διαψεύδει το (μεταγενέστερο) Κοράνιο. (Την αναξιοπιστία του Κορανίου θα σχολιάσουμε σε επόμενο άρθρο.) Επειδή όταν επιτίθονται στην αξιοπιστία της Α.Γ. από μόνοι τους δεν γίνονται πιστευτοί, όπως περιγράψαμε στην εισαγωγή, χρειάζονται κάποιους «άθρησκους» κι ακόμα καλύτερα «χριστιανούς λογίους» που να υποστηρίζουν ότι η Α.Γ. είναι αναξιόπιστη, για να χρησιμοποιήσουν τη γνώμη τους ως «αποδεικτικό στοιχείο». Πολύ συχνά αλιεύουν «γνώμες» μεταξύ ευαγγελικών προτεσταντών. Εννοείται, ότι τις πολύ περισσότερες γνώμες λογίων υπέρ της αξιοπιστίας της Α.Γ. τις κάνουν γαργάρα, αφού δεν τους συμφέρουν.
  • Οι «άθρησκοι» και «χριστιανοί λόγιοι» πουλάνε αμφισβήτηση με το αζημίωτο, καθώς όσο πιο εξωφρενική είναι μια αμφισβήτηση τόσο πιο μεγάλες πωλήσεις κάνει το βιβλίο που την περιέχει, άρα τόσο περισσότερο ανεβαίνουν τα ποσοστά του συγγραφέα. Παράλληλα κάποιοι από αυτούς (που δεν έχουν χρησιμοποιηθεί ακόμη από τον ισλαμιστή φίλο μας) κάνουν χρυσές δουλειές με ομιλίες και διαλέξεις, καθώς, όπως γράφεται, για κάθε εμφάνιση εισπράττουν 5.000 δολάρια.
  • Αρκετοί από αυτούς τους «αμφισβητίες» δεν είναι τελικά τόσο χρήσιμοι στο Ισλάμ (όπως θα δούμε αργότερα), γιατί, αν και διατυπώνουν αντιρρήσεις για την πατρότητα βιβλίων της Α.Γ., λένε τα ίδια και χειρότερα για την αξιοπιστία του Κορανίου, ενώ κάποιοι από αυτούς έχουν δημόσια υποστηρίξει θέσεις που αναιρούν τις θέσεις του Κορανίου: Για παράδειγμα, ότι σύμφωνα με όλα τα στοιχεία που υπάρχουν ο Ιησούς Χριστός πραγματικά σταυρώθηκε, πράγμα που το Κοράνι αρνείται.
  • Οι λόγιοι που καταρρίπτουν τις απόψεις των «αμφισβητιών» περί αγνώστων συγγραφέων της Α.Γ. είναι πολύ περισσότεροι και ανήκουν σε κάθε χρονική περίοδο, μέχρι και στην πολύ πρόσφατη, στην οποία ανήκουν και πολλοί από τους «αμφισβητίες».
  • Η χριστιανική πίστη και θεολογία ΔΕΝ πηγάζει από τη Βίβλο (προτεσταντική πεποίθηση), αλλά από την άμεση αποκάλυψη του Θεού στους αγίους όλων των εποχών. Η Κ.Δ. καταγράφει απλώς το προφορικό κήρυγμα του Χριστού και των αγίων αποστόλων Του. Όποιοι κι αν την έγραψαν, όποτε κι αν την έγραψαν, δεν αλλάζει το γεγονός ότι αυτά έλεγε ο Χριστός και οι μαθητές Του. Οπότε οι ισλαμιστές φίλοι μας, εκτός που δεν αποδεικνύουν τίποτα, κάνουν μια κριτική που δεν αγγίζει καθόλου τον Χριστιανισμό. Κοινώς, «βαράνε στο γάμο του καραγκιόζη»…

[1] According to Matthew: although nowhere in the book itself does it say who wrote it, tradition attributes it directly or indirectly to the Apostle Matthew, and the traditional title in the Greek text calls it his Gospel […] “according to” is a better translation. It is possible to say “as Matthew wrote it,” so that the full title of the book would be “The Good News about Jesus Christ as Matthew wrote it” or “The Good News as Matthew wrote it” (σελ. 5). Newman, B. M., & Stine, P. C., A handbook on the Gospel of Matthew, UBS handbook series, New York: United Bible Societies 1988.

[2] It is possible that 10:3 is a hint at Matthew’s authorship. It adds “tax-gatherer” after his name. This self deprecating comment is not found in Mark. Matthew also was not a well known person in the NT or early church. Why would so much tradition have developed around his name and this first apostolic Gospel? (σελ. 5) Utley, R. J. D., New Testament Survey: Matthew – Revelation, Marshall, Texas: Bible Lessons International 2001.

[3] Matthew was particularly modest in writing his gospel account […] We know of his authorship because his name is attached to all early copies of the manuscripts and because the early church Fathers unanimously attest him to be the book’s author. It is obvious from the text itself that Matthew wrote this gospel before the destruction of Jerusalem and the Temple in a.d. 70 (βλ. Introduction > Authorship). MacArthur, J., Matthew, Chicago: Moody Press.

[4] Neither Luke nor Acts names the author of these two volumes, but information from these books and some external historical evidence help us determine the author and his background [..] This racial background is significant because it makes Luke the only non-Jewish author of the New Testament. Bock, D. L., The IVP New Testament commentary series: Luke (Lk 1:1). Downers Grove, Ill.: InterVarsity Press 1994.

[5] The Author of the Third Gospel is the Author of Acts. This position is so generally admitted by critics of all schools that not much time need be spent in discussing it (σελ. xi) […] It would be waste of time to cite more evidence. It is manifest that in all parts of the Christian world the Third Gospel had been recognized as authoritative before the middle of the second century, and that it was universally believed to be the work of S. Luke. No one speaks doubtfully on the point […] With this large body of historical evidence in favour of S. Luke before us, confirmed as it is by the medical expressions in both books, it is idle to search for another companion of S. Paul who might have been the author (σελ. xvi). Plummer, A., A critical and exegetical commentary on the Gospel According to S. Luke, London: T&T Clark International 1896.

[6] In short, the best hypothesis is still that the Gospel was composed by Luke (σελ. 34). Marshall, I. H., The Gospel of Luke: A commentary on the Greek text, The New international Greek testament commentary, Paternoster Press 1978.

[7] The earliest traditions of the Church […] all bear witness that the author of the Third Gospel was identical with the writer of the Acts, and that this person was the St. Luke […] the use of the first person plural (σελ. xv) […] indicates that the writer, St. Luke, had again joined St. Paul (σελ. xvii). The Pulpit Commentary: St. Luke (H. D. M. Spence-Jones, Ed.), Bellingham, WA: Logos Research Systems, Inc 2004

[8] As far therefore as indirect internal evidence is concerned, the conclusion towards which all the lines of inquiry converge remains unshaken, that the fourth Gospel was written by a Palestinian Jew, by an eye-witness, by the disciple whom Jesus loved, by John the son of Zebedee (σελ. xxv) […] There is not, with one questionable exception, any positive indication that doubt was anywhere thrown upon the authenticity of the book (σελ. xxxii). The Gospel according to St. John (B. F. Westcott & A. Westcott, Ed.), London: J. Murray 1908.

[9] While we cannot prove beyond all doubt that John the apostle was the author, we can say that there is more reason for holding to this view than to any other (σελ. 1180).
Elwell, W. A., & Beitzel, B. J., Baker encyclopedia of the Bible, Grand Rapids, Mich.: Baker Book House 1988.

[10] The genuineness of this Gospel, i.e., the fact that the apostle John was its author, is beyond all reasonable doubt. In recent times, from about 1820, many attempts have been made to impugn its genuineness, but without success. λήμμα «John, Gospel of», Easton, M., Easton’s Bible dictionary, Oak Harbor, WA: Logos Research Systems, Inc. 1996

[11] According to early Church tradition, the fourth gospel was written by the apostle John, the son of Zebedee. Although the work does not mention John by name (perhaps out of modesty), several internal evidences do support or at least suggest his authorship (σελ. 589). λήμμα: JOHN, GOSPEL OF, Myers, A. C., The Eerdmans Bible dictionary, Grand Rapids, Mich.: Eerdmans 1987.

[12] Probably there will never be full agreement about authorship. But where absolute certainty is unattainable we must choose on the basis of the probabilities. In this case the evidence is much more in favor of John the apostle than against him, and there is no other candidate with even a show of probability. We should accordingly accept John as the author (τόμ. 2, σελ. 1100). Bromiley, G. W., The International Standard Bible Encyclopedia (Revised), Wm. B. Eerdmans 1988.

[13] In the face of problems such as these, many have concluded that while John may have furnished much of the material of the Gospel, another—probably one of his close disciples—acutally wrote it. But it is still possible to maintain John’s authorship, since no decisive argument against it has been raised, and no satisfactory alternative has been offered. λήμμα: JOHN, GOSPEL OF, Pfeiffer, C. F., Vos, H. F., & Rea, J., The Wycliffe Bible Encyclopedia, Moody Press 1975.

[14] Church tradition consistently testifies from the second century onward that the author is Luke the beloved physician […] This identification best explains all the New Testament evidence. Larkin, W. J., Briscoe, D. S., & Robinson, H. W., The IVP New Testament commentary series Vol. 5: Acts (Acts 1:1), Downers, Ill., USA: InterVarsity Press 1995.

[15] The position of this commentary is that the traditional view of Luke as author of both volumes has more to commend it than any of the alternative explanations (σελ. 18). Faw, C. E., Believers church Bible commentary: Acts, Scottdale, PA: Herald Press 1993.

[16] Traditional Lukan authorship is assumed throughout this commentary (σελ. 27). Polhill, J. B., The New American Commentary Vol. 26: Acts, Nashville: Broadman & Holman Publishers 1992.

[17] It has been shown, therefore, that as soon as the church began to assign the New Testament writings to definite authors it “with one accord” named Paul as the author of Ephesians. There was no doubt or dissent. This definite ascription began about the latter part of the second century. But even earlier than this the existence of the letter and the high value which the church attached to it as inspired Scripture was everywhere recognized. There is no reason to depart from these traditional convictions (σελ. 56). Hendriksen, W., & Kistemaker, S. J., Vol. 7: New Testament commentary: Exposition of Ephesians, Grand Rapids: Baker Book House 1995 (c1967)

[18] The Apostle Paul is designated as the author in the Epistle itself, not only in the address (1:1), but also in the body of the Epistle (2:1) […] The testimony of the ancient church points without exception to the Epistle to the Ephesians as an Epistle of the Apostle Paul […] Renan calls this Epistle «doubtful» […] [but] The objections have been so fairly and fully confuted that they can no longer be considered to deserve any serious attention» (σελ. 9-10). KARL BRAUNE, D. D., THE EPISTLE OF PAUL TO THE EPHESIANS, Bellingham, WA: Logos Research Systems, Inc., 2008

[19] The genuineness and authenticity admit of no reasonable doubt. The testimonies of the Early Church are unusually strong and persistent […] and have never been called in questions till comparatively recent times. The objections are purely of a subjective character, being mainly founded on imaginary weaknesses in style or equally imaginary references to early Gnosticism, and have been so fairly and fully confuted that they can no longer be considered to deserve any serious attention (σελ. xvi) Ellicott, C. J., St. Paul’s Epistle to the Ephesians, Bellingham, WA: Logos Research Systems, Inc., 2008

[20] The witness in favor of Paul’s authorship is therefore overwhelming. Testimony, both internal and external, yields but one conclusion, namely, that it was Paul who wrote Colossians (σελ. 37). Hendriksen, W., & Kistemaker, S. J., Vol. 6: New Testament commentary, Exposition of Colossians and Philemon, Grand Rapids: Baker Book House, 2002

[21] The testimony of the early Church, as in the case of the Epistle to the Ephesians…is in favor of the Pauline authorship […] It could not occur to any considerate person to doubt its genuineness or make a critical plaything of it (σελ. 4) KARL BRAUNE, D. D., A commentary on the Holy Scriptures: Colossians, Bellingham, WA: Logos Research Systems, Inc., 2008

[22] …before the middle of the second century, there is evidence of the general reception of the Epistle as St. Paul’s at that period (σελ. xiii). Abbott, T. K. (1909). A critical and exegetical commentary on the epistles to the Ephesians and to the Colossians, New York: C. Scribner’s sons.

[23] Perhaps it is best to understand any shift in Paul’s thinking as reflecting the dynamic of a single person who is intent on communicating theological convictions in practical ways to different audiences at different moments in the course of a long career. Shouldn’t we expect a similar dynamic to be reflected over time in our own letters? In summary, then, any difference in theological formulation that the interpreter might find in Colossians is best explained either by Paul’s literary strategy or by the ferment of his historical and personal situation. Wall, R. W., Colossians & Philemon. The IVP New Testament commentary series, (Col 1:1), Downers Grove, Ill.: InterVarsity Press 1993

[24] First Timothy, along with 2 Timothy and Titus, belongs to the group of Paul’s writings known as the Pastoral Epistles […] The evidence is clear. Paul the apostle wrote the Pastoral Epistles, as the church (Until recent times) has always maintained. MacArthur, J., 1 Timothy, Chicago: Moody Press 1995 (στο τέλος του εισαγωγικού κεφαλαίου με τον τίτλο: Authorship).

[25] The external proofs for the genuineness of the Pastoral Epistles, apart from the tradition of the ancient Church, are as numerous and undoubted as for the other writings of St. Paul. (σελ. 1) […] The external evidences for the authenticity of the Pastoral Epistles […] not only prove nothing against the genuineness of the Pastoral Epistles, but rather confirm them in a striking manner (σελ. 3) […] there is such a homogeneity in the three Epistles, that neither can be separated from the other two, and hence we may justly infer the identity of authorship (σελ. 3) […] there is a whole period in the life of Paul, in which we can place the authorship of the Pastoral Epistles (σελ. 6). J. J. VAN OOSTERZEE, A commentary on the Holy Scriptures: 1 & 2 Timothy. Bellingham, WA: Logos Research Systems, Inc., 2008

[26] The studies of both Ellis and Prior demonstrate how far from «assured» is the case for pseudonymity […] If an amanuensis enters the equation, «vocabulary, idiom, and theological expression can no longer be used in any precise way to determine the Pauline authorship of the letters ascribed to him» […] If sole Pauline authorship is considered, differences between the Pastoral Epistles and the other (coauthored) Pauline epistles may well signify authenticity. Either way, we can be confident that the Pastoral Epistles express Paul’s messages to Timothy and Titus and the churches in which they were at work (σελ. 35). Towner, P., Vol. 14: 1-2 Timothy & Titus. The IVP New Testament commentary series, Downers Grove, Ill.: InterVarsity Press 1994.

[27] In the face of the known practice of the early church and Paul’s opposition to a pseudonymous letter, it seems unlikely that the church would have knowingly accepted a pseudonymous writing into the New Testament. It would present an ethical problem if a writer, knowing the opposition of the church, persisted in writing a pseudonymous epistle. Pauline authorship seems to be the more viable option (σελ. 35). Lea, T. D., & Griffin, H. P., Vol. 34: 1, 2 Timothy, Titus, The New American Commentary, Nashville: Broadman & Holman Publishers 2001, c1992.

[28] The conclusion, then, with regard to the internal marks of style, diction, sentiment, doctrine, incidental allusions to men, and things, and places, and institutions, is that they are in full accordance with the external testimony which assigns these Epistles undoubtingly to the apostle whose name they bear; and that the pastoral Epistles are the authentic works of St. Paul (σελ. viii). H. D. M. Spence-Jones (Ed.), The Pulpit Commentary: 1 Timothy, Bellingham, WA: Logos Research Systems, Inc., 2004

[29] Doubts concerning the authorship of the epistle have never raised serious questions concerning its authority, canonicity, or trustworthiness (σελ. 20). Pentecost, J. D., & Durham, K., Faith that endures: A practical commentary on the book of Hebrews, Grand Rapids, MI: Kregel Publications 2000.

[30] The Eastern Church (Alexandria, Egypt) accepted Paul’s authorship (σελ. 2). Utley, R. J. D., Volume 10 – The Superiority of the New Covenant: Hebrews, Marshall, Texas: Bible Lessons International.

[31] Its Writer. This, we are fully assured, was the apostle Paul (σελ. 12). Pink, A. W., An exposition of Hebrews, Swengel, Pa.: Bible Truth Depot 1954.

[32] Though the authorship of Hebrews is widely debated, there are many good reasons to accept the idea of Paul’s authorship (σελ. 14) Pentecost, J. D., & Durham, K., Faith that endures: A practical commentary on the book of Hebrews, Grand Rapids, MI: Kregel Publications 2000.

[33] Sometime between the years 40 and 50 that James who was at the head of the mother church in Jerusalem wrote this epistle to the Jewish Christians of the neighboring provinces (σελ. 503). Lenski, R. C. H., The interpretation of the Epistle to the Hebrews and of the Epistle of James, Columbus, Lutheran book concern 1966.

[34] Τhe evidence of Christian material deeply embedded in the text of James makes those theories claiming a purely Jewish origin for the book unlikely. Second, some of the material favors an early date for the traditions behind the epistle and the probability of their authorship by James the Just (σελ. 21). Davids, P. H., The Epistle of James, Grand Rapids, Mich.: Eerdmans 1982.

[35] The content of the letter is consistent with the view that James the brother of the Lord is its author.
Holloway, G., James & Jude, The College press NIV commentary (Jas 1:2). Joplin, Mo.: College Press Pub 1996.

[36] In the final analysis, most conservative scholars argue that the apostle Peter wrote 2 Peter […] Nonconservative scholars make significant arguments against Petrine authorship, but they wrongly claim that they have proven that Peter did not write this letter. Black, A., & Black, M. C., 1 & 2 Peter. The College Press NIV commentary (2 Pe 1:1). Joplin, Mo.: College Press Pub 1998.

[37] The conclusion at which Dr. Zahn arrives, after an elaborate discussion of all the points involved, is that 2 Peter was written before 1 Peter by the apostle’s own hand […] Zahn’s views rest on so strong a support of learning and good sense that they must be treated with great respect (σελ. 246).
Bigg, C., A critical and exegetical commentary on the Epistles of St. Peter and St. Jude, Edinburgh: T&T Clark International 1901.

[38] We conclude that 2 Peter is authentic and that such a conclusion is more persuasive than competing theories (σελ. 275). Schreiner, T. R., Vol. 37: 1, 2 Peter, Jude, Nashville: Broadman & Holman Publishers 2003.

[39] To sum up, Peter unarguably knew Jesus Christ, both in His human and resurrected bodies, and he had also particularly experienced the power of the Paraclete, the Holy Spirit, whom Jesus sent. Peter was uniquely qualified to be a credible witness for the gospel, both by his unique personal experiences, and his ministry which, at the time of writing this letter, extended over thirty-four years. This, then, is the human instrument who the Holy Spirit used to convey God’s message to the Church. Mills, M., II Peter: A study guide to the Second Epistle by Peter (2 Pe 1:5), Dallas: 3E Ministries 1987.

[40] Thus, despite the skepticism and doubts of modern critics, the best answer to the question of who wrote 2 Peter is “Simon Peter, a bond-servant and apostle of Jesus Christ” (σελ. 14). MacArthur, J., 2 Peter and Jude, Chicago: Moody Publishers 2005.

[41] To explain apostolic authorship of II Peter is easier than to disprove it. For that reason, I conclude that in spite of the problems we encounter in this epistle, accepting Petrine authorship is a viable option (σελ. 219).
Kistemaker, S. J., & Hendriksen, W., Vol. 16: Exposition of the Epistles of Peter and the Epistle of Jude, Grand Rapids: Baker Book House 1987.

[42] Many argue that Peter, the apostle, did not write this letter. I believe he did for two reasons. The evidence against Petrine authorship is unconvincing and often depends upon building one hypothesis upon another when each hypothesis is surprisingly weak. Gardner, P., Focus On the Bible commentary series: 2 Peter and Jude, (2 Pe 1:1), Christian Focus Pub 1999

[43] There are three books in the New Testament that the early church simply entitled 1, 2, 3 John. We call them the epistles or letters of John. It was the conviction of the great majority of the early church fathers that these books were written by the same writer as the Gospel of John, namely the Son of Zebedee, John the disciple of Jesus […] The only other early church authorship hypothesis that we should note is that of Papias of Hierapolis, who, according to Eusebius, assigned 1, 2, 3 John to another John—a man known as John the Elder. But his view was not accepted by the early church, whose consensus clearly favors the view that John, the Lord’s disciple, had written these three letters to Christians […] Before we make some particular comments upon these letters of John we must first focus in upon the other Johannine books, the Gospel of John and the Book of Revelation (σελ. 13). Palmer, E. F., & Ogilvie, L. J., The Preacher’s Commentary Series, Volume 35: 1, 2 & 3 John / Revelation, Nashville, Tennessee: Thomas Nelson Inc. 1982

[44] If we glance at the testimony of the ancient Church and pay close attention to the statements of the witnesses respecting the author of this Epistle, all doubt must vanish that the Apostle St. John was, without contradiction, considered to have been its author (σελ. 6) […] Under these circumstances it seems impossible to deny the Apostolic and Johannean origin of these Epistles. They were both written by one and the same author, by an independent man, and the Secind Epistle necessitates us to go back to the author of the First (σελ. 184).
Lange, J. P., Schaff, P., Brain, K., & Mombert, J. I., A commentary on the Holy Scriptures: 1, 2, 3 John (6). Bellingham, WA: Logos Research Systems, Inc. 2008

[45] Evidence both internal and external favors the view that the apostle John is the author of the three letters Christian tradition has attributed to him (σελ. 26).  Akin, D. L., The New American Commentary Vol. 38: 1, 2, 3 John, Nashville: Broadman & Holman Publishers 2001

[46] ΑUTHOR: The apostle John. The similarities between the Gospel of John and these letters identified as 1, 2, and 3 John are so remarkable that it would be difficult to argue that these writings were done by two different people (σελ. 1).  Barton, B. B., & Osborne, G. R., Life application Bible commentary: 1, 2 & 3 John, Wheaton, Ill.: Tyndale House 1998.

[47] It appears that the author is indeed Jude, the brother of James and the half brother of Jesus. And, of even greater importance, this Jude is a servant of Jesus Christ (σελ. 243). Cedar, P. A., & Ogilvie, L. J., The Preacher’s Commentary Series, Volume 34: James / 1 & 2 Peter / Jude, Nashville, Tennessee: Thomas Nelson Inc. 1984

[48] With many, both in ancient and in modern times, the opinion has prevailed that the apostle is the author […] This being the case, the decision must be in favour of the Lord’s brother (σελ. iv).  The Pulpit Commentary: Jude (H. D. M. Spence-Jones, Ed.), Bellingham, WA: Logos Research Systems, Inc.  2004

[49] The external evidence for Jude is actually quite strong […] The earliest external evidence, then, witnesses to the letter’s authenticity. It probably was only doubted later because of the use of pseudepigraphical books, which actually is an indirect support of its authenticity, for an author concerned about the appearance of authenticity would not have cited them (σελ. 408). Schreiner, T. R., The New American Commentary Vol. 37: 1, 2 Peter, Jude, Nashville: Broadman & Holman Publishers 2003.

Πώς ο διάβολος εξαπατά τους ανθρώπους

Οι μουσουλμάνοι πιστεύουν ότι ο Μουχάμμαντ δέχθηκε μηνύματα του Θεού από τον αρχάγγελο Γαβριήλ, και ότι από αυτά τα μηνύματα ή αποκαλύψεις προέκυψε το Κοράνι. Αν δεχθούμε ότι ο Μουχάμμαντ πραγματικά πήρε μηνύματα από κάποιο πνεύμα, είχε άραγε την ικανότητα να ξεχωρίσει αν αυτό το πνεύμα ήταν άγγελος του Θεού ή δαίμονας; Το παρακάτω άρθρο δείχνει πόσο ο σατανάς μπορεί να μπερδέψει ανθρώπους άπειρους στον πνευματικό αγώνα και πόσες έξυπνες παγίδες μπορεί να στήσει ακόμα και στους πιο καλοπροαίρετους, για να τους πλανήσει και να τους κάνει όργανά του. Το βρήκαμε στη σελίδα http://vardavas.blogspot.com/2009/10/blog-post_30.html και αποτελεί αναδημοσίευση άρθρου του θεολόγου Θ.Ι Ρηγινιώτη από το περιοδικό «Τρίτο Μάτι».

Ιστορίες πλάνης

Πηγή: Περιοδικό «Τρίτο Μάτι», τεύχος 173,Αύγουστος  2009

Του Θεόδωρου Ι. Ρηγινιώτη

Οι χριστιανοί όλων των εποχών ξέρουν εκ πείρας ότι, εκτός από το Θεό και τους αγγέλους Του, υπάρχουν και άλλα όντα, σκοτεινοί άγγελοι, που μισούν το Θεό και εκείνους που Τον αγαπούν. Οι σκοτεινοί αυτοί άγγελοι, που είναι ψεύτες και πονηροί, μπορούν να εμφανιστούν στους ανθρώπους ως άγγελοι του Φωτός, ή ακόμη και ως ο Θεός ο Ίδιος, για να τους παραπλανήσουν, ώστε να τους αποδώσουν λατρεία.
Ήδη μέσα στην Καινή Διαθήκη, ο μέγας απόστολος Παύλος, μαθητής του Ιησού, προειδοποιεί τους χριστιανούς ότι ο διάβολος «μετασχηματίζεται σε άγγελο φωτός» (Β΄ επιστολή προς Κορινθίους, 11, 14), ενώ ο επίσης μέγας απόστολος Ιωάννης παραγγέλλει στους χριστιανούς να μην πιστεύουν κάθε πνεύμα που τους εμφανίζεται, αλλά να υποβάλλουν τα πνεύματα σε προσεχτική δοκιμασία, για να μην εξαπατηθούν (Α΄ επιστολή Ιωάννου, 4, 1). Ο ίδιος μάλιστα δίνει ένα κριτήριο, για να το χρησιμοποιήσουν οι χριστιανοί σ’ αυτή τη δοκιμασία: «πᾶν πνεῦμα ὅ ὁμολογεῖ Ιησοῦν Χριστὸν ἐν σαρκ ἐληλυθότα, ἐκ τοῦ Θεοῦ ἐστί. κα πᾶν πνεῦμα ὅ μὴ ὁμολογεῖ Ιησοῦν Χριστὸν ἐν σαρκ ἐληλυθότα, ἐκ τοῦ Θεοῦ οὐκ ἐστίν» («κάθε πνεύμα, που παραδέχεται ότι ο Ιησούς Χριστός ήρθε με σάρκα, προέρχεται από το Θεό, και κάθε πνεύμα, που δεν παραδέχεται ότι ο Ιησούς Χριστός ήρθε με σάρκα, δεν προέρχεται από το Θεό», στο ίδιο, 4, 2-3). Η συγκεκριμένη «δοκιμασία» του πνεύματος οφείλεται στο ότι αυτήν ακριβώς τη χριστιανική διδασκαλία (την αληθινή ανθρώπινη φύση του Χριστού) απέρριπταν οι γνωστικοί διδάσκαλοι, θεωρώντας το ανθρώπινο σώμα και την ύλη γενικά ως δημιουργία κατώτερης θεότητας και έδρα του κακού.

Η δοκιμασία που πρότεινε ο άγιος Ιωάννης εφαρμόστηκε σε όλες τις εποχές του χριστιανισμού και ονομάζεται «διάκρισις των πνευμάτων». Μέσα στους αιώνες καταγράφονται πάρα πολλές περιπτώσεις απατηλών εμφανίσεων σκοτεινών πνευμάτων, μεταμφιεσμένων σε φωτεινά, που έδιναν δήθεν στους ανθρώπους οράματα, αλλά ακόμη και το χάρισμα της προφητείας ή των θαυμάτων, ενώ στην πραγματικότητα τους εξαπατούσαν, για να τους παρασύρουν κοντά τους. Οι άγιοι διδάσκαλοι του χριστιανισμού ανέπτυξαν πολύ λεπτά πνευματικά αισθητήρια, για να μπορούν να διακρίνουν τα αληθινά οράματα του Θεού και των αγγέλων από τα ψευδή οράματα των αντίθετων προς το Θεό δυνάμεων. Και συνέστησαν επίμονα (και συνιστούν ακόμη, γιατί πάντα υπάρχουν άγιοι χριστιανοί διδάσκαλοι) στους χριστιανούς να μην πιστεύουν κάθε υπερφυσικό σημείο που εμφανίζεται στη ζωή τους, αλλά να το απορρίπτουν, να προσεύχονται στο Θεό να τους απαλλάξει απ’ αυτό και να εξομολογούνται με ταπείνωση σε έναν έμπειρο πνευματικό (πνευματικό πατέρα, «γέροντα»), για να αξιολογούν τις καταστάσεις όπως πρέπει και όχι επιπόλαια.

Ένα πρώτο κριτήριο, που μπορεί να βρει κάποιος στα κείμενα των ορθόδοξων ασκητών (π.χ. σε πολλά έργα αγίων που περιλαμβάνονται στη μεγάλη συλλογή Φιλοκαλία, καθώς και στη διδασκαλία του σύγχρονου αγίου Σιλουανού του Αθωνίτη), είναι ότι το γνήσιο θεϊκό βίωμα προκαλεί στον άνθρωπο γαλήνη και αγάπη προς τους εχθρούς, ενώ το ψευδοβίωμα προκαλεί αποστροφή ή ταραχή, έστω κι αν συνοδεύεται με κάποιο αίσθημα ενθουσιασμού ή «χαράς». Αυτό το κριτήριο όμως δεν είναι απόλυτα ασφαλές, γιατί ένας αρχάριος μπορεί να νομίζει ότι αισθάνεται γαλήνη ακόμη και σε κατάσταση πλάνης, γι’ αυτό όλοι οι δάσκαλοι της ορθόδοξης πνευματικότητας συνιστούν επίμονα να μην επιθυμούμε ούτε να επιδιώκουμε, αλλά αντιθέτως να αποφεύγουμε τις «υπερφυσικές» εμπειρίες (και να τις αγνοούμε νηφάλια, αν εμφανιστούν), δίνοντας έμφαση μόνο στην προσπάθειά μας για την κάθαρση της καρδιάς από τα πάθη και την εγκατάσταση σ’ αυτήν της παγκόσμιας εν Χριστώ αγάπης.

Αν σε μένα (ό μη γένοιτο), που είμαι ένας εγωιστής άνθρωπος, αρχίσει να εμφανίζεται ο Θεός, η Παναγία ή ένα άλλο άγιο πρόσωπο, κινδυνεύω να πέσω θύμα του εγωισμού μου, ο οποίος θα κολακευτεί και θα διογκωθεί, και να αποδώσω λατρεία στον εχθρό αντί για το Θεό.

Προέλευση αγιογραφίας : users.pel.sch.gr/palladios/panagia_mple.JPG
Θα σταχυολογήσουμε εδώ μερικές ιστορίες πλάνης, επιχειρώντας να καταδείξουμε στους αναγνώστες μας τη λεπτότητα και πολυμορφία των παγίδων, τις συνέπειες από την πτώση σε αυτές, καθώς και αξιοπρόσεκτες περιπτώσεις αποφυγής τους. Οι ιστορίες πλάνης γίνονται εξαιρετικά επίκαιρες, για δύο κυρίως λόγους:
α) Γιατί φανερώνουν ότι τα πνευματικά βιώματα των χριστιανών (τουλάχιστον στον αρχαίο χριστιανισμό και στον ορθόδοξο) δεν γίνονται αποδεκτά χωρίς κρίση και αξιολόγηση, πράγμα που οφείλει να προβληματίσει κάθε «ορθολογιστή», που τα απορρίπτει ασυζητητί για ιδεολογικούς λόγους, και να τον παρακινήσει σε περαιτέρω έρευνα.
β) Γιατί τις τελευταίες δεκαετίες, στο δυτικό κόσμο, που αποστατεί μαζικά από το χριστιανισμό, έχει ανακάμψει ο μυστικισμός και ο πνευματισμός κάθε είδους και γνωρίζει έξαρση η αναζήτηση «εμπειριών» με διάφορες «μεθόδους», που τα αποτελέσματά τους δυστυχώς δεν αξιολογούνται με προσοχή. Οι άγιοι διδάσκαλοι του χριστιανισμού διδάσκουν από την εμπειρία τους ότι ένα πνευματικό βίωμα μπορεί να είναι αληθινό, όμως δεν είναι οπωσδήποτε αυτό που φαίνεται – επομένως δεν είναι συνετό να του «παραδοθούμε» με εμπιστοσύνη άνευ όρων.

1. Το «ουράνιο ένδυμα»

Η παρακάτω περίπτωση περιλαμβάνεται και σχολιάζεται στην κλασική πλέον μελέτη του Αμερικανού ορθόδοξου διδασκάλου π. Σεραφείμ Ρόουζ Orthodoxy and the religion of the future (έκδ. St. Herman of Alaska Brotherhood, Platina, California, USA), από την οποία και τη λαμβάνουμε (1).

Ο βίος του αγίου Μαρτίνου της Tours (+397) από το μαθητή του Σουλπίτιο Σεβήρο, έχει ένα ενδιαφέρον παράδειγμα δαιμονικής ισχύος σε συνδυασμό με μια παράξενη «υλική» εκδήλωση που μοιάζει με τις σημερινές «στενές επαφές» με UFO: Ένας νέος ονόματι Ανατόλιος έγινε μοναχός κοντά στο μοναστήρι του αγίου Μαρτίνου [του αγίου Μαρτίνου της Tours (+397) του Ελεήμονος και Θαυματουργού, ενός από τους σημαντικότερους αγίους του αρχαίου δυτικού χριστιανισμού (2)], αλλά από ψεύτικη ταπείνωση έπεσε θύμα δαιμονικής πλάνης. Φανταζόταν ότι διαλεγόταν με «αγγέλους», και με σκοπό να πείσουν τους άλλους για την αγιότητά του, αυτοί οι «άγγελοι» συμφώνησαν να του δώσουν «ένα λαμπρό ένδυμα από τον ουρανό» ως σημείο της «δύναμης του Θεού» που κατοικούσε στο νεαρό. Μια βραδυά γύρω στα μεσάνυχτα ακούστηκε τρομερός υπόκωφος κρότος από πόδια που χόρευαν κι ένα βουητό σαν από πολλές φωνές στο ερημητήριο, και το κελλί του Ανατόλιου άστραψε από φως. Μετά έγινε σιωπή, και ο παραπλανημένος ξεπρόβαλε από το κελλί του με το «ουράνιο» ρούχο. «Έφεραν ένα φως και επιθεωρούσαν όλοι προσεκτικά το ένδυμα .Ήταν υπερβολικά απαλό, με ανυπέρβλητη ελκυστικότητα και με χρώμα λαμπερό κόκκινο, αλλά ήταν αδύνατον να προσδιορίσουν τη φύση του υλικού. Ταυτόχρονα, κάτω από τον πιο εξονυχιστικό έλεγχο από μάτια και δάχτυλα, έμοιαζε να είναι ένα ένδυμα και τίποτε άλλο».
Το επόμενο πρωί, ο πνευματικός πατέρας του Ανατόλιου τον πήρε από το χέρι με σκοπό να τον οδηγήσει στον άγιο Μαρτίνο, για να ανακαλύψει αν αυτό ήταν όντως κόλπο του διαβόλου. Φοβισμένος, ο παραπλανημένος αρνήθηκε να πάει, «και καθώς τον εξανάγκαζαν να πάει τη θέλησή του, το ένδυμα εξαφανίστηκε μέσα από τα χέρια εκείνων που τον τραβούσαν». Ο συγγραφέας της αφήγησης (ο οποίος είτε είδε το συμβάν ο ίδιος είτε το άκουσε από αυτόπτη μάρτυρα) συμπεραίνει ότι «ο διάβολος ήταν ανίκανος να συνεχίσει τις παραισθήσεις του ή να αποκρύψει τη φύση τους όταν θα υποβάλλονταν στα μάτια του Μαρτίνου». «Ήταν τόσο ολοκληρωτικά στην εξουσία του να βλέπει τον διάβολο, που τον αναγνώριζε κάτω από οποιαδήποτε μορφή, είτε διατηρούσε το δικό του χαρακτήρα είτε μεταμορφωνόταν σε κάποιο από τα ποικίλα σχήματα της “πνευματικής ανομίας”» – περιλαμβανομένων των μορφών των ειδωλολατρικών θεών και της εμφάνισης του ίδιου του Χριστού, με βασιλικά ενδύματα και στέμμα και περιβεβλημένου με λαμπρό κόκκινο φως».
2. Ο άγιος Ισαάκ του Κιέβου, ο διά Χριστόν σαλός
Ο άγιος Ισαάκ (3) είναι ένας από τους πρώτους Ρώσους αγίους ασκητές και μόνασε τον 11ο αιώνα στη λαύρα των Σπηλαίων του Κιέβου. Η ιερή αυτή μονή ιδρύθηκε από τον άγιο Αντώνιο του Κιέβου και αναδείχθηκε τα επόμενα χίλια χρόνια σε ένα από τα σημαντικότερα κέντρα της ορθόδοξης πνευματικότητας, κυριολεκτικά φυτώριο αγίων, φυλάσσει δε στα σπλάχνα της πολλά σώματα αγίων άφθαρτα και μυροβλύζοντα, χωρίς φυσικά να είναι ταριχευμένα.
Ο Ισαάκ ήταν πλούσιος έμπορος που, μαθαίνοντας για τον άγιο Αντώνιο του Κιέβου, ένιωσε θείο ζήλο, «ξεφορτώθηκε» την περιουσία του μοιράζοντάς την στους φτωχούς και ήρθε να συναντήσει τον άγιο, με πρόθεση να μονάσει. Ο άγιος τον δέχτηκε και ο Ισαάκ επιδόθηκε σε υπεύθυνο και σοβαρό ασκητικό αγώνα, μέσω του οποίου ανέπτυξε λαμπρές αρετές.
Στη συνέχεια όμως θέλησε να προχωρήσει σε ένα δυσκολότερο στάδιο: να απομονωθεί σε ένα σπήλαιο, στην απόκρημνη όχθη του Δνείπερου. Πήρε την ευλογία του πνευματικού του και έζησε στη μόνωση του σπηλαίου για εφτά χρόνια, φορώντας, αντί για το κοινό τρίχινο μοναχικό ένδυμα, το δέρμα μιας κατσίκας, που το φόρεσε νωπό και το άφησε να στεγνώσει πάνω του.
Όμως ακόμη και με τόση πείρα, αποκτηθείσα με πολυετείς αγώνες, μια στιγμή εγωιστικής αδυναμίας ήταν αρκετή για μια σχεδόν ανεπανόρθωτη πτώση: κάποια νύχτα τον επισκέφτηκαν δύο λευκοφορεμένοι νέοι, που τον κάλεσαν να βγει έξω να προσκυνήσει το Χριστό, που τον επισκεπτόταν αυτοπροσώπως, γιατί ευαρεστήθηκε από τον αγώνα του.
Ο πολύπειρος ερημίτης ενέδωσε και προσκύνησε χωρίς ενδοιασμό το τρίτο πρόσωπο, που ακολουθούσε βαδίζοντας μέσα στη νύχτα. Αίφνης το όραμα άλλαξε μορφή: οι τρεις επισκέπτες έγιναν δαίμονες, που τον παρέσυραν σε αλλόφρονα χορό και, τρομοκρατώντας και απειλώντας τον με τη βεβαίωση ότι ήταν πια δικός τους, τον εγκατέλειψαν μισοπεθαμένο. Σε οικτρή κατάσταση τον ανακάλυψε την άλλη μέρα ο ίδιος ο άγιος Αντώνιος και τον μετέφερε στο μοναστήρι, όπου χρειάστηκε δυόμισι χρόνια φροντίδας και προσευχής για να συνέλθει.
Μετά από τη δοκιμασία αυτή, η συμπεριφορά του αγίου για όλη του τη ζωή ήταν αλλοπρόσαλλη. Είναι σίγουρο ότι, από ένα σημείο και έπειτα, η πνευματική του διαύγεια είχε αποκατασταθεί πλήρως και ζούσε σε μια κατάσταση προσποιητής τρέλας, ως διά Χριστόν σαλός. Η σαλότητα αυτή ήταν μια δικλείδα ασφαλείας, μια θωράκιση εναντίον της υπερηφάνειας, που τον βοήθησε να αναλάβει και να φτάσει σε μεγάλο ύψος αγιότητας. Κοιμήθηκε στις 17 Φεβρουαρίου 1090 μ.Χ. και ενταφιάστηκε στο σπήλαιό του.
3. Ο άγιος Νικήτας του Κιέβου
Στην ιστορική μονή του Κιέβου μάς μεταφέρει και η επόμενη περίπτωση που θα εξετάσουμε (4). Ο μοναχός Νικήτας, ενάρετος, αλλά χωρίς να έχει γίνει ακόμη τόσο διαυγής, που να είναι «άτρεπτος» προς το κακό, ζητούσε επίμονα από τον πνευματικό του, τον άγιο Νίκωνα, που ήταν ηγούμενος της μονής και κατά σάρκα αδελφός του, να του επιτρέψει να μονάσει έγκλειστος σε σπήλαιο. Ο σοφός γέροντάς του αρνιόταν, βλέποντας ότι ο αδελφός και μαθητής του έχει ακόμη σκιές πνευματικής ανωριμότητας στην καρδιά του. Επειδή όμως ο μαθητής επέμενε και τον διαβεβαίωνε επιπόλαια ότι «ποτέ δεν θα τον απατούσαν οι παγίδες του εχθρού», ο δάσκαλος υποτάχθηκε και, παρά τη θέλησή του, συναίνεσε. Έτσι, ο μοναχός «υπάκουσε στο λογισμό του» και ικανοποίησε το θέλημά του ασφαλίζοντας από μέσα την πόρτα του κελιού του ή, κατά άλλη πληροφορία, φεύγοντας από το μοναστήρι και κάνοντας κατοικία του μια σπηλιά.
Όμως, λίγες μόλις μέρες μετά τον εγκλεισμό του, ένιωσε μια ουράνια ευωδία στο χώρο γύρω του. “Άγγελος θα είναι” σκέφτηκε αμέσως και, μιμούμενος το ριψοκίνδυνο αίτημα του Μωυσή προς το Θεό, είπε: «Κύριε, εμφάνισέ μου τον εαυτό σου». Ένας άγγελος εμφανίστηκε και του είπε: «Νικήτα, από εδώ και πέρα θα σταματήσεις να προσεύχεσαι και θ’ αρχίσεις να διαβάζεις βιβλία, για να μπορείς να συμβουλεύεις τους ανθρώπους που θα έρχονται σε σένα. Με εντολή του Θεού, εγώ θα προσεύχομαι για σένα». Ο άπειρος μοναχός έπεσε στην παγίδα πολύ εύκολα. Μόνο που ο επισκέπτης δεν ήταν άγγελος, αλλά διάβολος που είχε λάβει μορφή αγγέλου.
Ο Νικήτας έπαψε να προσεύχεται (πράγμα που θα μπορούσε να τον προφυλάξει) και άρχισε να μελετά. Έγινε σοφός σύμβουλος και σιγά σιγά πλήθος προσκυνητών τον επισκεπτόταν ως έμπειρο και χαρισματούχο πνευματικό. Και πράγματι, εμφάνισε ακόμη και προφητικό χάρισμα. Η φήμη του έφτασε στο απόγειό της, όταν κάποτε διαμήνυσε στον πρίγκιπα Ιζιασλάβο: «Σήμερα δολοφονήθηκε στο Ζαβόλτς ο πρίγκιπας του Νόβγκοροντ Γκλέμπ Σβιατοσλάβιτς. Στείλε γρήγορα το γιο σου Σβιατοπόλκ, να πάρει το θρόνο του Νόβγκοροντ».
Ο ηγούμενος Νίκων όμως ήταν επιφυλακτικός και περίμενε… Διαπίστωσε σύντομα ότι, ενώ ο Νικήτας γνώριζε απ’ έξω ολόκληρη σχεδόν την Παλαιά Διαθήκη και τη χρησιμοποιούσε μ’ εκπληκτική ευχέρεια στις συζητήσεις του, δεν ήξερε καθόλου την Καινή Διαθήκη. Δεν τη μελετούσε ποτέ και δεν ήθελε να γίνεται ούτε λόγος γι’ αυτήν! Απ’ αυτή τη συμπεριφορά του οι γέροντες της μονής πείστηκαν ότι είχε πλανηθεί από το διάβολο. Και μια ομάδα επίλεκτων μοναχών, μεταξύ των οποίων ο ηγούμενος Νίκων, ο κατοπινός ηγούμενος Ιωάννης, ο Ποιμένας ο Νηστευτής, ο Ησαΐας, κατοπινός επίσκοπος Ροστώφ, ο Ισαάκιος ο Έγκλειστος, ο Αγαπητός ο Ιαματικός, ο Γρηγόριος ο Θαυματουργός και άλλοι, πήγαν στο κελί του και τον έσυραν διά της βίας στη μονή, ενώ εκείνος, εκτός εαυτού, ωρυόταν, απειλούσε και ούρλιαζε σαν πληγωμένο θηρίο.
Χρειάστηκαν εξορκισμοί και πολυετής προσευχή για να επανέλθει ο Νικήτας στην αρχική του πνευματική καθαρότητα. Η μετάνοιά του τον βοήθησε να καλλιεργήσει την «υψοποιό ταπείνωση» και τελικά αξιώθηκε να γίνει επίσκοπος του Νόβγκοροντ και άγιος. Κοιμήθηκε το 1096.
4. Συνάντηση με το «φύλακα άγγελο» (5)
Ένας νεαρός Ρουμάνος διάκονος, που ήρθε να μονάσει στο Άγιο Όρος το 19ο αιώνα, εξομολογούνταν στο μεγάλο όσιο Αγιορείτη γέροντα Σάββα τον Πνευματικό (1821-1908). Κάποια μέρα του λέει: «Γέροντα, σε παρακαλώ, αύριο μνημόνευσε στη λειτουργία τη μητέρα μου, που κοιμήθηκε και της κάνουν τα τριήμερα».
Ο γέροντας θορυβήθηκε από αυτή την ξαφνική πληροφορία και τον ρώτησε πώς έμαθε τόσο σύντομα ότι η μητέρα του είχε κοιμηθεί στη Ρουμανία (σημειωτέον ότι δεν υπήρχαν τηλέφωνα).
«Μου το είπε ο φύλακας άγγελός μου» είπε ντροπαλά ο διάκονος. Ο γέροντας ξαφνιάστηκε. «Βλέπεις το φύλακα άγγελό σου;» ρώτησε. Ο διάκονος το παραδέχτηκε. «Πόσο καιρό;» «Κάπου δύο χρόνια. Μου παρουσιάστηκε και με συντροφεύει στην προσευχή. Λέμε μαζί τους Χαιρετισμούς, κάνουμε μετάνοιες και ανοίγουμε πνευματικές συζητήσεις». «Και γιατί, παιδί μου, τόσο καιρό, δε μου ανέφερες τίποτε;». «Μου είπε ο άγγελός μου ότι… δεν είναι απαραίτητο».
Ο γέροντας επέστησε την προσοχή στο νεαρό μαθητή του ότι ένα τέτοιο όραμα δεν είναι καθόλου ξεκάθαρο πνευματικά και τον κάλεσε να υποβάλει τον επισκέπτη του σε δοκιμασία. Να του ζητήσει να πει το «Θεοτόκε Παρθένε» και να κάνει το σημείο του σταυρού. Ο νεαρός δέχτηκε. Η δοκιμασία έγινε με επιτυχία –ο επισκέπτης έκανε ό,τι του ζητήθηκε– αλλά ο γέροντας δεν πείστηκε. Μετά από δύο χρόνια επιρροή, ένας αρχάριος είναι εύκολο να υποβληθεί στην απατηλή ιδέα ότι ακούει ένα τροπάριο ή ότι βλέπει το σημείο του σταυρού. Και ζήτησε μια τελευταία δοκιμασία:
«Ο διάβολος δε μπορεί να διαβάσει μια σκέψη, αν μείνει μέσα σου κρυπτή και αψηλάφητη. Θα κάνω λοιπόν τώρα μια τέτοια σκέψη κι εσύ θα ζητήσεις από τον άγγελό σου να σου αποκαλύψει τι σκέφτηκα».
Η δοκιμασία αυτή αποκάλυψε το αληθινό πρόσωπο του «αγγέλου»: στην αρχή αρνήθηκε, κατόπιν απείλησε το θύμα του ότι με την ασέβειά του θα χάσει τη θεϊκή εύνοια και τέλος εμφανίστηκε με σκοτεινή και τρομερή μορφή και τον διαβεβαίωσε ότι «αύριο τέτοια ώρα», ενισχυμένος από μια ομάδα δαιμόνων, θα τον πάρει στην κόλαση.
Ο διάκονος έμεινε μόνος, σωστό ερείπιο. Τράπηκε σε φυγή και έτρεξε στο καλύβι του πνευματικού του. Άρπαξε το ράσο του και δεν το άφηνε, τρέμοντας όλο και περισσότερο καθώς πλησίασε η ώρα να πραγματοποιηθεί η δαιμονική απειλή. Ο γέροντας Σάββας γονάτισε και προσευχήθηκε έντονα, καλώντας τη βοήθεια του Θεού, και με τη δύναμη της προσευχής του, η επόμενη νύχτα πέρασε χωρίς συνέπειες.
Ο νεαρός Ρουμάνος παρέμεινε στον Άθωνα και σιγά σιγά ωρίμασε πνευματικά και χειροτονήθηκε και ιερέας. Όμως σε όλη του τη ζωή ενοχλούνταν από πειρασμούς, καθώς έμειναν στην ψυχή του αμυχές από τα τραύματα εκείνης της νύχτας και την επήρεια της διετούς σχέσης με τον άγγελο, που δεν ήταν άγγελος.
5. Ο άγιος Σιλουανός ο Αθωνίτης
Τον εικοστό αιώνα, με κέντρο το Άγιο Όρος, αναδείχθηκαν μερικοί κορυφαίοι χριστιανοί άγιοι, που μπορούν να χαρακτηριστούν παγκόσμιοι (ή, πιο δόκιμα, «οικουμενικοί») διδάσκαλοι. Ανάμεσα στους σημαντικότερους είναι χωρίς αμφιβολία δύο Ρώσοι, ο άγιος Σιλουανός ο Αθωνίτης (1866-1934) και ο μαθητής και βιογράφος του γέροντας Σωφρόνιος Σαχάρωφ (1896-1993), ιδρυτής της μονής του Τιμίου Προδρόμου στο Έσσεξ της Αγγλίας, ενός από τα σπουδαιότερα κέντρα της ορθόδοξης πνευματικότητας στο δυτικό κόσμο.
Οι δύο αυτοί χριστιανοί διδάσκαλοι καταθέτουν τη δική τους εμπειρία για τα ψευδοβιώματα, αντίγραφα των αληθινών, που συνιστούν πειρασμούς:
Ως αρχάριος αγωνιστής (δόκιμος μοναχός ακόμη) ο άγιος Σιλουανός γνώρισε τουλάχιστον δύο φορές βιώματα πλάνης. Τη μία φορά, ενώ προσευχόταν στο κελλί του, ο χώρος «γέμισε από ένα ασυνήθιστο φως, που διαπέρασε ακόμη και το σώμα του, έτσι που είδε τι ήταν μέσα από το θώρακά του. Ο λογισμός τού λέει: “Δέξου το, είναι η χάρη”. Η ψυχή όμως του δόκιμου ταράχθηκε και έμεινε σε μεγάλη απορία. Η προσευχή συνέχισε να ενεργείται μέσα του και μετά από αυτό, αλλά το πνεύμα της συντριβής απομακρύνθηκε τόσο, που σε ώρα προσευχής του ήρθε γέλιο. Χτύπησε δυνατά το μέτωπο με τη γροθιά του. Το γέλιο έπαψε, αλλά το πνεύμα της μετάνοιας δεν ξαναγύρισε και η προσευχή του συνεχίσθηκε χωρίς κατάνυξη. Τότε κατάλαβε πως του συνέβη κάτι ανάρμοστο» (6).
Την άλλη φορά, κατά την ώρα της λειτουργίας, ένιωσε ότι άνοιξαν οι ουρανοί και άκουσε τον προφήτη Δαβίδ από τον παράδεισο να υμνεί το Θεό. Αντιλαμβανόμενος ότι πρόκειται περί απάτης, ο άγιος αρνήθηκε και αυτό το βίωμα.
Ας σημειωθεί ότι το γέλιο, που ο άγιος αξιολόγησε όχι ως αποτέλεσμα αυθεντικής θεϊκής χαράς, αλλά ως «ανάρμοστο» ψυχοσωματικό ξέσπασμα, υπενθυμίζει το «γέλιο του Αγίου Πνεύματος», που καταγράφεται ως «πνευματικό βίωμα» στο κίνημα των «αναγεννημένων χριστιανών»:
«Ήμουν τόσο χαρούμενος, που το μόνο που μπορούσα να κάνω ήταν να γελώ σωριασμένος στο πάτωμα». «Άρχισα να γελώ… Ήθελα μόνο να γελώ και να γελώ, όπως κάνεις όταν νιώθεις τόσο καλά, που δε μπορείς να μιλήσεις γι’ αυτό. Κρατούσα τα πλευρά μου και γελούσα ώσπου διπλώθηκα στα δύο» (7).
6. Ο γέροντας Σωφρόνιος
Ο μέγας γέρων Σωφρόνιος του Έσσεξ, στο κύκνειο άσμα του, τη συγκλονιστική αυτοβιογραφική και βαθιά θεολογική μελέτη Οψόμεθα τον Θεόν καθώς εστί, αναφέρει:
«Από των παιδικών μου χρόνων απέκτησα την συνήθειαν να προσεύχωμαι. Πρωΐαν τινά όμως, εις τινά οδόν της Μόσχας, εσφηνώθη εις τον νουν μου η σκέψις: δεν είναι δυνατόν το απόλυτον να είναι “πρόσωπον”. […] Έκτοτε […] ήρχισα να αποσπώμαι από της προσευχής και να στρέφωμαι προς διαλογισμόν εξωχριστιανικού τύπου. Συντόμως, μετά τούτο, κατά τινα νύκτα αφυπνίσθην δι’ ακαταλήπτου τρόπου. Είδον το δωμάτιόν μου πλήρες ανομοιογενούς, τεθλασμένου και παλλομένου φωτός. Η ψυχή μου εταράχθη. Ησθάνθην αποστροφήν προς το όραμα τούτο. Μάλλον ειπείν, δυσφορίαν τινά μεμιγμένην μετά τινος τρόμου, ομοίως προς φόβον τον οποίον προκαλεί όφις εισερχόμενος έρπων εις οικίαν. Εξήλθον εκ του δωματίου μου εις την τραπεζαρίαν, διήλθον εκεί λεπτά τινα και κατόπιν επανήλθον εις την κλίνην μου. Δεν υπήρχε πλέον φως και εκοιμήθην εκ νέου.
»Ολίγον βραδύτερον, κατά την περίοδον της ασκήσεως του υπερβατικού διαλογισμού, εις ον εσημείωσα πρόοδον ως προς την αυτοσυγκέντρωσιν, είδον την διανοητικήν μου ενέργειαν ομοίαν προς φως, ουχί ισχυρόν. Το φως τούτο ευρίσκετο εντός της κρανιακής κοιλότητος και πέριξ αυτής. Η καρδία όμως δεν συμμετείχεν εις αυτό, ζώσα κεχωρισμένως από του εγκεφάλου.
»Μετά παρέλευσιν πολλών ετών αφ’ ότου επεσκέφθη εμέ το έλεος του Υψίστου Θεού [σ.σ: μετά την επιστροφή του στο χριστιανισμό], παρετήρησα ότι το άκτιστον Φως [σ.σ: το αληθινό φως του Θεού] είναι ήρεμον, ακέραιον, ομοιογενές. Ενεργεί επί του νοός, επί της καρδίας, εισέτι δε και επί του σώματος. Κατά την θεωρίαν αυτού [σ.σ: κατά την όρασή του] όλη η ύπαρξις ημών ευρίσκεται εν καταστάσει, την οποίαν η “γη” δεν γνωρίζει. Αυτό το Φως είναι φως αγάπης, φως συνέσεως, φως αθανασίας και θαυμαστής ειρήνης.
»Μετά την εκ νέου εις Χριστόν στροφήν μου, η “ανατολική” εμπειρία μου, ήτις διήρκεσε περίπου επτά ή οκτώ έτη, εφάνη εις το πνεύμα μου ως το πλέον φοβερόν έγκλημα κατά της αγάπης του Θεού…» (8).
Ας σημειωθεί ότι, κατά τους Πατέρες της Εκκλησίας, ο άνθρωπος, όπως και ο άγγελος, ως δημιουργημένος κατ’ εικόνα Θεού, είναι φωτεινό ον. Γι’ αυτό, κατά τη διάρκεια έντονης πνευματικής (μυστικιστικής) εργασίας είναι πιθανόν να δει το όραμα του δικού του νοητού φωτός. Αυτό μπορεί να του προκαλέσει σύγχυση και να νομίζει ότι βρέθηκε σε κατάσταση «φώτισης», ενώ η φώτιση έρχεται με την όραση του άκτιστου Φωτός του Θεού, η οποία επιτυγχάνεται με την καλλιέργεια της ταπείνωσης και της σταυρικής αγάπης και όχι με την εφαρμογή κάποιας τεχνικής.
Κατά μία άποψη, η πτώση του Εωσφόρου συντελέστηκε επειδή ο εκπεσών αρχάγγελος γοητεύτηκε ενατενίζοντας το φως του, το οποίο θεώρησε ίσης ποιότητας με το Φως του Θεού και ο εγωισμός που γεννήθηκε εντός του τον εκτόξευσε μακριά από το Θεό, επειδή ο Θεός είναι Ταπείνωση.
Η διάκριση των πνευμάτων
Όπως η χάρη του αληθινού Θεού μπορεί να εμφανιστεί παντού, άσχετα από την ιδέα που έχεις για το «τι είναι ο Θεός» (γι’ αυτό και παρατηρούμε αληθινά θαύματα σε αγνούς ανθρώπους και εκτός του χριστιανισμού), έτσι και η πλάνη μπορεί να εμφανιστεί παντού, γι’ αυτό και παρατηρούμε ψεύτικα θαύματα και βιώματα και εντός του χριστιανισμού.
Με ποιο τρόπο μπορούμε να αποφύγουμε την πλάνη;
«Οι άγιοι διδάσκαλοι του χριστιανικού αγώνα ζητούν από τους ευσεβείς αγωνιστές να μην εμπιστεύονται κανενός είδους εικόνα ή οπτασία που θα εμφανιστεί ξαφνικά μπροστά τους, ούτε ν’ αρχίζουν κουβέντα μαζί της ούτε να της δίνουν καμιά προσοχή. Επίσης τους ζητούν να προφυλάσσουν τον εαυτό τους κατά τη διάρκεια αυτών των εμφανίσεων κάνοντας το σημείο του σταυρού, να κλείνουν τα μάτια τους και, με ακλόνητη επίγνωση της αναξιότητας και της ακαταλληλότητάς τους να βλέπουν άγια πνεύματα, να ικετεύουν το Θεό ζητώντας Του να τους προστατεύει απ’ όλες τις παγίδες και τις πλάνες που με πανουργία επινοούν εναντίον των ανθρώπων τα μοχθηρά πνεύματα» τονίζει ο μεγάλος Ρώσος άγιος του 19ου αιώνα Ιγνάτιος Μπριαντσιανίνωφ (9).
Οι μυημένοι στις διάφορες τεχνικές του ανατολικού μυστικισμού, κατά κανόνα, επιδιώκουν ως πνευματική πρόοδο την ανάδειξη δυνάμεων, που θεωρούνται κρυμμένες στο «εσώτερο είναι» του ανθρώπου. Πρόκειται για δυνάμεις (σίντι) που ποικίλουν, από σχετικά απλές, όπως η εκπομπή «κυμάτων θετικής ενέργειας», έως «προχωρημένες», όπως το ξύπνημα και η διαχείριση της ενέργειας κουνταλίνι. Τηλεπαθητικές και τηλεκινητικές ικανότητες, αστρικά ταξίδια, θέαση και ανάγνωση της αύρας κ.τ.τ. είναι μερικές από τις ιδιότητες, με τις οποίες «επιβραβεύεται» η σωστή και ακριβής εφαρμογή των ανατολικών τεχνικών.
Αντίθετα, οι χριστιανοί αποφεύγουν την απόχτηση «ξεχωριστών δυνάμεων» και «χαρισμάτων». Με κανένα τρόπο δεν τα επιδιώκουν και, αν συμβούν στη ζωή τους, δεν τα καλλιεργούν. Δεν τα θεωρούν δικά τους, αλλά δώρα του Θεού – αλλά και πιθανόν παγίδες του εχθρού. Γι’ αυτό και τα αποκρούουν. Ακόμη και εξαιρετικά έμπειροι ασκητές, που έχουν περάσει από τις παγίδες και τα μιμητικά βιώματα και μπορούν να διακρίνουν τα γνήσια από τα πλαστά, κατά κανόνα τα δέχονται μετά από εξομολόγηση.
Η εξομολόγηση, κατά τους αγίους χριστιανούς διδασκάλους, είναι απόλυτα απαραίτητη σε περίπτωση που ένας άνθρωπος αρχίσει να βιώνει «ξεχωριστές» και «υπερφυσικές» καταστάσεις στη ζωή του, ιδιαίτερα αν είναι καταστάσεις «ευχάριστες» ή «αποτελεσματικές». Το δρόμο του χριστιανισμού δεν τον βαδίζεις μόνος. Και ο πιο πολύτιμος σύντροφός σου (ο αντίστοιχος του γιατρού, όχι μόνο για ηθικά αλλά γενικώς για πνευματικά θέματα) είναι ο εξομολόγος σου. Αν ο εξομολόγος σου δεν είναι κατάλληλος για σένα, άφησέ τον και αναζήτησε άλλον. Αναζητώντας με ταπείνωση και προσευχή, κι όχι με την κρυφή επιθυμία να βρεις κάποιον που να «αναγνωρίσει την αξία και το μεγαλείο σου», θα συναντήσεις τον κατάλληλο – όχι βέβαια επειδή «το σύμπαν» θα συνωμοτήσει για να πέσεις πάνω του, αλλά επειδή ο Θεός θα σου τον στείλει (10).
Ο άγιος Μακάριος ο Αιγύπτιος, ο Μέγας, αντιστάθηκε πέντε χρόνια στο λογισμό που τον καλούσε να εισέλθει στο εσωτερικό της ερήμου, «λέγων μήπως από δαιμόνων εστίν». Και μόνο όταν είδε ότι ο λογισμός επέμενε, παρά την αντίστασή του (που προφανώς περιελάμβανε και «καρδιακή προσευχή» και νηστεία και συμμετοχή στα άγια μυστήρια), μπήκε στην έρημο, όπου συναντήθηκε και συνομίλησε με τους δύο γυμνούς ασκητές. Και τότε ακόμη, δίστασε να τους μιλήσει, μήπως είναι πνεύματα. Και τελικά, όταν επέστρεψε, ευκαιρίας δοθείσης, εξομολογήθηκε το γεγονός παρουσία των γερόντων της συντροφιάς του αγίου Παμβώ (11).
Διφορούμενοι λογισμοί, που καλούν τον αγωνιστή «να εισέλθει στην έρημο» για «μεγαλύτερη άσκηση», είναι κάτι συνηθισμένο στους μοναχούς. Παρόμοια με τον άγιο Μακάριο, δεκαπέντε αιώνες αργότερα, ο άγιος Σιλουανός πολέμήσε έναν τέτοιο λογισμό, που (αντίθετα με την περίπτωση του αγίου Μακαρίου) αποδείχτηκε παγίδα: «Ο λογισμός τού πρότεινε: “Πήγαινε στην έρημο, ντύσου σάκκο και σώζου εκεί”. “Καλά” απάντησε εκείνος, “θα πάω στον ηγούμενο να ζητήσω την ευλογία του”. “Μην πηγαίνεις, ο ηγούμενος δεν θα ευλογήσει” λέει ο λογισμός. […] “Αν ο ηγούμενος δεν ευλογεί, άρα δεν με σπρώχνεις προς το καλό”… Και με ισχυρή θέληση από το βάθος της ψυχής του, είπε: “Εδώ θα πεθάνω για τις αμαρτίες μου”» (12)
Ο άγιος γέροντας Παΐσιος ο Αγιορείτης (1924-1994), που έζησε μια οκτάωρη επίσκεψη της αγίας μεγαλομάρτυρος Ευφημίας και είδε σε όραμα τα φοβερά της μαρτύρια, δοκίμασε την αγία ζητώντας της να ψάλει το δοξαστικό της εορτής της Αγίας Τριάδας «Δεύτε, λαοί, την τρισυπόστατον Θεότητα προσκυνήσωμεν…», παρόλο που συνοδευόταν από την Παναγία και τον άγιο Ιωάννη τον Ευαγγελιστή.
Η αγία Πελαγία της Τήνου, που ανακάλυψε την εικόνα της Παναγίας, και ο γέροντας Νέστορας Διονυσιάτης (1872-1957), ανακαινιστής της μονής Κουμπέ, στο Ρέθυμνο, αρνήθηκαν τα όνειρα και τα οράματα που τους καλούσαν να ενεργήσουν, μέχρι που τελικά πείστηκαν ότι προέρχονταν από το Θεό.
Πλήθος παρόμοιων περιπτώσεων καταγράφεται στα αρχαία και σύγχρονα ασκητικά βιβλία όλων των ορθόδοξων λαών, καθώς και πλήθος άλλων, που ενέδωσαν στον πειρασμό με ανεπανόρθωτες συνέπειες. Επιβεβαιώνεται έτσι η υπόδειξη του αγίου Γρηγορίου του Σιναΐτη (14ος αι.): «Μην παρασύρεστε τόσο γρήγορα από αυτό που βλέπετε, αλλά να έχετε βαρύτητα και, δοκιμάζοντας τα πάντα με προσοχή, δεχτείτε το καλό και απορρίψτε το κακό. Πάντα πρέπει να δοκιμάζετε και να εξετάζετε και μονάχα μετά να πιστεύετε».
Η άρνηση των «χαρισμάτων»
Ο χριστιανός, είτε είναι λαϊκός είτε ιερέας είτε μοναχός, ασκείται μόνο σε έναν αγώνα: στην εντός του αύξηση, κατ’ αρχάς, της ταπείνωσης (εννοείται, ειλικρινούς, όχι υποκριτικής) και, κατά δεύτερον, της αγάπης, που απορρέει από την ταπείνωση. Η αγάπη αυτή είναι σταυρική: κατευθύνεται «οριζόντια» προς το συνάνθρωπο και «κάθετα» προς το Θεό. Καμία άλλη αγωνία δεν τον τυραννά, τίποτε άλλο δεν επιδιώκει και, αν στο βάθος θα ήθελε μια ανταμοιβή, δεν είναι παρά η συγχώρηση των αμαρτιών του και η συνάντηση με το Θεό στον παράδεισο.
Ο άσωτος υιός επιθυμούσε να τον συγχωρήσει ο Πατέρας και να τον τοποθετήσει ανάμεσα στους δούλους του, όχι να του φορέσει πολυτελή ενδύματα και να τον αποκαταστήσει στην τιμητική του θέση ως υιό του. Άσχετα αν ο Πατέρας, από την αμέτρητη αγάπη που υπερβαίνει τη δικαιοσύνη Του, τον αποκατέστησε πλήρως χωρίς καν να περιμένει την αίτηση συγγνώμης του (έπρεπε βέβαια πρώτα ο νέος να επιστρέψει προς τον Πατέρα οικειοθελώς, αλλιώς θα παρέμενε στην ξενιτιά να πεθάνει, αγκαλιά με την ανύπαρκτη πλέον «περιουσία του»). Ο άσωτος υιός είμαι εγώ, είσαι εσύ, εκτός αν θεωρώ πως είμαι αναμάρτητος – και πώς μπορώ να το ξέρω χωρίς ενδελεχή μελέτη της καρδιάς μου, όχι από τον εαυτό μου, αλλά από έναν έμπειρο και κατά το δυνατόν άγιο, εξομολόγο, φυσικά ορθόδοξο χριστιανό; Στην περίπτωση αυτή δεν ισχύει το «πίστεψε τον εαυτό σου» και «εμπιστέψου τις επιθυμίες σου» ή «άκου τη δίψα σου», αλλά, αντίθετα, «μην εμπιστεύεσαι τον εαυτό σου, γιατί δεν τον βλέπεις. Χρειάζεσαι έναν καθρέφτη για να τον δεις».
Δε φαντάζεται ποτέ ο αληθινά ώριμος χριστιανός ότι μπορεί να αξιωθεί να γίνει «χαρισματούχος» ή «θαυματουργός» ενώ ζει. Άλλωστε η φαντασία θεωρείται επικίνδυνη σύντροφος της πνευματικής ζωής, γιατί ανοίγει μια πόρτα στην εισβολή λογισμών αμφίβολης προέλευσης: η προσευχή των έμπειρων χριστιανών είναι «αφάνταστη» (χωρίς να φαντάζονται εικόνες ή καταστάσεις μη πραγματικές).
Δεν υπάρχει μέθοδος για την προσευχή, που θα μπορούσε, εφαρμοζόμενη σωστά, να επιφέρει κάποια «επιθυμητά αποτελέσματα». Η λεγόμενη «ψυχοτεχνική μέθοδος» των ησυχαστών, με την οποία βοηθούνται στη συγκέντρωση του νου, για να μπορέσουν να προσευχηθούν, δεν ταυτίζεται με την προσευχή και δεν έχει καμία σημασία για τους έμπειρους. Μόνον η αγάπη πλησιάζει τον άνθρωπο στο Θεό και σκοπός της προσευχής είναι η προσέλκυση της άκτιστης θείας χάρης, ώστε να ενδυναμωθεί ο άνθρωπος στην πλήρη εφαρμογή της εντολής της αγάπης, η οποία αγκαλιάζει και τους εχθρούς και γι’ αυτό, χωρίς θεία ενίσχυση, είναι ακατόρθωτη.
Η ιδέα πολλών σύγχρονων μελετητών ότι οι ησυχαστές π.χ. προσεύχονται «διαλογιζόμενοι πάνω στο όνομα του Ιησού» είναι αποτέλεσμα σύγχυσης του ανατολικού διαλογισμού με τη χριστιανική νοερά προσευχή, που είναι κάτι εντελώς διαφορετικά: πρόσκληση προς τον Ιησού Χριστό να ελεήσει, ως έτερο Πρόσωπο, τον πάσχοντα άνθρωπο.
Ας σημειωθεί ότι ο χριστιανός δεν επιθυμεί να διακριθεί ανάμεσα στους συνανθρώπους του, αλλά αντίθετα να ενωθεί με αυτούς και ξέρει ότι, για να το πετύχει αυτό, χρειάζεται να ταπεινωθεί μέχρι τη λάσπη. Όχι με διάθεση αξιοθρήνητης αυτολύπησης, αλλά επειδή πολλοί από τους συνανθρώπους του είναι ήδη ταπεινωμένοι και εξουθενωμένοι μέχρι τη λάσπη – και μάλιστα ίσως να φέρει και ο ίδιος ευθύνη για μερικούς, εν γνώσει του ή χωρίς να το γνωρίζει. «Εάν είσαι του Χριστού, ταπείνωσε τον εαυτό σου μέχρι του σκώληκος: σάρκωσε τον εαυτό σου στον πόνο του κάθε πονεμένου, στη θλίψη του κάθε θλιμμένου, στο πάθος του κάθε βασανισμένου, στο άλγος του κάθε ζώου και πουλιού», κατά τον άγιο γέροντα Ιουστίνο Πόποβιτς (Σερβία, 1894-1979).
Γι’ αυτό το λόγο (και για πολλούς και σοβαρούς άλλους λόγους) παραμένει πάντοτε συνδεδεμένος με τα μυστήρια της Εκκλησίας. Συμμετέχοντας στο μυστικό δείπνο (13) της θείας Μετάληψης ενώνεται με όλους τους αδελφούς του, που κοινωνούν από το ίδιο Σώμα και Αίμα Χριστού, είτε είναι πρυτάνεις είτε αγράμματοι χωρικοί ή ζητιάνοι ή ασθενείς ή ψυχασθενείς ή παράλυτοι ή ακόμη και εγκληματίες. Κάθε υποψία ανωτερότητας, καθώς συμμετέχει στη θεία Μετάληψη, προκαλεί στην καρδιά του σκιές εγωισμού, που μπορούν να του στοιχίσουν την απώλεια της θείας χάρης, επειδή (κατά το γέροντα Σωφρόνιο) ο Θεός είναι απόλυτα καθαρός και ταπεινός και, παρόλο που η χάρη Του ενοικεί στον καθένα μας, όμως μόνο σε απόλυτα καθαρές και ταπεινές καρδιές είναι δυνατόν να δοθούν τα χαρίσματά Του. Μια αμυχή εγωισμού στην καρδιά μου μπορεί, αντίθετα, να προσελκύσει άλλα «χαρίσματα», ακριβώς όμοια με τα θεϊκά, που θα με βοηθήσουν να αναδειχθώ σε μεγάλο «θαυματουργό», «θεραπευτή» και «διδάσκαλο», αλλά θα με έχουν κάνει να ξεχάσω πόσο ταπεινός είναι ο Θεός, να ξεχάσω να ταπεινώνομαι μέχρι τη λάσπη –διότι αυτή η λάσπη είναι οι γονατισμένοι και εξουθενωμένοι αδελφοί μου.
«Θ’ αρχίσουν τότε –να φυλάει ο Θεός– οι “οράσεις”, οι “χαρισματικές” επισκέψεις. Όλα θα πάνε σχετικά εύκολα, η αγρυπνία, η νοερά προσευχή, η εγκράτεια στην τροφή και, εν συντομία, η πορεία προς την τελειότητα». «Ο εχθρός θα τον παρακινεί σε αγώνες που δεν ανταποκρίνονται στις δυνάμεις του και συνεχώς θα του ψιθυρίζει: δες αυτό, δες εκείνο, να η χάρη, να η τελειότητα, να εκείνος ο γνόφος ή το φως ή η αλήθεια κ.ο.κ. Με αυτά λοιπόν θα τον οδηγήσει προς την ολοκληρωτική απώλεια, εισάγοντας στη θέση της αλήθειας την πλάνη ή γεμίζοντας το νου και την καρδιά του με οίηση και θα τον κάνει ανίκανο να δεχτεί τη χάρη του Θεού, που είναι πάντοτε έτοιμη να μας επισκεφτεί…». «Ένα μόνο κατάλαβα, ότι δεν πρέπει ποτέ ο άνθρωπος να ορμά προς τα οράματα, προς τη θεωρία [=θέα του Θεού], προς τις υψηλές κατακτήσεις. Όλα αυτά είναι ο δρόμος της πλάνης… Μην επιθυμείτε οράματα, ακόμα και την ώρα των οραμάτων» (Σωφρόνιος) (14).
Στις 8.6.2007 εμφανίστηκε σε γνωστή μεσημβρινή τηλεοπτική εκπομπή ο θεραπευτής Έρικ Περλ (15), που, καθώς δήλωσε, είναι προικισμένος με την ικανότητα να θεραπεύει ασθένειες με την ενέργεια που εκπέμπεται από τα χέρια του. Αυτοτιτλοφορήθηκε «χειροπράκτης». Αφηγήθηκε όμως κάτι παράξενο: την ημέρα που αντιλήφθηκε για πρώτη φορά τις ξεχωριστές ικανότητες των χεριών του, ένιωθε στο σπίτι του την παρουσία άγνωστων αόρατων προσώπων. Το ίδιο και οι ασθενείς του, την άλλη μέρα στο ιατρείο του (προφανώς είναι και γιατρός).
Ένας στοιχειωδώς προβληματισμένος ορθόδοξος χριστιανός θα είχε να ρωτήσει τον αδελφό μας Ε. Περλ το εξής: Πώς, αδελφέ μου, δεν υποπτεύεσαι ότι το «χάρισμα», που εμφάνισες ξαφνικά, ίσως είναι «δώρο» κάποιων ύποπτων πνευματικών όντων; Οι μεγάλοι άγιοι διδάσκαλοι του χριστιανισμού λαμβάνουν τέτοια χαρίσματα μετά από πολυετή ασκητικό μόχθο και, όταν τα λάβουν, τα περνούν από ψιλό κόσκινο. Εσύ αμέσως υποδέχτηκες την ικανότητά σου με ικανοποίηση. Τώρα, αναζητάς το Θεό; Πιστεύεις ότι χρειάζεσαι μια συνάντηση μαζί Του; Αισθάνεσαι να σου λείπει η χάρη Του και αγωνιάς για την απόκτησή της και τη διατήρησή της μετά το θάνατο; Ή μήπως νιώθεις «ολοκληρωμένος» έτσι όπως είσαι, χωρίς εξομολόγηση, χωρίς θεία κοινωνία, χωρίς εκκλησιασμό, αφού μάλιστα είσαι πεπεισμένος ότι προσφέρεις και θεάρεστη υπηρεσία στους συνανθρώπους σου; Δεν είμαι άξιος να σε κρίνω και εύχομαι ολόψυχα να κάνω λάθος, όμως μπορεί να θεραπεύεις σωματικές ασθένειες πολλών, αλλά να κλείνεις τον εαυτό σου αυτάρεσκα έξω από την πόρτα της αιωνιότητας.
Συμπερασματικά
Αξιολογώντας με τέτοια αυστηρότητα και λεπτότητα, οι άγιοι χριστιανοί διδάσκαλοι του 4ου και 5ου αιώνα μ.Χ. απέρριψαν τα μεθοδευμένα πνευματικά βιώματα των μεσσαλιανών (ευχιτών, δηλαδή «προσευχόμενων»), και οι σύγχρονοι ορθόδοξοι άγιοι διδάσκαλοι απορρίπτουν την επίσης μεθοδευμένη πνευματική εμπειρία των πεντηκοστιανών και των πάσης φύσεως «χαρισματικών» ή «αναγεννημένων» χριστιανών, καθώς και την πνευματικότητα των διαφόρων πνευματιστών και διδασκάλων που μας έρχονται δεξιόθεν και αριστερόθεν. Όχι διότι οι τεχνικές τους «δεν είναι πραγματικές» ή «δεν αποδίδουν», αλλά ακριβώς επειδή είναι πραγματικές και αποδίδουν, αλλά με ύποπτες «πηγές ενέργειας».
Στην παγκόσμια ιστορία της αγιότητας, καταγράφονται πολλοί μάγοι που αποστράφηκαν την αρχαία τέχνη τους και προχώρησαν στο χριστιανισμό, όχι γιατί η μαγεία τους «ήταν ψεύτικη», αλλά γιατί διαπίστωσαν ότι δεν τους οδηγούσε στο αιώνιο φως του Τριαδικού Θεού. Τέτοιοι μάγοι ήταν άγιος μάρτυρας Γάργαλος, που προσηλυτίστηκε στη φυλακή από τον άγιο πρίγκιπα μεγαλομάρτυρα Γοβδελαά τον Πολύαθλο τον Πέρση και μαρτύρησε κι αυτός (4ος αι.), ο άγιος Αθανάσιος ο από μάγων, που μαρτύρησε μαζί με τον άγιο Γεώργιο (303 μ.Χ.), ο ανώνυμος μάγος που έδωσε το δηλητήριο στον άγιο μεγαλομάρτυρα Ερμεία (2ος αι.) και, βλέποντας ότι δεν έπαθε τίποτε, ομολόγησε πίστη στο Χριστό και επίσης θανατώθηκε. Και ο γνωστότερος και ισχυρότερος όλων, ο άγιος μεγαλομάρτυρας Κυπριανός, που κατέληξε επίσκοπος της Αντιόχειας της Πισιδίας, αφού η μαγεία του νικήθηκε από μια ταπεινή μοναχή.
Ανάλογες περιπτώσεις υπάρχουν και στην εποχή μας, όπως ο μεγάλος Ρώσος πνευματιστής Βλαντιμίρ Μπύκωφ, που εγκατέλειψε την τέχνη του μετά από τη γνωριμία του με τους αγίους πνευματικούς πατέρες της μονής Όπτινα και συνέγραψε το κλασικό βιβλίο Ήρεμα καταφύγια για την ανάπαυση κάθε βασανισμένης ψυχής. Στη συνέχεια χειροτονήθηκε ιερέας και το 1924 ή 25 θανατώθηκε για την ορθόδοξη πίστη του από το σοβιετικό καθεστώς (16).
Δε χρειάζεται να κλείσω με κάποιο «εμπνευσμένο» ή εξεζητημένο επίλογο. Το Πνεύμα του Θεού είναι ξεκάθαρο και γνωρίζουμε από τους αγίους διδασκάλους του χριστιανισμού τους τρόπους, με τους οποίους εμφανίζεται και ενεργεί, αλλά και τους τρόπους, με τους οποίους αποκτάται. Κάθε άνθρωπος είναι ελεύθερος να ακολουθήσει τις προτιμήσεις και τις επιλογές του – ελεύθερος ακόμη και να πλανηθεί, ακόμη και να περιπλακεί σε καταστάσεις οδυνηρές, ακόμη και να αμαρτήσει φρικτά. Καλό είναι να το αποφύγει, γιατί πιθανότατα θα χάσει την υπαρκτή και ανεκτίμητη αιωνιότητα του παραδείσου. Ας μη νομίζει ότι «θα βρει το δρόμο να επιστρέψει», τσακισμένος αλλά «πλήρης εμπειριών», για να συνεχίσει τη ζωή του σοφότερος ή ικανοποιημένος από τις εμπειρίες του. Οι αρχαίοι μύθοι όλων των λαών και τα σύγχρονα αστυνομικά δελτία αποτελούν πλούσια συλλογή από «βέβαιους» και «σθεναρούς» ανθρώπους, που δεν επέστρεψαν, αλλά έμειναν εκεί και μάλιστα νεκροί ή ψυχικά νεκροί.
Αν όμως ένας αδελφός μας δεν το απέφυγε, ποτέ δεν είναι αργά: το πετραχήλι του παπά τον περιμένει, αρκεί να δεχτεί να κάμψει ελαφρώς τον αυχένα του, για να ανυψωθεί στη συνέχεια μέχρι τους ουρανούς.

Σημειώσεις

  1. Βλ. την εξαίρετη μελέτη του Ίκαρου Πετρίδη Εμπαίζοντες – Ημείς μωροί διά Χριστόν, Μορφή Εκδοθείτω, Αθήνα 2008, σελ. 42-43 και 46-48, καθώς και http://www.pigizois.net/index2.htm (όπου και η εικόνα του).
  2. Η περίπτωσή του δημοσιεύεται και σχολιάζεται στο σύντομο βιβλίο του π. Σεραφείμ Ρόουζ Η αποκάλυψη του Θεού στην ανθρώπινη καρδιά (διάλεξη στο πανεπιστήμιο της Σάντα Κρουζ το 1981), Εγρήγορση 2004, και στο διαδίκτυο: http://www.phys.uoa.gr/~nektar/orthodoxy/gerontikon/seraphim_rose_revelation_of_god_into_human_heart.htm και http://www.pigizois.net/index2.htm.
  3. Βλ. http://www.pigizois.net/index2.htm, ενότητα «Πνευματικοί Λόγοι: Λόγια Αθωνιτών Πατέρων (β΄ εκατοντάδα)».
  4. Αρχιμανδρίτου Σωφρονίου (Σαχάρωφ), Ο Άγιος Σιλουανός ο Αθωνίτης, Ιερά Μονή Τιμίου Προδρόμου, Έσσεξ Αγγλίας 2003, σελ. 28.
  5. Οι αναφορές από το π. Σεραφείμ Ρόουζ Η ορθοδοξία και η θρησκεία του μέλλοντος, ό.π., σελ. 197-198. Εκεί περιλαμβάνεται και εκτενής θεολογικός σχολιασμός.
  6. Αρχιμανδρίτου Σωφρονίου (Σαχάρωφ), Οψόμεθα τον Θεόν καθώς εστί, Ιερά Μονή Τιμίου Προδρόμου, Έσσεξ Αγγλίας 1996, σελ. 49-50.
  7. Η παραπομπή από το π. Σεραφείμ Ρόουζ, Η ψυχή μετά το θάνατο – οι μεταθανάτιες εμπειρίες στο φως της ορθόδοξης διδασκαλίας, εκδ. Μυριόβιβλος.
  8. Μια εξαιρετική «εισαγωγή» στο θέμα της εύρεση κατάλληλου πνευματικού (εξομολόγου, γέροντα, πνευματικού πατέρα και διδασκάλου) από το σοφό και συνετό Αγιορείτη γέροντα Νίκωνα, βλ. στο http://egolpio.wordpress.com/2009/04/20/fnikon/. Αναλυτικά για τη θεραπευτική διάσταση όχι μόνο της εξομολόγησης αλλά συνολικά του εκκλησιαστικού γεγονότος βλ. στην κλασική μελέτη του επισκόπου Ιερόθεου Βλάχου Ορθόδοξη Ψυχοθεραπεία, Ιερά Μονή Γενεθλίου της Θεοτόκου (Πελαγίας), 82004. Εκεί αναφέρεται και η προσευχή του αγίου Συμεών του Νέου Θεολόγου για την εύρεση του κατάλληλου πνευματικού.
  9. Βλ. Μακαρίου του Αιγυπτίου του Αλεξανδρέως τα ευρισκόμενα πάντα. Αποφθέγματα, 238-240. Στο J. Migne, Patrologia Graeca, τ. 34, 237-240.
  10. Αρχιμανδρίτου Σωφρονίου (Σαχάρωφ), Ο Άγιος Σιλουανός ο Αθωνίτης, ό.π., σελ. 26.
  11. Σημειωτέον ότι ο τελευταίος δείπνος του Ιησού με τους μαθητές Του ονομάζεται από τους αγίους Πατέρες «μυστικός», επειδή κατά τη διάρκειά του παραδόθηκε στους ανθρώπους το μυστήριο της θείας Μετάληψης. Ο όρος σημαίνει «μυστηριακός» και όχι «κρυφός». Δεν υπονοείται στην πνευματική μας παράδοση ότι ο Ιησούς και οι μαθητές Του… «κρύφτηκαν» για να δειπνήσουν.
  12. Αρχιμανδρίτου Σωφρονίου (Σαχάρωφ), Αγώνας θεογνωσίας (μετά θάνατον έκδοση της πολυκύμαντης αλληλογραφίας του με το Βρετανό πρώην ρωμαιοκαθολικό πάστορα Δαβίδ Μπάλφουρ), Ιερά Μονή Τιμίου Προδρόμου, Έσσεξ Αγγλίας 2004, σελ. 207, 197, 199.
  13. Στο ΤΜ δημοσιεύτηκαν μόνο τα αρχικά του.
  14. Βλ. την περίπτωσή του και αποσπάσματα από το βιβλίο του στο Όσιος Νεκτάριος, ο τελευταίος μεγάλος στάρετς της Όπτινα, Ιερά Μονή Οσίου Συμεών του Νέου Θεολόγου, Κάλαμος Αττικής 2003, σελ. 115-129 και 132-133.

Οι 10 παρθένες και η πολυγαμία του Ισλάμ

Οι απολογητές του Ισλάμ έχουν μεταξύ άλλων να υποστηρίξουν την πολυγαμία που επιτρέπει η θρησκεία τους. Πολλές φορές, προσπαθούν να το κάνουν αυτό και με αναφορά στην παραβολή των 10 παρθένων, από το κατά Ματθαίον ευαγγέλιο. Βέβαια, σε μια χριστιανική χώρα όλο και κάποιος που γνωρίζει θα βρεθεί να τους εξηγήσει ότι η παραβολή δεν αναφέρεται στην πολυγαμία, όπως κάνει ένας που συζητά με τον Άχμαντ Ελντίν εδώ:

http://islamforgreeks.org/2008/04/11/ihsous_sto_korani/#comment-747

Όχι αγόρι μου. Δεν μιλάμε για έναν γαμπρό με … 10 νύμφες.

Αυτά που γράφεις είναι η παραβολή των μωρών παρθένων. Οι πέντε είχαν λάδι στις λυχνίες τους για να συνοδέψουν τον νυμφίο και οι άλλες πέντε δεν είχαν προνοήσει να πάρουν. Επειδή τους τελείωνε πήγαν να αγοράσουν. Τότε έφθασε ο νυμφίος, μπήκαν οι έτοιμες μέσα στο σπίτι που θα γινόταν οι γάμος και οι άλλες έμειναν απ’ έξω διότι δεν ήταν έτοιμες. Και το νόημα της παραβολής που είπε ο Ιησούς ήταν ότι μόνο όσοι είναι έτοιμοι μπαίνουν στην Βασιλεία του Θεού. Αυτή είναι η παραβολή:
Ματθ. 25

1 «Ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν θὰ μοιάσῃ μὲ δέκα παρθένους, αἱ ὁποῖαι, ἀφοῦ ἐπῆραν τὶς λαμπάδες τους, ἐβγῆκαν εἰς προϋπάντησιν τοῦ νυμφίου.
2 Πέντε ἀπὸ αὐτὲς ἦσαν μωραὶ καὶ πέντε φρόνιμοι.
3 Αἱ μωραὶ, ὅταν ἐπῆραν τῖς λαμπάδες, δὲν ἐπῆραν μαζί τους λάδι.
4 Αἱ φρόνιμαι ἐπῆραν λάδι εἰς τὰ δοχεῖα μαζὶ μὲ τὶς λαμπάδες τους.
5 Ἐπειδὴ δὲ ὁ νυμφίος ἐβράδυνε, εἶχαν ὅλες νυστάξει καὶ ἐκοιμῶντο.
6 Κατὰ τὰ μεσάνυχτα ὅμως, ἀκούσθηκε φωνή, «Νὰ ὁ νυμφίος ἔρχεται, βγῆτε νὰ τὸν προϋπαντήσετε».
7 Τότε ἐσηκώθηκαν ὅλαι αἱ παρθέναι ἐκεῖναι καὶ ἐτοίμασαν τὶς λαμπάδες τους.
8 Αἱ μωραὶ εἶπαν εἰς τὰς φρονίμους, «Δῶστε μας ἀπὸ τὸ λάδι σας, διότι αἱ λαμπάδες μας σβήνουν».
9 Ἀπεκρίθησαν δὲ αἱ φρόνιμοι, «Ὑπάρχει φόβος μήπως δὲν φθάσῃ τὸ λάδι γιὰ μᾶς καὶ γιὰ σᾶς. Πηγαίνετε καλύτερα εἰς τοὺς πωλητὰς καὶ ἀγοράστε διὰ τὸν ἑαυτόν σας».
10 Ἀλλ’ ἐνῷ αὐταὶ ἐπήγαιναν νὰ ἀγοράσουν, ἦλθε ὁ νυμφίος καὶ ὅσες ἦσαν ἕτοιμες ἐμπῆκαν μαζί του εἰς τοὺς γάμους καὶ ἔκλεισε ἡ πόρτα.
11 Κατόπιν, ἔρχονται καὶ αἱ ἄλλαι παρθένοι καὶ ἔλεγαν, «Κύριε, Κύριε, ἄνοιξέ μας».
12 Ἐκεῖνος δὲ ἀπεκρίθη, «Ἀλήθεια σᾶς λέγω, δὲν σᾶς ξέρω».
13 Ἀγρυπνεῖτε λοιπόν, διότι δὲν ξέρετε οὔτε τὴν ἡμέραν οὔτε τὴν ὥραν κατὰ τὴν ὁποίαν ἔρχεται ὁ Υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου».

Εδώ το λάθος σου είναι μεγάλο. Το Ευαγγέλιο δεν μιλά για ΝΥΜΦΕΣ αλλά για παρθένες κοπέλες που συνόδευαν τον γαμπρό. Αυτή ήταν μια παράδοση και στο Ισραήλ, και στην Ελλάδα- για να μην πω σε ολόκληρο τον κόσμο. Στους γάμους, τα άνθη και τις λαμπάδες κρατούσαν πάντοτε παρθένες, νεαρές γυναίκες. Το ίδιο παρατηρούμε στο έθιμο της Μεγάλης Παρασκευής όπου τον Επιτάφιο τον συνοδεύουν δέκα Παρθένες, νεαρά κορίτσια που ραίνουν με άνθη τον δρόμο που ακολουθεί ο επιτάφιος. Και φυσικά το νόημα της παραβολής – ιστοριούλας – που είπε ο Ιησούς είναι να είστε έτοιμοι γιατί δεν ξέρετε πότε θα έρθει σε σας η ώρα να σας κρίνει ο Θεός.»

Φυσικά, ο Άχμαντ Ελντίν δεν είναι ο μόνος που κάνει αυτή την παρερμηνεία, κι ούτε βέβαια την κάνει από μόνος του. Την ξεσηκώνει από διάφορα προπαγανδιστικά ισλαμικά βιβλία, όπως κι άλλος ένας απολογητής του Ισλάμ σε άλλη συζήτηση όπου προσπαθεί να υπεασπίσει την πολυγαμία:

http://expaganus.wordpress.com/2008/11/25/expaganus-moslem-apologists/#comment-160

“Θεωρείς το Ευαγγέλιο ως Θεόπνευστο. Εκεί δεν αναφέρεται η παραβολή με τον γαμπρό και τις δέκα παρθένες? Γιατί να αναφέρεται μια τέτοια παραβολή αν η πολυγαμία ήταν απαγορευμένη?’”

Βέβαια γρήγορα κάποιοι σπεύδουν να του εξηγήσουν:

http://expaganus.wordpress.com/2008/11/25/expaganus-moslem-apologists/#comment-163

Οι παρθένες περίμεναν έξω στο δρόμο, επί της υποδοχής του γαμπρού.
Η παραβολή εστιάζει στο λάδι που προνόησαν/δεν προνόησαν να έχουν μαζί τους μέχρι να έρθει.
Δεν λέει ότι τον περίμεναν και οι 10 παρθένες στο νυφικό κρεβάτι.
Και ποιάς ηλικίας φαντάζεσαι πως ήταν οι παρθένες? Μπορεί να ήσαν κοριτσάκια,
και όχι ώριμες γυναίκες παρθένες…

(Ο σχολιαστής εδώ μάλλον δεν γνωρίζει ότι το Κοράνι δεν έχει κανένα πρόβλημα με τα «κοριτσάκια» νύφες.)

http://expaganus.wordpress.com/2008/11/25/expaganus-moslem-apologists/#comment-172

Στην παραβολή των 10 παρθένων, δεν υπάρχει αναφορά σε πολυγαμία. Πρόκειται για παρανύμφους που θα υποδέχονταν τον γαμπρό. Αναφορά σε πολυγαμία δεν υπάρχει σε όλη την Καινή Διαθήκη: Παντού μιλά για έναν γαμπρό και μια νύφη.

To Ματθ. 25,1, εκτός άλλων, λέει: “εξήλθον εις απάντησιν του νυμφίου”

Αλλά στο κατά Ιωάννη (3,24) λέει ποιος είναι ο “νυμφίος”:

“ο έχων ΤΗΝ νύμφην νυμφίος εστίν”

Επίσης και εδώ κάτι ενδιαφέρον:

Προς Κορινθίους Β΄, 11,2:

“ζηλώ γάρ υμάς Θεού ζήλω· ηρμοσάμην γάρ ΥΜΑΣ ενί ανδρί, ΠΑΡΘΕΝΟΝ αγνήν παραστήσαι τώ Χριστώ·”

δηλ.

“επειδή, είμαι ζηλότυπος προς εσάς με ζηλοτυπία Θεού· δεδομένου ότι, σας αρραβώνιασα με έναν άνδρα, για να ΣΑΣ παραστήσω ΑΓΝΗ παρθένα στον Χριστό.”

Ακόμη κι εδώ που για το παράδειγμα χρησιμοποιεί πληθυντικό, διευκρινίζει σαφώς ότι μιλάει μόνο για ΜΙΑ νύφη.

Προς Εφεσίους 5,25-27

“Οι άνδρες, αγαπάτε τάς γυναίκας εαυτών, καθώς καί ο Χριστός ηγάπησε ΤΗΝ εκκλησίαν καί εαυτόν παρέδωκεν υπέρ ΑΥΤΗΣ”

Βλέπουμε λοιπόν ότι το μυστήριο του γάμου αποτυπώνεται στην αγάπη του Χριστού προς την ΜΙΑ Εκκλησία.

Αποκ. 19,7

“Ότι ήλθεν ο γάμος τού Αρνίου, καί Η ΓΥΝΗ αυτού ητοίμασεν εαυτήν”

Αποκ. 21,2

“…ητοιμασμένην ως ΝΥΜΦΗΝ κεκοσμημένην τώ ανδρί ΑΥΤΗΣ.”

Το σημαντικότερο: Λέει ο Χριστός: “Δεν διαβάσατε, ότι απ’ αρχής, ο Θεός έπλασε τον άνδρα και τη γυναίκα, και είπε ότι θα προσκολληθεί στη γυναίκα του, και θα είναι οι δύο εις σάρκα μία; Δεν είναι λοιπόν δύο, αλλά μία σάρκα”. Μιλάει για δύο, και εξ αρχής, δύο έπλασε.

Τελικά, οι 10 παρθένες ήταν παράνυμφοι όπως μπορείς να δεις εδώ. … [Μεταφράζουμε την πηγή που δίνεται στα αγγλικά] «Οι γάμοι γίνοντανπρος το βράδυ και ως μέρος του εορτασμού χρησιμοποιούνταν πυρσοί, που εστίαζαν σε μια πομπή που οδηγούσε τη νύφη στο σπίτι του γαμπρού. Είναι απίθανο οι «λυχνίες» να αναφέρονται στα μικρά λυχνάρια λαδιού, τα οποία μπορούσαν να κρατηθούν στο χέρι· αντίθετα όλα τα στοιχεία δείχνουν πυρσούς, οι οποίοι χρησιμοποιούνταν επίσης στις ρωμαϊκές και ελληνικές γαμήλιες τελετές. Αυτοί οι πυρσοί μπορεί να ήταν ραβδιά τυλιγμένα με πανιά βουτηγμένα στο λάδι. Σε πολλά παραδοσιακά χωριά της Παλαιστίνης σε πιο πρόσφατες εποχές, η γαμήλια εορτή γίνεται τη νύχτα, μετά από μια μέρα χορού· οι παράνυμφες αφήνουν τη νύφη, με την οποία κάθονταν, και βγαίνουν έξω για να συναντήσουν τον γαμπρό με πυρσούς. Τότε τον συνοδεύουν πίσω στη νύφη του, την οποία με τη σειρά της συνοδεύουν όλοι στο σπίτι του γαμπρού». (Craig S. Keener, “The IVP Bible Background Commentary – New Testament”, InterVarsity Press, 1993, σελ. 116)[1]

Όμως, επειδή η ισλαμική πλάνη δεν εγκαταλείπει εύκολα τον άνθρωπο, ο μουσουλμάνος απολογητής στον οποίο δόθηκαν οι περιεκτικές αυτές απαντήσεις επιστρέφει αργότερα στην ίδια συζήτηση με το ίδιο «επιχείρημα»:

http://expaganus.wordpress.com/2008/11/25/expaganus-moslem-apologists/#comment-610

«Εδώ μιλάμε για έναν γαμπρό με 10 παρθένες νύφες!. Γιατί ο Χριστός να χρησιμοποιεί μια «ανήθικη και σαρκική» παραβολή αφού απαγορεύεται; Είναι ξεκάθαρο ότι επιτρέπεται στην βασίλεια του ουρανού(και στην επίγεια ζωή) να έχεις πάνω από μια γυναίκα σαν γυναίκα σου. Ο Παράδεισος στο Ισλάμ περιγράφεται και ως πνευματικός και ως υλικός γιατί πολύ απλά ο άνθρωπος έχει ανάγκη και τα δυο.»

Έτσι, κάποιος αναλαβάνει και πάλι να του απαντήσει:

http://expaganus.wordpress.com/2008/11/25/expaganus-moslem-apologists/#comment-611

“Γιατί ο Χριστός να χρησιμοποιεί μια «ανήθικη και σαρκική» παραβολή αφού απαγορεύεται;”

Γιατί … δεν είναι ούτε “ανήθικη” ούτε “σαρκική” η παραβολή. Οι κοπέλες αυτές κρατούσαν το φανάρι ΕΞΩ από το σπίτι σύμφωνα με το έθιμο, για να αναγγείλουν ότι έρχεται ο γαμπρός στη νύφη και στους συγγενείς της που περίμεναν ΜΕΣΑ στο σπίτι. Δεν περίμεναν να τις παντρευτεί … ταυτόχρονα και τις δέκα! Σε ποια παράδοση ποιανού λαού είδες να περιμένει η νύφη το γαμπρό έξω από το σπίτι μέσα στο δρόμο;

Παρ’ όλες τις επεξηγήσεις και τις αποδείξεις που δίνονται, μην παραξενευτείτε αν δείτε τους ίδιους απολογητές του Ισλάμ να επικαλούνται και πάλι την παραβολή των 10 παρθένων για να …στηρίξουν την πολυγαμία του Ισλάμ. Κι αυτό επειδή δυστυχώς το Ισλάμ, όπως και κάθε πλάνη, δεν εγκαταλείπει εύκολα τον άνθρωπο.


[1] “Weddings were held toward evening and torches were used as part of the celebration, which focused on a procession leading the bride to the groom’s house. It is unlikely that “lamps” refers to the small Herodian oil lamps, which could be carried in the hand; all the evidence points instead to torches, which were also used in Greek and Roman wedding ceremonies. These torches may have been sticks wrapped with oil-soaked rags. In many traditional Palestinian villages in more recent times, the wedding feast occurs at night after a day of dancing; the bridesmaids leave the bride, with whom they have been staying, and go out to meet the bridegroom with torches. They then escort him back to his bride, whom they all in turn escort to the groom’s home.“. Craig S. Keener, “The IVP Bible Background Commentary – New Testament”, InterVarsity Press, 1993, σελ. 116

Η μαρτυρία του αποστόλου Πέτρου για το Χριστό

Το ακόλουθο πολύ κατατοπιστικό και διαφωτιστικό άρθρο του θεολόγου Θ. Ι. Ρηγινιώτη το πήραμε από τη σελίδα http://www.oodegr.com/oode/islam/kd_mwameth/petros_1.htm), καθώς οι αναγνώστες μας πρότειναν να βάζουμε πιο πολλά άρθρα που να έχουν και θεολογικό περιεχόμενο.

——————————————————————————–

Ο προβληματισμός των μουσουλμάνων για τον απόστολο Παύλο

Στη συζήτηση για την εγκυρότητα του χριστιανισμού, ο απόστολος Παύλος αποτελεί το κατ’ εξοχήν «κόκκινο πανί» για τους μουσουλμάνους, όπως και για όλους τους αρνητές του χριστιανισμού. Συκοφαντείται ως απατεώνας και ψεύτης, που «αλλοίωσε» το νόημα της διδασκαλίας του Χριστού και «μεταμόρφωσε» το χριστιανισμό, δίνοντάς του τη μορφή που ξέρουμε. Μάλιστα, του προσάπτεται ως «επινόηση» η ιδέα της Θεότητας του Χριστού και της απολυτρωτικής σημασίας των Παθών Του για τους ανθρώπους.

Φυσικά, όπως αποδεικνύει η πείρα και η ιστορία των αγίων της αρχαίας και της ορθόδοξης Εκκλησίας, όλα αυτά δεν είναι καθόλου επινοήσεις του Παύλου, αλλά αποκάλυψη του Τριαδικού Θεού, διά του Χριστού και του Αγίου Πνεύματος, στους αποστόλους και σε όλους τους ανθρώπους που πλησιάζουν το Θεό και μεταμορφώνονται εν Χριστώ.

Ο Παύλος συκοφαντείται ως απατεώνας. Τι κι αν ο ίδιος είδε το Χριστό στο όραμα της Δαμασκού και άλλαξε 100% το δρόμο του στη ζωή; Τι κι αν ο Χριστός διατήρησε επικοινωνία μαζί του σε όλη του τη ζωή; (Πράξ. 18, 9-10: «Είπε δε ο Κύριος δι’ οράματος εν νυκτί τω Παύλω· μη φοβού, αλλά λάλει και μη σιωπήσης, διότι εγώ ειμί μετά σου», Πράξ. 22, 17-21, Β΄ Κορινθ. 12, 8-9, κ.λ.π.). Τι κι αν ο Παύλος αξιώθηκε να κάνει θαύματα, να θεραπεύσει δαιμονισμένους (π.χ. Πράξ. 16, 16-18, και 19, 11-12 – επικαλούμενος το όνομα του Χριστού κι όχι κάποια «δική του δύναμη», όπως θα έκανε αν ήταν μάγος ή απατεώνας), σε σημείο που πολλοί μάγοι της Εφέσου να καίνε δημόσια τα βιβλία τους; (Πράξ. 19, 19).

Τι κι αν αξιώθηκε να αναστήσει νεκρό (Πράξ. 20, 9-12), να ελευθερωθεί από τη φυλακή μέσω θαύματος (Πράξ. 16, 25-33), να μεταφερθεί στον ουρανό και εκεί να γνωρίσει ιδιαίτερες αποκαλύψεις, «άρρητα ρήματα»; (Β΄ Κορ. 12, 1-4)… Τι κι αν ο άγιος απόστολος Ανανίας καθοδηγήθηκε από το Χριστό προς τον Παύλο, με τη διαβεβαίωση ότι Εκείνος θα τον αποστείλει να υποστηρίξει το όνομά Του ενώπιον εθνών και βασιλέων και ότι θα πάθει πολλά υπέρ του ονόματος Του; (Πράξ. 9, 1-16). Τι κι αν, τέλος, βασανίστηκε και κινδύνεψε όντως αμέτρητες φορές (Πράξ. 16, 23, Β΄ Κορ. 11, 24-27, κ.λ.π.) και τελικά έδωσε και τη ζωή του για το Χριστό, τον Οποίο υπεραγαπούσε, προτιμώντας μάλιστα να πεθάνει για να βρεθεί κοντά Του παρά να συνεχίσει τη γήινη ζωή του; (προς Φιλιππησίους 1, 21-23).

Παρ’ όλα αυτά, δε γράφω το παρόν για να συζητήσουμε για τον Παύλο. Αφού τόσο ενοχλεί τους μουσουλμάνους αδελφούς μου η παρουσία του στη χορεία των αποστόλων του Ιησού Χριστού, Υιού του Θεού και Θεού, ας τον αφήσουμε.

Η αξιοπιστία του Πέτρου

Στο βιβλίο «Ο προφήτης Μουχάμμεντ στη Βίβλο», κεφ. «Μισπά», ο μουσουλμάνος συγγραφέας αναφέρεται στη μετονομασία του αποστόλου Σίμωνα από τον Ιησού σε «Πέτρο». Τονίζεται δε ιδιαίτερα ότι ο Ιησούς τον ονόμασε «Πέτρο» επειδή αυτό, κατά το συγγραφέα, παραπέμπει στα μισπά, δηλ. σε ιερά λίθων που εντοπίζει στην αρχαία παράδοση. Γράφει:

«Όταν ο Χριστός (αλέϊχι σαλάμ) ονόμασε τον πρώτο του μαθητή Σίμωνα με το χαρακτηρισμό “Πέτρος”, σίγουρα είχε στο μυαλό του την αρχαία ιερή “σάφα” [σ.σ. πέτρα] που πολλά χρόνια πριν είχε χαθεί… Τα λόγια του Χριστού: “Εσύ είσαι ο Πέτρος” (στα αραβικά: “άντας σάφα”) κ.τ.λ. (Ματθαίος, 16:18;  Ιωάννης, 1:42). Έτσι λοιπόν φαίνεται ότι αφού ο Σίμων (ή η ομολογία του) ήταν “Σάφα”, η εκκλησία η οποία επρόκειτο να χτιστεί πάνω σ’ αυτόν ήταν το “Μισπά” (ή “Μισφά”). Ποιο είναι όμως αυτό το μυστήριο που κρύβεται στη λέξη “σάφα”; Είναι ένας από τους μεγαλύτερους χαρακτηρισμούς του προφήτη Μουχάμμεντ (σαλλαλλάχου αλέϊχι ουά σαλάμ), το “Μουσταφά”».

Δε συμφωνώ με αυτή την τοποθέτηση. Η περί μισπά ιδέα είναι άγνωστη και αδιάφορη στο χριστιανισμό – ούτε ο ίδιος ο Πέτρος δεν ασχολήθηκε με κάτι τέτοιο, όπως θα είχε κάνει, αν όντως τον αφορούσε προσωπικά. Και φυσικά, όπως έχω καταδείξει στα σχόλια που δημοσιεύονται κάτω από το βιβλίο, ο ερχομός του Μωάμεθ δεν προαναγγέλλεται στις προφητείες της Αγίας Γραφής.

Αυτό που με ενδιαφέρει εδώ όμως είναι ότι ο συγγραφέας φανερά αναγνωρίζει ότι όντως ο άγιος απόστολος Πέτρος ευλογήθηκε από τον Ιησού και χαρακτηρίστηκε θεμέλιο της Εκκλησίας Του.

Είναι σημαντικό βέβαια να θυμηθεί κάθε μουσουλμάνος πότε ο Κύριος είπε στον Πέτρο αυτά τα λόγια: «επιβράβευσε» τον Πέτρο με αυτό το χαρακτηρισμό, επειδή εκείνος διακήρυξε προς τον Ιησού: «εσύ είσαι ο Χριστός, ο Υιός του Θεού του ζώντος» (Ματθ. 16, 13-20, Μάρκ. 8, 27-30, Λουκ. 9, 18-21)! Αυτό ο Ιησούς βεβαίωσε ότι του το αποκάλυψε ο Ίδιος ο Θεός Πατέρας. Και μόνο αυτά τα λόγια αρκούν, για να ανατρέψουν ολόκληρη τη χριστολογία του Ισλάμ.

Άλλωστε, και μόνο το γεγονός ότι ο Ιησούς έχει δική Του Εκκλησία, που την αποκαλεί «η Εκκλησία μου» (κι όχι «η Εκκλησία του Θεού»), φανερώνει τη θεότητά Του. Θα τολμούσε ποτέ ένας προφήτης –τόλμησε ο Μωάμεθ;– να πει κάτι αντίστοιχο για τη διδασκαλία του Θεού που (υποτίθεται ότι) μεταφέρει;

Επίσης, ο Ιησούς αμέσως παρακάτω λέει ότι θα δώσει στον Πέτρο τα κλειδιά της βασιλείας των ουρανών, ώστε να βάζει μέσα όποιον θέλει, συγχωρώντας τις αμαρτίες του. Αν ο συγγραφέας μας δέχεται ότι ο Χριστός πράγματι μετονόμασε το Σίμωνα σε Πέτρο, οφείλει να δεχτεί και ότι ο Χριστός έχει στη διάθεσή Του τα κλειδιά της βασιλείας των ουρανών και μπορεί να τα παραχωρεί σε όποιον θέλει. Και ποιος μπορεί να έχει τέτοια εξουσία, εκτός από τον Ίδιο το βασιλιά της βασιλείας αυτής, δηλαδή το Θεό;

Ο Ιησούς λοιπόν είπε γι’ αυτή την Εκκλησία ότι «πύλες Άδη δεν θα τη νικήσουν» (Ματθ. 16, 18). Θα είναι λοιπόν αιώνια, όχι προσωρινή ούτε μεταβατική «μέχρι να εμφανιστεί ένας άλλος εκλεκτός», όπως αυθαίρετα ισχυρίζονται οι μουσουλμάνοι. Αν ήταν έτσι, τότε τι είδους πέτρα ήταν αυτή; Ό,τι θεμελιώνεται στην πέτρα, δεν προορίζεται για κατάργηση ούτε αλλάζει ποτέ θεμέλια.

Εκτός από τα παραπάνω, ο «μουσουλμάνος απολογητής» Άχμεντ Ελντίν γράφει για τον απόστολο Παύλο: «Πώς τολμάει να εναντιώνεται στον Πέτρο, όταν ο Πέτρος είναι ευλογημένος από τον Ιησού;» (προς το τέλος του σχολίου). Προφανώς αναφέρεται στο ίδιο σημείο, στα λόγια του είπε ο Ιησούς στον Πέτρο κατά τη μετονομασία του από Σίμωνα. Ακόμη κι αν δεν αναφέρεται σ’ αυτό όμως (αλλά σε σημεία όπως π.χ. το Λουκ. 22, 31-32, ή το Ιω. 21, 15-17: «βόσκε τα αρνία μου»), γεγονός είναι ότι η μουσουλμανική απολογητική εμφανίζεται και στις δύο περιπτώσεις να αποδέχεται τον απόστολο Πέτρο ως αξιόπιστο μάρτυρα της αληθινής διδασκαλίας του Χριστού.

Ας δούμε λοιπόν τι έχει να μας πει για το Χριστό ο απόστολος Πέτρος.

Α. Η ομιλία του Πέτρου κατά την πεντηκοστή

Πράξεις των αποστόλων, κεφ. 2. Το αρχαίο κείμενο ολόκληρου του κεφαλαίου δημοσιεύεται στο http://www.myriobiblos.gr/bible/nt2/acts/2.asp.

Η πρώτη ομιλία του αγίου αποστόλου Πέτρου γίνεται την ημέρα της πεντηκοστής. Την ημέρα που οι μαθητές του Χριστού «ήταν όλοι συγκεντρωμένοι», όπως έκαναν κάθε μέρα, περιμένοντας την υπόσχεση του Χριστού για την αποστολή του Αγίου Πνεύματος σε αυτούς: «περιμένειν την επαγγελίαν του πατρός ην ηκούσατέ μου· ότι Ιωάννης μεν εβάπτισεν ύδατι, υμείς δε βαπτισθήσεσθε εν Πνεύματι Αγίω ου μετά πολλάς ταύτας ημέρας» (Πράξεις, 1, 4-5).

Ας σημειώσουμε ότι τα λόγια αυτά του Χριστού παραπέμπουν σε δύο σημεία από τα ευαγγέλια: στην υπόσχεσή του ότι, μετά την αποχώρησή Του, θα έρθει στους αποστόλους ο Παράκλητος (Ιω. 14, 26: «ο δε παράκλητος, το Πνεύμα το Άγιον ό πέμψει ο πατήρ εν τω ονόματί μου, εκείνος υμάς διδάξει πάντα…») και στην προφητεία του αγίου Ιωάννη του Προδρόμου «εγώ μεν βαπτίζω υμάς εν ύδατι εις μετάνοιαν· ο δε οπίσω μου ερχόμενος ισχυρότερός μου εστίν, ου ουκ ειμί ικανός τα υποδήματα βαστάσαι· αυτός υμάς βαπτίσει εν Πνεύματι Αγίω και πυρί» (Ματθ. 3, 11).

Ο άγιος ευαγγελιστής Λουκάς, στις Πράξεις των Αποστόλων, αρχή κεφ. 2, στ. 1-13, περιγράφει έτσι την κάθοδο του Αγ. Πνεύματος στους αποστόλους:

«Και όταν έφτασε η ημέρα της πεντηκοστής ήταν όλοι συγκεντρωμένοι. Και έγινε ξαφνικά ήχος από τον ουρανό, όπως όταν φυσάει βίαιος άνεμος και γέμισε όλο το σπίτι όπου βρίσκονταν. Και είδαν να διανέμονται γλώσσες σαν από φωτιά και κάθισε [από μία] πάνω σε κάθε έναν τους. Και γέμισαν όλοι Άγιο Πνεύμα και άρχισαν να μιλούν άλλες γλώσσες, όπως το Πνεύμα τους παραχωρούσε να μιλούν.

Κατοικούσαν λοιπόν στην Ιερουσαλήμ Ιουδαίοι, άντρες ευσεβείς από κάθε έθνος κάτω από τον ουρανό, και όταν έγινε ο ήχος αυτός το πλήθος μαζεύτηκε και εξεπλάγη, γιατί ο καθένας τούς άκουγε να μιλούν στη δική του διάλεκτο. Και εκπλήσσονταν όλοι και θαύμαζαν, λέγοντας μεταξύ τους: “Γαλιλαίοι δεν είναι όλοι αυτοί που μιλούν; Πώς εμείς ακούμε ο καθένας στη δική του μητρική γλώσσα, Πάρθοι και Μήδοι και Ελαμίτες, και οι κάτοικοι της Μεσοποταμίας, της Ιουδαίας και της Καππαδοκίας, του Πόντου και της Ασίας, της Φρυγίας και της Παμφυλίας, της Αιγύπτου και της περιοχής της Λιβύης της “κατά Κυρήνην”, και οι Ρωμαίοι που βρίσκονται εδώ, Ιουδαίοι και προσήλυτοι, Κρήτες και Άραβες, τους ακούμε να κηρύσσουν στις γλώσσες μας τα μεγαλεία του Θεού;”. Και εκπλήσσονταν όλοι και απορούσαν, και άλλος έλεγε: “Τι να είναι αυτό;”, ενώ άλλοι κορόιδευαν, λέγοντας ότι είναι μεθυσμένοι.»

Τότε ο απόστολος Πέτρος «στάθηκε μαζί με τους ένδεκα» (γιατί το Άγιο Πνεύμα ήρθε σε περισσότερους από εκατό μαθητές του Χριστού, μεταξύ αυτών και σε γυναίκες και στην ίδια την Παναγία, όπως φαίνεται από το Πράξ. 1, 14-15), μίλησε και εξήγησε το γεγονός, καλώντας όλους να πιστέψουν και να βαπτιστούν «στο όνομα του Χριστού». Παραθέτω σε μετάφραση την ομιλία του, παραπέμποντας στο πρωτότυπο με το δεσμό που έδωσα παραπάνω:

«Στάθηκε τότε ο Πέτρος μαζί με τους ένδεκα, σήκωσε τη φωνή του και τους είπε: “Άνδρες Ιουδαίοι και όλοι οι κάτοικοι της Ιερουσαλήμ, μάθετε τα εξής και βάλτε στ’ αφτιά σας τα λόγια μου: αυτοί δεν είναι μεθυσμένοι, γιατί είναι η τρίτη ώρα της ημέρας. Αλλά αυτό είναι που είχε ειπωθεί από τον προφήτη Ιωήλ: “Στις έσχατες ημέρες, λέει ο Θεός, θα εκχύσω από το πνεύμα μου σε κάθε σάρκα και οι γιοι και οι θυγατέρες σας θα προφητέψουν και οι νεαροί σας θα δουν οράματα και οι πιο ηλικιωμένοι θα δουν όνειρα· και πάνω στους δούλους μου και τις δουλες μου τις ημέρες εκείνες θα εκχύσω από το πνεύμα μου και θα προφητέψουν. Και θα δώσω τεράστια φαινόμενα [στο αρχαίο: τέρατα] στον ουρανό πάνω και σημάδια στη γη κάτω, αίμα και πυρ και ατμίδα καπνού· ο ήλιος θα μεταστραφεί σε σκότος και η σελήνη σε αίμα πριν έλθει η ημέρα του Κυρίου η μεγάλη και επιφανής. Και κάθε ένας που θα επικαλεστεί το όνομα του Κυρίου, θα σωθεί”.

Άνδρες Ισραηλίτες, ακούστε αυτά τα λόγια. Τον Ιησού το Ναζωραίο, άνδρα αποδεδειγμένο από το Θεό σε σας με δυνάμεις και τέρατα και σημεία, που έκανε ο Θεός δι’ αυτού ανάμεσά σας, όπως και εσείς ξέρετε, αυτόν, που σας παραδόθηκε σύμφωνα με την ορισμένη βουλή και πρόγνωση του Θεού, τον συλλάβατε και μέσω χεριών ανόμων τον σκοτώσατε σταυρώνοντας [στο αρχαίο: προσπήξαντες = στερεώνοντάς τον στο έδαφος]. Τον οποίο ο Θεός ανέστησε, λύνοντας τις ωδίνες του θανάτου, διότι δεν ήταν δυνατόν εκείνος να κρατηθεί απ’ αυτόν. Διότι ο Δαβίδ λέει γι’ αυτόν: “Έβλεπα πάντοτε τον Κύριο ενώπιόν μου, γιατί βρίσκεται στα δεξιά μου, για να μη σαλευθώ. Για τούτο ευφράνθηκε η καρδιά μου και αγαλλίασε η γλώσσά μου, ακόμη και το σώμα μου θα αναπαυθεί με ελπίδα [στο αρχαίο: έτι δε και η σάρξ μου κατασκηνώσει επ’ ελπίδι], γιατί δε θα εγκαταλείψεις την ψυχή μου στον Άδη, ουδέ θα αφήσεις τον όσιό σου να γνωρίσει φθορά. Μου γνώρισες οδούς ζωής, θα με γεμίσεις ευφροσύνη με την παρουσία σου [στο αρχαίο: μετά του προσώπου σου]”.

Άνδρες αδελφοί, μπορώ να σας πω με θάρρος για τον πατριάρχη Δαβίδ ότι πέθανε και ετάφη και το μνήμα αυτού βρίσκεται σε μας μέχρι σήμερα. Αλλά επειδή ήταν προφήτης και γνώριζε ότι ο Θεός του ορκίστηκε ότι θα αναδείξει από τους απογόνους του κατά σάρκα το Χριστό, για να καθίσει στο θρόνο του, προείδε και μίλησε για την ανάσταση του Χριστού, ότι δεν εγκαταλείφθηκε η ψυχή του στον Άδη, ούτε το σώμα του γνώρισε φθορά. Αυτόν τον Ιησού ανέστησε ο Θεός, πράγμα για το οποίο όλοι εμείς είμαστε μάρτυρες. Αφού λοιπόν υψώθηκε διά της δεξιάς του Θεού και λαμβάνοντας την επαγγελία του Αγίου Πνεύματος από τον Πατέρα, το εξέχυσε, αυτό που τώρα βλέπετε και ακούτε.

Διότι δεν ανέβηκε ο Δαβίδ στους ουρανούς, όμως λέει: είπε ο Κύριος στον Κύριό μου, κάθισε στα δεξιά μου, μέχρι να θέσω τους εχθρούς σου χαλί κάτω από τα πόδια σου [είπεν ο Κύριος τω Κυρίω μου, κάθου εκ δεξιών μου έως αν θώ τους εχθρούς σου υποπόδιον των ποδών σου]. Ας γνωρίζει λοιπόν με βεβαιότητα όλος ο λαός του Ισραήλ ότι και Κύριο και Χριστό αυτόν ο Θεός ανέδειξε, αυτό τον Ιησού, τον οποίο εσείς σταυρώσατε».

Ο λαός ένιωσε μεγάλη κατάνυξη όταν άκουσε τα λόγια του Πέτρου και είπε στον ίδιο και στους λοιπούς αποστόλους: «Τι να κάνουμε, άνδρες αδελφοί;». Και ο Πέτρος τους είπε: «Μετανοήστε και ας βαπτιστεί ο καθένας ας στο όνομα του Ιησού Χριστού για συγχώρηση των αμαρτιών και θα λάβετε τη δωρεά του Αγίου Πνεύματος. Γιατί η υπόσχεση είναι για σας και τα παιδιά σας και όλους όσοι βρίσκονται μακριά, όσους θα προσκαλέσει ο Κύριος ο Θεός μας».

Όσοι αποδέχτηκαν αυτά τα λόγια, βαπτίστηκαν και έτσι ιδρύθηκε η Εκκλησία. Οι άνθρωποι που πίστεψαν εκείνη την ημέρα και βαπτίστηκαν ήταν περίπου τρεις χιλιάδες (Πράξ. 2, 41). Όλοι αυτοί ζούσαν με άξονες «τη διδαχή των αποστόλων και την κοινωνία και την κλάση του άρτου [θεία μετάληψη] και τις προσευχές», έχοντας τα πάντα κοινά και προσφέροντας ό,τι μπορούσαν σε όποιον είχε ανάγκη (βλ. Πράξ. 2, 42-47).

ΣΧΟΛΙΑ: α) Ο Πέτρος ακολουθεί το σχήμα που ακολουθούν οι απόστολοι όταν μιλούν για την ανάσταση του Χριστού: ότι «ο Θεός τον ανέστησε». Παράλληλα όμως αναφέρει ότι ο Χριστός αναστήθηκε επειδή «δεν ήταν δυνατόν να κρατηθεί από το θάνατο». Συνεπώς, στην ίδια τη φύση του Χριστού υπήρχε η αιτία της ανάστασής Του. Αυτό πρέπει να το κατανοήσουμε σε συμφωνία και με το Ιω. 5, 26,, όπου ο Ιησούς λέει: «ώσπερ γαρ ο πατήρ έχει ζωήν εν εαυτώ, ούτως έδωκε και τω υιώ ζωήν έχειν εν εαυτώ».

Αν οι μουσουλμάνοι αδελφοί μας πιστεύουν πως τα λόγια του Πέτρου φανερώνουν πως ο Χριστός «δεν είναι Θεός», αυτό σημαίνει ότι αποδέχονται πως ο Πέτρος διακήρυξε τη σταύρωση και την ανάσταση ως αληθινά γεγονότα, και μάλιστα κεντρικά στην αποστολή του Χριστού, αντίθετα φυσικά με ό,τι ισχυρίζεται το Κοράνι. Αν το αποδεχτούν αυτό, τότε μπορούμε να συζητήσουμε για τα υπόλοιπα. Προκαταβολικά μόνον λέω ότι ο Υιός ονομάζεται «Ιησούς» και «Χριστός» ως άνθρωπος, και αυτό είναι και ο λόγος για τον οποίο οι απόστολοι διακηρύσσουν ότι ο Θεός Τον ανέστησε. Ως άνθρωπος επίσης ανέβηκε στον ουρανό και κάθισε «στα δεξιά του Θεού» (ανθρωπομορφισμός). Γι’ αυτό η ανθρωπότητα σώζεται διά του Χριστού, γιατί ένας άνθρωπος (ο νέος Αδάμ) ανέβηκε στο «χώρο του Θεού» και εμείς, καθώς ενωνόμαστε με Αυτό τον άνθρωπο, οδηγούμαστε από Αυτόν και μαζί Του στην ένωση με το Θεό.

β) Γίνεται φανερό ότι ο απόστολος Πέτρος ερμηνεύει τις προφητείες της Παλαιάς Διαθήκης ως αναφερόμενες στο Χριστό και όχι (όπως ισχυρίζονται κάποιοι μουσουλμάνοι ερμηνευτές και απολογητές) ως προαναγγελίες του ερχομού του Μωάμεθ. (Αυτό το αναλύουμε διεξοδικά εδώ). Θα προσθέσω μία μόνο παρατήρηση επ’ αυτού: οι προφητείες μιλούν (και έχει νόημα να μιλούν) για τον ερχομό ενός σωτήρα των ανθρώπων, δεν έχει νόημα να μιλούν για τον ερχομό ενός προφήτη, έστω «του μεγαλύτερου». Προαναγγέλλεται μόνον δευτερευόντως η άφιξη προφητών που συνδέονται άμεσα με τον ερχομό του Χριστού: του Προδρόμου (Ησαΐα 40, 3-11, Μαλαχία, 3, 1-3) και του Ηλία, που θα είναι ο πρόδρομος της Δευτέρας Παρουσίας (Μαλαχία 4, 4-5 [στο Μασσωριτικό, τέλος του κεφ. 3]).

Β. Η ομιλία του Πέτρου στο Ναό της Ιερουσαλήμ

Λίγο καιρό αργότερα, Πέτρος και Ιωάννης ανέβαιναν στο Ναό της Ιερουσαλήμ. Εκεί, ως γνωστόν, ο άγιος απόστολος Πέτρος θεράπευσε θαυματουργικά τον παράλυτο ζητιάνο, με τη φράση «εν τω ονόματι Ιησού Χριστού του Ναζωραίου έγειρε και περιπάτει» (Πράξ. 3, 6). Η αναφορά στο όνομα του Χριστού και όχι «του Θεού» (αναφορά που γίνεται γενικότερα κατά τα θαύματα, όπως και η βάπτιση των ανθρώπων «στο όνομα του Χριστού», που αναφέρθηκε παραπάνω) φανερώνει τη θεότητα του Χριστού. Αν ο Χριστός δεν είναι Θεός, είναι παράλογο να γίνεται αναφορά στο όνομά Του, αντί για «το όνομα του Θεού». Ο ίδιος ο Χριστός βέβαια το είχε διδάξει αυτό (Ιω. 14, 13-14 – θα το σχολιάσουμε παρακάτω) και ασφαλώς κανείς προφήτης δεν τόλμησε να πει κάτι ανάλογο για το δικό του όνομα.

Κατά την αναταραχή που προκλήθηκε από το θαύμα, ο Πέτρος βρήκε την ευκαιρία για μια δεύτερη δημόσια ομιλία (Πράξ. 3, 12-26), στην οποία είπε τα ακόλουθα (βλ. το αρχαίο εδώ: http://www.myriobiblos.gr/bible/nt2/acts/3.asp):

«Άνδρες Ισραηλίτες, γιατί εκπλήσσεστε με αυτό, ή γιατί μας κοιτάζετε σαν να κάναμε αυτόν να περπατά με τη δική μας δύναμη ή ευσέβεια;

Ο Θεός Αβραάμ και του Ισαάκ και του Ιακώβ, ο Θεός των πατέρων μας, δόξασε του δούλο Του, τον Ιησού [στο αρχαίο: τον παίδα αυτού Ιησούν]· τον οποίο εσείς μεν παραδώσατε και αρνηθήκατε ενώπιον του Πιλάτου, που ήθελε να τον αθωώσει· εσείς όμως αρνηθήκατε τον άγιο και δίκαιο και ζητήσατε να σας χαρίσουν ένα φονιά [σ.σ. εννοεί το Βαραβά], ενώ τον αρχηγό της ζωής τον σκοτώσατε, τον οποίο ο Θεός ανέστησε από τους νεκρούς, πράγμα, για το οποίο εμείς είμαστε μάρτυρες.

Και με την πίστη στο όνομά του, αυτόν που βλέπετε και είδατε, το όνομά του, και η πίστη που ενεργείται δι’ αυτού του χάρισε την πλήρη υγεία ενώπιον όλων σας. Ξέρω λοιπόν, αδελφοί, ότι ενεργήσατε από άγνοια, όπως και οι άρχοντές σας. Ο δε Θεός, αυτά που προανάγγειλε ότι θα πάθει ο Χριστός διά στόματος όλων των προφητών του, αυτά εκπλήρωσε. Μετανοήστε λοιπόν και επιστρέψτε, για να συγχωρηθούν οι αμαρτίες σας, ώστε να έρθουν εποχές αναψυχής εκ μέρους του Κυρίου και να αποστείλει τον Ιησού Χριστό, τον ήδη ορισμένο για σας, τον οποίο πρέπει να δεχτεί ο ουρανός μέχρι τον καιρό της αποκατάστασης όλων, όσα είπε ο Θεός διά στόματος όλων του αγίων προφητών του εδώ και αιώνες.

Διότι ο Μωϋσής είπε προς τους πατέρας ο Κύριος ο Θεός θα αναδείξει σε σας προφήτη σαν εμένα από τους αδελφούς σας· να τον ακούσετε σε όλα όσα θα σας πει. Και κάθε άνθρωπος που δεν θα υπακούσει στον προφήτη εκείνο, θα εξολοθρευτεί μέσα στο λαό. Και όλοι οι προφήτες, από το Σαμουήλ και εξής, όσοι μίλησαν και διακήρυξαν τούτες τις ημέρες. Εσείς είστε υιοί των προφητών και της διαθήκης, που διέθεσε ο Θεός προς τους προγόνους μας, λέγοντας προς τον Αβραάμ· και μέσω του σπέρματός σου θα ευλογηθούν όλα τα έθνη της γης. Σε σας πρώτα ο Θεός, αναστήσας το δούλο του, τον Ιησού [στο αρχαίο: τον παίδα αυτού Ιησούν], τον απέστειλε για να σας ευλογεί με το να απομακρύνει τον καθένα από την κακία του».

ΣΧΟΛΙΑ: α) Ο άγιος απόστολος Πέτρος ερμηνεύει ευθέως την προφητεία του αγίου προφήτη Μωυσή, για το μελλοντικό προφήτη που πρέπει να τον υπακούνε όλοι οι άνθρωποι (Δευτερονόμιο, 18, 18), ως αναφερόμενη στον Ιησού. Αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό, γιατί την προφητεία παρερμηνεύουν οι μουσουλμάνοι ερμηνευτές, ως δήθεν αναφερόμενη στο Μωάμεθ (έχουμε αναλύσει διεξοδικά το θέμα εδώ). [Βλ. και το δικό μας άρθρο
Αναφέρεται ο Μωάμεθ στο Δευτερονόμιο 18:18;]
β) Ο Πέτρος χαρακτηρίζει τον Ιησού «παίδα του Θεού» (=δούλο του Θεού). Αυτό μπορεί να δώσει αφορμή στους μουσουλμάνους αδελφούς μας να πανηγυρίσουν ότι ο άγιος δήθεν παραδέχεται πως ο Ιησούς δεν είναι Θεός, αλλά κοινός άνθρωπος. Δεν είναι έτσι. Ο χαρακτηρισμός του Ιησού ως «παιδός του Θεού» παραπέμπει στην περίφημη προφητεία του αγίου προφήτη Ησαΐα 52, 13 εξ. και 53. Εκεί ο Θεός, διά στόματος του προφήτη, χαρακτηρίζει το Μεσσία «ο παις μου» (ο δούλος μου). Ο προφήτης Ησαΐας, από το κεφ. 52, 13 ώς και το κεφ. 53, γράφει ξεκάθαρα ότι ο Μεσσίας θα βασανιστεί και θα σώσει τον κόσμο με το βασανισμό Του («σηκώνει τις αμαρτίες μας και υποφέρει για μας… τραυματίστηκε για τις αμαρτίες μας… οδηγήθηκε σαν πρόβατο στη σφαγή… από τις αμαρτίες του λαού μου οδηγήθηκε στο θάνατο…» κ.τ.λ.). Στο Ησ. 12, 6, ο «άγιος του Ισραήλ» (ο Θεός) είναι Εκείνος που «υψώθη εν μέσω της Σιών», δηλαδή ο Χριστός (βλ. Ησ. 52, 13: «ο παις μου υψωθήσεται και μετεωρισθήσεται σφόδρα» = ο δούλος μου θα υψωθεί και θα κρεμαστεί πολύ). Ο Ίδιος ο Χριστός ερμηνεύει την «ύψωση» ως σταύρωση (Ιω. 8, 28, και 12, 32-34). Προσοχή: ο Μεσσίας, κατά τον Ησαΐα, έρχεται για να σώσει τον κόσμο και όχι απλώς για να διδάξει ή για να μεταφέρει σ’ εμάς το θέλημα του Θεού.

Έτσι, ο Υιός του Θεού γίνεται δούλος του Θεού (άνθρωπος) για να φέρει τη σωτηρία στους ανθρώπους. Δέχονται οι μουσουλμάνοι αδελφοί μας ότι η προφητεία του Ησαΐα αναφέρεται στο Χριστό; Δέχονται επίσης όλα τα υπόλοιπα που αναφέρονται στην ομιλία του Πέτρου; Θα πρέπει να τα δεχτούν, αφού μιλούν οι αψευδείς μάρτυρες Ησαΐας και Πέτρος. Τότε ευχαρίστως να συζητήσουμε για το χαρακτηρισμό του Χριστού ως «παιδός του Θεού».

Ας επισημάνουμε εδώ ότι το όνομα «Ιησούς» και οι χαρακτηρισμοί «Χριστός» (εβρ. «Μεσσίας»), «Σωτήρας», «Υιός Δαβίδ», «Βασιλεύς του Ισραήλ», «Μέγας Αρχιερεύς» κ.τ.λ., αναφέρονται όλοι στον Υιό του Θεού ως άνθρωπο. Ως Θεός, ο Υιός χαρακτηρίζεται «Λόγος του Θεού», «Σοφία του Θεού», «Κύριος» κ.τ.λ. Δεν είναι αλήθεια ότι αυθαίρετα αναφερόμαστε στο Χριστό πότε ως άνθρωπο και πότε ως Θεό. Όταν οι απόστολοι μιλάνε για το απολυτρωτικό Του έργο, που επιτέλεσε με την ενανθρώπισή Του, αναφέρονται σ’ Αυτόν ως άνθρωπο, ως Μεσσία, ως «πάσχοντα δούλο» (παίδα) του Θεού.

γ) Σχετικά με το θαύμα που συντελέστηκε στο όνομα του Ιησού και όχι «στο όνομα του Θεού»: είναι μια αδιαμφισβήτητη απόδειξη ότι οι ίδιοι οι μαθητές του Χριστού εξαρχής Τον αντιμετώπιζαν ως Θεό, καθώς μόνο το όνομα του Θεού επιτρέπεται να επικαλείται ο άνθρωπος, όχι το όνομα ανθρώπου. Και δε μπορούμε να πούμε ότι οι απόστολοι, που είχε διαλέξει ο Ίδιος και τους είχε αφήσει τις ύψιστε παρακαταθήκες Του, πλανήθηκαν όλοι, όλοι, όλοι, και παρανόησαν ή διαστρέβλωσαν το νόημα της αποστολής Του δέκα μόλις μέρες μετά την αποχώρησή Του από τη γη.

Ας σημειωθεί ότι η επίκληση του ονόματος του Θεού είναι μια πρόσκληση στο Θεό να παρέμβει, δηλαδή μια προσευχή. Ομοίως, η επίκληση του ονόματος του Ιησού είναι μια πρόσκληση στον Ιησού να παρέμβει, δηλαδή μια προσευχή προς Αυτόν: «ό,τι αν αιτήσητε εν τω ονόματί μου, τούτο ποιήσω, ίνα δοξασθή ο πατήρ εν τω υιώ. εάν τι αιτήσητε εν τω ονόματί μου, εγώ ποιήσω» (Ιω. 14, 13-14). Αυτό είναι κάτι άλλο (προσευχή προς τον Ιησού) και άλλο το «ό,τι αν αιτήσητε τον πατέρα εν τω ονόματί μου, δω υμίν» του Ιω. 15, 16 (προσευχή προς τον Πατέρα).

Η αποστολική Εκκλησία είναι απόλυτα σίγουρο ότι προσευχόταν προς τον Ιησού. Ο άγιος Στέφανος Του ζήτησε να παραλάβει το πνεύμα του (Πράξ. 7, 59 –και στο στ. 60 λέει «Κύριε, μη στήσης αυτοίς την αμαρτίαν ταύτην», όπου αμέσως πριν έχει ονομάσει «Κύριο» τον Ιησού!), ο απόστολος Παύλος προσεύχεται σ’ Αυτόν στο Πράξ. 22, 17-21 (ακόμη κι αν υποθέσουμε ότι η προσευχή του αρχικά απευθυνόταν στον Πατέρα, όμως συνεχίστηκε ως επικοινωνία με τον Ιησού), ενώ άλλοτε Του ζήτησε να τον απαλλάξει από τον κακό άγγελο που τον τυραννούσε (Β΄ Κορ. 12, 8-9 –ο Κύριος εκεί είναι ο Ιησούς, όπως φαίνεται από το στίχο 9). Ο απόστολος και προφήτης Ιωάννης Τον παρακάλεσε να έρθει γρήγορα (Αποκ. 22, 20). Ο απόστολος Πέτρος λέει στον Αινέα, τον παράλυτο της πόλης Λύδδα, «Αινέα, ιάται σε Ιησούς ο Χριστός» (σε θεραπεύει ο Ιησούς, ο Χριστός, Πράξ. 9, 34), άρα ο Ίδιος ο Χριστός, εκείνη τη στιγμή, παρενέβη από τον ουρανό και τέλεσε τη θεραπεία.

Η προσευχή προς τον Ιησού, ενώ βρίσκεται στον ουρανό, είναι ακριβώς το ίδιο με αυτό που έκαναν οι άνθρωποι που Του ζητούσαν βοήθεια όσο ζούσε στη γη (π.χ. Ματθ. 9, 27. 15, 22, Μάρκ. 3, 10. 9, 17-29. 5, 22-23, κ.α.). Όπως έκανε αμέτρητα θαύματα εδώ, έτσι κάνει και από τον ουρανό. Αφού Εκείνος υποσχέθηκε ότι θα βρίσκεται μαζί μας όλες τις ημέρες μέχρι τη συντέλεια του αιώνος (Ματθ. 28, 20), γιατί να μην προσευχόμαστε σ’ Αυτόν; Εξάλλου είναι σε συνεχή επικοινωνία μαζί μας, όπως αποδεικνύει το όραμα της Δαμασκού, το όραμα του Ανανία (Πράξ. 9, 17), η θεραπεία του Αινέα, το Ματθ. 18, 20 κ.λ.π.

Γ. Η απολογία του Πέτρου στο Μέγα Συνέδριο

Λόγω της αναταραχής, που προκλήθηκε από τα παραπάνω, οι δύο άγιοι απόστολοι Πέτρος και Ιωάννης συνελήφθησαν και φυλακίστηκαν. Την επόμενη μέρα παρουσιάστηκαν ενώπιον του Μεγάλου Συνεδρίου, δηλαδή του ανώτατου θρησκευτικού οργάνου του Ισραήλ, εκείνου που είχε καταδικάσει σε θάνατο τον Ιησού, και ερωτήθηκαν στο όνομα τίνος και με ποια δύναμη κάνουν όσα κάνουν. Τότε ο Πέτρος, «πλησθείς Πνεύματος Αγίου» (γέμισε με το Άγιο Πνεύμα), πήρε το λόγο και είπε τα εξής (Πράξ. κεφ. 4, και στο διαδίκτυο http://www.myriobiblos.gr/bible/nt2/acts/4.asp):

«Άρχοντες του λαού και πρεσβύτεροι του Ισραήλ, αν εμείς σήμερα ανακρινόμαστε για την ευεργεσία ανθρώπου ασθενούς, για τον τρόπο με τον οποίο σώθηκε, ας είναι γνωστό σε όλους εσάς και σε όλο το λαό Ισραήλ ότι εν τω ονόματι του Ιησού Χριστού του Ναζωραίου, τον οποίο εσείς σταυρώσατε, τον οποίο ο Θεός ανέστησε από τους νεκρούς, αυτός ο άνθρωπος εμφανίστηκε ενώπιόν σας υγιής. Αυτός είναι ο λίθος που θεωρήθηκε άχρηστος από σας, τους οικοδόμους, όμως έγινε ακρογωνιαίος λίθος. Και η σωτηρία δεν επιτυγχάνεται μέσω κανενός άλλου· διότι ούτε άλλο όνομα υπάρχει κάτω από τον ουρανό που να έχει δοθεί στους ανθρώπους, μέσω του οποίου να πρέπει να σωθούμε».

ΣΧΟΛΙΟ: Εκτός των άλλων, στην απολογία του ο άγιος Πέτρος αναφέρεται και στο στίχο «λίθον ον απεδοκίμασαν οι οικοδομούντες, ούτος εγενήθη εις κεφαλήν γωνίας» (Ψαλμός ριζ΄ [117 – στο εβραϊκό (μασοριτικό) ριη΄], στ. 22). Το στίχο αυτό, μαζί με τον επόμενο παρέθεσε ως προφητική αναφορά στον εαυτό Του και ο Ίδιος ο Χριστός (Ματθ. 21, 42), υπαινισσόμενος τη θανάτωσή Του από τους Ιουδαίους, που, αντί να Τον οδηγούσε στον αφανισμό, θα Τον καθιστούσε θεμέλιο της σωτηρίας μας. Ο άγιος Πέτρος παραθέτει το στίχο αυτό και στην Α΄ επιστολή του, κεφ. 2, στ. 7.

Ολόκληρος ο Ψαλμός 117 είναι ένας από τους «μεσσιανικούς» (χριστολογικούς) ψαλμούς, όπου δηλ. διά στόματος του προφήτη μιλάει ο αναμενόμενος Μεσσίας. Η ύπαρξη των μεσσιανικών ψαλμών είναι ακόμη μια φανέρωση της θεότητας του Χριστού, γιατί μόνον ο Θεός μιλάει διά στόματος των προφητών.

Δ. Η δράση του Πέτρου στην αρχαία Εκκλησία

Δεν έχουμε λόγους να θεωρούμε ότι ο απόστολος Πέτρος ήταν «αρχηγός της Εκκλησίας», θέση που ανήκει πάντα προσωπικά στο Χριστό. Κανείς άνθρωπος δεν είναι «αρχηγός της Εκκλησίας», ούτε «αντικαταστάτης» ή «εκπρόσωπος» ή «αντιπρόσωπος» του Χριστού. Εκπρόσωπο ή αντιπρόσωπο έχει μόνο κάποιος που απουσιάζει, όμως ο Χριστός είναι πάντοτε παρών στην Εκκλησία Του, συνεπώς ο Ίδιος είναι η κεφαλή της και η Εκκλησία δεν είναι τίποτε άλλο, παρά το σώμα Του, δηλαδή «ο Χριστός παρατεινόμενος εις τους αιώνας».

Όλοι οι απόστολοι ήταν οι πνευματικοί ηγέτες των χριστιανών, όλοι ήταν προικισμένοι με τα θαυματουργικά χαρίσματα του Αγίου Πνεύματος (Πράξ. 15, 12-16), ο δε Πέτρος με την εισήγησή του κατά την αποστολική σύνοδο (Πράξ. 15, 7-12), κατά την οποία δεν επέδειξε καμιά αυθεντία, φανερώνει την ισότιμη θέση όλων των αποστόλων. Πέτρος και Ιωάννης πήγαν ως απεσταλμένοι των αποστόλων στη Σαμάρεια για να μεταδώσουν το Άγιο Πνεύμα στους νεοβαπτισμένους Σαμαρείτες (Πράξ. 18, 14-17). Παρόλα αυτά είναι φανερό ότι ο Πέτρος αποτελούσε μια ηγετική φυσιογνωμία στην πρώτη Εκκλησία, γι’ αυτό και στις Πράξεις των Αποστόλων γίνονται τόσες προσωπικές αναφορές σ’ αυτόν.

Το θαυματουργικό του χάρισμα ήταν ασύλληπτο: ασθενείς θεραπεύονταν όταν περνούσε από πανω τους η σκιά του (βλ. Πράξ. 15, 15-16: «ώστε κατά τας πλατείας εκφέρειν τους ασθενείς και τιθέναι επί κλινών και κραβάττων, ίνα ερχομένου Πέτρου καν η σκιά επισκιάση τινί αυτών. συνήρχετο δε και το πλήθος των πέριξ πόλεων εις Ιερουσαλήμ φέροντες ασθενείς και οχλουμένους υπό πνευμάτων ακαθάρτων, οίτινες εθεραπεύοντο άπαντες». Βλ. και Πράξ. 9, 33-35). Αξιώθηκε επίσης να αναστήσει νεκρό: την αγία Ταβιθά, την ελεήμονα, από την Ιόππη (Πράξ. 9, 36-42). Έλαβε μηνύματα και αποκαλύψεις από το Θεό (Πράξ. 10, 10-16 και 19-20). Απελευθερώθηκε από άγγελο, όταν συνελήφθη από τον Ηρώδη (Πράξ. κεφ. 12), κ.τ.λ.

Ο Πέτρος ήταν εκείνος, στον οποίο το Άγιο Πνεύμα έστειλε τον εκατόνταρχο Κορνήλιο, για να βαπτιστεί (Πράξ. κεφ. 10), ενώ επίσης στον Πέτρο έπεσε η ευθύνη να αντιμετωπίσει την ασέβεια του Ανανία και της Σαπφείρας, τους οποίους προειδοποίησε για τον επικείμενο θάνατό τους (μια σπάνια περίπτωση, όπου ο Θεός αφαιρεί τη ζωή ανθρώπων στην Καινή Διαθήκη, Πράξ. 5, 1-11 – σημειωτέον ότι εδώ ενέργησε το Ίδιο το Πνεύμα το Άγιο, δεν έβαλε χέρι πάνω στους ασεβείς κανένας άνθρωπος ως «εκτελεστής του θείου νόμου»· η εποχή της Παλαιάς Διαθήκης τελείωσε, όμως την επανέφερε το Ισλάμ).

Τα γράφω αυτά ως φανερώσεις τις αξιοπιστίας του αγίου και μεγάλου αποστόλου Πέτρου, που είναι ένας αυτόπτης μάρτυρας και ένας έγκυρος ερμηνευτής του Ιησού, της ζωής και της διδασκαλίας Του.

Ε. Η ομιλία του Πέτρου στους Ρωμαίους, στο σπίτι του Κορνήλιου

Το κεφ. 10 των Πράξεων των αποστόλων αφηγείται τη μεταστροφή του Ρωμαίου εκατόνταρχου Κορνήλιου και «των ανθρώπων του σπιτιού του» στο χριστιανισμό. Ο Κορνήλιος ήταν «ευσεβής και φοβούμενος τον Θεόν», ελεήμων και σπλαχνικός με το λαό. Είδε λοιπόν «εν οράματι φανερώς» άγγελο του Θεού, που του είπε: «οι προσευχές σου και οι ελεημοσύνες σου ανέβηκαν εις μνημόσυνον ενώπιον του Θεού· στείλε λοιπόν στην Ιόππη άνδρες και κάλεσε το Σίμωνα, τον επικαλούμενο Πέτρο» (Πράξ. 10, 4-5).

Την επαύριο, στην Ιόππη, ο Πέτρος είδε ένα όραμα: άνοιξε ο ουρανός και κατέβηκε ένα μεγάλο σεντόνι, μέσα στο οποίο υπήρχαν όλα τα τετράποδα της γης και τα θηρία και τα ερπετά και τα πετεινά του ουρανού. Και μια φωνή τού είπε: «Σήκω, Πέτρο, σφάξε και φάε». Ο Πέτρος απάντησε: «Όχι, Κύριε, ποτέ δεν έφαγα τίποτε ακάθαρτο» (επειδή μέσα υπήρχαν και ζώα που θεωρούνταν ακάθαρτα και απαγορευόταν η βρώση τους στον ιουδαϊσμό). Τότε η φωνή απάντησε: «Μη θεωρείς ακάθαρτα αυτά που ο Θεός καθάρισε». Η στιχομυθία αυτή επαναλήφθηκε τρεις φορές και κατόπιν το σεντόνι ανέβηκε στον ουρανό (Πράξ. 10, 9-16). Το όραμα αυτό, όπως κατάλαβε αργότερα ο άγιος, φανέρωνε ότι αίρεται η απαγόρευση του μωσαϊκού νόμου προς τους πιστούς να επισκέπτονται και να συναναστρέφονται ειδωλολάτρες, αφού και οι ειδωλολάτρες –και όχι μόνον οι Ιουδαίοι– είναι προσκεκλημένοι από το Θεό να βαφτιστούν χριστιανοί (βλ. στίχ. 28 και κάτω).

Αμέσως μετά το Άγιο Πνεύμα είπε στον Πέτρο: «Τρεις άντρες σε ζητούν. Κατέβα και πήγαινε μαζί τους χωρίς δισταγμό, γιατί εγώ τους έστειλα» (στ. 19-20). Αυτό το χωρίο είναι ένα από τα πολλά, όπου φαίνεται ότι το Άγιο Πνεύμα είναι ένα Πρόσωπο και όχι μια απρόσωπη δύναμη.

Έτσι ο Πέτρος ήρθε στο σπίτι του Κορνήλιου, στην Καισάρεια της Παλαιστίνης. Ο Κορνήλιος τον προσκύνησε, αλλά φυσικά ο άγιος δεν αποδέχτηκε την προσκύνηση. Όταν του εξήγησαν πώς έγινε και τον κάλεσαν εκεί, μίλησε και είπε (Πράξ. 10, 34-43, και στο διαδίκτυο εδώ: http://www.myriobiblos.gr/bible/nt2/acts/10.asp):

«Αναγνωρίζω πράγματι ότι ο Θεός δεν μεροληπτεί, αλλά σε κάθε έθνος όποιος τον σέβεται [στο αρχαίο: ο φοβούμενος αυτόν] και πράττει το δίκαιο είναι δεκτός σε αυτόν. Έστειλε το λόγο Του στους Ισραηλίτες, ευαγγελιζόμενος ειρήνη διά του Ιησού Χριστού. Αυτός είναι Κύριος των πάντων. Ξέρετε τι συνέβη σε όλη την Ιουδαία, αρχίζοντας από τη Γαλιλαία, μετά το βάπτισμα που κήρυξε ο Ιωάννης, για τον Ιησού από τη Ναζαρέτ, τον οποίο έχρισε ο Θεός διά Πνεύματος Αγίου και δυνάμεως, ο οποίος περιόδευσε ευεργετώντας και θεραπεύοντας όλους εκείνους που τυραννιούνταν από το διάβολο, επειδή ο Θεός ήταν μαζί του. Και εμείς είμαστε μάρτυρες όλων όσα έπραξε και στην Ιουδαία και στην Ιερουσαλήμ. Και τον οποίο θανάτωσαν κρεμώντας τον στο ξύλο. Αυτόν ο Θεός τον ανέστησε την τρίτη ημέρα και τον έκανε να εμφανιστεί, όχι σε όλο το λαό, αλλά σε μάρτυρες που τους είχε διαλέξει ο Θεός από πριν, σε μας, που φάγαμε και ήπιαμε μαζί του αφού αναστήθηκε από τους νεκρούς. Και μας παράγγειλε να κηρύξουμε στο λαό και να διαβεβαιώσουμε ότι αυτός είναι ο ορισμένος από το Θεό κριτής ζώντων και νεκρών. Γι’ αυτόν μαρτυρούν όλοι οι προφήτες, ότι κάθε ένας που πιστεύει σ’ αυτόν θα λάβει άφεση αμαρτιών διά του ονόματός του».

Ενώ ο Πέτρος μιλούσε, το Άγιο Πνεύμα «έπεσε πάνω σε εκείνους που τον άκουγαν» και τους πρόσφερε το χάρισμα της γλωσσολαλίας. Τότε ο Πέτρος φρόντισε και όλοι εκείνοι οι άνθρωποι βαφτίστηκαν χριστιανοί.

Στ. Η ομιλία του Πέτρου στην αποστολική σύνοδο

Η αποστολική σύνοδος (γενική συνέλευση των αποστόλων και των πρεσβυτέρων της Εκκλησίας) συγκλήθηκε στα Ιεροσόλυμα το 49 μ.Χ., μετά από αίτημα των αγίων αποστόλων Παύλου και Βαρνάβα, εξ αιτίας της επιμονής μιας ομάδας Ιουδαίων χριστιανών ότι οι ειδωλολάτρες, που γίνονταν χριστιανοί, δε μπορούν να σωθούν, αν δεν κάνουν περιτομή και δεν τηρούν τις διατάξεις του μωσαϊκού νόμου.

Η σύνοδος αποφάσισε ότι η τήρηση των διατάξεων του μωσαϊκού νόμου (συμπεριλαμβανομένης της περιτομής) δεν είναι απαραίτητη για τη σωτηρία. Αυτή είναι η «επίσημη πράξη» υπέρβασης του μωσαϊκού νόμου στο χριστιανισμό. Η απόφαση της συνόδου ελήφθη με το φωτισμό και την καθοδήγηση του Αγίου Πνεύματος, γι’ αυτό και οι απόστολοι έγραψαν «έδοξε το Αγίω Πνεύματι και ημίν» (Πράξ. 15, 28 – θεωρήθηκε από το Άγιο Πνεύμα και από μας). Την απόφαση αυτή την κοινοποίησαν στους χριστιανούς της Αντιόχειας μέσω των Παύλου και Βαρνάβα, που τους χαρακτηρίζουν «αγαπητούς», ανθρώπους που «παρέδωσαν τις ψυχές τους» (δηλ. διέθεσαν τη ζωή τους) «υπέρ του ονόματος του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού» (Πράξ. 15, 25-26) και δύο άλλων αδελφών, των Ιούδα Βαρσαββά και Σίλα.

Η αποστολική σύνοδος α) αποδεικνύει ότι ο απόστολος Παύλος, το έργο του και η διδασκαλία του είναι απόλυτα σύμφωνα με τον αυθεντικό χριστιανισμό, όπως παραδόθηκε από το Χριστό και ακολουθήθηκε από τους αγίους αποστόλους Του· β) λήγει το θέμα της ισχύος ή μη του μωσαϊκού νόμου στο χριστιανισμό, γνωμοδοτώντας την υπέρβαση του νόμου, αφού η εν Χριστώ πραγματικότητα είναι πλέον η εποχή των «εσχάτων», η εποχή της χάριτος, ενώ ο νόμος δεν ήταν παρά «παιδαγωγός εις Χριστόν» (έκφραση του Παύλου από την προς Γαλάτας, 3, 23-26). Ο νόμος δεν καταργείται, αλλά υπερβαίνεται.

Ας επισημάνουμε, προλαμβάνοντας πιθανές αντιδράσεις μουσουλμάνων αδελφών μας, ότι οι άγιοι απόστολοι του Χριστού δεν πλανήθηκαν ως προς την πίστη. Είναι άτοπο να υποθέσουμε ότι ο Χριστός επέλεξε μαθητές που επρόκειτο να πλανηθούν (και μάλιστα όλοι τους), καθώς και ότι ο Θεός θα επέτρεπε κάτι τέτοιο, χωρίς να αφήσει έστω και έναν που να διασώσει για πάντα, χωρίς διακοπή, την αυθεντική μορφή και το αυθεντικό νόημα της εν Χριστώ αποκαλύψεως. Συνεπώς αυτή η αυθεντική μορφή και το αυθεντικό νόημα είναι αυτά που διασώθηκαν στο χριστιανισμό.

Επιπλέον, πρέπει να επισημάνουμε ότι και το Κοράνι παραδέχεται την ειλικρίνεια και αξιοπιστία των μαθητών του Χριστού: στη σούρα 3, 52, φαίνεται ότι οι μαθητές του Ιησού είναι αληθινοί πιστοί του Θεού και χαρακτηρίζονται «μουσουλμάνοι» (=πιστοί). Στη σούρα 61, 14, επιβεβαιώνεται η προθυμία τους. Αντίθετα, εκείνοι που κατηγορούνται ότι «αλλοίωσαν την αλήθεια για το Θεό», κατά το Κοράνι, δεν είναι οι μαθητές του Χριστού, αλλά «οι χριστιανοί» αόριστα. Κατ’ εμάς, το Κοράνι δεν είναι αληθινό θείο βιβλίο, αλλά προσπαθεί να παραπλανήσει τους ανθρώπους ανακατεύοντας αλήθειες και ψεύδη. Όμως οι μουσουλμάνοι αδελφοί μας, που θεωρούν ότι το Κοράνι λέει την απόλυτη αλήθεια, θα πρέπει να προβληματιστούν: αναφέρει ότι οι απόστολοι είναι αληθινοί πιστοί κι όμως οι απόστολοι είναι αυτοί που καθόρισαν αυτά που δεν αποδέχεται το Κοράνι. Η αντίφαση αυτή, αν μη τι άλλο, δεν είναι υπέρ της αξιοπιστίας του Κορανίου.

Στην αποστολική σύνοδο σημαντικό ρόλο έπαιξε η εισήγηση του αγίου αποστόλου Πέτρου. Δημοσιεύεται στις Πράξεις, 15, 7-11, και στο διαδίκτυο βλ. όλη την ιστορία της συνόδου εδώ: http://www.myriobiblos.gr/bible/nt2/acts/15.asp. Λέει:

«Άνδρες αδελφοί, ξέρετε καλά ότι από τις πρώτες μέρες ο Θεός ανάμεσά μας επέλεξε από το στόμα μου να ακούσουν οι ειδωλολάτρες [στο αρχαίο: τα έθνη] το λόγο του ευαγγελίου και να πιστέψουν. Και ο καρδιογνώστης Θεός διαβεβαίωσε γι’ αυτούς, δίνοντάς τους το Πνεύμα το Άγιο όπως και σ’ εμάς, και καμιά διάκριση δεν έκανε ανάμεσα σε εμάς και αυτούς, καθαρίζοντας με την πίστη τις καρδιές τους. Τώρα λοιπόν, γιατί πειράζετε το Θεό φορτώνοντας στο στήθος των μαθητών ένα βάρος που ούτε οι πατέρες μας ούτε εμείς δε μπορέσαμε να κρατήσουμε; Αλλά δια της χάριτος του Κυρίου Ιησού πιστεύουμε ότι θα σωθούμε με τον ίδιο τρόπο που θα σωθούν και εκείνοι».

ΣΧΟΛΙΟ: Ο Πέτρος αναφέρεται στην περίπτωση του Κορνήλιου, που είδαμε παραπάνω. Ας σημειωθεί ότι ο άγιος Κορνήλιος, στη συνέχεια, κήρυξε το χριστιανισμό σε Φοινίκη, Κύπρο, Αντιόχεια και Έφεσο, αξιώθηκε να κάνει θαύματα και, παρότι υπέστη πολλές κακουχίες, κοιμήθηκε ειρηνικά. Η μνήμη του τιμάται στις 13 Σεπτεμβρίου.

Με την εισήγηση του Πέτρου συμφώνησε και ο άγιος Ιάκωβος ο Αδελφόθεος, ο οποίος είπε (Πράξ. 15, 13-21):

«Άνδρες αδελφοί, ακούστε με. Ο Συμεών μας εξήγησε πως αρχικά ο Θεός φρόντισε να αποκτήσει από εθνικούς λαό επί τω ονόματι Του. Και σ’ αυτό συμφωνούν οι λόγοι των προφητών, καθώς έχει γραφτεί: «Μετά από αυτά θα επιστρέψω και θα ανοικοδομήσω τη γκρεμισμένη σκηνή του Δαβίδ, και τα ερείπιά της θα ανοικοδομήσω και θα την ανορθώσω, ώστε οι υπόλοιποι άνθρωποι να αναζητήσουν τον Κύριο, και πάντα τα έθνη, στα οποία έχει κληθεί το όνομά μου, λέει ο Κύριος που τα πραγματοποιεί όλα αυτά. Στο Θεό, τα έργα του είναι γνωστά από την αρχή. Γι’ αυτό εγώ θεωρώ ότι πρέπει να μην παρεμποδίζουμε τους εθνικούς να επιστρέφουν προς το Θεό, αλλά να τους γράψουμε να απέχουν από το μολυσμό των ειδώλων και της πορνείας και του πνικτού και του αίματος. Γιατί ο Μωυσής από αρχαία χρόνια έχει σε κάθε πόλη εκείνους που τον κηρύσσουν, αφού διαβάζεται κάθε Σάββατο στις συναγωγές».

Αυτά έγραφε και η επιστολή της συνόδου προς τους χριστιανούς: να απέχουν από τη βρώση ειδωλοθύτων (ζώων θυσιασμένων στα είδωλα), πνιγμένων ζώων και αίματος και από την πορνεία. Αυτές ήταν οι μόνες εντολές του μωσαϊκού νόμου που παρέμειναν σε χρήση από τους χριστιανούς. Οι υπόλοιπες εντολές θεωρήθηκαν μη αναγκαίες πλέον για τη σωτηρία, στη νέα εν Χριστώ κατάσταση. Οι τελετές του νόμου έχουν ξεπεραστεί με τη θυσία του Χριστού και την αναίμακτη θυσία της θείας Μετάληψης (την «κλάση του άρτου», όπως αναφέρεται στην ΚΔ), ενώ οι ηθικές εντολές από την εντολή της αγάπης. «Εκείνος που αγαπά, έχει τηρήσει όλες τις εντολές του Θεού. Και το ου μοιχεύσεις και το ου φονεύσεις, ου κλέψεις, ουκ επιθυμήσεις» (εννοείται «ό,τι ανήκει στο συνάνθρωπό σου») «και όποια άλλη εντολή, όλες συνοψίζονται σ’ αυτό το λόγο, στο να αγαπήσεις τον πλησίον σου σαν τον εαυτό σου. Η αγάπη στον πλησίον δεν κάνει τίποτα κακό, επομένως είναι η εκπλήρωση όλου του νόμου» (Παύλος, προς Ρωμαίους, 13, 8-10).

Ζ. Η διδασκαλία του στην α΄ καθολική επιστολή

Το αρχαίο κείμενο της Α΄ Πέτρου είναι εδώ: http://www.myriobiblos.gr/bible/nt2/peter_1/default.asp. Η γνησιότητά της (δηλαδή ότι είναι στ’ αλήθεια γραμμένη από τον απόστολο Πέτρο) έγινε ομόφωνα δεκτή στην αρχαιότητα και δεν αμφισβητήθηκε παρά μόνο από νεότερους προτεστάντες (π.χ. Χάρνακ) χωρίς σοβαρά επιχειρήματα.

Α) Α΄ Πέτρ., κεφ. 1, στ. 1-2: «Πέτρος, απόστολος Ιησού Χριστού, εκλεκτοίς παρεπιδήμοις διασποράς Πόντου, Γαλατίας, Καππαδοκίας, Ασίας και Βιθυνίας, κατά πρόγνωσιν Θεού πατρός, εν αγιασμώ Πνεύματος, εις υπακοήν και ραντισμόν αίματος Ιησού Χριστού· χάρις υμίν και ειρήνη πληθυνθείη».

ΣΧΟΛΙΑ: α) Χαρακτηρίζοντας ο Πέτρος τον εαυτό του «απόστολο του Ιησού Χριστού», και όχι «απόστολο του Θεού», φανερώνει την πεποίθησή του, και όλης της πρώτης Εκκλησίας, ότι ο Χριστός είναι Θεός. Μόνον ο Θεός έχει αποστόλους, όχι ένας προφήτης. Οι μαθητές του Χριστού, ως γνωστόν, χαρακτηρίζονται «απόστολοι του Χριστού» σε όλη την έκταση της ΚΔ και στη συνέχεια σε όλη την ιστορία της Εκκλησίας.

β) Ο άγιος αρχίζει με μια τριαδολογική αναφορά: οι παραλήπτες του (οι χριστιανοί από τη διασπορά Πόντου, Γαλατίας [της Μ. Ασίας], Καππαδοκίας, Ασίας και Βιθυνίας) είναι «εκλεκτοί» κατά την πρόγνωση του Θεού Πατρός, με τον αγιασμό του Αγίου Πνεύματος και με την υπακοή τους στον Ιησού Χριστό και το «ραντισμό» τους στο αίμα του Ιησού Χριστού. Το τελευταίο ίσως παραπέμπει στο βάπτισμά τους, αφού το χριστιανικό βάπτισμα, με την τριπλή κατάδυση, είναι συμμετοχή στο θάνατο και την ανάσταση του Χριστού. Πάντως φανερώνει την καθοριστική σημασία του αίματος του Ιησού Χριστού για τη σωτηρία του ανθρώπου. Δύο χαρακτηριστικά του χριστιανού τονίζονται: η υπακοή στο λόγο του Χριστού και η σωτηρία διά του αίματός Του.

Η παρατακτική αναφορά των τριών προσώπων της Αγίας Τριάδας είναι μία από τις περιπτώσεις που φαίνεται στην ΚΔ η πίστη των πρώτων χριστιανών (εδώ δε των μαθητών του Χριστού) ότι ο Θεός είναι Τριαδικός.

Β) Α΄ Πέτρ., 1, 3: «Ευλογητός ο Θεός και πατήρ του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, ο κατά το πολύ αυτού έλεος αναγεννήσας ημάς εις ελπίδα ζώσαν δι’ αναστάσεως Ιησού Χριστού εκ νεκρών».

ΣΧΟΛΙΑ: Ο Θεός είναι Πατέρας του Ιησού Χριστού. ο Χριστός είναι «ο Κύριος ημών». Ο Θεός και Πατήρ «μας αναγέννησε» διά της αναστάσεως του Ιησού Χριστού εκ νεκρών: ο Χριστός λοιπόν όντως αναστήθηκε από τους νεκρούς (συνεπώς και σταυρώθηκε) και η ανάστασή Του προκάλεσε την αναγέννησή μας.

Γ) Α΄ Πέτρ. 1, 10-12: «περί ης σωτηρίας εξεζήτησαν και εξηρεύνησαν προφήται οι περί της εις υμάς χάριτος προφητεύσαντες, ερευνώντες εις τίνα ή ποίον καιρόν εδήλου το εν αυτοίς Πνεύμα Χριστού προμαρτυρόμενον τα εις Χριστόν παθήματα και τας μετά ταύτα δόξας· οίς απεκαλύφθη ότι ουχ εαυτοίς, υμίν δε διηκόνουν αυτά, α νυν ανηγγέλη υμίν δια των ευαγγελισαμένων υμάς εν Πνεύματι Αγίω αποσταλέντι απ’ ουρανού, εις α επιθυμούσιν άγγελοι παρακύψαι».

ΣΧΟΛΙΑ: οι προφήτες λοιπόν προφήτεψαν για τη χάρη που ήρθε στους χριστιανούς και προφήτευσαν μέσω του «Πνεύματος Χριστού» που προφήτευε «εν αυτοίς» (μέσα τους). Το άγιο Πνεύμα λοιπόν δεν είναι μόνο Πνεύμα του Θεού Πατρός, αλλά και «Πνεύμα Χριστού» και μάλιστα όχι μόνον τώρα, αλλά από τον καιρό των προφητών – μέσω του «Πνεύματος Χριστού» προφήτευαν οι προφήτες. Και οι απόστολοι, που έφεραν το ευαγγέλιο (το μήνυμα του χριστιανισμού) στους χριστιανούς, τους δίδαξαν μέσω του Αγίου Πνεύματος, που απεστάλη σ’ αυτούς από τον ουρανό.

Δ) Α΄ Πέτρ. 1, 18-19: «…ου φθαρτοίς, αργυρίω ή χρυσίω, ελυτρώθητε εκ της ματαίας υμών αναστροφής πατροπαραδότου, αλλά τιμίω αίματι ως αμνού αμώμου και ασπίλου Χριστού…».

ΣΧΟΛΙΟ: Οι άνθρωποι λοιπόν λυτρώθηκαν από τη μάταιη προηγούμενη θρησκεία τους όχι μέσω χρυσού ή αργυρίου (εννοεί προφανώς τα είδωλα) αλλά μέσω του τιμίου αίματος του άμωμου και άσπιλου αμνού, του Χριστού. Δε χρειάζεται παραπέρα σχόλια, νομίζω, εκτός από το ότι ο χαρακτηρισμός του Χριστού ως αμνού (λόγω της αθωότητάς Του και της σταυρικής θυσίας Του) είναι από τους πιο χαρακτηριστικούς στην ΚΔ (π.χ. Ιω. 1, 29, αλλά και σε όλη την έκταση της Αποκάλυψης) και παραπέμπει στην προφητεία του Ησαΐα 53, 7, που αναφέρεται στον «πάσχοντα δούλο του Θεού».

Ε) Α΄ Πέτρ. κεφ. 2: αναφορά στην αναγέννηση διά του βαπτίσματος: στ. 2 «ως αρτιγέννητα βρέφη το λογικόν άδολον γάλα επιποθήσατε», και στη θεία μετάληψη: στ. 3 «εγεύσασθε ότι χρηστός ο Κύριος» (στίχος από τον προφητικό Ψαλμό λγ [33], 9).

Οι χριστιανοί είναι «γένος εκλεκτόν, βασίλειον ιεράτευμα, έθνος άγιον, λαός εις περιποίησιν» (στ. 9) και προσφέρουν «πνευματικάς θυσίας ευπροσδέκτους τω Θεω δια Ιησού Χριστού» (στ. 5): όχι λοιπόν θυσίες αίματος, αλλά πνευματικές, προσφερόμενες στο Θεό Πατέρα διά του Ιησού Χριστού: αυτό ακριβώς κάνουμε κατά τη θεία λειτουργία (η οποία προσφέρεται στον Πατέρα διά του Υιού εν Αγίω Πνεύματι), για την οποία, κατά τη γνώμη μου, γίνεται η αναφορά αυτή.

Στ) Α΄ Πέτρ. 2, 21-25. Προτρέποντάς τους σε υπομονή και αγάπη εν μέσω διωγμών και παθημάτων, φέρνει το παράδειγμα και την παρακαταθήκη του Χριστού. Παραθέτω σε μετάφραση: «…ο Χριστός έπαθε υπέρ υμών, αφήνοντάς σας υπόδειγμα, για να ακολουθήσετε τα ίχνη του· ο οποίος αμαρτία δεν διέπραξε, ούτε βρέθηκε δόλος στο στόμα του· ο οποίος, ενώ τον συκοφαντούσαν δε συκοφαντούσε, ενώ έπασχε δεν απειλούσε αλλά άφηνε την κρίση σ’ εκείνον που κρίνει δίκαια· ο οποίος σήκωσε τις αμαρτίας μας στο σώμα του πάνω στο ξύλο, ώστε να απαλλαγούμε από τις αμαρτίες και να ζήσουμε με τη δικαιοσύνη· διά της πληγής του οποίου θεραπευτήκατε. Διότι ήσασταν ως πρόβατα πλανώμενα, αλλά τώρα επιστρέψατε επεστράφητε στον ποιμένα και επίσκοπο [=προστάτη, φύλακα] των ψυχών σας».

ΣΧΟΛΙΑ: Οι φράσεις του αποστόλου «ο οποίος αμαρτία δεν διέπραξε, ούτε βρέθηκε δόλος στο στόμα του» (στο αρχαίο: «ος αμαρτίαν ουκ εποίησεν, ουδέ ευρέθη δόλος εν τω στόματι αυτού») και «διά της πληγής του οποίου θεραπευτήκατε» (στο αρχαίο: «ου τω μώλωπι αυτού ιάθητε») προέρχονται από τη μεγάλη προφητεία του Ησαΐα 52, 13 – 53, 12, για τον «πάσχοντα δούλο», που αναφέραμε παραπάνω. Ο Ίδιος ο Χριστός υπαινίσσεται αυτή τη φράση, ρωτώντας για τον εαυτό Του «τις εξ υμών ελέγχει με περί αμαρτίας; ει δε αλήθειαν λέγω, διατί υμείς ου πιστεύετέ μοι;» στο Ιω. 9, 46, και σε όλη τη σχετική συνάφεια. Επίσης, η αναφορά στα πρόβατα και τον ποιμένα παραπέμπει στις ανάλογες παραβολές του Χριστού, που βρίσκονται στο Ματθ. 18, 12-13, και Ιω., κεφ. 10.

Ζ) Α΄ Πέτρ. 3, 18-22: «…ότι και Χριστός άπαξ περί αμαρτιών έπαθε, δίκαιος υπέρ αδίκων, ίνα ημάς προσαγάγη τω Θεώ, θανατωθείς μεν σαρκί, ζωοποιηθείς δε πνεύματι· εν ω και τοις εν φυλακή πνεύμασι πορευθείς εκήρυξεν, απειθήσασί ποτε, ότε απεξεδέχετο η του Θεού μακροθυμία εν ημέραις Νώε κατασκευαζομένης κιβωτού, εις ην ολίγαι, τούτ’ έστιν οκτώ ψυχαί, διεσώθησαν δι’ ύδατος. ό αντίτυπον νυν και ημάς σώζει βάπτισμα, ου σαρκός απόθεσις ρύπου, αλλά συνειδήσεως αγαθής επερώτημα εις Θεόν, δι’ αναστάσεως Ιησού Χριστού, ος εστιν εν δεξιά του Θεού πορευθείς εις ουρανόν, υποταγέντων αυτω αγγέλων και εξουσιών και δυνάμεων».

ΣΧΟΛΙΑ: Ο Χριστός όντως υπέστη τα πάθη Του, για να μας προσαγάγει (οδηγήσει) στο Θεό, άρα τα πάθη του Χριστού είναι εκείνα που έσωσαν την ανθρωπότητα. Με το πνεύμα Του πήγε και κήρυξε «τοις εν φυλακή πνεύμασι»: η κάθοδός Του δηλαδή στον Άδη σήμαινε την ένωση των προ Χριστού ψυχών με τις μετά Χριστόν, καθώς ο Κύριος κήρυξε στον Άδη, όπως είχε κάνει και στη Γη, σώζοντας ακόμη και τους αρχαίους νεκρούς. Τέλος, το βάπτισμα μας σώζει λόγω της αναστάσεως του Χριστού, ο οποίος βρίσκεται στα δεξιά του Θεού (προφητεία του Ψαλμού 109, 1, «είπεν ο Κύριος τω Κυρίω μου κάθου εκ δεξιών μου…», και αναφορές σε Μάρκ. 16, 19, Πράξ. 7, 55-56, προς Εβραίους, 1, 3) και σ’ Αυτόν υποτάσσονται και οι αγγελικές δυνάμεις.

Η) Α΄ Πέτρ. 4, 11: «ει τις λαλεί, ως λόγια Θεού· ει τις διακονεί, ως εξ ισχύος, ης χορηγεί ο Θεός· ίνα εν πάσι δοξάζηται ο Θεός δια Ιησού Χριστού, ώ εστίν η δόξα και το κράτος εις τους αιώνας των αιώνων, αμήν».

Στο στίχο αυτό η δόξα και το κράτος φαίνεται ότι αποδίδονται στο Χριστό, όχι «στο Θεό», πράγμα που αποτελεί πολύ ισχυρή αναφορά στη Θεότητα του Χριστού.

Η. Η διδασκαλία του στη β΄ καθολική επιστολή

Το αρχαίο κείμενο της Β΄ Πέτρου είναι εδώ: http://www.myriobiblos.gr/bible/nt2/peter_2/default.asp. Η γνησιότητά της (δηλαδή ότι είναι στ’ αλήθεια γραμμένη από τον απόστολο Πέτρο) αμφισβητήθηκε κατά κόρον από νεότερους φιλολόγους, κυρίως προτεστάντες και παπικούς. Οι λόγοι που προβάλλουν είναι φιλολογικοί:

Α) Ο συντάκτης της Β΄ Πέτρου δίνει πολλά αυτοβιογραφικά στοιχεία, γνωστά από τα ευαγγέλια, ενώ στο Β΄ Πέτρ. 3, 1, αναφέρει και την επιστολή του ως «δευτέρα» (με σαφή υπαινιγμό στην Α΄ Πέτρου), σα να προσπαθεί να πείσει τους αναγνώστες του ότι είναι ο απόστολος Πέτρος. Αυτό θεωρήθηκε «ύποπτο», δεδομένου ότι στην Α΄ Πέτρου ο απόστολος δεν δίνει καθόλου αυτοβιογραφικά στοιχεία – δε χρειάζεται να πείσει κανένα, αφού ο ίδιος ξέρει ότι στ’ αλήθεια είναι ο Πέτρος. Το επιχείρημα αυτό βέβαια δεν είναι ακαταμάχητο. Αν όμως υποθέσουμε ότι το δεχτούμε, συνηγορεί υπέρ της γνησιότητας της Α΄ Πέτρου, που δεν έχει τέτοια στοιχεία.

Β) Η Β΄ Πέτρου αναφέρει πράγματα που θεωρήθηκαν μεταγενέστερα από την εποχή του αποστόλου Πέτρου: μιλάει π.χ. για διωγμούς (που όμως μπορεί να είναι διώξεις από πλευράς των Ιουδαίων ή ανεπίσημες πρώτες διώξεις από ειδωλολάτρες), για τις επιστολές του αποστόλου Παύλου έτσι, που μοιάζει να έχει υπόψιν του κάποια συλλογή (Β΄ Πέτρ. 3, 15-16), την οποία ήδη κάποιοι είχαν αρχίσει να παρερμηνεύουν. Και αυτός ο λόγος δεν είναι πολύ ισχυρός, διότι οι περιοχές, όπου απευθύνεται η Β΄ Πέτρου (οι ίδιες με την Α΄ Πέτρου, αφού, όπως είπαμε, αναφέρεται ως «δευτέρα»), είχαν δεχτεί επιστολές του Παύλου (προς Γαλάτας, Εφεσίους, Κολοσσαείς, Α΄ και Β΄ προς Τιμόθεον, Τίτον και Φιλήμονα), πράγμα που προφανώς ο Πέτρος γνώριζε.

Γ) Στη Β΄ Πέτρου φαίνεται ότι οι χριστιανοί άρχισαν να αμφιβάλλουν για το χρόνο της ημέρας του Κυρίου (δευτέρας παρουσίας του Χριστού), ενώ στην Α΄ Πέτρου θεωρούσαν ακόμη ότι θα συμβεί από μέρα σε μέρα, συνεπώς μεταξύ των δύο επιστολών ασφαλώς παρεμβάλλονται κάποια χρόνια. Και αυτό όμως ακόμη δεν αποκλείει τη συγγραφή της από το ίδιο πρόσωπο.

Δ) Τέλος, το ύφος και το λεξιλόγιο της Β΄ Πέτρου διαφέρει εντελώς από της Α΄ Πέτρου, πράγμα όμως που επίσης δεν αποδεικνύει τίποτε, γιατί στην αρχαιότητα, ως γνωστόν, τα κείμενα γράφονταν μέσω γραμματέα και συχνά έπαιρναν στοιχεία από το δικό του ύφος (στην Α΄ Πέτρου, 5, 12, π.χ. ρητά αναφέρεται ως γραμματέας του Πέτρου ο Σιλουανός).

Η διδασκαλία του αποστόλου στη Β΄ Πέτρου, έτσι κι αλλιώς, δεν διαφέρει από αυτήν στην Α΄ Πέτρου, γι’ αυτό και το πρόβλημα της γνησιότητάς της δεν αλλάζει τίποτε απολύτως από τα συμπεράσματα του παρόντος άρθρου. Θα μπορούσα και να την παραλείψω εντελώς, αλλά δεν το κάνω, για να μη θεωρηθεί ότι «συγκαλύπτω» το ζήτημα.

Κατά τη γνώμη μου, η Β΄ Πέτρου είναι γνήσια, διότι αλλιώς δεν θα είχε περιληφθεί στην ΚΔ. Εξάλλου, αν και αναφέρεται ρητά πρώτη φορά από τον Ωριγένη (ο οποίος επισημαίνει και τις αμφιβολίες κάποιων ήδη από τότε), υπάρχουν υπαινιγμοί σ’ αυτήν και κοινή ορολογία σε κείμενα πρωτοχριστιανών συγγραφέων, όπως ο Κλήμης Ρώμης, ο άγιος Ιγνάτιος ο Θεοφόρος, η νόθα «Επιστολή Βαρνάβα», ο άγιος Ιουστίνος και ο Θεόφιλος Αντιοχείας (βλ. λεπτομέρειες στο Παν. Ν. Τρεμπέλα, καθηγητή πανεπιστημίου Αθηνών, «Υπόμνημα εις τας Επιστολάς της Κ. Διαθήκης», τόμ. Γ΄, 3η έκδ., Αθήνα 1982).

Αν όμως υποθέσουμε, για χάρη της συζήτησης, ότι θεωρήσουμε αμφίβολη τη γνησιότητά της, τότε μας προσφέρει σοβαρά τεκμήρια για τη γνησιότητα της Α΄ Πέτρου, των ευαγγελίων και των επιστολών του Παύλου.

Της Α΄ Πέτρου, επειδή το νόθο ακολουθεί και μιμείται το γνήσιο και όχι ένα άλλο νόθο. Των ευαγγελίων, γιατί αναφέρει στοιχεία από τα ευαγγέλια (π.χ. τη μεταμόρφωση του Χριστού, Β΄ Πέτρ. 1, 16-18, που περιγράφεται στα Ματθ. 17, 1-13, Μάρκ. 9, 2-13, Λουκ. 9, 28-36, και το λόγο του Χριστού «η ημέρα Κυρίου θα έρθει σαν κλέφτης μέσα στη νύχτα», Β΄ Πέτρ. 3, 10, που αναφέρεται και από τον Παύλο στην Α΄ προς Θεσσαλονικείς, 5, 2, και Ματθ. 24, 42-44), και των επιστολών του Παύλου λόγων της αναφοράς τους στο Β΄ Πέτρ. 3, 15-16. Επειδή η Β΄ Πέτρου, ακόμη κι αν είναι νόθα, είναι σίγουρα γραμμένη το αργότερο στις αρχές του 2ου αιώνα (δηλ. περί το 100 ή και νωρίτερα), αλλιώς δεν θα μπορούσε να περαστεί ως γνήσια στα μέσα του 2ου αιώνα, συνεπώς η μαρτυρία της για τα λοιπά βιβλία της ΚΔ (τα οποία θεωρεί γνήσια, γι’ αυτό και «αντιγράφει από αυτά») είναι πάρα πολύ πρώιμη.

Αν ωστόσο η Β΄ Πέτρου είναι γνήσιο έργο του Πέτρου (όπως θεωρεί η Εκκλησία και γι’ αυτό την εντάσσει στην ΚΔ), τότε ο Πέτρος δεν αντιγράφει από τα ευαγγέλια κ.τ.λ., αλλά παραθέτει στ’ αλήθεια τις προσωπικές του μαρτυρίες, οι οποίες παράλληλα είναι καταγεγραμμένες και στα ευαγγέλια.

Η διδασκαλία του Πέτρου στη δεύτερη επιστολή του, όπως είπαμε, δεν διαφέρει από αυτήν στην Α΄ Πέτρου. Σημαντικό «νέο» στοιχείο, που περιέχει, είναι η αναλυτικότερη αναφορά στη Δευτέρα παρουσία του Χριστού και στο «καινούργιο σύμπαν» που θα ακολουθήσει και θα συνεχιστεί στην αιωνιότητα (Β΄ Πέτρου, ιδίως κεφ. 2 και 3)

Γι’ αυτό, αρκούμαι να παραθέσω δύο μόνο σημεία:

Α) Β΄ Πέτρ. 1, 1: «Συμεών Πέτρος, δούλος και απόστολος Ιησού Χριστού, τοις ισότιμον ημίν λαχούσι πίστιν εν δικαιοσύνη του Θεού ημών και σωτήρος Ιησού Χριστού». Στον αρχικό αυτό στίχο, ο απόστολος αναφέρει τον εαυτό του ως δούλο του Ιησού Χριστού (συνεπώς θεωρεί Θεό το Χριστό), ενώ παρακάτω Τον αναφέρει ξεκάθαρα ως Θεό και σωτήρα. Η αναφορά αυτή («του Θεού ημών») γίνεται στο Χριστό και όχι στον Πατέρα, γιατί ιδού πώς μιλάει στο στ. 2, όπου η αναφορά περιλαμβάνει και τους δύο: «χάρις υμίν και ειρήνη πληθυνθείη εν επιγνώσει του Θεού και Ιησού του Κυρίου ημών».

Β) Το τέλος της επιστολή (Β΄ Πέτρ. 3, 18): «αυξάνετε δε εν χάριτι και γνώσει του Κυρίου ημών και σωτήρος Ιησού Χριστού. Αυτώ η δόξα και νυν και εις ημέραν αιώνος· αμήν». Εδώ ο άγιος όχι μόνο χαρακτηρίζει τον Ιησού Κύριο και σωτήρα μας, αλλά και Του αποδίδει «τη δόξα» «και νυν και εις ημέραν αιώνος». Η δοξολογία αυτή δεν μπορεί να αναφέρεται παρά μόνο στο Θεό.

Θ. Η περίφημη «διαφωνία» του με τον απόστολο Παύλο

Το στιγμιότυπο της διαφωνίας Παύλου και Πέτρου περιγράφεται από τον Παύλο στην προς Γαλάτας, 2, 11-14. Ευρισκόμενος ο Πέτρος στην Αντιόχεια, όταν ήρθαν από τα Ιεροσόλυμα μερικοί φανατικοί ιουδαιοχριστιανοί, για να μην τους σκανδαλίσει και να αποφύγει τη διαμάχη εναντίον τους έπαψε να τρώει μαζί με τους πρώην ειδωλολάτρες χριστιανούς (που δεν είχαν κάνει περιτομή). Η τακτική του αυτή παρέσυρε τον άγιο απόστολο Βαρνάβα και άλλους. Τότε ο Παύλος τον έλεγξε για υποκρισία, επειδή δίστασε να εφαρμόσει ανοιχτά και δημόσια την απόφαση της αποστολικής συνόδου, για να μη συγκρουστεί με τους ιουδαιοχριστιανούς.

Στο επεισόδιο αυτό είναι φανερό ότι δίκιο είχε ο Παύλος. Είναι όμως επίσης φανερό ότι η στάση του Πέτρου, που βρέθηκε σε ανθρώπινη αδυναμία, δεν αναιρεί αυτά που ο ίδιος είχε εισηγηθεί στην αποστολική σύνοδο, ούτε ακυρώνει τις αποφάσεις της συνόδου, ούτε όμως και θίγει την αξιοπιστία της διδασκαλίας του για το Χριστό και τη σωτηρία. Είναι χαρακτηριστικό ότι ο Πέτρος δεν φαίνεται πουθενά να αντέδρασε στα λόγια του Παύλου, ούτε μαρτυρείται από καμία πηγή κάποια απάντησή του ή διαμάχη του με τον άλλο άγιο απόστολο. Το επεισόδιο αυτό δεν έπαιξε κανένα απολύτως ρόλο στην πορεία της Εκκλησίας, ούτε επηρέασε την ενότητά της ή τη διδασκαλία της.

Συμπεράσματα

Στη διδασκαλία του αγίου αποστόλου Πέτρου, που καταγράφεται στην Καινή Διαθήκη, περιλαμβάνονται πολλά θέματα που καταρρίπτουν θεμελιώδεις ισχυρισμούς του Ισλάμ. Τέτοια είναι:

  • ξεκάθαρες αναφορές στη θεότητα του Χριστού,
  • ρητές αναφορές στη σταύρωση και την ανάστασή Του καθώς και στη σωστική σημασία τους,
  • ο χαρακτηρισμός Του ως Κυρίου και Σωτήρα,
  • η ερμηνεία των προφητειών της Παλαιάς Διαθήκης ως αναφερόμενες στον Ιησού και όχι (όπως αιώνες αργότερα θα ισχυριστούν οι μουσουλμάνοι) στο Μωάμεθ,
  • η εισήγηση του αποστόλου, στην αποστολική σύνοδο, για απαλλαγή των εξ εθνικών χριστιανών από την υποχρέωση τήρησης του μωσαϊκού νόμου, που οδήγησε στην ουσιαστική κατάργηση του μωσαϊκού νόμου στην πράξη, μια και είχε ξεπεραστεί από τη νέα εν Χριστώ πραγματικότητα,
  • αναφορές στο βάπτισμα και τη σωστική σημασία του, καθώς και στη θεία Μετάληψη, κ.λ.π.

Μήπως πλανήθηκε ο άγιος απόστολος; Δε μπορεί να συνέβη κάτι τέτοιο, διότι τότε πλανήθηκαν όχι μόνον όλοι οι απόστολοι, αλλά και ο ίδιος ο Χριστός, που (κατά τους Μουσουλμάνους) τον χαρακτήρισε θεμέλιο της Εκκλησίας Του.

Μήπως απομένει μια τελευταία ελπίδα, να μην είναι η αληθινή διδασκαλία του αποστόλου Πέτρου όλα αυτά; Ούτε αυτή η ελπίδα απομένει, μουσουλμάνοι αδελφοί μου. Και τούτο, όχι μόνον γιατί οι Πράξεις των Αποστόλων και οι επιστολές Πέτρου (ιδίως η Α΄, αν έχετε αμφιβολίες για τη Β΄) είναι αδιαμφισβήτητες αυθεντικές καταγραφές της διδασκαλίας του από την εποχή, αλλά και διότι, αν ήταν αλλιώς, κάπου θα είχε διασωθεί κάποια άλλη «αυθεντική διδασκαλία» αποδιδόμενη στον απόστολο Πέτρο. Κάτι τέτοιο όμως πουθενά δεν υπάρχει ούτε μαρτυρείται ότι υπήρξε ποτέ.

Οι Πράξεις των Αποστόλων δεν αμφισβητήθηκαν ποτέ από την αρχαία Εκκλησία. Το ύφος τους είναι ακριβώς το ίδιο με του κατά Λουκάν ευαγγελίου. Είναι γραμμένες από άνθρωπο σύγχρονο με τα γεγονότα που περιγράφει, αυτόπτη μάρτυρα σε πολλά απ’ αυτά, τα οποία αφηγείται σε πρώτο πληθυντικό πρόσωπο (τα λεγόμενα «ημείς εδάφια», π.χ. Πράξ. 16, 11-18. 20, 13-16. 21, 1-18). Είναι έργο του ευαγγελιστή Λουκά και γράφτηκαν πιθανότατα πριν το 65 μ.Χ., αφού δεν περιγράφουν το διωγμό του Νέρωνα. Γράφτηκαν λοιπόν ενώ ο απόστολος Πέτρος ήταν ακόμη ζωντανός. Ακόμη κι αν υποθέσουμε ότι έγιναν ευρύτερα γνωστές λίγα χρόνια μετά τη συγγραφή τους (αφού ο Πέτρος είχε σταυρωθεί), ήταν πολύ κοντά στα γεγονότα για να μπορούν να περάσουν μια πλαστή εικόνα της διδασκαλίας του Πέτρου (αποδεκτής μάλιστα από όλους τους αποστόλους), και μάλιστα σε τέτοια έκταση, και να κατορθώσουν να επιβάλουν αυτή την εικόνα σε όλη την Εκκλησία χωρίς κανείς να αντιδράσει και χωρίς να διασωθεί το παραμικρό ίχνος, ούτε η παραμικρή μαρτυρία γι’ αυτό. Κάθε τέτοια προσπάθεια, πλαστογράφησης της διδασκαλίας των αποστόλων, θα έπεφτε στο κενό. (Υπ’ όψιν ότι οι «διαφορετικές διδασκαλίες» των διαφόρων αιρέσεων, που συνιστούσαν πλαστογραφίες και όντως έπεσαν στο κενό, ούτε διαφοροποιούν κάτι στη διδασκαλία του αποστόλου Πέτρου, ούτε και δικαιώνουν σε κάτι τις ιδέες που διακήρυξε αργότερα το Ισλάμ).

Φοβούμαι τώρα ότι ίσως κάποιοι αρχίσουν να ρίχνουν λάσπη στον απόστολο Πέτρο, για να μειώσουν την αξιοπιστία του, γράφοντας ότι δήθεν «δε μπορεί να είναι αληθινά θεόπνευστος και άγιος κάποιος που αρνήθηκε τρεις φορές τον Ιησού».

Αν γραφτεί κάτι τέτοιο, αυτόματα συνιστά παραδοχή της σταύρωσης του Χριστού ως ιστορικού γεγονότος (πράγμα αντίθετο με το Κοράνι, που ισχυρίζεται ότι δε σταυρώθηκε), αφού η άρνηση του Πέτρου συνέβη κατά τη δίκη, που κατέληξε στη σταύρωση του Ιησού. Θα πρέπει όμως να τονίσω ότι ο Πέτρος μετανόησε, «έκλαυσε πικρώς» (Ματθ. 29, 75) και αποκαταστάθηκε στο αποστολικό αξίωμα (Ιω. 21, 15-18). Γι’ αυτό και ο άγγελος, που διακήρυξε την ανάσταση στις μυροφόρες, είπε: «Πείτε στους μαθητές του και στον Πέτρο, ότι θα τους συναντήσει στη Γαλιλαία» (Μάρκ. 16, 7), επειδή ήξερε ότι ο Πέτρος θα ντρέπεται να τον αντικρίσει, λόγω της άρνησης.

Η αποκατάσταση του μετανοημένου αρνητή Πέτρου στο αποστολικό αξίωμα (όπως και η ανάδειξη του πρώην διώκτη Παύλου σε μέγα απόστολο και τελικά μάρτυρα για το Χριστό) είναι και η ακατανίκητη ελπίδα όλων εκείνων, που σε στιγμή αδυναμίας αρνήθηκαν το Χριστό: είναι η βέβαιη υπόσχεση του Κυρίου Ιησού ότι τους περιμένει με αγάπη, για να τους δεχτεί πίσω με ανοιχτές αγκάλες, μόλις βρουν το θάρρος να επιστρέψουν.

Επειδή ο Κύριος γνώριζε και την άρνηση του Πέτρου (του την προανάγγειλε, Ματθ. 26, 31-35) και τη μετάνοια και αποκατάστασή του, ορθά τον χαρακτήρισε «θεμέλιο της Εκκλησίας Του». Επίσης προείπε το μαρτυρικό του θάνατο (Ιω. 21, 18), που συνέβη, ως γνωστόν, στη Ρώμη κατά το διωγμό των χριστιανών από το Νέρωνα: εκεί ο άγιος σταυρώθηκε, ζήτησε δε ο ίδιος να σταυρωθεί ανάποδα, θεωρώντας ότι δεν είναι άξιος να πεθάνει με τον ίδιο τρόπο που πέθανε και ο αγαπημένος του Δάσκαλος. Συνεπώς, η θλίψη για το στιγμιαίο κλονισμό του (την άρνηση του Χριστού) βασάνιζε τη συνείδησή του μέχρι το τέλος.

Τέλος είπα; Δεν υπάρχει τέλος, μόνο ο αιώνιος παράδεισος για τους αγίους του Θεού και η ελπίδα του παραδείσου εν Χριστώ, για μας τους αρχάριους και γεμάτους ελαττώματα πιστούς Του. Αμήν.

Η ΑΠΕΛΠΙΣΜΕΝΗ ΑΠΟΛΟΓΗΤΙΚΗ ΤΟΥ ΙΣΛΑΜ-4: ΒΙΑΣΜΟΙ ΣΤΗ ΒΙΒΛΟ

Ο Άχμαντ Ελντίν αποφάσισε να απαντήσει στην απάντησή μας σχετικά με την παιδοφιλία στη Βίβλο.

Κατ’ αρχήν χαιρόμαστε που σιωπηρά παραδέχεται ότι στο προηγούμενο άρθρο του έγραφε ανοησίες, και που δεν επανήλθε σε αυτές. Μιλάμε για τα σημεία όπου τον διορθώσαμε:

1)       αναφορικά με τη Βιβλική ορολογία, για την οποία έχει μεσάνυχτα. Περί αυτού του εξηγήσαμε ότι το «Κρατήστε τες για τους εαυτούς σας» σημαίνει «κρατήστε τις ζωντανές» σε αντίθεση με το «Για τον Θεό» που σημαίνει «σκοτώστε τες».

2)      Αναφορικά με τη διαφορά στο ντύσιμο των γυναικών της εποχής. Ο φίλος μας ισχυριζόταν ότι για να καταλάβουν οι Ισραηλίτες ποιες κρατούμενες ήταν παρθένες και ποιες όχι, θα έπρεπε να τις βιάσουν όλες και όποια δεν έβρισκαν παρθένα να τη σκότωναν! Σε αυτό εξηγήσαμε στον παραληρούντα απολογητή ότι ««Ειδικά σε εκείνη την αρχαία εποχή» ήταν που ξεχώριζαν οι παρθένες από τις παντρεμένες, όπως επίσης από τις χήρες και τις πόρνες, γιατί αυτές οι τάξεις θηλέων είχαν διακριτικά στην εμφάνισή τους, δηλ. διαφορετική ενδυμασία, κομμώσεις και κοσμήματα. Αν σήμερα η παντρεμένη και η ανύπαντρη γυναίκα ξεχωρίζουν μόνο από τη βέρα (στους Χριστιανούς) τότε υπήρχαν ένα σωρό διακριτικά που επέτρεπαν σε όσους έβλεπαν μια γυναίκα να ξεχωρίσουν την θεση της μέσα στην κοινωνία και να της φερθούν ανάλογα.»

Είναι λοιπόν παρήγορο, που στην επόμενη απάντησή του ο μουσουλμάνος απολογητής δεν κατέφυγε στις ίδιες ανοησίες. Όμως, αυτό δεν σημαίνει ότι συνετίστηκε. Απλά προχώρησε σε άλλες, που ίσως είναι και μεγαλύτερες. Ας δούμε αναλυτικά την «απάντηση» που μας ετοίμασε κι αυτή τη φορά:

«Ο greekmurtad στην προσπάθεια του να απαντήσει το άρθρο μου που δείχνω την παιδοφιλία της Άγιας Γραφής ομολογεί ότι δεν βρίσκει τίποτα το κακό όταν ένας ιερέας παίρνει σκλάβα μια μικρή κοπέλα για να τον υπηρετεί και να εκτελεί καθήκοντα. Λέει:

«Λογικά θα ανατρέφονταν ως προσήλυτες μέσα στις οικογένειες των ιερέων. Μπορούμε να υποθέσουμε ότι ίσως να εκτελούσαν καθήκοντα σκλάβων,»

Ξεκινάει ο φίλος μας τα γνωστά κόλπα, να προσπαθεί να προκαταβάλει τον αναγνώστη από τις πρώτες παραγραφους. Αυτό που γράφουμε είναι ακριβώς αυτό που γράψαμε: Ότι λογικα θα ανατρέφονταν ως προσήλυτες, αφού αποκλείεται να τους επέτρεπαν οι ιερείς του Γιαχβέ να ασκούν κάποια ειδωλολατρική θρησκεία. Κάναμε επίσης και μια υπόθεση, στα πλαίσια της λογικής πάντα: ότι ίσως εκτελούσαν καθήκοντα σκλάβων. Δεν είπαμε ότι αυτό είναι καλό, ούτε ότι είναι κακό. Οι υπόλοιπες «διαπιστώσεις» του Άχμαντ είναι τρίχες.

Αλλά ας συνεχίσουμε να παρακολουθούμε το συλλογισμό του:

Όλα αυτά τα αναφέρει για τις κοπέλες που κάνει αναφορά το χωρίο της «αγίας» γραφής:

«και τώρα, θανατώστε από τα παιδιά όλα τα αρσενικά, θανατώστε ακόμα και όλες τις γυναίκες, όσες γνώρισαν άνδρα, που κοιμήθηκαν μαζί του·18. όλα, όμως, τα μικρά κορίτσια, όσα δεν γνώρισαν κοίτη άνδρα, φυλάξτε τα για τον εαυτό σας ζωντανά» ( Αριθμοί 31:17-18)

Δεν θα αναφερθώ βεβαίως στο γεγονός ότι ο greekmurtad δεν τόλμησε να δικαιολογήσει (και λογικό) τον θεό του (σύμφωνα για αυτόν τον Ιησού)

Και σύμφωνα με τον Άχμεντ Ελντίν, τον Αλλάχ! Αν δεν το έχετε συνειδητοποιήσει, όλα αυτά τα οποία ο Άχμεντ Ελντίν καταλογίζει στον Θεό της Βίβλου με ύφος δανεισμένο από αθέους και λοιπούς αρνητικά διακείμενους προς τις θρησκείες γενικώς, η θρησκεία του δέχεται ότι τα διέταξε στον Μωυσή ο Αλλάχ – που είναι ο πραγματικός θεός για τον Άχμαντ Ελντίν – για να τιμωρήσει δια των Εβραίων τους παγανιστές της Χαναάν. Δείτε το Κοράνι Σούρα 44, πώς μιλά για τους Ισραηλίτες:

44:30 «Και σώσαμε – τότε – τα παιδιά του Ισραήλ από την εξευτελιστική τιμωρία,  31 από τον Φαραώ γιατί ήταν υπερήφανος και παραβάτης. 32 Και τους διαλέξαμε τότε – εν επιγνώσει – πάνω απ’ όλα τα έθνη (κατά την εποχή τους) [σημείωση δική μας: αυτό το «κατά την εποχή τους» δεν υπάρχει στο Κοράνι, είναι προσθήκη των σχολιαστών] 33 Και τους δώσαμε από τα σημεία εκείνα που τους έκαναν (επανειλημμένα) να δοκιμαστούν φανερά.»

Προκαλούμε τον Άχμαντ Ελντίν να μας φέρει αποσπάσματα μεγάλων λογίων του Ισλάμ που να λένε πως ό,τι έκαναν οι Ισραηλίτες στη Χαναάν το έκαναν από μόνοι τους και όχι μετά από εντολές του Αλλάχ μέσω του Μωυσή. Αν δεν μπορεί να βρει, ας μη μας σκοτίζει υποδυόμενος τον δήθεν θιγόμενο από τις πράξεις των Ισραηλιτών στη Χαναάν.

Επίσης, ας κατηγορήσει, αν του βαστάει, τον Αλλάχ που έπνιξε άντρες, γυναίκες και μικρά παιδιά, ακόμη και ζώα, στον κατακλυσμό του Νώε, τον οποίο ο Μουχάμμαντ έβαλε στο Κοράνι ισχυριζόμενος ότι 83 άνθρωποι που έγιναν «μουσουλμάνοι» σώθηκαν. Ας κατηγορήσει τον Αλλάχ και για την καταστροφή στα Σόδομα και τα Γόμορρα, πόλεις με  μεγάλο πληθυσμό που σίγουρα περιείχε και παιδιά, καταστροφή που διέταξε κατά τους Χριστιανούς ο Λόγος που αργότερα ενσαρκώθηκε στο πρόσωπο του Ιησού (αφού ως Λόγος του Θεού αυτός μιλά και στην Π.Δ.) και κατά τους Μουσουλμάνους ο Αλλάχ. Γιατί δεν το κάνει;

Γιατί πολύ απλά όλη αυτή η κριτική για τη δήθεν παιδοφιλία στη Βίβλο και τη θανάτωση των πληθυσμών  δεν είναι τίποτα άλλο, παρά ένα προπέτασμα καπνού για να καλυφθεί η παιδοφιλία του Μουχάμμαντ που υποστηρίζεται από το Κοράνιο, οι ληστείες, δολοφονίες, γενοκτονίες και βιασμοί που διέπραξε ο Μουχάμμαντ και οι μπράβοι του, ο βάρβαρος πολεμικός χαρακτήρας του Κορανίου της Μεδίνα και άλλα μελανά σημεία του Ισλάμ. Ουσιαστικά ο φίλος μας εφαρμόζει εδώ την κλασική ισλαμική τακτική με τα παραπλανητικά (άσχετα) επιχειρήματα: «Προσπαθεί να αποσπάσει την προσοχή από το Ισλάμ σε άλλα θέματα.
Επιπλέον, υποθέτει ότι, εφόσον μπορέσει να αντικρούσει την Αγία Γραφή, τότε το Κοράνι θα κερδίσει εξ ορισμού. … Αλλά αυτό είναι λογικά εσφαλμένο. Δεν μπορείτε να αποδείξετε τη θέση σας αντικρούοντας τη θέση κάποιου άλλου. … Οι Μουσουλμάνοι πρέπει να αποδείξουν την ορθότητα του δικού τους βιβλίου.»

Συνεχίζουμε:

που καλεί στην παιδοκτονία.Αλλά είναι πραγματικά απίστευτο όταν χαρακτηρίζει τις γυναίκες αυτές που σκοτώθηκαν από εντολή θεού ότι ήταν πόρνες. Λέει:

«Το εδάφιο αναφέρεται στη θανάτωση των γυναικών που είχαν πορνεύσει με τους Ισραηλίτες»

και αυτό με την λογική του ψευτοαποστάτη, κάπως δικαιολογεί τον θάνατο τους. O greekmurtad δεν παρέθεσε καμία πηγή γιαυτην την συκοφαντία νομίζοντας έτσι ότι δικαιολόγησε τα αδικαιολόγητα.

Εδώ ο απολογητής πραγματικά μας κάνει να απορούμε. Από τη μια γράφει ότι οι γυναίκες σκοτώθηκαν με εντολή Θεού, μετά ότι ο θάνατός τους πρέπει να δικαιολογηθεί και πιο κάτω και πάλι ότι είναι αδικαιολόγητος. Μήπως έχει κάποιο πρόβλημα;

Να πούμε επίσης ότι ακόμα και η Π.Δ δεν χαρακτήρισε έτσι τις γυναίκες αυτές.

Η παραπάνω δήλωση δικαιώνει τις υποψίες μας, ότι ο φίλος μας ο Άχμαντ δεν διαβάζει ολόκληρη την Π.Δ. από μόνος του, αλλά τα αποσπάσματα που βρίσκει έτοιμα στα διάφορα προπαγανδιστικά βοηθήματα για Da’wa (προσηλυτισμό στο Ισλάμ). Γιατί θα πρέπει να φέρουμε πηγή για να αποδείξουμε αυτό που λέμε, αφού το γράφει το ίδιο το βιβλίο απ’ όπου παραθέτει, κι όποιος το διαβάζει το βλέπει;

Το κεφ. 31 των «Αριθμών» από το οποίο παραθέτει ο Άχμαντ Ελντίν, ξεκινάει με τον Θεό να ζητά από τους Ισραηλίτες να «πάρουν εκδίκηση» από τους Μαδιανίτες με πόλεμο.

1 ΚΑΙ ο Κύριος μίλησε στον Μωυσή, λέγοντας:

2 Κάνε την εκδίκηση των γιων Ισραήλ ενάντια στους Μαδιανίτες·

Παρακάτω, όταν οι Ισραηλίτες φέρνουν τις αιχμάλωτες, ο Μωυσής, ο μεγάλος προφήτης Μούσα σύμφωνα με τους μουσουλμάνους, λέει θυμωμένος:

14 Και ο Μωυσής θύμωσε εναντίον των αρχηγών του στρατεύματος, των χιλιάρχων, και των εκατοντάρχων, που ήρθαν από την παράταξη του πολέμου·

15 και ο Μωυσής τούς είπε: Αφήσατε ζωντανές όλες τις γυναίκες;

16 Δέστε, αυτές έγιναν αιτία στους γιους Ισραήλ, σύμφωνα με τη συμβουλή τού Βαλαάμ, να ανομήσουν ενάντια στον Κύριο, στην υπόθεση του Φεγώρ, και έγινε η πληγή επάνω στη συναγωγή τού Κυρίου·

17 και τώρα, θανατώστε από τα παιδιά όλα τα αρσενικά, θανατώστε ακόμα και όλες τις γυναίκες, όσες γνώρισαν άνδρα, που κοιμήθηκαν μαζί του·

18 όλα, όμως, τα μικρά κορίτσια, όσα δεν γνώρισαν κοίτη άνδρα, φυλάξτε τα για τον εαυτό σας ζωντανά·» κ.ο.κ.

Για κάποιο προηγούμενο επεισόδιο με αυτές τις γυναίκες μιλάει λοιπόν ο Μωυσής. Αυτό βρίσκεται στο κεφ. 25:

1 ΚΑΙ ο Ισραήλ έμεινε στη Σιττείμ· και ο λαός άρχισε να πορνεύει με τις θυγατέρες τού Μωάβ·

2 οι οποίες προσκάλεσαν τον λαό στις θυσίες των θεών τους· και ο λαός έφαγε, και προσκύνησε τους θεούς τους.

3 Και ο Ισραήλ προσκολλήθηκε στον Βέελ-φεγώρ· και άναψε η οργή τού Κυρίου ενάντια στον Ισραήλ.

4 Και ο Κύριος είπε στον Μωυσή: Πάρε όλους τους αρχηγούς τού λαού, και κρέμασέ τους μπροστά στον Κύριο, κατάντικρυ στον ήλιο· για να σηκωθεί από τον Ισραήλ η φλογερή οργή τού Κυρίου.

5 Και ο Μωυσής είπε στους κριτές τού Ισραήλ: Φονεύστε κάθε ένας τους δικούς του ανθρώπους, εκείνους που προσκολλήθηκαν στον Βέελ-φεγώρ.

6 Και δέστε, ένας από τους γιους Ισραήλ ήρθε φέρνοντας στα αδέλφια του μία γυναίκα Μαδιανίτισσα, μπροστά στον Μωυσή, και μπροστά σε ολόκληρη τη συναγωγή των γιων Ισραήλ, καθώς έκλαιγαν στη θύρα τής σκηνής τού μαρτυρίου.

7 Και όταν το είδε ο Φινεές, ο γιος τού Ελεάζαρ, γιου τού Ααρών, του ιερέα, σηκώθηκε από το μέσον της συναγωγής, και παίρνοντας στο χέρι του ένα μικρό δόρυ,

8 πήγε πίσω από τον άνθρωπο τον Ισραηλίτη στη σκηνή, και διαπέρασε και τους δύο, και τον άνθρωπο τον Ισραηλίτη, και τη γυναίκα μέσα από την κοιλιά της. Και η πληγή των γιων Ισραήλ σταμάτησε.

9 Κι εκείνοι που πέθαναν στην πληγή ήσαν 24.000.

10 Και ο Κύριος μίλησε στον Μωυσή, λέγοντας:

11 Ο Φινεές, ο γιος τού Ελεάζαρ, γιου τού Ααρών, του ιερέα, απέτρεψε τον θυμό μου από τους γιους Ισραήλ, καθώς έδειξε ζήλο για μένα ανάμεσά τους, και έτσι δεν εξολόθρευσα τους γιους Ισραήλ μέσα στη ζηλοτυπία μου·

12 γι’ αυτό, πες τους: Δέστε, εγώ του δίνω τη διαθήκη μου της ειρήνης·

13 κι αυτή θα είναι σ’ αυτόν και στο σπέρμα του ύστερα απ’ αυτόν, διαθήκη αιώνιας ιερατείας· επειδή, στάθηκε ζηλωτής υπέρ του Θεού του, και έκανε εξιλέωση για τους γιους Ισραήλ.

14 Και το όνομα του Ισραηλίτη που θανατώθηκε, εκείνου που θανατώθηκε μαζί με τη γυναίκα τη Μαδιανίτισσα, ήταν Ζιμβρί, γιος τού Σαλού, άρχοντα επίσημης οικογένειας ανάμεσα στους Συμεωνίτες.

15 Και το όνομα της γυναίκας τής Μαδιανίτισσας, που θανατώθηκε, ήταν Χασβί, θυγατέρα τού Σουρ, αρχηγού λαού, από επίσημη οικογένεια στη Μαδιάμ.

16 Και ο Κύριος μίλησε στον Μωυσή, λέγοντας:

17 Πολεμάτε τους Μαδιανίτες, και πατάξτε τους·

18 επειδή, αυτοί σας πολεμούν με τις δολιότητές τους, με τις οποίες σας δολιεύτηκαν στην υπόθεση του Φεγώρ, και στην υπόθεση της Χασβί, της θυγατέρας τού Μαδιανίτη άρχοντα, της αδελφής τους, που θανατώθηκε την ημέρα τής πληγής για την υπόθεση του Φεγώρ.

Το βάλαμε ολόκληρο για να το δει ο φίλος μας, και να μην καταφεύγει στα αποσπάσματα από τα έτοιμα ισλαμικά προπαγανδιστικά εγχειρίδια, και μένει στο σκοτάδι.

Συνοπτικά: Οι Μαδιανίτες είχαν στείλει γυναίκες τις δικές τους και Μωαβίτισσες, μετά από σχέδιο που σκαρφίστηκε ο Βαλαάμ, να ταξιδέψουν σε μεγάλη απόσταση από την περιοχή τους, να ξελογιάσουν τους Ισραηλίτες και να τους παρασύρουν με σεξ και κατανάλωση ειδωλοθύτων (κρέατος και κρασιού τα οποία οι Ισραηλίτες είχαν στερηθεί για χρόνια στην έρημο), ώστε στη συνέχεια να προσκυνήσουν τον θεό τους Βέελ-φεγώρ (Βάαλ της Φεγόρ ή Πεόρ). Ο σκοπός πίσω από αυτό ήταν να χάσουν οι Ισραηλίτες την υποστήριξη του Θεού, εξαιτίας της ειδωλολατρίας που διέπραξαν, ώστε να μπορέσουν οι Μαδιανίτες να τους νικήσουν στη μάχη. Το αποτέλεσμα ήταν να πέσει λοιμός στους Ισραηλίτες και να πεθάνουν 24.000 άνδρες, αυτοί που πόρνευσαν με τις Μαδιανίτισσες και Μωαβίτισσες (αυτό δείχνει και ότι ο αριθμός των γυναικών που στάλθηκε ήταν μεγάλος). Την ώρα που ο κόσμος πέθαινε και κάποιοι θρηνούσαν τους νεκρούς, εμφανίστηκε ένας Ισραηλίτης, αρχηγός μιας οικογένειας Συμεωνιτών, με μια «θυγατέρα Μαδιανίτη άρχοντα», και πήγαν στη σκηνή (δεν διευκρινίζει ποια, τη δική του ή του Μαρτυρίου) όπου μέσα στο γενικό χαμό άρχισαν να επιδίδονται σε σεξ (όπως δείχνει ο τρόπος του θανάτου τους). Μετά την εκτέλεσή τους από τον Φινέες σταμάτησε ο λοιμός, και άρχισαν οι πολεμικές επιχειρήσεις κατά των Μαδιανιτών. Στο κεφ. 31 βλέπουμε ότι ο Βαλαάμ ήταν μαζί με την ηγεσία των Μαδιανιτών, καθώς εκείνος είχε σκαρφιστεί το σχέδιο με τις γυναίκες οι οποίες δεν πήγαν να ξελογιάσουν τους Ισραηλίτες σαπό μόνες τους, αλλά με εντολές από την ηγεσία τους.

«8 Και εκτός εκείνων που θανατώθηκαν, θανάτωσαν και τους βασιλιάδες τού Μαδιάμ, τον Ευί, και τον Ρεκέμ, και τον Σουρ, και τον Ουρ, και τον Ρεβά, πέντε βασιλιάδες τού Μαδιάμ· και τον Βαλαάμ, τον γιο τού Βεώρ, τον θανάτωσαν με μάχαιρα. «

Εδώ πρέπει να λάβουμε υπόψη πως δεν θανατώθηκαν όλοι οι Μαδιανίτες της Χαναάν, μια και αυτοί εμφανίστηκαν να πολεμούν τους Ισραηλίτες αργότερα, αλλά η ηγεσία που σκαρφίστηκε το κόλπο μαζί με τον Βαλαάμ, και οι γυναίκες που έλαβαν μέρος σε αυτό μαζί με τις οικογένειές τους, οι οποίοι ήταν όλοι στρατοπεδευμένοι κοντά στη Σιττείμ. Δεν τιμωρήθηκαν ούτε οι Μωαβίτες, επειδή το σχέδιο ήταν μαδιανιτικής έμπνευσης και αυτοί πείστηκαν να ακολουθήσουν.

Αυτά καταγράφονται και στον ψευδο-Φίλωνα (Pseudo-Philo/LAB 18:13) με τον Βαλαάμ να συμβουλεύει να εκπορνευθούν οι Μαδιανίτισσες με αυτό τον τρόπο, ώστε να αμαρτήσουν ενώπιον του Θεού τους οι Ισραηλίτες, να χάσουν την εύνοιά του και να πέσουν στα χέρια των Μαδιανιτών.

Ελπίζουμε μετά από αυτό το σύντομο μάθημα ο φίλος μας Άχμαντ Ελντίν να μην εκτεθεί ξανά, εκφέροντας κρίσεις για πράγματα στα οποία έχει μεσάνυχτα. Ας ασχοληθεί καλύτερα με θέματα που αναφέρονται στα δικά του βιβλία.

Μας λέει ο φίλος μας ακόμη ότι όλο το άρθρο μας «είναι μια προσωπική του γνώμη να μαζέψει τα ασυμμάζευτα για την αγία γραφή στο θέμα της παιδοφιλίας. Πάει ακόμα να αγνοήσει την ερμηνεία των Ραβίνων που εξηγούν ότι αυτές οι κοπέλες είναι ηλικίας 3 ετών οπου οι ιερείς μπορούν να έχουν ερωτικές σχέσεις. Θέλει να μας πει ότι αυτοί δεν ξέρουν και δεν ήταν μάρτυρες ενώ ο Φίλων ο Αλεξανδρεύς γνώριζε καλύτερα και πόσο μάλλον ήταν μάρτυρας! Δεν γνωρίζω αν πρέπει να γελάσω με αυτόν το ψευτοαποστατη η να τον λυπηθώ για τον συλλογισμό του.»

Στη φράση «αυτές οι κοπέλες είναι ηλικίας 3 ετών οπου οι ιερείς μπορούν να έχουν ερωτικές σχέσεις» ο Άχμαντ ψεύδεται και πάλι υπονοώντας ότι οπωσδήποτε οι ιερείς ήρθαν σε σχέσεις με κοριτσάκια 3 ετών, πράγμα που ΔΕΝ ΓΡΑΦΕΙ ΠΟΥΘΕΝΑ ΣΤΗ ΒΙΒΛΟ αλλά ούτε καν στο Ταλμούδ, το οποίο επικαλείται. Όπως είδαμε «το σχόλιο του ραββίνου Μπεν Γιοχάι, ότι «η προσήλυτη που έγινε προσήλυτη σε ηλικία μικρότερη από τριών ετών και μιας ημέρας, θεωρείται κατάλληλη να παντρευτεί ιερέα» σημαίνει ότι η κοπέλα που είχε γίνει προσήλυτη πριν φτάσει στην ηλικία που η Εβραιοπούλα υπάγεται στην ομάδα των ketannah (κορίτσια από 3 ετών και μιας ημέρας έως 12 ετών και μιας ημέρας) έχει το δικαίωμα να παντρευτεί κάποια στιγμή στη ζωή της μέλος της ιερατικής τάξης των Ιουδαίων, σε αντίθεση με τις κοπέλες που γίνονταν προσήλυτες σε μεγαλύτερη ηλικία και δεν το είχαν. Δεν σημαίνει όμως ότι οι ιερείς των Ιουδαίων ντε και καλά παντρεύονταν παιδάκια τριών ετών» ούτε ότι είχαν ερωτικές σχέσεις με όσες από τις προσήλυτες ήταν τόσο μικρές. Ο Άχμαντ επιμένει εδώ να εφαρμόζει τη λογική πλάνη που ονομάζεται «προσφυγή στην πιθανότητα»μια και κρίνει ότι τον εξυπηρετεί. Σε άλλα θέματα όμως, όπως σε χαντίθ που μιλούν ξεκάθαρα για σεξουαλική εκμετάλλευση αιχμαλώτων γυναικών οπό τζιχαντιστές  με τις ευλογίες του Μουχάμμαντ, κάνει την πάπια και προσπαθεί να τα διαψεύσει, έστω και αποτυχημένα.

Ο Φίλων ο Αλεξανδρεύς γεννήθηκε το 20 π.Χ. και πέθανε το 70 μ.Χ. Οι Τανναΐτες ραββίνοι δίδαξαν στην περίοδο από 10 μ.Χ. έως και 220 μ.Χ. Είναι λοιπόν σχεδόν σύγχρονοι. Όσο ήταν μάρτυρες εκείνοι, άλλο τόσο ήταν και ο Φίλων. Το γιατί ο φίλος μας προτιμάει τις ερμηνείες των ραββίνων που μάλιστα καταγράφονται στο Βαβυλωνιακό Ταλμούδ, ένα απόκρυφο βιβλίο, είναι κάτι παραπάνω από φανερό: Βρίσκει ότι οι Τανναΐτες τον βολεύουν καλύτερα στην αποστολή του, που είναι να ανακαλύψει βιασμούς και παιδοφιλίες στη Βίβλο ώστε να στρέψει την προσοχή μακριά από τους βιασμούς και την παιδοφιλία στο Κοράνι και τα χαντίθ. Ο Φίλων παρουσιάζει τους Εβραίους να φέρονται πιο φιλάνθρωπα, και δεν του κάνει για τη δουλειά του.

Αλλά ας συνεχίσουμε να παρακολουθούμε τους στρεβλωμένους συλλογισμούς του:

«Πάμε όμως να δείξουμε για άλλη μια φορά πόσο αδιάβαστος είναι όσον αφόρα την Π.Δ και πως αντιφάσκει καταλήγοντας ότι όντος η Π.Δ προωθεί την παιδοφιλία. Παραδέχτηκε ο greekmurtad: «θα δει ότι τις μικρές αιχμάλωτες πήραν οι ιερείς»Αυτό μας το λέει όσον αφορά για τα κοριτσάκια που λέει ο στίχος στο Αριθμοί 31:17-18.

Ας διαβάσουμε τώρα μια άλλη εντολή του Θεού που επιβεβαιώνει ότι αυτές οι αιχμάλωτες που πήραν οι ιερείς η ακόμα και οι στρατιώτες μπορούν να βιαστούν με την «ευλογία» του βιβλικού θεού:

«ΟΤΑΝ βγεις να πολεμήσεις τους εχθρούς σου, και ο Κύριος ο Θεός σου τους παραδώσει στα χέρια σου, και πάρεις απ’ αυτούς αιχμαλώτους,και δεις ανάμεσα στους αιχμαλώτους μια όμορφη γυναίκα, και την επιθυμήσεις, για να την πάρεις στον εαυτό σου για γυναίκα, τότε, θα τη φέρεις στο σπίτι σου, και θα ξυρίσει το κεφάλι της, και θα κόψει τα νύχια της· και θα βγάλει τα ενδύματα της αιχμαλωσίας της από πάνω της, και θα καθήσει στο σπίτι σου, και θα κλάψει τον πατέρα της και τη μητέρα της έναν ολόκληρο μήνα· και ύστερα θα μπεις μέσα σ’ αυτή, και θα είσαι άνδρας της, κι εκείνη θα είναι γυναίκα σου. Και αν συμβεί να μη ευχαριστιέσαι σ’ αυτήν, τότε θα την εξαποστείλεις ελεύθερη· και δεν θα την πουλήσεις για ασήμι, δεν θα την εμπορευθείς, επειδή την ταπείνωσες.» (Δευτερονόμιο 21:10)

Ξεκάθαρα λοιπόν η απελπισία του greekmurtad ξεμπροστιάζετε για άλλη μια φορά όταν προσπαθεί να μας δείξει ότι αυτά τα κοριτσάκια απλά θα ανατραφούν μαζί με τους ιερείς και τους Ισραηλινούς. [(sic) τους… Ισραηλινούς; Ισραηλινοί προ Χριστού; Μη χειρότερα!] Από τους στίχους διαβάζουμε ότι μπορούν να πάρουν όποια αιχμάλωτη θέλουν να την βιάσουν και μετά αν δεν τους κάνει άλλο να την πετάξουν. Έτσι απλά. Προσέξτε ότι το χωρίο παραδέχεται ότι η αιχμάλωτη έχει υποστεί ταπείνωση.»

Ας δούμε λοιπόν, το μέγεθος της διαστρέβλωσης που επιχειρεί ο φίλος μας. Κατ’ αρχήν επισημαίνουμε ότι έχει ήδη πηδήξει σε άλλο εδάφιο και σε άλλο θέμα, μια και κατάλαβε ότι το εδάφιο που έστιψε όσο μπορούσε για να βγάλει ξύγκι, δεν έφερε τα αναμενόμενα αποτελέσματα. Δεύτερον, μας παραθέτει μια κακή μετάφραση:
«Και αν συμβεί να μη ευχαριστιέσαι σ’ αυτήν, τότε θα την εξαποστείλεις ελεύθερη»

Το κείμενο των εβδομήκοντα λέει:

«καί έσται εάν μή θέλης αυτήν, εξαποστελει̂ς αυτήν ελευθέραν»

Αλλά και η μετάφραση του μασωριτικού είναι (βιβλική εταιρεία):

«Αν αργότερα δεν του αρέσει πια η γυναίκα, μπορεί να την αφήσει ελεύθερη· πάντως απαγορεύεται να την πουλήσει ή να την μεταχειριστεί σαν δούλη, αφού την υποχρέωσε να γίνει γυναίκα του.»

Αλλά αυτό είναι πταίσμα μπροστάστα υπόλοιπα, αφού ΠΟΥΘΕΝΑ το χωρίο δεν μιλάει για βιασμό, ούτε στο πεδίο της μάχης ούτε κάπου αλλού. Εάν πραγματικά υπήρχε βιασμός, η Βίβλος δεν θα φοβόταν να το αναφέρει, καθώς έχει περιγράψει αρκετούς τέτοιους (π.χ. ο βιασμός της Θάμαρ από τον Αμνών). Ο Ισραηλίτης παίρνει την αιχμάλωτη για νόμιμη σύζυγό του, αφού πρώτα περιμένει ένα μήνα να θρηνήσει τους δικούς της, και μετά ΑΝ την αφήσει, απαγορεύεται να την πουλήσει αλλά την αφήνει ελεύθερη, επειδή, όπως μας εξηγεί το μασοριτικό, «την υποχρέωσε να γίνει γυναίκα του».

Επίσης φαίνεται αστείο όταν ένας μουσουλμάνος κριτικάρει τους Ισραηλίτες ότι μπορούν «να βιάσουν μια αιχμάλωτη και μετά αν δεν τους κάνει άλλο να την πετάξουν», γιατί σύμφωνα με τους ισλαμικούς κανόνες για τη δουλεία, οι μουσουλμάνοι μπορούν να έχουν σχέσεις με τις αιχμάλωτες/δούλες τους χωρίς να τις ρωτήσουν βέβαια, κι όταν τις βαριούνται μπορούν να τις πουλήσουν. Αντί να ντραπεί ο μουσουλμάνος που οι δικοί του κανόνες για την αντιμετώπιση αιχμαλώτων είναι τρισχειρότεροι από αυτούς που υπήρχαν 1400 ολόκληρα χρόνια πριν από τους δικούς του (οι οποίοι δικοί του ισχύουν μέχρι σήμερα…) πάει να βγει κι από πάνω;

Αλλά πριν δούμε γιατί «το χωρίο παραδέχεται ότι η αιχμάλωτη έχει υποστεί ταπείνωση» από τον Ισραηλίτη, και ότι αυτό δεν σημαίνει τους βιασμούς που ο φίλος μας προσπαθεί να αποδείξει απελπισμένα, ας δούμε πού προσπαθεί να στηρίξει την απολυτότητά του περί βιασμού της αιχμάλωτης:

«Ο Ακαδημαϊκός και Λόγιος της Βίβλου Mathew Poole υποστηρίζει την παραπάνω άποψη [ότι μπορούν να πάρουν όποια αιχμάλωτη θέλουν να την βιάσουν και μετά αν δεν τους κάνει άλλο να την πετάξουν] προσθέτοντας επίσης ότι ο πρόκειται για ερωτική επιθυμία από μεριά του άνδρα προς την αιχμάλωτη στο πεδίο μάχης ( πηγή : Matthew Poole’s Commentary on the Holy Bible, Τομος l. 1: Genesis- Job ( Hendrickson Publishers 1985 ) Σελίδα. 376)

Άλλος αυτόπτης ο Mathew Poole, Πουριτανός που έζησε από το 1624 ως το 1679. Στο απόσπασμα που αναφέρει ο Άχμαντ Ελντίν, γράφει:

11…. «την επεθύμησες» μπορεί να είναι μια μετρημένη έκφραση για συνουσία μαζί της, και φαίνεται πιθανό, γιατί λέει στο 14 «ότι την ταπείνωσε», ότι τη «γνώρισε» με στρατιωτική θρασύτητα όταν την πήρε αιχμάλωτη, όχι μετά που την παντρεύτηκε, γιατί τότε θα έλεγε «επειδή την παντρεύτηκες», που θα ήταν πιο εμφατικό από το να πει «επειδή την ταπείνωσες».[1]

Γράφει επίσης: «την ‘ταπείνωσε’ δηλ. κοιμήθηκε μαζί της, όπως σημαίνει συχνά αυτή η λέξη»[2]

Δηλ. ο Poole θεωρεί ότι ΜΠΟΡΕΙ να υπάρχει νύξη βιασμού στο «επεθύμησες» επειδή του προκαλεί υποψίες το «ταπείνωσες». Όμως το «επεθύμησες» στην ελληνική, όταν μιλάμε για τη μετάφραση των Ο΄, δεν έχει καμία σημασία βιασμού, παρά μόνο σημασία επιθυμίας. Και αν μιλάμε για το μασοριτικό, ούτε και εδώ το ρήμα που χρησιμοποιείται έχει σεξουαλική σημασία, αλλά εκφράζει επιθυμία, αίτηση, αναμονή (βλ. A. L. Breslich).

Ας δούμε τώρα γιατί ένας τέτοιος γάμος είναι ταπεινωτικός για τα δεδομένα των Ισραηλιτών: είναι φανερό ότι η γυναίκα ούτε επέλεξε τον  Ισραηλίτη – όπως είχαν δικαίωμα να κάνουν οι Εβραιοπούλες που ήταν μεγαλύτερες από 12 έτη και 1 ημέρα – ούτε την παρέδωσε στον γαμπρό ο πατέρας της, ούτε έγινε κάποιο γαμήλιο συμβόλαιο που να εξασφαλίζει τα δικαιώματά της, ούτε και ο Ισραηλίτης της έδωσε προίκα. Όλα αυτά συνέβαιναν στους γάμους μεταξύ Εβραίων. Αντίθετα στο γάμο αυτό ο Ισραηλίτης με τη δύναμη του νικητή, επέλεξε μια γυναίκα που «έβαλε στο μάτι», την έφερε από το μέρος όπου είχαν τους αιχμαλώτους στο σπίτι του, την έβαλε να αλλάξει τα ρούχα της, να κόψει τα μαλλιά και τα νύχια της – όλα αυτά σύμβολα για την καινούργια ζωή που θα ζούσε από δω και πέρα – και καθόρισε ΑΥΤΟΣ τη χρονική διάρκεια του πένθους της. (Εξυπακούεται ότι την έβαλε να μάθει τους τρόπους της φυλής του και να ασπαστεί τη θρησκεία του, αλλά αυτά δεν θα θεωρούνταν κακά πράγματα από τους Ισραηλίτες γι’ αυτό λογικά δεν χρειάζεται να μπουν στη λίστα). Αν και μετά τη σύναψη του γάμου η γυναίκα έχει τη νομική αντιμετώπιση που έχει και η παντρεμένη Εβραία, δεν παύει ένας τέτοιος γάμος χωρίς επιλογή, γαμήλιο συμβόλαιο και προίκα είναι για τα δεδομένα των Ισραηλιτών ταπεινωτικός. Για τους λόγους αυτούς έχει την υποχρέωση ο Ισραηλίτης αν δεν θέλει πια να την έχει σύζυγο, αν και στη σύναψη του γάμου δεν της φέρθηκε όπως σε μια ελεύθερη Εβραία, να της φερθεί έτσι ως προς το διαζύγιο. Το ρήμα anah που χρησιμοποιείται στο εβραϊκό ανάλογα με το ελληνικό «ταπείνωσες», έχει την έννοια του: ταπεινώνω, υποτάσσω, καταθλίβω, υποβιβάζω, προσβάλω, στεναχωρώ, φέρομαι σκληρά, εξασθενίζω, εξαναγκάζω, πληγώνω, διακορεύω, και τέλος, βιάζω.[3]

Ας δούμε τις χρήσεις του ρήματος στη Βίβλο σύμφωνα με το λεξικό του Strong (http://www.htmlbible.com/sacrednamebiblecom/kjvstrongs/CONHEB603.htm#S6031) (οι ορισμοί του Strong έχουν μεταφραστεί στην ελληνική μετά από αντιπαραβολή με το κείμενο των Ο΄και τη νεοελληνική μετάφραση του Φίλου):

επτοήθησαν

Ησ. 31:4

Ταπεινώνω-ταλαιπωρώ-καταθλίβω
Γεν. 15:13, Γεν. 31:50, Εξ. 1:11, Εξ. 22:22, Εξ. 22:23, Λε., 16:29, Λε., 16:31, Λε., 23:27, Λε., 23:32, Αρ. 24:24, Αρ. 24:24, Αρ. 29:7, Αρ. 30:13, Κρι. 16:5, Κρι. 16:6, Κρι. 16:19, 2 Σαμ. 7:10, 1 Βασ. 11:39, 2 Χρ. 6:26, Εσδ. 8:21, Ιώβ 37:23, Ψαλμ. 89:22, Ψαλμ. 94:5, Ησ. 58:5, Ησ. 64:12, Θρη 3:33, Να. 1:12, Σοφ. 3:19

Ταπεινώνω-καταθλίβω
Εξ. 1:12, Λε., 23:29, Δευτ. 26:6, 1 Βασ. 2:26, 1 Βασ. 2:26, 2 Βασ. 17:20, Ιώβ 30:11, Ψαλμ. 88:7, Ψαλμ. 90:15, Ψαλμ. 107:17, Ψαλμ. 116:10, Ψαλμ. 119:67, Ψαλμ. 119:71, Ψαλμ. 119:75, Ψαλμ. 119:107, Ησ. 53:4, Ησ. 53:7, Ησ. 58:3, Ησ. 58:10, Ησ. 60:14, Να. 1:12

Θα ταπεινώσεις
1 Βασ. 8:35

αγώνες
Ψαλμ. 132:1

αποκρίνεται
Εκκλ. 5:20

ταπεινώθηκες (Ο΄ «ταπεινωθήναι»)
Δαν. 10:12

περισπώμαι-περισπασμός-μοχθώ
Εκκλ. 1:13, Εκκλ. 3:10

εξαναγκάζω (γυναίκα σε σεξ, βιάζω)
Κρι. 20:5, 2 Σαμ. 13:12. 2 Σαμ. 13:14, 2 Σαμ. 13:22, 2 Σαμ. 13:32

υπακοή, αγαθότητα
2 Σαμ. 22:36

(μεταχειρίζομαι) κακώς

Γεν. 16:6

Ταπείνωση μετά από σεξ (ίσως διακόρευση)
Γεν. 34:2

να ταπεινωθείς μπροστά μου  (Ο΄ ἐντραπῆναί με) ταπεινώσει,
Εξ. 10:3, Δευτ. 8:2, Δευτ. 8:16, Κρι. 19:24

ταπείνωσε
Δευτ. 8:3, Δευτ. 21:14, Δευτ. 22:24, Δευτ. 22:29, Ψαλμ. 35:13, Ιεζ. 22:10, Ιεζ. 22:11

έσφιξαν (Ο΄ταπείνωσαν)
Ψαλμ. 105:18

Leannoth (όνομα)
Ψαλμ. 88:1

βίασαν
Θρη 5:11

τραγουδούν
Εξ. 32:18, Ησ. 27:2

ταπεινώσου-υποτάξου
Γεν. 16:9

ταράχτηκαν
Ζαχ. 10:2

αδυνάτισαν (δύναμη)
Ψαλμ. 102:23

κακώνω, καταθλίβω
Εξ. 22:23

Τα μοναδικά χωρία όπου σύμφωνα με τον Strong το ρήμα εννοεί βιασμό, είναι το Θρήνοι Ιερεμία 5:11: γυναῖκας ἐν σιων ἐταπείνωσαν παρθένους ἐν πόλεσιν ιουδα, 4 εδάφια στον Σαμουήλ που αναφέρουν το βιασμό της Θάμαρ από τον Αμνών, κι ένα στους Κριτές που αναφέρει το βιασμό μιας παλλακίδας από κακοποιούς. Ο Strong ταξινομεί τα εδάφια του Δευτερονομίου σε ταπείνωση, όχι σε βιασμό.

Ας δούμε και τις υπόλοιπες πηγές του φίλου μας, παραθέτοντας κιόλας τα κείμενα στα οποία παραπέμπει, κάτι το οποίο ο ίδιος αποφεύγει να κάνει (το λόγο που το αποφεύγει θα τον δείτε στη συνέχεια):

Μια άλλη ακαδημαϊκή πηγή επίσης μας πληροφορεί ότι πρόκειται για βιασμό (G. W. BromileyInternational Standard Bible Encyclopedia:Q Z’.(Wm..B..Eerdmans.Publishing 1995) σελ. 49)

Η πηγή αυτή λέει:

Το γενικό νόημα είναι «ταπεινώνω» ή «υποχρεώνω σε υποταγή». Σε άλλα αποσπάσματα όπου δηλώνει επιβολή σεξουαλικών σχέσεων σε γυναίκα η RSV το αποδίδει ‘ταπεινώνω» [ Γεν.34:2; Ιεζ. 22:10 ] , “εξευτελίζω” [ Δευτ. 21:14 ] , “παραβιάζω” [ 22:24, 29 ] , or “καταναγκάζω, βιάζω” [ 2. S 13:12, 14, 22, 32 ].

Επίσης δυο άλλοι ερμηνευτές και ακαδημαϊκοί μας πληροφορούν ότι πρόκειται για βιασμό της παρθένας . Την ίδια παρθένα του βιβλίου Αριθμοί 31:17-18 ( πηγή: Athalya Brenner, “Feminist Companion to the Latter Prophets” [ Continuum International Publishing 20:Group, 2004 ] , ΣΕΛ. 337-338 δείτε επίσης την ίδια αναφορά που  διαβάζουμε και από την πηγή: Saul M.Olyan, “Rites and Rank: Hierarchy in Biblical Representations of Cult” [ Princeton University Press, 2000 ] , Σελ. 166)

Δείτε τώρα την πονηριά του Άχμαντ Ελντίν, και το λόγο που αποφεύγει να δίνει αυτό που λένε οι πηγές. Η Athalya Brenner γράφει:

«Μια παρθένος αιχμάλωτη που έχει βιαστεί, μπορεί να γίνει σύζυγος και να της δοθεί διαζύγιο αλλά όχι να πουληθεί σκλάβα, επειδή η σχέση άρχισε με ένα βιασμό (Δευτ. 21:14).[4]»

Ο Saul M.Olyan γράφει: «Δευτ. 21:10-14… Όταν επιθυμεί να απαλλαγεί από τη γυναίκα που αιχμαλώτισε στον πόλεμο αν δεν την επιθυμεί πια: πρέπει να της επιτρέψει ν πάει όπου θέλει· δεν μπορεί να την πουλήσει ότι να την κακομεταχειριστεί επειδή την βίασε.[5]»

Πού ακριβώς βρε απαράδεκτε γράφουν αυτοί οι δύο ακαδημαϊκοί για «την ίδια παρθένα του βιβλίου Αριθμοί 31:17-18»; Δεν ντρέπεσαι να καταλογίζεις σε ανθρώπους πράγματα που δεν είπαν και να κοροίδεύεις τους αναγνώστες σου;

Αλλά ας δούμε τι λένε και μερικά άλλα σχολιολόγια της Βίβλου για το εδάφιο:

Δικαιώματα των αιχμαλώτων γυναικών

21:10-14 Μεταχείριση των γυναικών σε αιχμαλωσία

21:10-14. Μέρος του πολέμου είναι η διάθεση των αιχμαλώτων. Μερικές γυναίκες αιχμάλωτες μπορούσαν να αναμένουν να χρησιμεύσουν ως δούλες (2 Βασιλέων 5:2-3), αλλά πολλές θα λαμβάνονταν ως σύζυγοι από τους στρατιώτες. Ο  νόμος του Δευτερονομίου ασχολείται με τη διαδικασία μετασχηματισμού, καθώς αυτές οι γυναίκες προσαρμόζονταν στην κοινωνία  των Ισραηλιτών. Αυτή περιλαμβάνει το ξύρισμα της κεφαλής, την αλλαγή των ενδυμάτων και μια περίοδο πένθους που σηματοδοτούσε το θάνατο της παλιάς ζωής της γυναίκας και την έναρξη μιας νέας (συγκρίνετε τη μεταμόρφωση του Ιωσήφ στο Γεν. 41:41-45). Τα κείμενα Mari παρέχουν επίσης ρούχα και μια δουλειά στις αιχμάλωτες γυναίκες. Τα δικαιώματα που επεκτείνονται στην πρώην δέσμια αφού έχει παντρευτεί είναι παρόμοια με εκείνα των Ισραηλιτισσών και αποσκοπούν να αποδείξουν ότι δεν υπάρχει μείωση της θέσης της, αν συμβεί ένα διαζύγιο. Παρόμοιες ανησυχίες αντικατοπτρίζονται στους Μέσους Ασσυριακούς νόμους, οι οποίοι απαιτούν οι πρώην αιχμάλωτες που είναι τώρα παντρεμένες να ντύνονται σαν όλες τις Ασσύριες γυναίκες της τάξης αυτής.
Matthews, V. H., Chavalas, M. W., & Walton, J. H. (2000). The IVP Bible background commentary : Old Testament (electronic ed.) (Dt 21:9-14). Downers Grove, IL: InterVarsity Press.[6]

—-

Στίχος 11. Και δεις μια όμορφη γυναίκα] Η βίαιη κατοχή δεν επιτρεπόταν ούτε ακόμη και σε αυτή την περίπτωση, όταν η γυναίκα πιανόταν σε πόλεμο, και με τη γενική συναίνεση των αρχαίων εθνών,  κηρυσσόταν μέρος της λείας. Το πρόσωπο στου οποίου το μερίδιο έπεφτε μια γυναίκα τέτοια, όπως περιγράφεται εδώ, θα μπορούσε, αν το επέλεγε, να την έχει για σύζυγο, σύμφωνα με ορισμένες προϋποθέσεις· Αλλά δεν του επιτρεπόταν να την χρησιμοποιεί υπό κάποια κατώτερη ιδιότητα.[7]
Clarke, A. (1999). Clarke’s Commentary: Deuteronomy (electronic ed.). Logos Library System; Clarke’s Commentaries (Dt 21:11). Albany, OR: Ages Software.

—-

21:10-11. Σε έναν Ισραηλίτη επιτρεπόταν να παντρευτεί μια όμορφη γυναίκα από τους αιχμαλώτους μιας συγκεκριμένης μάχης. Αυτό προϋποθέτει ότι η εν λόγω μάχη θα ήταν εναντίον μίας από «τις πόλεις που βρίσκονται σε απόσταση» (20:15), δεν είναι μια πόλη εντός των συνόρων της Παλαιστίνης. Ως εκ τούτου η μελλοντική σύζυγος δεν θα ήταν Χαναναία (πρβλ. την απαγόρευση να παντρευτούν οι Ισραηλίτες άνδρες ή γυναίκες από τη Χαναάν, 7:1, 3-4).
Εάν ένας Ισραηλίτης στρατιώτης ήθελε πραγματικά μια από τις αιχμάλωτες θα μπορούσε να την έχει μόνο μέσω του γάμου. Αυτό βοήθησε στην προστασία της αξιοπρέπειας των αιχμαλώτων γυναικών και της καθαρότητας των Ισραηλιτών στρατιωτών. Οι Ισραηλίτες δεν έπρεπε να κάνουν βιασμούς, λεηλασίες, ή να κακομεταχειρίζονται αλλιώς αιχμαλώτους όπως έκαναν άλλα στρατεύματα της αρχαίας Εγγύς Ανατολής .

21:12-14. Ο γάμος ενός στρατιώτη με μια ξένη σε αιχμαλωσία δεν μπορεί να γίνει αμέσως. Η μελλοντική σύζυγος ετοιμαζόταν πρώτα ψυχολογικά για τη νέα της ζωή ως Ισραηλίτισσα. Αυτό επιτυγχανόταν με το ξύρισμα της κεφαλής της, το κόψιμο των νυχιών της, με αλλαγή των ενδυμάτων, και πένθος για τους γονείς της για ένα μήνα. Το πένθος μπορεί να σήμαινε είτε ότι ο πατέρας και η μητέρα της είχαν σκοτωθεί σε μάχη ή ότι διαχωριζόταν πλέον από αυτούς από το νέο γάμο της. Οι άλλες τελετουργίες που αναφέρονται ενδέχεται επίσης να συμβόλιζαν το πένθος της με το ότι απέκοπτε τον εαυτό της από την προηγούμενη ζωή της.
Ο πλήρης μήνας επέτρεπε στην αιχμάλωτη γυναίκα το κατάλληλο χρονικό διάστημα για το πένθος, και έδινε επίσης στον μελλοντικό σύζυγο την ευκαιρία να προβληματιστεί σχετικά με την αρχική του απόφαση να την λάβει ως σύζυγό του. Γιατί με ξυρισμένο κεφάλι αυτή θα ήταν λιγότερο ελκυστική.
Η φράση Εάν δεν είστε ικανοποιημένος μαζί της μπορεί να μην αναφέρεται σε κάποιο ασήμαντο πρόβλημα στις σχέσεις τους, αλλά στην άρνηση της νέας συζύγου να δεχθεί τις πνευματικές αξίες του συζύγου της. Στην περίπτωση αυτή, ο σύζυγος μπορεί να διαλύσει το γάμο και να εγκαταλείψει όλα τα δικαιώματά του πάνω της. Με την απαγόρευση να την αντιμετωπίσει ως δούλη, έστω και αν είχε ατιμαστεί μέσα από το διαζύγιο, η γυναίκα εξακολουθούσε να διατηρεί ένα μέτρο αξιοπρέπειας. Ο νόμος αυτός υπογράμμισε την αξία της ανθρώπινης ζωής· ερχόταν σε αντίθεση με τη φοβερή μεταχείριση των αιχμαλώτων πολέμου που ήταν κοινή σε όλη την αρχαία Εγγύς Ανατολή. [8]

Walvoord, J. F., Zuck, R. B., & Dallas Theological Seminary. (1983-c1985). The Bible knowledge commentary : An exposition of the scriptures (1:300-301). Wheaton, IL: Victor Books.

—-

Λαμβάνοντας μια σύζυγο (21:10-14). Αν και οι Εβραίοι άνδρες δεν είχαν τη δυνατότητα να λάβουν συζύγους από τα έθνη της Χαναάν (7:3), τους επιτρεπόταν να παντρευτούν γυναίκες από τις κατακτημένες πόλεις που βρίσκονταν σε απόσταση από τη Γη της Επαγγελίας (20:14-15). Φυσικά, ήταν αναμενόμενο ότι οι γυναίκες αυτές θα αποδέχονταν την πίστη του Ισραήλ και θα εισάγονταν  στη θρησκευτική ζωή του έθνους. Ωστόσο, μετά την επιστροφή στο σπίτι με τη νύφη, ο άνδρας έπρεπε να περιμένει ένα μήνα πριν ολοκληρώσει το γάμο. Κατά τη διάρκεια της περιόδου αναμονής, ο άνδρας θα μπορούσε να εξετάσει σοβαρά αυτό που έκανε, και η γυναίκα θα μπορούσε να προετοιμαστεί συναισθηματικά για μια νέα αρχή· γιατί έπρεπε να ξυρίσει το κεφάλι της, να κόψει τα νύχια της, και να φορέσει διαφορετικά ρούχα.
Το ξύρισμα της κεφαλής ήταν μέρος των τελετών καθαρισμού των λεπρών (Λευ. 14:8-9) και της αφιέρωσης των Ναζηραίων που είχαν εκπληρώσει τους όρκους τους (Αρ. 6:18). Αν και το ξύρισμα της κεφαλής θα είναι ταπεινωτική εμπειρία για την γυναίκα (βλ. Δευτ. 21:14), θα μπορούσε επίσης να είναι το σημάδι μιας νέας αρχής, όπως ήταν για τον λεπρό και τον Ναζηραίο. .3 Αποκήρυσσε την προηγούμενη θρησκεία της, τη λατρεία των ειδώλων, και αποδεχόταν τον Ιεχωβά ως Θεό της. Από πρακτική άποψη, ίσως η εμφάνισή της θα την ενθάρρυνε να μείνει στο σπίτι και να γνωρίσει καλύτερα τον Εβραίο μέλλοντα σύζυγό της. Στη διάρκεια αυτής της περιόδου αναμονής, ήταν αναμενόμενο να εκφράσει τη λύπη της για την έξοδο από την οικογένειά της και τη γενέτειρά της. Με λίγα λόγια, η εμπειρία αυτού του μήνα αναμονής, όσο οδυνηρή κι αν ήταν, είχε σχεδιαστεί για να βοηθήσει την γυναίκα να κάνει τη μετάβαση από την παλιά ζωή στη νέα.
Εάν, μετά την κορύφωση του γάμου, ο άνδρας ήταν δυσαρεστημένος με τη γυναίκα, δεν μπορούσε απλά να την πετάξει έξω ή να την πουλήσει σαν να ήταν σκλάβα. Έπρεπε να της δώσει διαζύγιο και να την αφήσει να πάει οπουδήποτε αυτή επιθυμούσε. 4 Είναι δεδομένο ότι ένα άλλο άτομο θα μπορούσε να την παντρευτεί ή ότι θα μπορούσε να επιστρέψει στην πόλη καταγωγής της. Η σύγχρονη κοινωνία δεν θα ανεχόταν μια γυναίκα να πιάνεται διά της βίας σε αιχμαλωσία για να γίνει η σύζυγος ενός ξένου, αλλά στον αρχαίο κόσμο ήταν συνηθισμένοι σε τέτοια πράγματα (Κρι. 21). Ωστόσο, ο νόμος αυτός την προστάτευε από τον βιασμό και την εγκατάλειψη μετά τη μάχη ή από το να εξευτελιστεί τόσο από τον σύζυγό της που ένας άλλος άνδρας δεν θα ήθελε να την παντρευτεί. Ήταν καλύτερο να αφεθεί ελεύθερη από να είναι αναγκασμένη να ζει με ένα άτομο που δεν την ήθελε. 5

3 Για έναν άνδρα, το ξύρισμα της κεφαλής και της γενειάδας θα ήταν μια ταπεινωτική εμπειρία (Ησαΐας 7:20· 2 Σαμ. 10:4-5), και θα ήταν σίγουρα και για μια γυναίκα (1 Κορ. 11:15). Ενώ στο πένθος, στους άνδρες Εβραίους δεν επιτρεπόταν να μιμηθούν τους ειδωλολάτρες ξυρίζοντας τα κεφάλια τους και κόβοντας γενειάδες τους (Λευ. 19:27-28), και αυτό ιδίως εφαρμοζόταν στους ιερείς (21:1-5).

4 Το ρήμα που μεταφράζεται, «άφησέ την να φύγει» μεταφράζεται, «διώξε την μακριά» (διαζύγιο) στο 22:19 και 29. Δεδομένου ότι ο γάμος είχε ολοκληρωθεί, ήταν άνδρας και γυναίκα, και ο γάμος θα μπορούσε να διαλυθεί νόμιμα μόνο από διαζύγιο (24:1-4).

5 Ορισμένοι σχολιαστές υποθέτουν ότι ο σύζυγός της την χώριζε επειδή εκείνη δεν δεχόταν τη θρησκεία των Ισραηλιτών και τη λατρεία του αληθινού και ζώντος Θεού. Ωστόσο, τίποτα στο κείμενο δεν το δείχνει αυτό.

Wiersbe, W. W. (1999). Be equipped (138). Colorado Springs, Colo.: Chariot Victor Pub.[9]

21:14. Θα ήταν δυνατό να μην είναι ο κάθε γάμος επιτυχής υπό αυτές τις συνθήκες. Ως εκ τούτου, το διαζύγιο ήταν επιτρεπτό. 24  Η επιθυμία που είχε αρχικά ο νεαρός άνδρας για τη γυναίκα θα μπορούσε να ελαττωθεί. 25 Εάν συνέβαινε αυτό, δεν μπορούσε να της φερθεί όπως σε σκλάβα ή παλλακίδα, αλλά έπρεπε να την αντιμετωπίσει ως μια γυναίκα με τη δική της αξιοπρέπεια και τα δικαιώματά της. Αυτή η εντολή ήταν σημαντική για την ευεξία της γυναίκας, γιατί ο άνδρας είχε σχεδόν απόλυτη εξουσία επί της γυναίκας. 26  Η υπόθεση αυτή είναι παρόμοια με το νόμο προστασίας της κόρης που πωλήθηκε ως υπηρέτρια και στη συνέχεια εισερχόταν στην οικογένεια ως σύζυγος ( Εξ. 21:7-11). Αυτή είχε επίσης τα δικαιώματά της και θα μπορούσε να κερδίσει την ελευθερία της αν την κακομεταχειρίζονταν.
Η ατίμωση που ο άνδρας θα έφερνε στην γυναίκα του θέλοντας να τη χωρίσει ήταν σαν την ατιμία που επέφερε ο Συχέμ στη Δείνα με τον αρχικό του βιασμό (Γεν. 34:2) 27 . Η κατηγορία ήταν πολύ σοβαρή και θα μπορούσε να φέρει ντροπή και στον άνδρα . Υπήρχε ίσως μια λεπτή αποδοκιμασία της όλης συμφωνίας από τους αρκετά συγκεχυμένους παραλληλισμούς προς την αφήγηση της Γένεσης 34 (βλ. στίχος 11 ανωτέρω) για τον Συχέμ και τη Δείνα. Ο νόμος ήταν μια παραχώρηση, αλλά ο Μωυσής αποδοκίμαζε την πρακτική και προσπάθησε να κατευθύνει όσο περισσότερα αρνητικά σχόλια μπορούσε. Οι λεπτές υποδείξεις του νόμου μέσω της επιλογής των λέξεων και η προσεκτική μέριμνα για τη δεσμευμένη γυναίκα μπορεί να είχε καταστεί σημαντικός παράγοντας για την αποθάρρυνση μιας τέτοιας πρακτικής.

24 Το «Άστη να φύγει» (NIV) μεταφράζει την εβραϊκή λέξη που συνήθως χρησιμοποιούνταν για το διαζύγιο (שׁלח, slh – διώξε· Δευτ. 24:1).

25 Η εβραϊκή λέξη που μεταφράζεται «ευχαριστημένος» είναι συνώνυμο της «επιθυμήσεις» στο στίχο 11.

26 Η λέξη που μεταφράζεται «την αντιμετωπίσεις ως δούλα» είναι σπάνια (μόνο εδώ και στο Δευτ 24:7), αλλά προφανώς αναφέρεται είτε στην άσκηση υπερβολικής δύναμης ή την αντιμετώπισή της ως εμπόρευμα και όχι ως πρόσωπο (βλ. Mayes, Δευτερονόμιο, σελ. 303-304, και Craigie, Δευτερονόμιο, σ. 282).

27 Για τη χρήση του ρήματος ענה (˓ nh) σε παρόμοιο πλαίσιο, στο οποίο η γυναίκα έχει χάσει τη νομιμότητα βλ. Κρι 19:24· 20:5· 2 Σαμ 13:12, 14, 22· Ιεζ 22:10, 11.[10]

Hall, G. H. (2000). Deuteronomy. The College Press NIV commentary. (319). Joplin, Mo.: College Press Pub. Co.

—–

Σύζυγοι και παιδιά 21:10-21

Πάντα το τμήμα αυτό έχει κάποια σχέση με την έκτη εντολή, όσο απομακρυσμένο και αν είναι σε ορισμένες περιπτώσεις.
Περιορισμοί στην εξουσία ενός συζύγου 21:10-14
Οι άνδρες Ισραηλίτες θα μπορούσαν να παντρεύονται γυναίκες που είχαν ληφθεί ως αιχμάλωτες πολέμου από μακρινές κατακτημένες πόλεις, εφόσον δεν είχαν ήδη μια σύζυγο. Μια τέτοια γυναίκα έπρεπε να ξυρίσει το κεφάλι της και να κόψει τα νύχια της. Αυτές οι τελετουργίες του καθαρισμού ήταν συνήθεις στην αρχαία Εγγύς Ανατολή. 228 Είχε ένα μήνα για να θρηνήσει για τους γονείς της (στ. 13). Αυτό μπορεί να προϋποθέτει ότι είχαν σκοτωθεί στη μάχη ή, μάλλον, ότι επρόκειτο να διακόψει τις σχέσεις με όλη την προηγούμεη ζωή της. 229
«Ένας τέτοιος ευγενικός σεβασμός των αισθημάτων του άλλου έρχεται σε έντονη αντίθεση με τη σκληρή μεταχείριση που επιφυλασσόταν στις γυναίκες που συλλαμβάνονταν στον πόλεμο μεταξύ των γειτονικών λαών. . . «230
«Αυτή η νομοθεσία θα μπορούσε να έχει δύο βασικά αποτελέσματα: οι άνδρες θα συγκρατούνταν από βιασμό, και οι γυναίκες θα είχαν χρόνο ώστε να προσαρμοστούν στη νέα κατάστασή τους.» 231
Η πρόβλεψη για το διαζύγιο (στ. 14) λαμβάνει περαιτέρω διευκρινίσεις αργότερα (24:1-4). Δεν θα πρέπει να ερμηνεύσουμε το γεγονός ότι ο Θεός νομοθέτησε για τα δικαιώματα των γιων που γεννήθηκαν σε πολυγαμικές οικογένειες ως σιωπηρή έγκριση της εν λόγω μορφής γάμου. Η μονογαμία ήταν το θέλημα του Θεού (βλ. Γένεσις 2:24, Ματ. 19:4-6) . 232 Ωστόσο, έδωσε ο Θεός, επίσης, νόμους που οργάνωναν τη  ζωή όταν οι άνθρωποί του θα ζούσαν σε ανυπακοή προς το θέλημά Του. Με άλλα λόγια, ο Θεός δεν εγκρίνει την πολυγαμία, αλλά είναι ανεκτή στο Ισραήλ με την έννοια ότι δεν τιμωρούνται οι πολύγαμοι μέσω πολιτικών διαδικασιών. Ομοίως δεν εγκρίνει το διαζύγιο, αλλά το επέτρεψε στην προκειμένη περίπτωση (βλ. Γένεσις 21:8-14, Εσδ. 9-10) . 233

228. Keil and Delitzsch, 3:406.

229. Mayes, σελ. 303.

230. Thompson, σελ. 228.

231. Kalland, σελ. 132.

232 Βλ. Sailhamer, σελ. 460; Merrill, Deuteronomy, σελ. 292.

233 Βλ. Joe M. Sprinkle, “Old Testament Perspectives on Divorce and Remarriage,” Journal of the Evangelical Theological Society 40:4 (December 1997):529-50.

Tom Constable. (2003; 2003). Tom Constable’s Expository Notes on the Bible (Dt 21:1-10). Galaxie Software.[11]

Υπάρχουν πολλά ακόμη σχολιολόγια Δυτικών που θα μπορούσαμε να φέρουμε, και τα οποία δεν δέχονται ότι οι αιχμάλωτες πολέμου βιάζονταν από τους Ισραηλίτες. Χαρακτηριστικά αναφέρουμε το έγκυρο και γνωστό Lange, J. P., Schaff, P., & Schröeder, W. J. (2008). A commentary on the Holy Scriptures : Deuteronomy (160). Bellingham, WA: Logos Research Systems, Inc.

Ας δούμε όμως και τι γράφει το Σχολιολόγιο του Ορθοδοξου αρχ. Ιερεμία Φούντα.

«Το τεμάχιο αυτό επιστρέφει στο θέμα του πολέμου. Σε προηγούμενα κεφάλαια είδαμε ότι ο συγγραφέας του Δευτερονομίου απαιτούσε την τέλεια εξολόθρευση των Χαναναίων, για να μην διαστρέψουν αυτοί την πίστη και τα έθιμα των Ισραηλιτών (βλ. κεφ.7). Η αντιμετώπιση όμως των άλλων εχθρικών τους λαών δεν ήταν τόσο αρνητική.

Οι παρόντες στίχοι ασχολούνται με το θέμα του γάμου ενός Ισραηλίτου με μία ξένη γυναίκα, αιχμάλωτη πολέμου. Ήταν δυνατόν ανάμεσα στους αιχμαλώτους πολέμου, μετά από μία νίκη ενός εχθρικού λαού (στ. 10), να υπάρχει μία ωραία γυναίκα, την οποία κάποιος Ισραηλίτης θα επιθυμούσε να νυμφευθεί (στιχ. 11). Η πράξη αυτή δεν απαγορευόταν. Έπρεπε όμως η γυναίκα προτού έλθει σε γάμο με τον Ισραηλίτη να απαρνηθεί το παρελθόν της και να ενταχθεί κανονικά στην ισραηλιτική κοινωνία. Η απάρνηση του παρελθόντος της δεν γινόταν με κάποια προφορική ή γραπτή δήλωση, αλλά με κάποιες συμβολικές πράξεις: Ο μέλλων σύζυγός της έπρεπε να την φέρει στο σπίτι του, να της ξυρίσει το κεφάλι και να της κόψει τα νύχια (στιχ. 12), δείγμα ότι τώρα αυτή θα έκανε ένα νέο ξεκίνημα (βλ. την όμοια πράξη κατά την καθιέρωση των Λευιτών εις Αριθμ. 8,7). Μετά αυτή θα έβγαζε τα παλαιά ρούχα της αιχμαλωσίας της και θα πενθούσε για τους γονείς της για ένα μήνα (στιχ. 13). Έπειτα θα μπορούσε ο Ισραηλίτης να την λάβει κανονικά για γυναίκα του (στιχ. 13). Ως σύζυγός του η πλέον αιχμάλωτη δεν θα ήτανπλέον δούλη. Μάλιστα, ακόμη και αν κ΄ποια στιγμή στο μέλλον ο Ισραηλίτης ήθελε να χωρίσει από αυτήν, δεν του επιτρεπόταν πλέον να την πωλήσει αντί χρημάτων, αντιμετωπίζοντάς την ως δούλη, αλλά έπρεπε να την αφήσει ελεύθερη, διότι προηγουμένως για να την λάβει γυναίκα του την «εταπείνωσε» (στ. 14. Πρβ. και Εξ. 21,7-11)![12] Εδώ φαίνεται για μία ακόμη φορά το ανθρωπιστικό πνεύμα του Δευτερονομίου, σε σχέση βεβαίως με τα ήθη και τις αντιλήψεις της εποχής.»

Συμπέρασμα: Για να αποδείξει ο Άχμαντ Ελντίν ότι η Βίβλος θεσμοθετεί τους βιασμούς, ώστε να τραβήξει την προσοχή από τα αίσχη του προφήτη του και του δικού του ιερού βιβλίου, χρησιμοποιεί τη λογική πλάνη που λέγεται «προσφυγή στην πιθανότητα». Όσο φαίνεται πιθανό το ρήμα anah να σημαίνει στην περίπτωσή μας βιασμό της αιχμάλωτης στα πλαίσια της γαμικής αυτής σχέσης, ακόμη περισσότερο μπορεί να σημαίνει ταπείνωσή της επειδή ο Ισραηλίτης την υποχρέωσε να τον παντρευτεί (όπως λέει το μασοριτικό), επειδή την παντρεύτηκε χωρίς τους συνήθεις όρους, επειδή την διακόρευσε (στην περίπτωση που είναι παρθένα) ή ακόμη επειδή της έδωσε διαζύγιο. Μάλιστα η μεγάλη πλειοψηφία των σχολιαστών απορρίπτει την περίπτωση βιασμού στο εδάφιο αυτό, και υιοθετεί άλλες ερμηνείες.

Αλλά ας δούμε μέχρι πού φτάνει το θράσος του φίλου μας.

Ας δούμε και άλλα χωρία που ευλογούν τον βιασμό και τον προωθούν. Διαβάζουμε στην «αγία» γραφή.

« ΔΕΣ, η ημέρα τού Κυρίου έρχεται, και το λάφυρό σου θα διαμοιραστεί ανάμεσά σου. Και θα συγκεντρώσω όλα τα έθνη ενάντια στην Ιερουσαλήμ σε μάχη· και η πόλη θα αλωθεί, και τα σπίτια θα λεηλατηθούν, και οι γυναίκες θα βιαστούν· και το μισό τής πόλης θα βγει σε αιχμαλωσία, και το υπόλοιπο του λαού δεν θα εξολοθρευθεί από την πόλη.» (Ζαχαρίας 14:1-2)

Βλέπουμε πως η «επιχειρηματολογία» του greekmurtad καταρρέει σαν πύργος από τραπουλόχαρτα με το παραπάνω χωρίο μιας και τονίζετε ο ΒΙΑΣΜΟΣ.

Το εδάφιο που ανέσυρε ο απίθανος συνομιλητής μας ως απόδειξη ότι η Αγία Γραφή ευλογεί τον βιασμό και τον προωθεί, μιλάει για την άλωση της ΙΕΡΟΥΣΑΛΗΜ από τα έθνη. Προβλέπει ότι κατά την άλωση αυτή «οι γυναίκες θα ΜΟΛΥΝΘΟΥΝ» (αι γυναίκες μολυνθήσονται) – βιαστούν, αλλά σίγουρα τον βιασμό αυτό ούτε τον «ευλογεί», ούτε τον «προωθεί». Ο Ζαχαρίας απλά προβλέπει το μέλλον. Με απλά λόγια, επειδή ο ισλαμόπληκτος εγκέφαλος ίσως αργήσει να πάρει μπροστά, ο Θεός διά του προφήτη απλά περιγράφει «τι έχετε να πάθετε» από τους ειδωλολάτρες. Ούτε ευλογεί, ούτε προωθεί τίποτα.

Ο Θεοδώρητος Κύρου ερμηνεύει αναφερόμενος στην καταστροφή της Ιερουσαλήμ το 70 μ.Χ.:

«…αι γυναίκες μολυνθήσονται: και εξελεύσεται το ήμισυ της πόλεως εν αιχμαλωσία […] Φασί γαρ, Ουεσπασιανού και Τίτου μελλόντων επιστρατεύειν, τους τηνικαύτα πιστούς εξ αποκαλύψεως την πόλιν καταλιπείν». (PG 81,1952B)

Είναι αυτή η άλωση έργο του Θεού; Δεν κατανοείται έτσι. Ο Θεόδωρος Μομψουεστίας αποδέχεται μεν ότι η μόλυνση των γυναικών είναι ύβρις στα σώματα των γυναικών, λέει όμως:

«…τούτων γινομένων διά την ΕΤΕΡΩΝ ΚΑΚΙΑΝ« (PG 66,588D)

Επίσης, ο Κύριλλος Αλεξανδρείας λέει ότι η Ιερουσαλήμ θα μείνει αβοήθητη και όπως λέει ο προφήτης: «μολυνθήσεται δε τας γυναικάς φησιν…»

ΟΜΩΣ ευθύνεται ο Θεός; Όχι:

«πολέμου δε τα τοιαύτα πάθη» (PG 72,241Β)

Ποιανού η «επιχειρηματολογία καταρρέει σαν πύργος από τραπουλόχαρτα με το παραπάνω χωρίο»; Του Άχμαντ Ελντίν ασφαλώς. Απολογητή του Ισλάμ, μην το παλεύεις… Η Βίβλος ούτε προωθεί, ούτε ευλογεί την παιδοφιλία/παιδεραστία, τον βιασμό και τα άλλα αγαπημένα σπορ του Μουχάμμαντ που τιμάς ως προφήτη.

Αλλά ας δούμε και πώς κλείνει το άρθρο του ο φίλος μας:

«Τέλος κλείνουμε το άρθρο βάζοντας μερικές άλλες πηγές που δείχνουν ότι στην περίπτωση του χωρίου «Αριθμοί 31:17-18.»  έχουμε να κάνουμε μια βιασμό.

  • Dr. Theodore Nadelson, “Trained to Kill: Soldiers at War” ( JHU Press, 2005), σελ 145

ΑΛΗΘΕΙΑ Άχμαντ; Εμείς στη σελίδα που λες είδαμε να γράφει: «Η θέση των γυναικών στις αρχαίες ιεραρχίες ήταν να υπηρετούν τους ισχυρούς άνδρες ως σύζυγοι και να υπηρετούν την ομάδα ως παραγωγοί παιδιών. Η απαγόρευση στην Εβραϊκή Βίβλο, η διαταγή από τον Θεό να καταστρέψουν όλους τους εχθρούς, χαλάρωνε απέναντι στις παρθένες γυναίκες του εχθρού, τις οποίες διατηρούσαν για να παράγουν παιδιά που θα συμμετείχαν στη δουλειά και στον πόλεμο. Η απαγόρευση επίσης αντανακλούσε την πατριαρχική αξία ότι η καθαρότητα της γενεαλογικής γραμμής ενέκειτο στο ανδρικό σπέρμα.»[13]

  • Sue Sandidge, “Forty Years in The Wilderness: Moses Leads the Bible’s Lost Generation” ( Xlibris Corporation 2005 ), σελ 253

Εδώ πάλι γράφει: «Στις παρθένες μπορούσαν να χαρίσουν τη ζωή, επειδή (αυτές) θα μπορούσαν να παράγουν απογόνους για τους κατακτητές τους».[14]

  • David Noel Freedman, Allen Myers and.Astrid.B..Beck: “Eerdmans Dictionary of the Bible” ( .B.Eerdmans.Publishing.2000.).,.σελ..1359

Και εδώ γράφει: «Επιθυμητές παρθένες αιχμαλωτισμένες στο πεδίο της μάχης μπορούσαν να εξαναγκαστούν να παντρευτούν αυτούς που τις αιχμαλώτισαν»[15]

Αυτά είναι όλα κι όλα που γράφουν τα βιβλία στις σελίδες που λες, και όπως ο καθένας μπορεί να δει δεν γράφουν ΤΙΠΟΤΑ για το χωρίο «Αριθμοί 31:17-18» ή για «βιασμούς στη Βίβλο», πόσο μάλλον για «παιδεραστία στη Βίβλο»! Εσύ, που εκτίθεσαι ως ψεύτης όταν λες «Τα βιβλία τα παραπάνω μπορείτε να τα προμηθευτείτε από το Amazon.com να τα μελετήσετε και να δείτε με τα ίδια σας τα μάτια την παιδοφιλία που επιβεβαιώνει η Βίβλος. Συνιστούμε επίσης να τα προμηθευτεί και ο greekmurtad έτσι ώστε την επόμενη φορά να εκτεθεί λιγότερο» ΕΙΣΑΙ ΣΙΓΟΥΡΟΣ ΟΤΙ ΕΧΕΙΣ ΔΙΑΒΑΣΕΙ ΑΥΤΑ ΤΑ ΒΙΒΛΙΑ;

Ρεζίλι έγινες πάλι βρε Άχμαντ… Αλλά, ας πρόσεχες όταν έγραφες αυτά που έγραφες.

Και τώρα αγαπητοί αναγνώστες, ρίξτε μια ματιά εδώ και εδώ για να δείτε τι προσπαθεί να κουκουλώσει ο Άχμαντ Ελντίν με τα παραμύθια που γράφει.

Ο Μουχάμμαντ απέτρεπε τους βιασμούς κρατουμένων γυναικών;


[1] 11…. “hast taken delight in her” ; which may be a modest expression for lying with her, and seems probable, because it is said, ver. 14 “that he had humbled her”, to wit, by military insolence, when he took her captive, not after he had married her, for then he would have expressed it thus, “because thou hast married her”, which had been more emphatical than to say, “because thou hast humbled her”

[2] Humbled her – i.e. lain with her , as this phrase is often used, as Gen. xxxiv.2; Deut. xxii. 24, 29….

[3] “anah” «a primitive root (possibly rather ident. with ‘`anah’ (6030) through the idea of looking down or browbeating); to depress literally or figuratively, transitive or intransitive (in various applications, as follows):–abase self, afflict(-ion, self), answer (by mistake for ‘`anah’ (6030)), chasten self, deal hardly with, defile, exercise, force, gentleness, humble (self), hurt, ravish, sing (by mistake for ‘`anah’ (6030)), speak (by mistake for ‘`anah’ (6030)), submit self, weaken, X in any wise. (http://www.htmlbible.com/sacrednamebiblecom/kjvstrongs/STRHEB60.htm#S6031)

[4] a virgin captive who has been raped can be made wife and divorced but not sold into slavery, because

the.relationship.began.with.a.rape.[.Deut..21:14.]..

[5] Deut 21:10-14…when he wishes to be rid of the woman he captured in war if he no longer desires her: he must allow her to go where she wishes; he may not sell her nor may he abuse .her .because he raped her

[6] Rights of Captive Women. 21:10–14. treatment of captive women. Part of warfare is the disposition of prisoners. Some female captives could expect to serve as slaves (2 Kings 5:2–3), but many would also be taken as wives by the soldiers. The Deuteronomic law deals with the transformation process as these women were adopted into Israelite society. This included the shaving of the head, a change of clothing and a period of mourning marking the death of the woman’s old life and the beginning of a new one (compare Joseph’s transformation in Gen 41:41–45). The Mari texts also provide clothing and a job to captive women. The rights extended to the former captive after she has married are similar to those of Israelite women and are designed to demonstrate that there is no reduction of her status if a divorce occurs. Similar concerns are reflected in the Middle Assyrian laws, which require former captives who are now married to dress like all Assyrian women of that class.

Matthews, V. H., Chavalas, M. W., & Walton, J. H. (2000). The IVP Bible background commentary : Old Testament (electronic ed.) (Dt 21:9-14). Downers Grove, IL: InterVarsity Press.

[7] Verse 11. And seest-a beautiful woman] No forcible possession was allowed even in this case, when the woman was taken in war, and was, by the general consent of ancient nations, adjudged as a part of the spoils. The person to whose lot or share such a woman as is here described fell, might, if he chose, have her for a wife on certain conditions; but he was not permitted to use her under any inferior character. Clarke, A. (1999). Clarke’s Commentary: Deuteronomy (electronic ed.). Logos Library System; Clarke’s Commentaries (Dt 21:11). Albany, OR: Ages Software.

[8] 21:10-11. An Israelite was permitted to marry a beautiful woman from the captives of a particular battle. This assumes the battle in question was against one of ”the cities that are at a distance“ (20:15), not a city within the borders of Palestine. Therefore the prospective wife would not have been a Canaanite woman (cf. the prohibition against marrying a Canaanite man or woman, 7:1, 3-4). If an Israelite soldier genuinely desired one of the captives he could have her only through marriage. This helped protect the dignity of the women captives and the purity of the Israelite soldiers. Israelites were not to rape, plunder, or otherwise mistreat captives as other armies of the ancient Near East did.

21:12-14. A soldier’s marriage to a foreign captive could not take place immediately. The prospective wife was first prepared psychologically for her new life as an Israelite. This was accomplished by her shaving her head, trimming her nails, having a change of clothes, and mourning for her parents for one month. The mourning may indicate either that her father and mother had been killed in battle or that she was now separated from them by her new marriage. The other rituals mentioned may also have symbolized her mourning for cutting herself off from her former life.

The full month allowed the captive woman a proper amount of time for mourning, and it also gave the prospective husband opportunity to reflect on his initial decision to take her as his wife. For with a shaved head she would be less attractive.

The phrase If you are not pleased with her may refer not to some trivial problem in their relationship, but to the new wife’s refusal to accept her husband’s spiritual values. In this case the husband could dissolve the marriage by giving up all rights over her. By forbidding him to treat her as a slave, even though she was dishonored through the divorce, the woman still retained a measure of dignity. This law underscored the value of human life; it contrasted with the terrible treatment of war captives common throughout the ancient Near East.

Walvoord, J. F., Zuck, R. B., & Dallas Theological Seminary. (1983-c1985). The Bible knowledge commentary : An exposition of the scriptures (1:300-301). Wheaton, IL: Victor Books.

[9] Taking a wife (21:10–14). While Jewish men were not allowed to take wives from the Canaanite nations (7:3), they were permitted to marry women from the conquered cities located at a distance from the Promised Land (20:14–15). Of course, it was expected that these women would accept the faith of Israel and enter into the religious life of the nation. However, on returning home with his bride, the man had to wait a month before consummating the marriage. Knowing this would keep him from acting rashly and just taking an attractive woman to satisfy his desires, as if she were part of the spoils of battle. During that waiting period, the man could give serious consideration to what he was doing, and the woman could be emotionally prepared for a new beginning; for she had to shave her head, cut her nails, and put on different clothes.

Shaving the head was part of the rituals for cleansed lepers (Lev. 14:8–9) and the dedication of Nazirites who had fulfilled their vows (Num. 6:18). While shaving the head would be a humbling experience for the woman (see Deut. 21:14), it could also be the sign of a new beginning, as it was for the leper and the Nazirite.3 She was renouncing her former religion, the worship of idols, and accepting Jehovah as her God. From a practical point of view, perhaps her appearance would encourage her to stay home and get better acquainted with her Jewish husband-to-be. During this waiting period, she was expected to express her sorrow over leaving her family and her native city. In short, the experiences of this month of waiting, painful as they might be, were designed to help the woman make the transition from the old life into the new. If after the consummation of the marriage, the man was displeased with the woman, he couldn’t just throw her out or sell her as though she were a slave. He had to divorce her and let her go wherever she desired.4 It’s assumed that another man could marry her or that she could return to her home city. Modern society wouldn’t countenance a woman being forcibly taken captive to become the wife of a stranger, but the ancient world was accustomed to such things (Jud. 21). However, this law did protect her from being raped and discarded after the battle or being so cheapened by her husband that another man wouldn’t want to marry her. Better that she go free than that she be forced to live with a man who didn’t want her.5

3 For a man, the shaving of the head and beard would be a humiliating experience (Isa. 7:20;
2 Sam. 10:4–5), and it would certainly be for a woman (1 Cor. 11:15). While in mourning, Jewish men were not allowed to imitate the pagans by shaving their heads and cutting their beards (Lev. 19:27–28), and this especially applied to the priests (21:1–5).

4 The verb translated, “let her go” is translated, “put her away” (divorce) in 22:19 and 29. Since the marriage had been consummated, they were man and wife, and the marriage could be legally dissolved only by divorce (24:1–4).

5 Some commentators suggest that the husband divorced her because she wouldn’t accept the religion of the Israelites and worship the true and living God. However, nothing in the text suggests this.

Wiersbe, W. W. (1999). Be equipped (138). Colorado Springs, Colo.: Chariot Victor Pub.

[10] 21:14 It was possible that not every marriage under these circumstances would be successful. Therefore, divorce was allowed.24 The young man’s initial desire for the woman could wane.25 If so, he could not treat her as a slave or concubine but had to treat her as a woman with her own dignity and rights. This instruction was important for the well being of the woman, for the man had almost absolute power over the woman.26 This case is similar to the law protecting the daughter who was sold as a servant and then taken into the family as a wife (Exod 21:7–11). She too had her rights and could win her freedom if mistreated.

The dishonor the man would bring on the woman by wanting to divorce her was akin to the dishonor Shechem brought on Dinah with his initial rape (Gen 34:2).27 The charge was a serious one and could bring dishonor on the man as well. There was perhaps a subtle disapproval of the whole arrangement by the rather obscure parallels to the Shechem/Dinah narrative of Genesis 34 (see verse 11 above). The law was a concession, but Moses disapproved of the practice and tried to direct as many negative comments toward it as possible. The law’s subtle hints through word choice and the careful concern for the captive woman may have become a significant factor in discouraging such a practice.

24 “Let her go” (NIV) translates the Hebrew word usually used for divorce (שׁלח, šl — send away; Deut 24:1).

25 The Hebrew word translated “pleased” is a synonym for “attracted” in verse 11.

26 The word translated “treat her as a slave” is rare (only here and in Deut 24:7) but apparently refers to either exercising undue force or treating her as a commodity and not as a person (see Mayes, Deuteronomy, pp. 303–304, and Craigie, Deuteronomy, p. 282).

27 For the use of the verb ענה (˓nh) in similar contexts in which a woman has been dishonored see Judg 19:24; 20:5; 2 Sam 13:12, 14, 22; Ezek 22:10, 11.

Hall, G. H. (2000). Deuteronomy. The College Press NIV commentary. (319). Joplin, Mo.: College Press Pub. Co.

[11] Wives and children 21:10–21

Everything in this section has some connection with the sixth commandment remote though it may be in some cases.

Limits on a husband’s authority 21:10–14

Israelite men could marry women from distant conquered cities taken as prisoners of war provided they did not already have a wife. Such a woman had to shave her head and cut her nails. These were rituals of purification customary in the ancient Near East.228 She received one month to mourn her parents (v. 13). This may presuppose that they had died in the battle or, more likely, that she was to cut off all ties to her former life.229

“Such kindly consideration is in marked contrast with the cruel treatment meted out to women captured in war among the neighboring nations . . .”230

“This legislation could have two basic results: the men would be restrained from rape, and the women would have time to become adjusted to their new condition.”231

The provision for divorce (v. 14) receives further clarification later (24:1–4). We should not interpret the fact that God legislated the rights of sons born into polygamous families as tacit approval of that form of marriage. Monogamy was God’s will (Gen. 2:24; cf. Matt. 19:4–6).232 However, God also gave laws that regulated life when His people lived it in disobedience to His will. In other words, God did not approve of polygamy, but He tolerated it in Israel in the sense that He did not execute or punish polygamists through civil procedures. Similarly He did not approve of divorce, but He allowed it in this case (cf. Gen. 21:8–14; Ezra 9–10).233

228. Keil and Delitzsch, 3:406.

229. Mayes, p. 303.

230. Thompson, p. 228.

231. Kalland, p. 132.

232. See Sailhamer, p. 460; Merrill, Deuteronomy, p. 292.

233. See Joe M. Sprinkle, “Old Testament Perspectives on Divorce and Remarriage,” Journal of the Evangelical Theological Society 40:4 (December 1997):529-50.

Tom Constable. (2003; 2003). Tom Constable’s Expository Notes on the Bible (Dt 21:1-10). Galaxie Software.

[12] Εξ. 21:7-11:7 ΚΑΙ αν κάποιος πουλήσει τη θυγατέρα του για δούλη, δεν θα αφεθεί όπως αφήνονται οι δούλοι.

8 Αν δεν αρέσει στο αφεντικό της, που την αρραβωνιάστηκε για τον εαυτό του, τότε θα την απολυτρώσει· δεν έχει εξουσία να την πουλήσει σε ξένο έθνος, επειδή της φέρθηκε άπιστα [ἠθέτησεν ἐν αὐτῇ].

9 Αν, όμως, την αρραβώνιασε με τον γιο του, θα κάνει σ’ αυτή σύμφωνα με το δικαίωμα των θυγατέρων.

10 Αν πάρει για τον εαυτό του μια άλλη, δεν θα της στερήσει την τροφή, τα ενδύματά της, και το χρέος του γάμου σ’ αυτή.

11 Αν, όμως, δεν της κάνει τα τρία αυτά, τότε θα φύγει δωρεάν, χωρίς χρήματα.

[13] Women’s place in ancient hierarchies was to serve the powerful men as wives and to serve the group as

producers of children. The ban in the Hebrew Bible, the edict from God to destroy all of the enemy, was

relaxed toward virginal women of the enemy, preserving them to produce children who would join in work and war. The ban also reflected the patriarchal value that purity of lineage resided in male seed

[14] Virgins could be spared, because they could produce offspring for their conquerors

[15] Desirable virgins captured on the battlefield could be forced to marry their captors.