Η απελπισμένη απολογητική του Ισλάμ-7: «Η αναξιοπιστία της Βίβλου 2» ή «Τα κουρέλια τραγουδούν ακόμα!»

Ο απολογητής του Ισλάμ Άχμαντ Ελντίν απάντησε στο άρθρο μας Η απελπισμένη απολογητική του Ισλάμ-6: Είναι η Βίβλος αξιόπιστη; με ένα βίντεο, που βρίσκεται εδώ: http://islamforgreeks.org/2010/04/03/new-testament-unreliability-part-2/ Όπως σχολίασε αναγνώστης μας, κάτι τέτοιο «ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΑΠΑΝΤΗΣΗ! … ΜΟΝΟ τα ΓΡΑΠΤΑ μένουν! Δεν είναι κανείς υποχρεωμένος να κάνει απομαγνητοφώνηση σε μισής ώρας μπλα, μπλα, ώστε να καταγράψει σε κείμενο τα “επιχειρήματα” του ισλαμιστή! Ο οποίος ως έσχατο μέσο για να μην δούνε οι οπαδοί του ότι ουσιαστικά έχει καταθέσει τα όπλα, ανεβάζει ένα αρχείο βίντεο με ομιλία!!!
Τι είδους απαντηση είναι αυτή σε ένα αρχείο το οποίο ακόμη και αν το αλλάξει, αν το κόψει ή το ράψει, ουδείς είναι σε θέση να το καταλάβει εύκολα; Απάντηση, σημαίνει ΚΕΙΜΕΝΟ. Να μπορείς να αποθηκεύσεις και το στιγμιότυπο της ιστοσελίδας με ώρα και ημερομηνία, ώστε να μην μπορεί να κάνει αλλαγές μετά.»

Τα επιχειρήματα του αναγνώστη μας είναι βάσιμα, και είναι αλήθεια ότι καθυστερήσαμε πολύ να παρακολουθήσουμε το βίντεο ενώ αν ήταν κείμενο, θα το είχαμε διαβάσει πολύ πιο γρήγορα. Βέβαια κάποια στιγμή, κάναμε κουράγιο και το παρακολουθήσαμε όλο. Ακολουθούν οι παρατηρήσεις μας σε ό,τι ακούσαμε εκεί. Τις έχουμε χωρίσει σε δύο μέρη, ώστε να είναι πιο ξεκούραστο το διάβασμα του μεγάλου κειμένου.

ΜΕΡΟΣ Α΄: ΤΑ ΙΔΙΑ ΠΑΝΤΕΛΑΚΗ ΜΟΥ, ΤΑ ΙΔΙΑ ΠΑΝΤΕΛΗ ΜΟΥ

Το συγκεκριμένο προχειροφτιαγμένο βίντεο, κατά ένα μεγάλο μέρος αποτελεί ξανασερβίρισμα του προηγούμενου αναιρεμένου άρθρου που ο απολογητής του Ισλάμ πήρε από τον Bassam Zawadi. Επαναλαμβάνει και εδώ τους ίδιους ισχυρισμούς ότι τα βιβλία της Καινής Διαθήκης είναι «ανώνυμα, πλαστογραφημένα πολλές φορές, και 1002 σενάρια έχουν ειπωθεί», και έχουν δοθεί και οι «κατάλληλες αποδείξεις» από τους «λόγιους», «αποδείξεις» για την ποιότητα των οποίων κάνετε λίγη υπομονή και θα δείτε…

Λέει ότι δεν μπορούμε να εμπιστευθούμε «βιβλία που ήρθαν πολύ αργότερα, ειδικά στην εποχή της Εκκλησίας», μια που ο βαθιά νυχτωμένος απολογητής δεν γνωρίζει ότι η «εποχή της Εκκλησίας» δεν άρχισε «πολύ αργότερα», αλλά 50 ημέρες μετά την Ανάσταση, οπότε και βαπτίστηκαν χιλιάδες χριστιανοί στα Ιεροσόλυμα από τους μαθητές του Χριστού, και ότι αυτά που έγραφαν τα βιβλία που συντάχθηκαν μετά, ήταν ήδη γνωστά από την προφορική παράδοση.

Το γεγονός ότι ο Ελντίν επιμένει να αναμασά ότι «το βασικό επιχείρημά μας είναι ότι δεν ξέρουμε ποιος έγραψε αυτά τα κείμενα», ενώ έχει διαβάσει το δικό μας άρθρο-καταπέλτη που ξεθεμελίωσε τελείως το δημοσίευμα στο δικό του μπλογκ, σημαίνει ότι η θρησκοληψία του τον εμπόδισε να το κατανοήσει και να το αξιοποιήσει. Αυτό τον οδηγεί αναπόφευκτα στον επαναλαμβανόμενο διασυρμό και γελοιοποίησή του ως αμαθούς και τυφλού φανατικού.  Οι Σαουδάραβες αρχαιολόγοι που εργάζονται στα ερείπια, τα οποία ο Μουχάμμαντ παρουσίαζε στο Κοράνι ως κατοικίες των Θαμούντ, ενώ στην πραγματικότητα ήταν τάφοι των Ναβαταίων, παραδέχονται την ιστορική πραγματικότητα παρότι το ιερό τους βιβλίο παρουσιάζει μια ψευδή εκδοχή για την ιστορία, δανεισμένη από τα ποιήματα ενός συγγενή του Μουχάμμαντ (τα οποία κυκλοφορούν κανονικά σε συλλογές Αράβων ποιητών και είναι παλαιότερα από το Κοράνι). Ο Άχμαντ Ελντίν δυστυχώς δεν μπορεί να παραδεχτεί την ιστορική πραγματικότητα, όταν  αυτή αποκαλύπτει εσφαλμένες τις διδασκαλίες της θρησκείας του: στην προκειμένη περίπτωση, τη διδασκαλία ότι η Βίβλος διαφωνεί με το Κοράνι επειδή αυτή είναι «παραποιημένη από ανθρώπους» ενώ το Κοράνι παραμένει όπως «το παρέδωσε ο Θεός». Μάλιστα βγάζει και από το μυαλό του, χωρίς παραπομπή σε πηγή, κάποια νούμερα, σύμφωνα με τα οποία «το 60% των σύγχρονων λογίων αμφισβητεί την πατρότητα των βιβλίων». Στην απελπισία του να βρει κάποιο επιχείρημα εναντίον των θέσεών μας, σημειώνει ως «ενοχοποιητικό στοιχείο» ότι γράψαμε «και να αναγράφει κάποιο βιβλίο τον συγγραφέα του, δεν σημαίνει ότι είναι αλήθεια αυτό». Ασφαλώς, και η αναγραφή ενός ονόματος δεν σημαίνει πατρότητα ενός βιβλίου, αν η πατρότητα δεν επιβεβαιώνεται από μαρτυρίες άλλων, κατά προτίμηση συγχρόνων του βιβλίου. Δεν είμαστε αφελείς να δεχόμαστε ασυζητητί δηλώσεις, που μπορούν κάλλιστα να προέρχονται από πλαστογράφους, όπως κάνουν οι μουσουλμάνοι που δέχονται ότι το Κοράνι το υπαγόρευσε ο Αλλάχ επειδή έτσι γράφει μέσα!  Όμως στην περίπτωση των βιβλίων της Κ.Δ. οι πληροφορίες για το ποιος τα έγραψε δεν προέρχονται κυρίως από τους ίδιους τους συγγραφείς, αλλά από τους συγχρόνους τους στις διάφορες τοπικές χριστιανικές εκκλησίες. Οπότε, άδικα πιάνεται από τα μαλλιά του ο Άχμαντ Ελντίν, και φαντάζεται ότι συμφωνούμε μαζί του, περιμένοντας να βρει για τις σοφιστείες του όπλα από τα δικά μας υγιή επιχειρήματα.

Μιλά ο Άχμαντ για «κάποιους λόγιους που δεν αναφέραμε», επειδή και αυτός δεν τους ανέφερε στο προηγούμενο άρθρο του, και είναι – καταπώς μας λέει – 6 στον αριθμό:  οι ευαγγελικοί David Desilva, Donald W. Burdick, Arthur G. Patzia και I. H. Marshall (ο οποίος στα περισσότερα συμφωνεί με την παραδοσιακή πατρότητα) ο επίσης ευαγγελικός Leon Morris (αυτόν τον ξαναμετράει ενώ τον έχουμε ήδη αναφέρει, άρα είναι 5 και όχι 6… μα τίποτα σωστό δεν θα πεις βρε Άχμαντ;) και ο πρεσβυτεριανός Mark D. Roberts, ο οποίος αρκετές φορές έχει αποστομώσει διάφορους «κριτικούς της Βίβλου» (βλ. παράδειγμα παρακάτω). Με αυτές τις αναφορές του απλά μας δικαιώνει σε αυτά που γράψαμε, ότι δηλ. οι μουσουλμάνοι απολογητές «πολύ συχνά αλιεύουν “γνώμες” μεταξύ ευαγγελικών προτεσταντών» και φυσικά, ότι «τις πολύ περισσότερες γνώμες λογίων υπέρ της αξιοπιστίας της Α.Γ. τις κάνουν γαργάρα, αφού δεν τους συμφέρουν».

Ρωτά επίσης ο Άχμαντ αν συμφωνούμε ότι ο ευαγγελιστής Ματθαίος έκανε λάθος στο ευαγγέλιό του, όπως διάβασε προφανώς στο  http://www.oodegr.com/oode/grafi/alathiti1.htm#4:

«Γράφει ο Ματθαίος στο 27/κζ: 9: «Τότε επληρώθη το ρηθέν δια Ιερεμίου του προφήτου λέγοντος: Και έλαβον τα τριάκοντα αργύρια, την τιμήν του τετιμημένου ον ετιμήσαντο από υιών Ισραήλ»

Λοιπόν, ψάξτε όσο θέλετε τον Ιερεμία. Αυτό το εδάφιο δεν θα το βρείτε! Και ας γράφει ο Ματθαίος ότι το λέει ο Ιερεμίας. Πού είναι αυτό το εδάφιο; Βρίσκεται στον προφήτη Ζαχαρία! Γράφει ο Ζαχαρίας:

«και ερώ προς αυτούς: Ει καλόν ενώπιον υμών εστι, δότε στήσαντες τον μισθόν μου ή απείπασθε· και έστησαν τον μισθόν μου τριάκοντα αργυρούς» (Ζαχαρίας 11/ια: 12).

Είναι προφανές εδώ, ότι ο Ματθαίος έγραψε από μνήμης την προφητεία, και έκανε λάθος! Νόμιζε ότι την είχε διαβάσει στον Ιερεμία, αλλά την είχε διαβάσει στον Ζαχαρία! Συνεπώς, αυτά που έγραφε, δεν του τα υπαγόρευε ο Θεός. Δικά του ήταν! Δεν είναι δυνατόν ο Θεός να του υπαγόρευσε λάθος πληροφορία. Λέτε ο Θεός να μην ήξερε ποιος έγραψε την προφητεία στην πραγματικότητα; Όμως ο Θεός τον άφησε να κάνει αυτό το λάθος, για να είναι αυτό το λάθος σήμερα, ατράνταχτη απόδειξη, απέναντι στην αιρετική Προτεσταντική άποψη της αλάθητης Αγίας Γραφής!»

Η απάντησή μας είναι ότι ασφαλώς και συμφωνούμε, και συνυπογράφουμε τα παρακάτω από το ίδιο άρθρο:

«Δεν τους υπαγόρευσε ο Θεός την Αγία Γραφή, υπό τύπον προϊσταμένου και γραμματέως, όπως έχουν την εντύπωση πολλοί Προτεστάντες. Κατέγραψαν κάποια πράγματα ωφέλιμα, (είτε κατ’ εντολήν του Θεού, είτε από μόνοι τους), στα οποία υπήρχε και Θεία Αποκάλυψη. Και αυτή η Θεία Αποκάλυψη που ΠΕΡΙΕΙΧΑΝ, τα έκανε να συγκαταριθμηθούν από την Εκκλησία ως «Θεόπνευστα«. Δεν ήταν ολόκληρα «Θεία Αποκάλυψη». Αλλά ΠΕΡΙΕΙΧΑΝ Θεία Αποκάλυψη. Αυτό σημαίνει, ότι δεν είναι σωστό να θεωρούμε κάθε τους λέξη ως «αλάθητη». Αλλά μόνο εντός της παράδοσης της Εκκλησίας είναι δυνατόν να γίνει η ορθή κατανόηση του κειμένου.»

Επειδή ακριβώς συμφωνούμε με τα παραπάνω, η απάντησή μας στην πρώτη του απόπειρα να παρουσιάσει τη Βίβλο ως αναξιόπιστη κατέληγε στις φράσεις: «Η χριστιανική πίστη και θεολογία ΔΕΝ πηγάζει από τη Βίβλο (προτεσταντική πεποίθηση), αλλά από την άμεση αποκάλυψη του Θεού στους αγίους όλων των εποχών. Η Κ.Δ. καταγράφει απλώς το προφορικό κήρυγμα του Χριστού και των αγίων αποστόλων Του. Όποιοι κι αν την έγραψαν, όποτε κι αν την έγραψαν, δεν αλλάζει το γεγονός ότι αυτά έλεγε ο Χριστός και οι μαθητές Του. Οπότε οι ισλαμιστές φίλοι μας, εκτός που δεν αποδεικνύουν τίποτα, κάνουν μια κριτική που δεν αγγίζει καθόλου τον Χριστιανισμό. Κοινώς, «βαράνε στο γάμο του καραγκιόζη»…

Στη συνέχεια ο φίλος μας επικαλείται τον Ωριγένη, όχι βέβαια από κάποιο πρωτότυπο κείμενο αλλά από όσα παρέθεσαν επιλεκτικά οι [Lee Martin] McDonald και [Stanley E.] Porter (οι αγκύλες υπάρχουν γιατί ο Άχμαντ αναφέρει μόνο τα επίθετα, και μάλιστα το Πόρτερ το λέει αρχικά Πάρκερ) στη σελ. 555 κάποιου βιβλίου τους, που δεν μας λέει ποιο είναι.  Σύμφωνα με τους δυο ευαγγελικούς συγγραφείς, δεν γνωρίζουμε ποιος είναι ο συγγραφέας της επιστολής του Παύλου προς Εβραίους, και όπως μας λένε, ο Ωριγένης συμπεραίνει τελικά για την πατρότητα της προς Εβραίους, «μόνον ο Θεός γνωρίζει την αλήθεια». (As Origen finally concludes about the authorship of Hebrews, «God only knows the truth«. ) Ο ίδιος ο Ελντίν τονίζει ακόμα περισσότερο τα όσα έγραψαν οι δυο ευαγγελικοί, λέγοντας ότι «ούτε ο ίδιος ο Ωριγένης δεν ξέρει για την πατρότητα της επιστολής προς Εβραίους». Δείτε τώρα πόσα λάθη χωράνε σε λίγα δευτερόλεπτα ομιλίας του φίλου μας: Η δήλωση των δυο συγγραφέων που επικαλείται, υπάρχει στη σελίδα 521 (και όχι 555) του βιβλίου τους «Early Christianity and its sacred literature», 2000, Hendrickson Publishers. Όσο για το κείμενο του Ωριγένη, προέρχεται από χωρίο που παραθέτει ο Ευσέβιος, (Ε.Ι.VI, 25, 11-14). Δείτε τι πραγματικά λέει το κείμενο αυτό [σε δική μας μεταγραφή στα νέα ελληνικά, από την απόδοση στην καθαρεύουσα του Παν. Χρήστου – για το πρωτότυπο δείτε τις υποσημειώσεις]:

«Ο χαρακτήρας του ύφους της επιστολής που επιγράφεται «Προς Εβραίους» δεν έχει την απλότητα του λόγου του αποστόλου, ο οποίος ωμολόγησε ότι ήταν απλοϊκός στον λόγο (Β΄ Κορ. 11,6), δηλαδή στην έκφραση, αλλ’ η επιστολή είναι πιο λόγια (ελληνικωτέρα) στην σύνθεση του ύφους, όπως θα το ωμολογούσε καθένας που μπορεί να κρίνει  τις εκφραστικές διαφορές . Από την άλλη, ότι τα νοήματα της επιστολής είναι θαυμάσια και δεν υστερούν από τις επιστολές που αναμφισβήτητα είναι του αποστόλου, και αυτό θα ομολογήσει ότι είναι αληθινό κάθε ένας που διαβάζει με προσοχή τα αποστολικά κείμενα. Εγώ λοιπόν, αν εξέφερα απόφαση, θα έλεγα ότι τα μεν νοήματά της είναι του αποστόλου, η δε έκφραση και η σύνθεση κάποιου που απομνημόνευσε τα αποστολικά και περίπου σχολίασε τα λεχθέντα υπό του διδασκάλου. Όποια λοιπόν Εκκλησία έχει αυτή την επιστολή σαν του Παύλου, ας εκτιμάται αυτή και γι’ αυτό, διότι οι αρχαίοι άνδρες δεν την παρέδωσαν ως επιστολή του Παύλου χωρίς λόγο. Το ποιος είναι αυτός που έγραψε την επιστολή, την μεν αλήθεια τη γνωρίζει ο Θεός, η δε παράδοση που έφτασε σε μας από μερικούς λέει ότι την έγραψε ο Κλήμης που έγινε επίσκοπος των Ρωμαίων, και από κάποιους ότι (την έγραψε) ο Λουκάς, που έγραψε το ευαγγέλιο και τις Πράξεις».[1]

Με δυο λόγια, όπως σχολιάζει και ο καθηγητής Σάββας Αγουρίδης στο βιβλίο του «Εισαγωγή εις την Καινήν Διαθήκην», αλλά και ο Παν. Χρήστου που έχει μεταφέρει το πρωτότυπο κείμενο της «Εκκλησιαστικής Ιστορίας» του Ευσεβίου στην καθαρεύουσα, ο   Ωριγένης δεν λέει ότι κανείς δεν ξέρει σε ποιον ανήκει η πατρότητα της επιστολής, όπως τον παρουσιάζουν να λέει οι δυο ευαγγελικοί συγγραφείς και όπως επαναλαμβάνει σαν παπαγάλος ο αντιγραφέας τους Άχμαντ Ελντίν. Λέει ότι η πατρότητα συγγραφής είναι του Παύλου, όπως παρέδωσαν οι αρχαίοι, και κάποιος που λειτούργησε ως γραμματέας του, και μερικοί λένε ότι ήταν ο Κλήμης Ρώμης, ενώ άλλοι λένε ότι ήταν ο ευαγγελιστής Λουκάς, την έγραψε σε λόγια ελληνική γλώσσα, στην οποία ο Παύλος δεν μπορούσε να εκφραστεί τόσο καλά. Ποια ήταν η ταυτότητα του γραμματέα λέει ο Ωριγένης ότι γνωρίζει μόνο ο Θεός, όχι ποια ήταν η ταυτότητα του συγγραφέα!

Και ασφαλώς, δεν είναι μόνο ο Ωριγένης που λέει τέτοια πράγματα: Ας δούμε τι λέει ο Κλήμης Αλεξανδρείας, που εκπροσωπεί την προηγούμενη από τον Ωριγένη θεολογική γενιά, και είναι προκάτοχός του στην Κατηχητική Σχολή Αλεξανδρείας. Τα λόγια του μεταφέρονται από τον Ευσέβιο Καισαρείας στην Εκκλησιαστική Ιστορία:

Και την προς Εβραίους επιστολή λέει (ο Κλήμης) ότι είναι του Παύλου, ότι γράφτηκε προς Εβραίους σε εβραϊκή γλώσσα και ο Λουκάς φιλότιμα τη μετέφρασε για να δημοσιευθεί στους Έλληνες, γι’ αυτό κατά τη μελέτη αυτής της επιστολής και των Πράξεων εντοπίζουμε το ίδιο ύφος….Ο Παύλος δεν έγραψε το όνομά του, μήπως βλέποντάς το εξ αρχής τοποθετηθούν εχθρικά και δε διαβάσουν το γράμμα.[2]

Ουσιαστικά ο Ωριγένης, όπως και ο Κλήμης Αλεξανδρείας, λένε αυτό ακριβώς που ήδη παραθέσαμε στο προηγούμενο άρθρο μας: «Το ορθώτερον είναι να νοηθή…ο Κλήμης ή ο Λουκάς…ως γραφεύς-συντάκτης της επιστολής, προς τον οποίον ο Παύλος υπηγόρευσε το περιεχόμενον, όπως είχε πράξει και εις τας περιπτώσεις άλλων έπιστολών…Επικρατέστερος βεβαίως…ο Λουκάς, λόγω συγγενείας του ύφους της επιστολής προς τε το κατά Λουκάν Ευαγγέλιον και τας Πράξεις. – Βούλγαρης Σπ. Χρήστος, ‘Εισαγωγή Εις την Καινήν Διαθήκην’, τόμ. Α΄, Αθήνα 2005, σελ. 714.»

Στο προηγούμενο άρθρο μας είχαμε ξεκαθαρίσει από την αρχή ότι τέτοιου είδους επιχειρήματα κατά της πατρότητας κειμένων δεν στέκουν: «Δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη ως αμφιβολία πατρότητας, το γεγονός ότι ένα κείμενο γράφεται με υπόδειξη του παραδοσιακού συγγραφέα. Εάν οι επιστολές της αιχμαλωσίας γράφτηκαν με υπόδειξη και έλεγχο από τον Παύλο επειδή οι συνθήκες της φυλακής δεν του επέτρεπαν να τις γράψει ο ίδιος, τότε είναι Παύλειες. Αν το «Κατά Ιωάννη ευαγγέλιο» είχε γραφτεί από έναν στενό μαθητή του Ιωάννη υπό τις οδηγίες του αποστόλου (όπως γράφει ο Green, άποψη η οποία χρησιμοποιείται κατά της αξιοπιστίας της Α.Γ.), τότε είναι του Ιωάννη.» Όμως ο Άχμαντ δεν μας άκουσε. Προτίμησε να δεχτεί στα τυφλά τους ευαγγελικούς συγγραφείς, κι έγινε αυτό που περιγράφει ο Ιησούς Χριστός στο Ματθ. 15:14: «αν ένας τυφλός οδηγεί έναν άλλον τυφλό, και οι δύο θα πέσουν σε χαντάκι.»

Διευκρινίζουμε εδώ για όσους τυχόν δεν το γνωρίζουν, ότι σπάνια στην αρχαιότητα ένας συγγραφέας έγραφε μια επιστολή μόνος του, και συχνά όταν το έκανε το ανέφερε και μέσα. Για παράδειγμα ο Παύλος στην Γαλ. 6:11 αναφέρει ότι έγραψε ιδιοχείρως την επιστολή, και στην Α΄Κορ. 16:21 αναφέρει ότι έγραψε ιδιοχείρως το σημείο του ασπασμού. Πάντα όμως, όταν ένας συγγραφέας έγραφε μια επιστολή ή άλλο έργο με υπαγόρευση, ή με παράδοση στον γραμματέα των γενικών σημείων που ήθελε να γραφούν, στη συνέχεια έλεγχε το τελικό αποτέλεσμα ώστε να το εγκρίνει ή να το απορρίψει.

Οπότε Άχμαντ… Αν είναι να μας μιλάς για λάθος σελίδες βιβλίων, των οποίων τους τίτλους δεν παραθέτεις, και είναι γραμμένα από συγγραφείς που ούτε τα ονόματά τους μας λες ολόκληρα, και ούτε καν αυτά τα μισά ονόματα δεν τα διαβάζεις σωστά, και που παρουσιάζουν στους αναγνώστες τους συμπεράσματα διαφορετικά  από αυτά που είπαν οι συγγραφείς τους οποίους παραθέτουν, τότε Άχμαντ άσε καλύτερα να υπερασπιστεί κανένας άλλος το Ισλάμ. Καλύτερα για το Ισλάμ, καλύτερα και για σένα.

Επιπλέον, σε ευχαριστούμε που μας έδωσες μια ιδέα από το πόσο σοβαρά συγγράμματα είναι αυτά στα οποία στηρίζεις την απολογητική σου κατά του Χριστιανισμού, αφού απομονώνουν μια φράση από τα λεγόμενα ενός προσώπου για να διαστρεβλώσουν το όλο νόημα των λόγων του.  Ίσως επειδή έτσι κι αλλιώς αυτό το σύστημα ακολουθείς κι εσύ, και οι απολογητές του Ισλάμ γενικότερα, γι’ αυτό και έχεις σε τόσο μεγάλη υπόληψη τέτοια παραπλανητικά βιβλία.

ΜΕΡΟΣ Β΄: ΠΑΡΑΦΡΑΖΟΝΤΑΣ ΤΟΝ ΕΡΜΑΝ

Στη συνέχεια του βίντεο, ο Άχμαντ Ελντίν αναφέρεται ξανά στον Ωριγένη, και πάλι όχι από το πρωτότυπο αλλά από τα όσα έχει επιλέξει να μεταφέρει σε βιβλίο του Αμερικανός κριτικός κειμένου. Λέει γύρω στο 11:45: «Να διαβάσουμε μερικά άλλα λόγια του Ωριγένη, όσον αφορά για την αξιοπιστία της Καινής Διαθήκης. Οι διαφορές λέει ο Ωριγένης τώρα, οι διαφορές μεταξύ των χειρογράφων είναι μεγάλες, της Καινής Διαθήκης, είτε εξαιτίας της αμέλειας κάποιων αντιγραφέων, είτε λόγω της διεστραμμένης απερισκεψίας κάποιων άλλων. Προσέξτε τα λόγια, τα λόγια του Ωριγένη: «είτε αμελούν να ελέγξουν αυτό που αντέγραψαν, είτε καθώς ελέγχουν, κάνουν προσθήκες ή αφαιρέσεις όπου τους αρέσει». Αυτά δεν τα λέμε ούτε εμείς, δεν τα λέει ούτε ο GreekMurtadd, ούτε η ΟΟΔΕ, τα λέει ο Ωριγένης. Σύμφωνα- αυτό καταγράφεται – στο βιβλίο του Bart Ehrman, «Misquoting Jesus» στη σελ. 75».

Δεν ξέρουμε αν ο Άχμαντ αναφέρει τη «σελίδα 75» επειδή μιλά για την ελληνική μετάφραση του  «Misquoting Jesus», μια και στο αγγλικό πρωτότυπο αυτά δεν βρίσκονται στη σελίδα 75 αλλά στην 52. Βέβαια η ελληνική έκδοση δεν τιτλοφορείται «Misquoting Jesus», αλλά «Παραφράζοντας τα λόγια του Ιησού»… Αυτό το οποίο ξέρουμε στα σίγουρα, είναι ότι ο ίδιος ο Ελντίν παραφράζει τα γραφόμενα στο βιβλίο του Έρμαν, καθώς εκεί διευκρινίζεται ότι ο Ωριγένης μια φορά παραπονέθηκε «ότι οι διαφορές μεταξύ των χειρογράφων έχουν γίνει μεγάλες», μιλώντας για χειρόγραφα της Καινής Διαθήκης που είχε στην κατοχή του.[3] Εύκολα καταλαβαίνουμε ότι για να ξέρει ο Ωριγένης ότι κάποια από τα αντίγραφα που κατείχε είχαν διαφορές που οφείλονταν σε λάθη γραφέων, μπορούσε να τις ξεχωρίσει και να μην παραπλανηθεί από αυτές. Και ασφαλώς, αν ο Ωριγένης είχε αυτή τη δυνατότητα, δεν είναι λογικό να υποθέσουμε ότι ήταν ο μόνος που μπορούσε να ξεχωρίσει τα λάθη των γραφέων, και οι άλλοι λόγιοι της εποχής ξεγελιούνταν! Ο ίδιος ο Έρμαν παραθέτει πιο κάτω ότι στον πολέμιο του Χριστιανισμού Κέλσο, που υποστήριζε ότι χριστιανοί γραφείς «σαν να ήταν μεθυσμένοι» άλλαζαν επίτηδες τα κείμενα των ευαγγελίων, ο Ωριγένης απάντησε ότι τέτοια δογματική παραχάραξη έκαναν διάφορες ομάδες αιρετικών, και ήταν γνωστοί και οι ίδιοι και οι αλλαγές που έκαναν. Το ίδιο κατήγγειλε και ο Ειρηναίος, και ο Διονύσιος Κορίνθου, που επίσης αναφέρονται από τον Έρμαν. Αυτό σημαίνει ότι όλες αυτές οι αλλοιώσεις των αιρετικών όχι μόνο ήταν γνωστές, αλλά δεν επικράτησαν. Οπότε, προς τι ο συναγερμός για την παραχάραξη της Καινής Διαθήκης, που τάχα αλλοιώθηκε από τους γραφείς και έφτασε αλλοιωμένη ως τις μέρες μας;

Διαβάζει ο Άχμαντ, τονίζοντας κάποια σημεία με επαναλήψεις: «Μέσα από τις μελέτες και τη συναίνεση των λογίων, αυτού του είδους οι κατηγορίες εναντίον των αιρετικών, ότι παραποιούσαν τα κείμενα των Γραφών για να τα κάνουν να λένε αυτό που εκείνοι ήθελαν, είναι πολύ συχνές μεταξύ των πρώτων χριστιανών συγγραφέων. Αυτό που αξίζει να σημειωθεί όμως είναι ότι οι πρόσφατες μελέτες φανερώνουν ότι οι αποδείξεις από τα σωζόμενα χειρόγραφα δείχνουν προς την αντίθετη κατεύθυνση. Οι αντιγραφείς που σχετίζονταν με την Ορθόδοξη παράδοση, άλλαζαν – αυτοί ήταν που άλλαζαν – πολύ συχνά τα κείμενά τους, ορισμένες φορές για να ελαχιστοποιήσουν τις πιθανότητες της λανθασμένης χρήσης τους από τους χριστιανούς που πίστευαν σε λανθασμένες πεποιθήσεις, κι ορισμένες φορές για να τα προσαρμόσουν περισσότερο στα δόγματά τους, στα δόγματα που υιοθετούσαν οι χριστιανοί που είχαν παρόμοιες μ’ αυτούς πεποιθήσεις».

Ο Έρμαν δεν παραθέτει σε αυτό το σημείο καμιά απόδειξη για τον ισχυρισμό αυτό, και ο φίλος μας ο Ελντίν πάει να βρει μια απόδειξη σε πράγματα που γράφει ο συγγραφέας παρακάτω:

«Παρακάτω γράφει ότι σε κάποια χειρόγραφα έχει ανακαλυφθεί στο περιθώριο μια φράση που λέει «ταπεινέ κι ανόητε, μην αλλάζεις το κείμενο». Τι σημαίνει αυτό; Μας εξηγεί ο Έρμαν ότι οι αντιγραφείς, όταν έκαναν αντιγραφή τα κείμενα, συνέχεια άλλαζαν τα κείμενα, άλλαζαν τις προτάσεις. Αυτο έπεφτε στην αντίληψη των μετέπειτα, από μετέπειτα άτομα που έκαναν με τη σειρά τους την αντιγραφή, και έβαζαν σημείωση για τους μετέπειτα αντιγραφείς να μην αλλάζουν τα κείμενα. Ο ένας συγκεκριμένα έχει εξοργιστεί, και έγραφε στο περιθώριο – αυτό έχει ανακαλυφθεί – «ανόητε και ταπεινέ, μην αλλάζεις το κείμενο». Δηλαδή πόσο πιο παραπάνω χειροπιαστές αποδείξεις θέλουμε για να καταλήξουμε ότι το κείμενο της Καινής Διαθήκης έχει αλλάξει και αλλαχτεί σύμφωνα με τις ανάγκες της Εκκλησίας για να υποστηρίξει αυτά που θέλει. Αυτό στη σελίδα 81.»

Ας δούμε τώρα πώς ο φίλος μας ο Ελντίν παραφράζει ξεδιάντροπα τον Έρμαν. Πρώτα πρώτα, το περιστατικό αυτό με τη φράση στο περιθώριο «ταπεινέ κι ανόητε, μην αλλάζεις το κείμενο», είναι ένα και μοναδικό και υπάρχει μόνο στον Βατικάνειο κώδικα. Δεύτερον, δεν αφορά κάποια δογματική αλλαγή, όπως παραπλανητικά αφήνει ο Ελντίν να εννοηθεί όταν λέει «το κείμενο της Καινής Διαθήκης έχει αλλάξει και αλλαχτεί σύμφωνα με τις ανάγκες της Εκκλησίας για να υποστηρίξει αυτά που θέλει.». Στην περίπτωση αυτή κάποιος γραφέας αντικατέστησε τη λέξη «φέρων» στην Εβρ. 1:3 (φέρων τε τὰ πάντα τῷ ῥήματι τῆς δυνάμεως αὐτοῦ) με τη λέξη «φανερών», αντί δηλ. το κείμενο να λέει «αυτός (ο Χριστός), που είναι το απαύγασμα της δόξας και ο χαρακτήρας τής υπόστασής του (Πατρός), και βαστάζει τα πάντα με τον λόγο τής δύναμής του, αφού διαμέσου τού εαυτού του έκανε καθαρισμό των αμαρτιών μας, κάθησε στα δεξιά τής μεγαλοσύνης στα υψηλά·’ έλεγε «αυτός (ο Χριστός), που είναι το απαύγασμα της δόξας και ο χαρακτήρας τής υπόστασής του (Πατρός), και φανερώνει τα πάντα με τον λόγο τής δύναμής του, αφού διαμέσου τού εαυτού του έκανε καθαρισμό των αμαρτιών μας, κάθησε στα δεξιά τής μεγαλοσύνης στα υψηλά». Όμως από αυτή την αλλαγή, δεν προκύπτει κάποια δογματική διαφορά, ούτε και η πρόθεση δογματικής παραποίησης εκ μέρους του γραφέα! Αν κάποιος ήθελε εσκεμμένα να παραποιήσει το κείμενο, το εδάφιο έχει δογματικά σημεία τεράστιας σημασίας για να πειράξει. Και, πράγμα ακόμα σημαντικότερο, η διαφορά αυτή ανακαλύφθηκε από μεταγενέστερο γραφέα, πράγμα που σημαίνει ότι παρότι είχε περάσει καιρός από τότε που διαπράχθηκε το λάθος, κυριαρχούσαν τα χειρόγραφα με τη σωστή γραφή, ώστε ο μετέπειτα γραφέας σύγκρινε το λανθασμένο με αυτά και διόρθωσε το λάθος. Οπότε, πού είναι η αλλαγή του κειμένου που μάλιστα έγινε για να υποστηρίξει η Εκκλησία αυτά που θέλει; Αν γινόταν μια τέτοια αλλαγή, δεν θα είχαμε ερασιτεχνικές παρεμβάσεις από γραφείς που έκαναν του κεφαλιού τους. Θα είχαμε δυναμικές εξουσιαστικές παρεμβάσεις όπως αυτή του χαλίφη Ουθμάν, που μάζεψε όλα τα αντίτυπα του Κορανίου και τα έκαψε, για να επικρατήσει μόνο η κορανική εκδοχή που ήθελε αυτός να επιβάλει.

Και συνεχίζει ο απολογητής: «Να πούμε επίσης το γνωστό, τη γνωστή προσθήκη που έχει υποστεί η Καινή Διαθήκη, συγκεκριμένα το Ευαγγέλιο του Μάρκου. Στο ευαγγέλιο του Μάρκου διαβάζουμε ότι έχουν προστεθεί οι τελευταίοι στίχοι στο ευαγγέλιο αυτό, έχουνε μπει, δεν υπάρχουνε αυτοί οι στίχοι σε κυριότερα και παλαιότερα χειρόγραφα. Κι αυτό το διαβάζετε όχι από κανέναν άλλο λόγιο, που βεβαίως το κάνουν αναφορά οι λόγιοι, οι συντηρητικοί λόγιοι, το διαβάζετε από την ίδια την Καινή Διαθήκη. Από την ίδια την Καινή Διαθήκη θα βρείτε να υπάρχουν σε αγκύλες, να λέει, ότι αυτοί οι στίχοι δεν υπάρχουν στα κυριότερα χειρόγραφα. Με άλλα λόγια έχουν προστεθεί.»

Αφού λοιπόν γνωρίζουμε ότι έχουν προστεθεί, και μέχρι και η Καινή Διαθήκη το αναφέρει, ποιο είναι το πρόβλημά σου Άχμαντ; Πολύ πριν εκδοθεί το βιβλίο το οποίο αντιγράφεις τόσο πιστά, από το 1971 που εκδόθηκε η «Εισαγωγή εις την Καινήν Διαθήκην» του Σάββα Αγουρίδη, όποιος ήθελε να ενημερωθεί για την Καινή Διαθήκη μπορούσε να διαβάσει στη σελίδα 120 ότι οι στίχοι θεωρούνται ως μη αυθεντικοί από αρχαίους συγγραφείς, όπως τον Ιερώνυμο και τον Ευσέβιο, και ότι ένα αρμενικό χειρόγραφο του 10ου αιώνα αποδίδει τους στίχους 9-20 «στον πρεσβύτερο Αριστίωνα». Επειδή πρώτος παραθέτει τους στίχους ο Ειρηναίος, μπορούμε να συμπεράνουμε ότι είναι «αρχαιότεροι του 2ου αιώνος», και η πιθανότερη εξήγηση που κάποιος χρειάστηκε να προσθέσει ένα τέλος αφήνοντας μάλιστα και το όνομά του, είναι ότι το τέλος του βιβλίου του Μάρκου είχε χαθεί. Ασφαλώς αυτά έχουν περιγραφεί και από συγγραφείς πιο παλιούς από τον Αγουρίδη. Τι καινούργιο και σοκαριστικό λοιπόν έχεις να μας πεις για τα βιβλία της Κ.Δ., τι που να μην το ξέρουμε εδώ και εκατοντάδες χρόνια;

Συνεχίζει ο απολογητής να μας δίνει παραδείγματα «αλλοιώσεων της Καινής Διαθήκης» από το βιβλίο του Έρμαν:

« Ένα παράδειγμα: πάμε στη σελίδα 130 του ίδιου του βιβλίου: Ορισμένες φορές οι γραφείς άλλαζαν τα κείμενά τους επειδή θεωρούσαν ότι το κείμενο περιείχε κάποιο πραγματικό λάθος. Αυτό φαίνεται να ισχύει στην αρχή του Μάρκου, όπου ο  συγγραφέας παρουσιάζει το ευαγγέλιο λέγοντας «΄Οπως έχει γραφτεί στον Ησαΐα τον προφήτη, στέλνω τον αγγελιοφόρο μου πριν από σένα, ετοιμάστε τον δρόμο για τον Κύριο.» Το πρόβλημα, λέει ο Έρμαν, είναι ότι η αρχή αυτής της παράθεσης δεν είναι από τον Ησαΐα, αλλ’αποτελεί συνδυασμό ενός χωρίου της Εξόδου 23:20 στίχο, και ενός από του Μαλαχία 3:1. Οι αντιγραφείς αναγνώρισαν ότι αυτό αποτελούσε πρόβλημα κι έτσι άλλαξαν το κείμενο, γράφοντας «στα βιβλία των προφητών είναι γραμμένο». Ανοίξτε το ευαγγέλιο του Μάρκου και θα το βρείτε εκεί. Τώρα δεν υπάρχει πρόβλημα με την λανθασμένη απόδοση του αποσπάσματος, όμως υπάρχουν ελάχιστες αμφιβολίες σχετικά με αυτό που έγραψε αρχικώς ο Μάρκος, η απόδοση στον Ησαΐα υπάρχει στα αρχαιότερα και στα καλύτερα χειρόγραφα. Δηλαδή το λάθος είναι στα αρχαιότερα και στα καλύτερα χειρόγραφα, όχι η διόρθωση.»

Μα τι τρανταχτό παράδειγμα αλλοίωσης διαβάσαμε μόλις τώρα! Η αλλαγή αυτή είναι ασήμαντη, και δεν επηρεάζει σε τίποτα το νόημα του κειμένου καθώς

α) ο Ησαΐας, και ο Μαλαχίας, και η Γένεση που γράφτηκε από τον Μωυσή, είναι όλα προφητικά κείμενα, οπότε δεν συνιστά αλλοίωση του νοήματος το να λέμε «οι προφήτες»

β) το «λάθος» του Μάρκου είναι παρόμοιο με το «λάθος» του Ματθαίου, που αναφέραμε πιο πριν από τη σελίδα http://www.oodegr.com/oode/grafi/alathiti1.htm#4: νόμιζε ο ευαγελιστής ότι είχε διαβάσει μια προφητεία στον Ιερεμία, ενώ δεν το θυμόταν σωστά κι αυτή βρισκόταν στον Ζαχαρία. Είναι τουλάχιστον γελοίο να ισχυρίζεται κανείς ότι τέτοια στοιχεία αλλοιώνουν το νόημα των Γραφών.

Ο Άχμαντ Ελντίν επικαλείται τον Έρμαν με τέτοιο πάθος, επειδή προφανώς δεν γνωρίζει ότι οι ισχυρισμοί του έχουν καταρριφθεί από πολλούς άλλους Προτεστάντες μελετητές, μεταξύ των οποίων είναι και ο Mark D. Roberts, τον οποίο πιο πάνω ο ίδιος ο απολογητής του Ισλάμ επικαλείται ως αυθεντία σχετικά με την Αγία Γραφή. Γράφει ο Mark D. Roberts (http://www.markdroberts.com/htmfiles/resources/biblequran.htm#jan2006):

«Σχεδόν κάθε αγγλική μετάφραση της Βίβλου θα σας πει όταν υπάρχει κάποια ασάφεια στο κείμενο βάσης για τη μετάφρασή τους. Αυτό συνήθως μπαίνει στις υποσημειώσεις που γράφουν: «Κάποια πολύ παλιά χειρόγραφα έχουν…» ή «Κάποιοι μάρτυρες λένε…» ή κάτι τέτοιο. Αν ψάξετε μέσα στην Καινή Διαθήκη, θα δείτε αυτές τις υποσημειώσεις σε πολύ λίγες σελίδες. Αλλά αν υπολογίσετε το ποσοστό των επίμαχων λέξεων, θα είναι λιγότερο από το 1%. (Τα μόνα μέρη όπου ένα μεγάλο κομμάτι του κειμένου αμφισβητείται είναι το Ιω. 7:53-8:11 [η γυναίκα που πιάστηκε σε μοιχεία] και το Μαρκ. 16:9-19 [το μεγαλύτερο τέλος του κατά Μάρκον].) Αυτό σημαίνει ότι οι κριτικοί μελετητές του κειμένου … σε μεγάλο βαθμό συμφωνούν σχετικά με την πρωτοτυπία της συντριπτικής πλειοψηφίας της Καινής Διαθήκης.

Αν οι αριθμοί μου είναι ακριβείς, ή αν θα πρέπει να πιστεύουμε τις υποσημειώσεις στις μεταφράσεις της Βίβλου, αυτό σημαίνει ότι υπάρχουν δύο τρόποι για τη μετάδοση του ίδιου βασικού γεγονότος:

«Υπάρχουν περισσότερες διαφορές μεταξύ των χειρογράφων μας από ό, τι λόγια υπάρχουν στην Καινή Διαθήκη.»
– Bart Ehrman
«Μπορούμε να έχουμε ένα υψηλό επίπεδο εμπιστοσύνης ότι η συντριπτική πλειοψηφία των λέξεων στην Ελληνική Καινή Διαθήκη εμφανίστηκε στα πρωτότυπα [αρχικά] χειρόγραφα.»
– Mark Roberts

Και οι δύο αυτές δηλώσεις είναι αληθινές. Και οι δύο βασίζονται στα ίδια στοιχεία. Και οι δύο αντικατοπτρίζουν την προκατάληψη του συγγραφέα. Αλλά το γεγονός είναι ότι τις περισσότερες φορές τα περισσότερα από τα χειρόγραφα της Καινής Διαθήκης είναι σε συμφωνία το ένα με το άλλο. Και όταν υπάρχει διαφωνία, τις περισσότερες φορές οι κριτικοί του κειμένου είναι σε θέση να διακρίνουν, με υψηλό βαθμό πιθανότητας, ποια είναι η πρωτότυπη [αρχική] ανάγνωση. Αυτό αφήνει ένα πολύ μικρό ποσοστό, ίσως το 1% της Καινής Διαθήκης, όπου έχουμε πραγματική ασάφεια στο κείμενο. Όλα αυτά τα αποσπάσματα, παρεπιπτόντως, θα μπορούσαν να αφαιρεθούν από την Αγία Γραφή χωρίς σοβαρό αντίκτυπο στη χριστιανική θεολογία. Ξέρω ότι αυτό είναι γεγονός, διότι είμαι δάσκαλος και ιεροκήρυκας της ορθόδοξης (ελπίζω) χριστιανικής θεολογίας για περισσότερα από 20 χρόνια, και έχω κάνει πάντα μια ιδιαίτερη προσπάθεια για να μην βασίζω τίποτα που κηρύττω ή διδάσκω σε ένα κείμενο για το οποίο δεν υπάρχει επαρκής υποστήριξη από χειρόγραφα.

Ο Ehrman κάνει έξυπνη χρήση της γλώσσας για να ευνοήσει την επιχειρηματολογία του, όμως φοβάμαι ότι η εξυπνάδα του μπορεί να παραπλανήσει πολλούς αναγνώστες.»

Αλλά ας παρακολουθήσουμε λίγο ακόμα τον απολογητή του Ισλάμ να επικαλείται τον Έρμαν:

«Μια άλλη ιστορία που έχει προστεθεί: η ιστορία της μοιχαλίδας. Όλοι ξέρουμε αυτή την ιστορία, που ο Ιησούς τη συγχώρεσε και έπειτα είπε στο λαό «ο πρώτος που δεν έχει αμαρτία να ρίξει την πέτρα.» Μια ιστορία συγκινητική, όμορφη. Κι εμένα ακόμα με είχε αγγίξει. Αλλά αυτή η ιστορία είναι ψεύτικη. Έχει προστεθεί. Και διαβάζουμε πάλι από την Καινή Διαθήκη, εφόσον έχετε μια Καινή Διαθήκη η οποία τα καταγράφει αυτά, λέει στις αγκύλες της ιστορίας ότι δεν υπάρχει στα κυριότερα χειρόγραφα. Μπορείτε να τη βρείτε στο ευαγγέλιο του Ιωάννη, στο 8ο κεφάλαιο, από κει ξεκινάει.»

Αφού λοιπόν είναι γνωστό ότι η ιστορία δεν υπάρχει στα παλαιότερα χειρόγραφα του κατά Ιωάννην και η Καινή Διαθήκη δεν το κρύβει, και πάλι, πού είναι η αλλοίωση;

Όμως, για να μην στεναχωριέται ο απολογητής του Ισλάμ που η συγκεκριμένη ιστορία «ακόμα κι αυτόν τον είχε αγγίξει», τον πληροφορούμε ότι είναι αυθεντική: ο καθηγητής Τρεμπέλας, που αναφέρει ότι η ιστορία αυτή για λόγους ύφους και θέσης δεν φαίνεται να ανήκει στο κατά Ιωάννη ευαγγέλιο, σημειώνει επίσης:

«…η περί της μοιχαλίδος αφήγησις παρουσιάζεται αυθεντικόν απόσπασμα πρωιμωτάτης παραδόσεως περί των λόγων και έργων του Κυρίου. Φαίνεται δε αν μη τι βέβαιον, τουλάχιστον πιθανότατον, ότι εις αυτήν αναφέρεται ο Ευσέβιος (Εκκλ. Ιστ. Γ 39) ομιλών περί του Παπίου [μαθητή του αποστόλου Ιωάννη] ως εκθέσαντος «και άλλην ιστορίαν περί γυναικός επί πολλαίς αμαρτίαις διαβληθείσης επί του Κυρίου, ην το καθ’ Εβραίους ευαγγέλιον περιέχει» [το «καθ’ Εβραίους ευαγγέλιο» έχει χαθεί, εκτος από μερκούς στίχους]. Ως δε ήδη είπομεν, η όλη περικοπή παρουσιάζει πολλάς ομοιότητας προς τας ιστορίας των συνοπτικών, η επιείκεια δε και η σοβαρότης συγχρόνως αι αποδιδόμεναι υπ’ αυτής εις τον Ιησούν εμφανίζονται εξ ολοκλήρου σύμφωνοι προς τα χαρακτηριστικά του Ιησού, όπως διέσωσαν εις ημάς ταύτα οι συνοπτικοί. Και δεν απομένει η παραμικρά αμφβολία, ότι το τεμάχιον τούτο εξιστορεί γεγονός αυθεντικόν και διασώζει πιστώς τους λόγους και την στάσιν του Ιησού έναντι γυναικός παρεκτραπείσης. Η σοφία και η δραστική δύναμις, την οποίαν ο Ιησούς εκδηλεί εν τη ιστορία της μοιχαλίδος είναι τοσούτον μεγάλα, ώστε να παρουσιάζεται παράδοξον, πώς το αξιόλογον αυτό τμήμα της ευαγγελικής ιστορίας θεωρείται από πολλών συγχρόνων ως αβέβαιον».

[Η ιστορία] «μαρτυρείται υπό των Αποστολικών Διαταγών (Ι, 2, 24), και η μαρτυρία αύτη, δυναμένη να αναχθεί και μέχρι του τέλους του 3ου αιώνος» και «κατά τον τέταρτον αιώνα οι Αμβρόσιος, Ιερώνυμος και Αυγουστίνος κηρύττονται υπέρ της αυθεντικότητος της περικοπής και εξηγούσι την παράλειψιν αυτής υπό τινων κωδίκων ως οφειλομένην εις τον φόβον ασθενών τινων περί την πίστιν χριστιανών μήπως αι γυναίκες αυτών συναγάγωσιν εξ αυτής συμπεράσματα χαλαρών ηθικών αντιλήψεων».

Εάν λοιπόν η ιστορία της μοιχαλίδας αποτελεί πρώιμη παράδοση από χαμένο ευαγγέλιο, η οποία αργότερα περιλήφθηκε στο κατά Ιωάννην, σε τίποτα δεν αλλάζει η συμπερίληψή της σε αυτό το ευαγγέλιο τη διδασκαλία του Χριστού, ούτε αλλοιώνει την γνησιότητα της αναφοράς σε όσα Εκείνος είπε και έκανε.

Και συνεχίζει ο απολογητής του Ισλάμ: «Ο Τριαδικός Θεός: Το δίδαγμα του Τριαδικού Θεού στην Α΄επιστολή του Ιωάννη, 5ο κεφ. 7ο στίχο, έχει προστεθεί, δεν υπάρχει στα κυριότερα χειρόγραφα.»

Κομίζει γλαύκα εις Αθήνα ο απολογητής, καθώς δεν μιλά σε σε Δυτικούς όπως κάνει ο Έρμαν, αλλά σε  Έλληνες οι οποίοι γνώριζαν ότι δεν είχαν στα πρωτότυπα κείμενά τους το «Ιωάννειο κόμμα» ή «Κόμμα Ιωάννου» (λατ. Comma Johanneum), όπως είναι γνωστό το εδάφιο που αναφέρει.

# Ο καθηγητής Θεολογίας Χρήστος Ανδρούτσος αναφέρει στη Δογματική του ότι αυτό το χωρίο είναι «ελλείπον μεν εν πάσι τοις αρχαίοις κώδιξι και χειρογράφοις αγνοούμενον δε υπό πάντων των Πατέρων της Εκκλησίας». (Χρήστος Ανδρούτσος, Δογματική της Ορθοδόξου Ανατολικής Εκκλησίας 5η έκδ., Αθήνα, 1956, σελ. 75)

# Ο καθηγητής Ιωάννης Καραβιδόπουλος αναφέρει: «Η προσθήκη αυτή δεν υπάρχει σε κανένα ελληνικό χειρόγραφο και δεν μνημονεύεται από τους Έλληνες Πατέρες, παρά τις τριαδολογικές έριδες που θα καθιστούσαν αναγκαία την αναφορά σ’ ένα τόσο σημαντικό χωρίο, αν αυτό υπήρχε πράγματι στο κείμενο». (Εισαγωγή Στην Καινή Διαθήκη, 3η έκδ., Εκδόσεις Π. Πουρναρά, Θεσσαλονίκη 2007, σελ. 350, 351)

# Ο Χρήστος Σπ. Βούλγαρης (ο οποίος χρησιμοποιεί και ερμηνεύει στην Εισαγωγή του το κόμμα[53]) αναφέρει περί του «του χωρίου θεωρουμένου ως ‘γλώσσης’ εισαχθείσης εκ του περιθωρίου εις το κείμενον της επιστολής». (Εισαγωγή εις την Καινήν Διαθήκην, Τόμ. Β’, Αθήνα 2003, σελ. 977)

# Ο άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης (1749-1809), επισημαίνει ότι στην εποχή του, το «Κόμμα Ιωάννου» βρίσκεται σχεδόν σε όλα τα τυπωμένα βιβλία που περιέχουν τις καθολικές επιστολές, αλλά και ότι «το ρητόν τούτο ούχ ευρίσκεται, ούτε παρά τω ιερώ Μητροφάνει [Πατριάρχης Αλεξανδρείας (1589–1639)], ούτε παρά τω Θεοφυλάκτω [7ος αι.], ούτε παρά του Οικουμενίου [αρχές 7ου αι.], και δια τούτο ουδέ όλως ερμηνείαν έχουσιν εις αυτό» και προσθέτει στην υποσημείωση ότι «και ο θείος Κύριλλος ο Αλεξανδρείας χωρίς του ρητού τούτου αναγινώσκει τον Ιωάννην». Με δυο λόγια, η παρεμβολή αυτή που καταπώς φαίνεται προήλθε από λατινικά κείμενα που μεταφράστηκαν στα ελληνικά, και αναγνωρίσιμη είναι εξ αρχής, και δεν αλλοιώνει τη θεολογία της Ορθόδοξης Εκκλησίας, αφού ούτε έρχεται σε αντίθεση με κάτι που η Εκκλησία δίδασκε μέχρι που εμφανίστηκε το Ιωάννειο κόμμα – γι’ αυτό άλλωστε και η εισαγωγή του δεν απορρίφθηκε ως αιρετική – ούτε και χρησιμοποιήθηκε στις μεγάλες τριαδολογικές έριδες. Εξάλλου η Τριαδικότητα του Θεού δεν στηρίζεται στο Ιωάννειο κόμμα, αλλά φαίνεται από πολλά άλλα χωρία της Αγίας Γραφής. Πού λοιπόν είναι η αλλοίωση που τάχα επέφερε στην πίστη των χριστιανών το Ιωάννειο κόμμα; Και πάλι αποδείχθηκε άνθρακες ο θησαυρός για τον απολογητή του Ισλάμ…

Παρακάτω ο απολογητής, που δεν κατάλαβε προφανώς τα όσα γράφτηκαν στο προηγούμενο άρθρο μας, επιχειρεί να μας αποδείξει ότι δεν έγραψε ο Ματθαίος το κατά Ματθαίον ευαγγέλιο με τον εξής τρόπο: «Ανοίξτε το ευαγγέλιο του Ματθαίου. Στο 9:9 βλέπουμε ξεκάθαρα κάποιο τρίτο πρόσωπο να μιλάει. Διαβάζουμε συγκεκριμένα, «Και ενώ προχωρούσε ο Ιησούς πιο πέρα, είδε έναν άνθρωπο να κάθεται στο τελωνείο, ο οποίος λεγόταν Ματθαίος· και του λέει: Ακολούθησέ με.» Εάν το έγραφε το ευαγγέλιο ο Ματθαίος, δεν θα το έγραφε στο 3ο πρόσωπο, θα έγραφε «και μου είπε να τον ακολουθήσω», όχι «ο οποίος ονομάζεται Ματθαίος, και του είπε, και του λέγει», λογικά. Το ίδιο ισχύει και στο κατά Ιωάννη 21:34 όπου βλέπετε εκεί το 3ο πρόσωπο. Απλά παραδείγματα για να δείτε τις αλλαγές (;;;ποιες αλλαγές βλέπουμε εδώ;), και ότι η πατρότητα των κειμένων δικαιολογημένα αμφισβητείται.»

Εδώ πρέπει να επισημάνουμε ότι στο ευαγγέλιο του Ιωάννη δεν υπάρχει στίχος 34 στο κεφάλαιο 21, όπως μας λέει ο απολογητής, αλλά το 21 που είναι το τελευταίο κεφάλαιο, κλείνει με τον στίχο 25. Επίσης δεν αναφέρονται από κανέναν αλλαγές ως προς τα σημεία αυτά με τον τελώνη και το «3ο πρόσωπο στο κατά Ιωάννην»! Πρέπει όμως να επισημάνουμε και μια κοινή πλάνη, που μοιράζονται οι αιρετικοί όλων των εποχών: Ότι είναι τόσο έξυπνοι, που ανακαλύπτουν πράγματα που κανείς δεν είχε διακρίνει μέχρι που τα είδαν αυτοί. Τόσοι και τόσοι που διάβασαν τα ευαγγέλια στην εποχή της αρχαίας Εκκλησίας και των Πατέρων, γιατί δεν κατήγγειλαν το 3ο πρόσωπο και την ανωνυμία των συγγραφέων των ευαγγελίων; Είναι ο Άχμαντ Ελντίν (και οι υπόλοιποι που χρησιμοποιούν το ανόητο αυτό επιχείρημα) οι μόνοι «σοφοί» που διέκριναν ότι αφού οι συγγραφείς των ευαγγελίων γράφουν σε 3ο πρόσωπο, άρα δεν είναι οι μαθητές Ματθαίος και Ιωάννης που αναφέρονται μέσα; Πολύ απλά, εδώ δεν έχουμε σοφία, αλλά άγνοια. Κι αυτό γιατί

Α) πολλοί σύγχρονοι των ευαγγελιστών τους γνώριζαν προσωπικά, όπως π.χ. ο Πολύκαρπος που τους γνώριζε όλους.

Β) Σε κάποιες περιπτώσεις τα βιβλία ήταν «παραγγελία» που έγινε προσωπικά στον απόστολο, όπως στην περίπτωση του κατά Ιωάννη: οι επίσκοποι της Ασίας ζήτησαν από τον Ιωάννη να γράψει ευαγγέλιο που να εκθέτει διεξοδικά τη διδασκαλία του Ιησού, ακυρώνοντας τις  κακοδοξίες του Κηρίνθου, των Εβιονιτών και άλλων εβραϊκών ομάδων.

Γ) Η τακτική του να μη γράφει ο συγγραφέας σε πρώτο πρόσωπο ούτε και να αναφέρει το όνομά του δεν ήταν κάτι που επινόησαν οι απόστολοι, και δεν ήταν σπάνια κατά τους Ελληνιστικούς χρόνους γενικότερα… Δεν είναι καθόλου παράλογο κάποιος να αφηγείται σε γ΄ πρόσωπο γεγονότα που τον αφορούν, ιδίως όταν έχει δευτερεύοντα ρόλο σ’ αυτά. Ακόμα και ο Παύλος στο 12ο κεφ. της Β΄ προς Κορινθίους επιστολής μιλά για τον εαυτό του σε τρίτο πρόσωπο, και με τρόπο που ο αναγνώστης δεν καταλαβαίνει ότι μιλά για τον εαυτό του! «2 Γνωρίζω έναν άνθρωπο εν Χριστώ πριν από 14 χρόνια, (είτε μέσα στο σώμα, δεν ξέρω· είτε έξω από το σώμα, δεν ξέρω· ο Θεός ξέρει)· ότι αυτού τού είδους ο άνθρωπος αρπάχτηκε μέχρι τον τρίτο ουρανό. 3 Και γνωρίζω αυτού τού είδους τον άνθρωπο, (είτε μέσα στο σώμα, είτε έξω από το σώμα, δεν ξέρω, ο Θεός ξέρει)· 4 ότι αρπάχτηκε στον παράδεισο, και άκουσε λόγια ανεκλάλητα, που δεν επιτρέπεται σε έναν άνθρωπο να μιλήσει. 5 Για τον άνθρωπο αυτού τού είδους θα καυχηθώ· για μένα, όμως, δεν θα καυχηθώ, παρά μονάχα στις ασθένειές μου.» Γιατί το κάνει αυτό; Γιατί πιο πριν έχει πει: «Να καυχώμαι, βέβαια, δεν με συμφέρει· επειδή, θάρθω σε οπτασίες και αποκαλύψεις τού Κυρίου.»

Δ) Όχι μόνο η τακτική του να γράφει ο συγγραφέας σε τρίτο πρόσωπο δεν ήταν σπάνια, αλλά την χρησιμοποιούσαν γνωστοί εθνικοί συγγραφείς που η πατρότητα του έργου τους ποτέ δεν αμφισβητήθηκε. Ο Ξενοφώντας π.χ. στο «Κύρου Ανάβασις» κάνει το ίδιο, αν και ο ρόλος του στην εκστρατεία των Μυρίων είναι βασικός, όχι ασήμαντος. (Βλ. Κύρου Ανάβασις, εδώ http://www.greek-language.gr/greekLang/ancient_greek/tools/corpora/anthology/content.html?t=429 .) Μετά τη δολοπλοκία του Τισσαφέρνη που οδήγησε στη σύλληψη και θανάτωση των στρατηγών και λοχαγών τους, οι Έλληνες περιήλθαν σε απελπιστική κατάσταση. Τότε ξεχώρισε ως μοναδική ηγετική φιγούρα ο ίδιος ο Ξενοφώντας. Και όμως, στο απόσπασμα όπου πληροφορούμαστε τις συνθήκες κάτω από τις οποίες εντάχθηκε στο στράτευμα του Κύρου, γράφει για τον εαυτό του: «Υπήρχε στη στρατιά κάποιος Ξενοφών Αθηναίος…», «ερχόμενος ο Ξενοφών…» «ο μεν Ξενοφών…»[4] Μήπως τώρα να αμφισβητήσουμε και την πατρότητα του Ξενοφώντα;

Και συνεχίζει ο απολογητής: «Στο ευαγγέλιο του Λουκά 23:34, ο Χριστός που υποτίθεται να λέει «Πατέρα συγχώρεσέ τους, γιατι δεν ξέρουν τι κάνουν» όταν είναι στον σταυρό, άλλη μια ιστορία η οποία έχει προστεθεί.»

«Έχει προστεθεί» σε τι; Ο Έρμαν υποστηρίζει (στην αγγλική έκδοση του Misquoting Jesus σελ. 192-193) ότι η φράση αυτή υπήρχε στο αρχικό κείμενο του κατά Λουκάν ευαγγελίου, και κάποιος γραφέας με αντιεβραϊκά αισθήματα την αφαίρεσε, για να μην φαίνεται ότι ο Χριστός συγχώρεσε τους Εβραίους. Βέβαια αυτή η αλλαγή, όπως γενικά οι αλλαγές τέτοιου τύπου, δεν πέρασε σε όλα τα χειρόγραφα και αργότερα αποκαταστάθηκε, όπως συνέβη στο προηγούμενο παράδειγμα με το «βαστάζει» και «φανερώνει». Αν λοιπόν ο Ελντίν ισχυρίζεται ότι η φράση δεν υπήρχε αρχικά στο ευαγγέλιο και προστέθηκε αργότερα, παραφράζει τον  Έρμαν ο οποίος αντικρούει αυτή την υπόθεση.

Ο Έρμαν αναφέρει επίσης (σε άλλο σημείο του βιβλίου) ότι ο Λουκάς πήρε ως βάση για την αφήγησή του το ευαγγέλιο του Μάρκου, το οποίο ήδη κυκλοφορούσε όταν αυτός έγραψε το δικό του, και ενώ σε πολλά σημεία το παρέθεσε απαράλλαχτο, σε πολλά άλλα έκανε προσθήκες. Αυτό δεν είναι παράξενο για όποιον γνωρίζει ότι το ευαγγέλιο του Μάρκου βασίζεται τόσο σε δική του μαρτυρία, μια και ανήκε στον πιο εξωτερικό κύκλο των μαθητών (στο σπίτι του Μάρκου έλαβε χώρα ο μυστικός δείπνος) όσο και σε πληροφορίες που έδωσε ο απόστολος Πέτρος, του οποίου ο Μάρκος ήταν μαθητής. Ο απόστολος Πέτρος δεν ήταν παρών κάτω από το σταυρό, όπως ήταν ο Ιωάννης και η μητέρα του Κυρίου, και για τη σταύρωση γνώριζε μόνο όσα άκουσε από άλλους. Ο Λουκάς από την άλλη, πήρε πολλές πληροφορίες που παραθέτει από την Θεοτόκο Μαρία, η οποία ήταν αυτόπτης της σταύρωσης, βρισκόταν κάτω από το σταυρό. Και εφόσον από εκείνην ο Λουκάς έμαθε κάτι παραπάνω, θα ήταν παράλειψη να μην το προσθέσει στη διήγηση που είχε συντάξει ο Μάρκος. Οπότε μόνο από άγνοια ή και ανοησία μπορεί να καταδικάσει κανείς τις προσθήκες του Λουκά, και να τις ταυτίσει με τις προσπάθειες νοθείας των ευαγγελίων. Μπορεί να το κάνει αυτό ένας αμαθής, ένας ανόητος, ή κάποιος που θέλει να μας οδηγήσει στο συμπέρασμα που προσπαθεί να μας οδηγήσει ο απολογητής του Ισλάμ, όταν καταλήγει: «Και αναρωτιέμαι εγώ τώρα, πόσες άλλες ιστορίες θα ανακαλυφθούν στο μέλλον ότι έχουν προστεθεί. Φανταστείτε!» Να «φανταστούμε» δηλαδή ότι η Καινή Διαθήκη είναι νοθευμένη, για να καταλήξουμε στο πολυπόθητο για τον Άχμαντ Ελντίν συμπέρασμα, ότι το Κοράνι που τάχα δεν το πείραξε κανείς, είναι αυθεντικός λόγος του Θεού. Δυστυχώς, για να καταλήξει κανείς σε κάτι τέτοιο δεν χρειάζεται απλά πολλή φαντασία, αλλά φαντασιοπληξία…

Επίσης, μια που ο απολογητής του Ισλάμ με ρωτά προσωπικά – εμένα από όλη την ομάδα – τι γνώμη έχω για «το λάθος του Ματθαίου για το  οποίο γράφουν οι ΟΟΔΕΐτες», θα ήθελα κι εγώ να τον ρωτήσω τι γνώμη έχει εκείνος για τα λεγόμενα του Έρμαν που αναιρούν τα ισλαμικά πιστεύω. Γιατί μέχρι τώρα είδαμε τον Ελντίν να επικαλείται με πάθος τον Έρμαν, και να τον παραφράζει κιόλας. Όμως, ο Έρμαν δέχεται ότι ο Ιησούς πραγματικά σταυρώθηκε και τάφηκε νεκρός – πράγμα που αναιρεί το Κοράνι – δέχεται τον απόστολο Παύλο ως γνήσιο μαθητή του Ιησού – ενώ οι μουσουλμάνοι καταφέρονται εναντίον του με μίσος και ισχυρίζονται ότι νόθευσε τον Χριστιανισμό – και δέχεται ότι στα ευαγγέλια, ειδικά στο κατά Ιωάννη, υπάρχουν εξαρχής εδάφια, που μιλούν για τη θεότητα του Ιησού – κάτι που επίσης αρνούνται οι μουσουλμάνοι, οι οποίοι ισχυρίζονται ότι τα ευαγγέλια δεν διδάσκουν τη θεότητα του Ιησού, και ότι αν υπάρχουν τέτοια εδάφια, είναι παρανοήσεις ή μεταγενέστερες διαστροφές και προσθήκες. Σε αυτά δέχεται τη γνώμη του  Έρμαν ο Άχμαντ Ελντίν, ή το κάνει μόνο όπου τον συμφέρει;

Αλλά ας δούμε πώς κλείνει το βίντεο ο απολογητής του Ισλάμ.

«Θέλω να κλείσω τα παραδείγματα με την ίδια την Αγία Γραφή, συγκεκριμένα την Παλαιά Διαθήκη, που τονίζει ότι δεν μπορούμε να εμπιστευτούμε όχι μόνο την Καινή Διαθήκη, ολοκληρωτικά το βιβλίο. Μερικά χωρία τα οποία το δείχνουν αυτό. Στο βιβλίο του Ιερεμία, 8:8, διαβάζουμε: «Πώς λέτε ‘είμαστε σοφοί και ο νόμος του Κυρίου είναι μαζί μας;’ Δέστε, σίγουρα μάταια έγινε αυτό, το καλάμι των Γραμματέων είναι αναληθές.’ Το καλάμι, το μολύβι ας πούμε. Το καλάμι των Γραμματέων είναι αναληθές. Ιερεμίας 23:36: ‘Και δεν θα αναφέρετε στο εξής το φορτίο του Κυρίου, δεδομένου ότι το φορτίο θα είναι στον καθένα ο λόγος του. Επειδή διαστρέψατε τα λόγια του ζωντανού Θεού, του Κυρίου των Δυνάμεων, του Θεού μας.’ Προσέξτε: ο Θεός είναι αυτός που κατηγορεί άτομα που αλλάζουν τα λόγια Του, διαστρέφουν τα λόγια Του.

Σε αυτές τις παραποιήσεις του Άχμαντ Ελντίν έχουμε απαντήσει ξανά εδώ: https://greekmurtadeen.wordpress.com/2010/03/23/periklytos-muhammad-exp/ Πρόκειται για άρθρο που το έχει διαβάσει, αφού υποτίθεται ότι το «αναίρεσε» κιόλας… Όμως, το ότι το διάβασε δεν τον εμποδίζει να ξανακάνει τα ίδια λάθη ξανά και ξανά. Ορίστε πόσο αναλυτικά του είχε υποδειχθεί η παρερμηνεία που έκανε στα δύο εδάφια του Ιερεμία:

Εδώ ο Ιερεμίας δεν μιλάει για κάποια αλλοίωση του κειμένου της Αγίας Γραφής, όπως ψευδώς ισχυρίζεται ο Άχμαντ Ελντίν. Ο Ιερεμίας καταδικάζει τους διεφθαρμένους ψευδοπροφήτες του Βάαλ αλλά και του Γιαχβέ, που έλεγαν στον κόσμο: «Μη φοβάστε, δεν θα έρθει κακό, είμαστε ο λαός του Θεού».

Σε αντίθεση με αυτούς, ο Ιερεμίας είχε ένα καταδικαστικό και ΤΡΟΜΑΚΤΙΚΟ άγγελμα από τον αληθινό Θεό, για καταστροφή τού βασιλείου του Ιούδα, και γι’ αυτό τον δίωκαν και τον φυλάκισαν και τον βασάνισαν.

Ιερεμίας 20/κ: 7-9: «Κύριε, με δελέασες, και δελεάστηκα· υπήρξες ισχυρότερος εναντίον μου, και υπερίσχυσες· έγινα χλευασμός όλη την ημέρα· όλοι με εμπαίζουν.

8 επειδή, αφού άνοιξα το στόμα, βοώ, φωνάζω βία και αρπαγή· γι’ αυτό, ο λόγος τού Κυρίου έγινε σε μένα για ονειδισμό και για χλευασμό όλη την ημέρα.

9 Και είπα: Δεν θα αναφέρω γι’ αυτό ούτε θα μιλήσω πλέον στο όνομά του.

Όμως, ο λόγος του ήταν στην καρδιά μου σαν φωτιά που έκαιγε, περικλεισμένη μέσα στα κόκαλά μου, και απέκαμα να χαλινώνω τον εαυτό μου, και δεν μπορούσα πλέον.».

Ιερεμίας 23/κγ: 16,17: «16 Έτσι λέει ο Κύριος των δυνάμεων: Μη ακούτε τα λόγια των προφητών, αυτών που προφητεύουν σε σας· αυτοί σας κάνουν μάταιους· μιλούν οράσεις από την καρδιά τους, όχι από το στόμα τού Κυρίου.

17 Λένε πάντοτε σ’ αυτούς που με καταφρονούν: Ο Κύριος είπε: Ειρήνη θα είναι σε σας· λένε σε κάθε έναν που περπατάει σύμφωνα με τις ορέξεις τής καρδιάς του: Δεν θάρθει επάνω σας κακό·»

Ιερεμίας 7/ζ: 4, 13-15: «4 Μη έχετε πεποίθηση σε αναληθή λόγια, λέγοντας: Ο ναός τού Κυρίου, ο ναός τού Κυρίου, ο ναός τού Κυρίου είναι αυτός… 12 Αλλά, πηγαίνετε τώρα στον τόπο μου, που είναι στη Σηλώ, όπου είχα βάλει το όνομά μου, αρχικά, και δείτε τι έκανα σ’ αυτόν εξαιτίας τής κακίας τού λαού μου Ισραήλ. 13 Και τώρα, επειδή πράξατε όλα αυτά τα έργα, λέει ο Κύριος, και σας μίλησα, σηκωνόμενος το πρωί και μιλώντας, και δεν ακούσατε· και σας έκραξα, και δεν απαντήσατε· 14 γι’ αυτό, στον οίκο, επάνω στον οποίο αποκλήθηκε το όνομά μου, στον οποίο εσείς έχετε το θάρρος, και στον τόπο, που έδωσα σε σας και στους πατέρες σας, θα κάνω όπως έκανα στη Σηλώ· 15 και θα σας απορρίψω από το πρόσωπό μου, όπως απέρριψα όλους τούς αδελφούς σας, ολόκληρο το σπέρμα τού Εφραϊμ».

Δηλαδή, τους λέει: «Μη νομίζετε ότι επειδή ο Ναός του Κυρίου είναι στην Ιερουσαλήμ θα σας γλιτώσει ο Κύριος με όλα αυτά που κάνετε. Κοιτάξτε τι έκανε ο Κύριος στους αδελφούς σας, στο 10φυλο βασίλειο του Ισραήλ, πάνω στους οποίους έθεσε το όνομά Του, και θα δείτε τι περιμένει και εσάς».

Όμως, ο φίλος μας έχει παρερμηνεύσει κι άλλο εδάφιο:

Επίσης από το βιβλίο του Ιερεμία:

«Πώς λέτε: Είμαστε σοφοί, και ο νόμος τού Κυρίου είναι μαζί μας; Δέστε, σίγουρα, μάταια έγινε αυτό· το καλάμι των γραμματέων είναι αναληθές» (Ιερεμίας 8:8)

Το εδάφιο Ιερ. 8,8 αναφέρεται στους Ιουδαίους που δεν τίμησαν τον Νόμο ο οποίος μίλησε για τον Χριστό, και δεν τον δέχτηκαν. Ο Κύριλλος Αλεξανδρείας χρησιμοποιεί αρκετές φορές το εδάφιο σε έργα του και το θεωρεί προφητικό δηλ. ότι αναφέρεται στους Εβραίους που δεν αποδέχτηκαν το Ευαγγέλιο του Χριστού. Οι Γραμματείς έγραψαν ερμηνείες διαφορετικές, δεν δέχτηκαν τη διδασκαλία περί Μεσσία, δεν πείραξαν το πρωτότυπο κείμενο της Αγίας Γραφής όπως υπονοεί ο μουσουλμάνος απολογητής!

Γενικότερα, θα πρέπει ο Άχμαντ, ή όποιος άλλος θεωρεί ότι ο άγιος προφήτης Ιερεμίας μιλάει για νοθεία στα ΚΕΙΜΕΝΑ της Π.Δ, να εξηγήσει ποια από τα κείμενα γράφτηκαν ΠΡΙΝ τον Ιερεμία, επομένως μπορεί να υπονοούνται στην καταγγελία του, και ποια γράφτηκαν ΜΕΤΑ απ’ αυτόν, άρα είναι εκτός της καταγγελίας του, δηλ. οφείλει να τα δεχτεί ως ανόθευτα.

Και πρέπει να το υποστηρίξει με βάση επιστημονικές και ορθολογι(στι)κές απόψεις, που σε τόση “εκτίμηση” δήθεν τις έχει.

Ωστόσο, ασφαλώς ο άγιος προφήτης Ιερεμίας δεν εννοεί αυτό που εννοεί ο Άχμαντ Ελντίν.

Ο Χριστός μίλησε για τους γραμματείς στα περίφημα “ουαί”. Να πώς είναι αναληθές το καλάμι των γραμματέων. Και να πώς ο λαός διέστρεψε τα λόγια του Θεού: στην καρδιά του, όχι στα κείμενα.

Ίσως επειδή ο απολογητής γνωρίζει ότι οι ισχυρισμοί του για τα δύο εδάφια του Ιερεμία έχουν απαντηθεί,  αυτή τη φορά που τα επικαλείται ξανά, προσθέτει σ’ αυτά κι ένα του Ησαΐα:

«Ησαΐας 10:1: Αλίμονο σ’ αυτούς που ψηφίζουν ψηφίσματα άδικα, και στους γραμματείς που γράφουν, που γράφουν (ο Άχμαντ το επαναλαμβάνει για έμφαση) καταδυνάστευση». Παραλείπει εδώ ο Άχμαντ να μας δώσει τους επόμενους στίχους, που δείχνουν καθαρά ότι δεν αναφέρεται ο προφήτης σε αλλοίωση του Λόγου του Θεού, αλλά σε άδικες δικαστικές αποφάσεις των Γραμματέων, καθώς ο Ησαΐας συνεχίζει: «για να στερήσουν αυτόν που έχει ανάγκη από την κρίση, και για να αρπάξουν το δίκιο των φτωχών τού λαού μου, για να γίνουν οι χήρες λάφυρό τους, και να γυμνώσουν τους ορφανούς!»

Αλλά έχει κι άλλες προτάσεις να μας κάνει:

«Μπορείτε να δείτε ανάλογα και στην Κ.Δ. προς Γαλάτας 1:7». Δυστυχώς για τον απολογητή, εκεί ο απόστολος Παύλος λέει «υπάρχουν μερικοί που σας ταράζουν, και θέλουν να μετατρέψουν το ευαγγέλιο του Χριστού». Ο απόστολος αναφέρεται στο κήρυγμα που είχε κάνει, μια και την εποχή εκείνη δεν υπήρχαν ακόμη γραπτά ευαγγέλια, κι ακόμα στο εδάφιο δεν έχουμε κάποια απόδειξη πραγματικής αλλοίωσης του ευαγγελίου, παρά μόνο αναφορά στις απόπειρες ορισμένων, τις οποίες ο Παύλος ακυρώνει με αυτή την επιστολή.

Ακόμα πιο ατυχές είναι το επόμενο «παράδειγμα» που μας δίνει, από την προς Ρωμαίους 10:17. Εδώ λέει: «16 Αλλά, δεν υπάκουσαν όλοι στο ευαγγέλιο· επειδή, ο Ησαΐας λέει: «Κύριε, ποιος πίστεψε στο κήρυγμά μας;». 17 Επομένως, η πίστη είναι διαμέσου τής ακοής· η δε ακοή διαμέσου τού λόγου τού Θεού.» Τελείως άσχετο παράδειγμα δηλαδή, όπως άσχετα ήταν και τα υπόλοιπα «παραδείγματα» του απολογητή του Ισλάμ..

Κλείνοντας ο Άχμαντ Ελντίν μας ευχαριστεί που τον ακούσαμε, και μας υπόσχεται ότι θα ακολουθήσουν περισσότερα άρθρα με «περισσότερες γνώμες των λογίων». Εμείς πάλι έχουμε να παρατηρήσουμε ότι η ποιότητα της απολογητικής του είναι τόσο χαμηλή, και το μέγεθος της παραποίησης και ψευδολογίας του τόσο μεγάλο, που θα έπρεπε να μας πληρώνει που τον ακούμε κι όχι απλά να μας ευχαριστεί!

Επίσης, ο απολογητής του Ισλάμ δεν πρέπει να απορεί καθόλου που μέχρι στιγμής δεν έχουμε ανταποκριθεί στην πρόσκλησή του για διάλογο, και για την ακρίβεια θα πρέπει να μας ευχαριστεί που δεν το κάνουμε: με τις τακτικές που ακολουθεί, ένας διάλογος μαζί του θα είναι σαν να κλέβουμε εκκλησία…


[1] «Ότι ο χαρακτήρ της λέξεως της προς Εβραίους επιγεγραμμένης επιστολής ουκ έχει το εν λόγω ιδιωτικόν του αποστόλου, ομολογήσαντος εαυτόν ιδιώτην είναι τω λόγω (Β΄Κορινθ. 11,6), τουτέστιν τη φράσει, αλλά εστιν επιστολή συνθέσει της λέξεως ελληνικωτέρα, πας ο επιστάμενος κρίνειν φράσεων διαφοράς ομολογήσαι αν. Πάλιν τε αυ ότι τα νοήματα της επιστολής θαυμάσια εστί, και ου δεύτερα των αποστολικών ομολογουμένων γραμμάτων, και τούτο αν συμφήσαι είναι αληθές πας ο προσέχων τη αναγνώσει τη αποστολική… Εγώ δε αποφαινόμενος είποιμ’ αν, ότι τα μεν νοήματα του αποστόλου εστίν, η δε φράσις και σύνθεσις απομνημονεύσαντος τινός τα αποστολικά, και ωσπερεί σχολιογραφήσαντός τινος τα ειρημένα υπό του διδασκάλου. Ει τις ουν Εκκλησία έχει ταύτην την επιστολήν ως Παύλου, αύτη ευδοκιμείτω και επί τούτω. Ου γαρ εική οι αρχαίοι άνδρες ως Παύλου αυτήν παραδεδώκασι. Τις δε ο γράψας την Επιστολήν, το μεν αληθώς Θεός οίδεν, η δε εις ημάς φθάσασα ιστορία, υπό τινών μεν λεγόντων, ότι Κλήμης ο γενόμενος επίσκοπος Ρωμαίων έγραψε την επιστολήν, υπό τινων δε ότι Λουκάς ο γράψας το Ευαγγέλιον και τις Πράξεις.»

[2] Και την προς Εβραιους δε επιστολην Παυλου μεν ειναι φησιν, γεγραφθαι δε Εβραιοις Εβραικη φωνη, Λουκαν δε φιλοτιμως αυτην μεθερμηνευσαντα εκδουναι τοις Ελλησιν, οθεν τον αυτον χρωτα ευρισκεσθαι κατα την ερμηνειαν ταυτης τε της επιστολης και των πραξεων. … Μη προγεγραφθαι δε το Παυλος αποστολος εικοτως, Εβραιοις γαρ, φησιν, επιστελλων προληψιν ειληφοσιν κατ αυτου και υποπτευουσιν αυτον, συνετως πανυ ουκ εν αρχη απετρεψεν αυτους, το ονομα θεις.»

[3] «The third century church father Origen, for example, once registered the following complaint about the copies of the Gospels at his disposal.»

[4] [3.1.4] «Ἦν δέ τις ἐν τῇ στρατιᾷ Ξενοφῶν Ἀθηναῖος…» [3.1.6] «ἐλθὼν
δ’ ὁ Ξενοφῶν…» [3.1.8] «ὁ μὲν δὴ Ξενοφῶν…»

Οι ρίζες του τριαδολογικού δόγματος

Μια που βρισκόμαστε στην αναστάσιμη περίοδο, δημοσιεύουμε ένα ακόμη ποστ με θεολογικό χαρακτήρα. Είναι απόσπασμα εκτενέστερης εργασίας του ορθόδοξου θεολόγου Θ. Ρηγινιώτη, που δημοσιεύεται με μορφή σχολίων σε μουσουλμανικό μπλογκ. Το αντλούμε από εδώ:

http://nabiallah.wordpress.com/%ce%bf-%cf%80%cf%81%ce%bf%cf%86%ce%ae%cf%84%ce%b7%cf%82-%ce%bc%ce%bf%cf%85%cf%87%ce%ac%ce%bc%ce%bc%ce%b5%ce%bd%cf%84-%cf%83%cf%84%ce%b7-%ce%b2%ce%af%ce%b2%ce%bb%ce%bf/#comment-176

Όταν οι αδελφοί μας μουσουλμάνοι έχουν μπροστά τους τις χαντίθ, εμφανίζονται απολύτως βέβαιοι για την αυθεντικότητά τους – έστω, για την αυθεντικότητα εκείνων που οι πνευματικοί τους διδάσκαλοι έχουν αναγνωρίσει και καταχωρίσει ως αυθεντικές. Φυσικά μπορούν να βρουν πολλά «ορθολογικά» επιχειρήματα για να υποστηρίξουν την άποψή τους, αλλά ο αληθινός λόγος είναι ένας: εμπιστεύονται τις χαντίθ, γιατί θεωρούν εξ ορισμού αξιόπιστους τους συλλέκτες και σχολιαστές τους.

Όταν όμως εμείς επικαλούμαστε λόγια του Ιησού, εκείνοι εύκολα τα απορρίπτουν ως μυθεύματα και πλαστογραφίες. Όταν επικαλούμαστε λόγια των αποστόλων, εκείνοι εύκολα χαρακτηρίζουν τους αποστόλους (τους αγίους αυτούς αυτόπτες μάρτυρες του Ιησού) ως πλαστογράφους. Και όταν επικαλούμαστε λόγια των αγίων Πατέρων της Εκκλησίας, εύκολα βρίσκουν κάθε μομφή να τους προσάψουν, αρκεί να μειώσουν την εγκυρότητα της θεμελιώδους διδασκαλίας του χριστιανισμού.

Στην Καινή Διαθήκη, ο Ίδιος ο Ιησούς ζητάει πίστη στον Εαυτό Του (π.χ. Ιω. 3, 29 και 9, 35-38) και δηλώνει ότι η τιμή προς Αυτόν πρέπει να είναι ίση με την τιμή προς τον Πατέρα (Ιω. 5, 23, «ίνα πάντες τιμώσι τον υιόν καθώς τιμώσι τον πατέρα»). Πώς λοιπόν ο συγγραφέας μας ισχυρίζεται ότι αυτό είναι «ειδωλολατρία» και «προσβολή» προς το Θεό;

Η τριαδολογία του χριστιανισμού δεν επινοήθηκε στην Α΄ Οικουμενική Σύνοδο, αλλά αποτελεί την αποκάλυψη που έκαναν για το Θεό ο Ιησούς και (την Πεντηκοστή) το Άγιο Πνεύμα – αποκάλυψη που βίωσαν και βιώνουν οι άγιοι κάθε γενιάς. Αυτή είναι η πίστη και η ακλόνητη διδασκαλία των χριστιανών αγίων από την αρχή του χριστιανισμού, και φυσικά συνιστά πρόοδο ως προς την Παλαιά Διαθήκη, όπου οι άνθρωποι δεν ήταν ακόμη σε θέση να αντιληφθούν κάτι τέτοιο. Αν η Παλαιά Διαθήκη περιείχε την τέλεια αποκάλυψη του Θεού, δε θα χρειαζόταν να έρθει ο Χριστός, ακόμη και ως προφήτης.

Στην Καινή Διαθήκη η τριαδολογία δεν αναπτύσσεται ούτε διατυπώνεται αναλυτικά, ακριβώς διότι βιώνεται πέρα από κάθε αμφισβήτηση. Φαίνεται όμως ότι υπάρχει, από πλήθος τριαδολογικών αναφορών, όπως οι κλασικές: «βαπτίζοντες αυτούς εις το όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος» (Ματθ. 28, 19) και «η χάρις του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού και η αγάπη του Θεού και Πατρός και η κοινωνία του Αγίου Πνεύματος είη μετά πάντων υμών» (Β΄ Κορινθ. 13 – πρόκειται, κατά τους μελετητές, για φράση από την πρωτοχριστιανική [αποστολική] θεία λειτουργία).

Η γενιά λοιπόν των αγίων αποστόλων πίστευε στην Αγία Τριάδα. Το ίδιο και η αμέσως επόμενη γενιά, των αγίων αποστολικών Πατέρων (1ο μισό του δεύτερου αιώνα μ.Χ.). Πουθενά δεν φαίνεται «μετατόπιση» της πίστης των χριστιανών από κάποιο «μονοπρόσωπο Θεό» προς την Αγία Τριάδα. Για την πίστη των Πατέρων της πρώτης μεταποστολικής γενιάς (των μαθητών των αποστόλων) στην Αγία Τριάδα παραπέμπω στα άρθρα: http://www.oodegr.com/oode/theos/triada1.htm και: http://www.oodegr.com/oode/theos/airetika/da_vinci3.htm.

Οι άγιοι αυτοί, όπως και οι μεταγενέστεροι, καθώς και οι άγιοι των Οικουμενικών Συνόδων, δεν «επινοούσαν» δόγματα, αλλά γνώριζαν την αλήθεια για το Θεό με την ένωση προς Αυτόν, δηλαδή με την αγιότητά τους (θέωση). Η θέωσή τους φαίνεται όχι μόνον από τα θαύματά τους (επαναλαμβάνω ότι οι Πράξεις αναφέρουν πλήθος θαυμάτων των αποστόλων), αλλά και από τον τρόπο ζωής τους, τον γεμάτο αγάπη και αυτοθυσία για τον πλησίον.

Για να γίνει κάπως κατανοητό τι εννοώ, παραπέμπω τον αναγνώστη στο βίο του μεγάλου χριστιανού πνευματικού πατέρα του 20ού αιώνα αγίου Σιλουανού του Αθωνίτη, γραμμένο από το μαθητή του και επίσης άγιο Σωφρόνιο Σαχάρωφ (έκδ. Ιεράς Μονής Τιμίου Προδρόμου, Έσσεξ Αγγλίας). Εκεί θα αντιληφθεί τι σημαίνει «αγιοπνευματικός φωτισμός» και «γνώση του Θεού διά του Αγίου Πνεύματος». Ως προς την Αγία Γραφή, θα το αντιληφθεί κάπως διαβάζοντας τις Πράξεις των αποστόλων, όχι μόνο το κεφ. 2 (όπου περιγράφεται η κάθοδος του Αγίου Πνεύματος κατά την Πεντηκοστή), αλλά ολόκληρο το έργο.

Το γεγονός ότι η τριαδολογία είναι η αρχική διδασκαλία του χριστιανισμού φαίνεται και από το σάλο που προκλήθηκε, όταν ο Άρειος (ιερέας στην Αλεξάνδρεια) άρχισε να διδάσκει ότι ο Υιός δεν είναι Θεός. Όχι μόνο δε φαίνεται πουθενά (ας μας υποδείξει κάποιος μία πηγή) «μετατόπιση» της χριστιανικής θεολογίας προς την τριαδολογία, αλλά, αντίθετα, φαίνεται ότι κάποιοι μετατοπίστηκαν κατά καιρούς από την τριαδολογία προς διάφορες απόπειρες «διάσωσης του απόλυτου μονοθεϊσμού», επειδή προσπαθούσαν να κατανοήσουν τη θεολογία διανοητικά (σαν φιλόσοφοι) και όχι να τη βιώσουν με την ένωση προς το Θεό (ως άγιοι). Αυτοί ήταν οι «μοναρχιανοί», που χωρίζονταν σε δύο κλάδους και δίδασκαν είτε ότι ο Ένας Θεός εμφανίστηκε ο Ίδιος σαν Πατέρας στην Παλαιά Διαθήκη, σαν Υιός στην Καινή και σαν Άγιο Πνεύμα στην Εκκλησία (τροπικοί μοναρχιανοί ή πατροπασχίτες), είτε ότι ο Χριστός ήταν ένας κοινός άνθρωπος που αναδείχθηκε σε Θεό λόγω της ανυπέρβλητης ηθικής του καθαρότητας (δυναμικοί μοναρχιανοί ή υιοθετιστές). Ο Άρειος ήταν η μετεξέλιξη του δυναμικού μοναρχιανισμού.

Λόγω των πρώτων μοναρχιανών, κάποιοι πρώιμοι χριστιανοί διδάσκαλοι έκαναν κάποιες απόπειρες να διατυπώσουν λεκτικά την τριαδολογία – οι απόπειρες αυτές δεν ήταν απόλυτα επιτυχημένες, και δίνουν στο συγγραφέα μας παρακάτω τη χαρά να επισημάνει διάφορες «αδυναμίες» της. Όμως η τριαδολογία εκφράστηκε με τον καλύτερο δυνατό τρόπο από τους Πατέρες της Νίκαιας και την επόμενη γενιά, από το Μ. Αθανάσιο (που συμμετείχε στη Νίκαια ως διάκονος), το Μέγα Βασίλειο και άλλους (βλ. http://www.oodegr.com/oode/dogmat1/doc_theos2.htm).

Αυτοί οι άγιοι, εξαιτίας των αιρέσεων, διατυπώνουν λεκτικά την κατ’ ουσίαν «άρρητη» εμπειρία τους από την παρουσία του Θεού εντός τους. Για μας είναι τόσο έγκυροι, όσο είναι για τους μουσουλμάνους ο Μωάμεθ. Γνωρίστε το βίο τους και μάθετε για τις εμπειρίες τους και θα καταλάβετε το γιατί.

Η Αγία Τριάδα στη Βίβλο

Ας δούμε τώρα αυτό που ενδιαφέρει τους μουσουλμάνους και όλους τους «ορθολογιστές»: η Βίβλος υποστηρίζει την τριαδολογία; Φυσικά, εμείς απαντάμε καταφατικά. Η τριαδολογία δεν είναι ξένη προς τη Βίβλο. Ωστόσο –επαναλαμβάνω– δεν περιμένουμε να μας πει η Βίβλος για το Θεό, διότι ο Θεός (διά της άκτιστης χάριτός Του) βρίσκεται κάθε στιγμή εντός της νοεράς καρδίας των αγίων μας και εκεί τους διδάσκει την αλήθεια γι’ Αυτόν (τέτοιος άγιος μπορεί να είναι κι ένας φτωχός και παραμελημένος γείτονάς μας κι όχι οπωσδήποτε κάποιο «στέλεχος» της θεσμικής Εκκλησίας – http://www.oodegr.com/oode/epistimi/genika/epist_erevna_theou1.htm). Θα αναφερθούμε στο θέμα της βιβλικής τριαδολογίας για χάρη των αδελφών μας μουσουλμάνων και λοιπόν «αντιτριαδιστών», που αναλίσκονται σε φιλολογικές αναλύσεις, αναζητώντας με το μικροσκόπιο τι λέει η Βίβλος για το ένα ή το άλλο θέμα και ξεχνώντας να ρωτήσουν απευθείας τον Ίδιο το Θεό με νηστεία, προσευχή, εξομολόγηση και (επιτρέψτε μου) θεία κοινωνία. Το σωστό θα ήταν να ερευνήσουν έτσι, όσα χρόνια κι αν κρατήσει η έρευνά τους – σαν αγωνιστές κι όχι σαν φιλόλογοι. Φιλολογικά, μπορούμε να ανακαλύψουμε ή και να επινοήσουμε όσα επιχειρήματα και αντεπιχειρήματα θέλετε.

Παρόλα αυτά, ας ξεκινήσουμε, Θεού θέλοντος.

1. Παλαιά Διαθήκη

Η Παλαιά Διαθήκη αποτελεί «σκιά» της βασιλείας του Θεού («των μελλόντων αγαθών»), καθώς απευθύνεται στη νηπιώδη ανθρωπότητα (πρβ. Α΄ Κορινθίους, 13, 11: «ότε ήμην νήπιος, ως νήπιος ελάλουν, ως νήπιος εφρόνουν, ως νήπιος ελογιζόμην× ότε δε γέγονα ανήρ, κατήργηκα τα του νηπίου»). Η Καινή Διαθήκη πάλι δεν είναι η ίδια η βασιλεία του Θεού, αλλά «τύπος» της (προτύπωση). Η βασιλεία του Θεού είναι η κατάσταση στην οποία εισέρχεται ο άνθρωπος καθώς προχωρεί στη θέωση και ολοκληρωτικά θα τη δούμε από τη δευτέρα παρουσία και μετά («βλέπομεν γαρ άρτι δι’ εσόπτρου και εν αινίγματι, τότε δε πρόσωπον προς πρόσωπον», Παύλος).

Έτσι, στην Π.Δ. η Αγία Τριάδα αποκαλύπτεται «συνεσκιασμένα» (σκιωδώς), καθώς οι άνθρωποι, μη έχοντας ακόμη την ένωση Θεότητας και ανθρωπότητας, που συντελέστηκε στο πρόσωπο του Χριστού, και τη χάρη του Αγίου Πνεύματος, που ξεχύθηκε στην ανθρωπότητα κατά την πεντηκοστή, δε μπορούσαν ακόμη να αντέξουν την αποκάλυψη αυτή (όπως και οι αντιτριαδικές αιρέσεις και οι μουσουλμάνοι, οι οποίοι, ας μου επιτραπεί να το πω, αποκρούουν αυτή τη χάρη, ίσως από ατολμία, μένοντας προσκολλημένοι στη νηπιώδη προ Χριστού κατάσταση). Το ότι δεν είχαν ακόμη αυτά τα πλεονεκτήματα δεν είναι «αδικία του Θεού σε βάρος τους», διότι η Π.Δ. είναι ακριβώς το πρώτο στάδιο της πορείας που οδήγησε στην κάθοδο του Χριστού και του Αγ. Πνεύματος (Παρακλήτου). Οι δε προ Χριστού νεκροί γνώρισαν επίσης το Χριστό και συμμετείχαν (ελεύθερα και εφόσον το θέλησαν) στο παγκόσμιο Σώμα Του (την Εκκλησία) κατά την κάθοδό Του στον Άδη με το σταυρικό θάνατό Του, όταν «τοις εν φυλακή πνεύμασι πορευθείς εκήρυξεν» (Α΄ επιστολή του αγίου αποστόλου Πέτρου, 3, 19-20).

Στην Π.Δ. λοιπόν η Αγία Τριάδα αποκαλύπτεται τουλάχιστον με έξι τρόπους:

1. Με τον πληθυντικό αριθμό στα χωρία Γέν. 1, 26 («ας φτιάξουμε άνθρωπο κατά την εικόνα και την ομοίωσή μας») και Γέν. 11, 7 («ας κατεβούμε και ας τους μπερδέψουμε τις γλώσσες»).

Στους στίχους αυτούς ο Θεός σίγουρα δεν μιλάει στους αγγέλους Του, διότι ούτε συνεργάστηκαν μαζί Του στη δημιουργία του ανθρώπου, ούτε αναφέρεται κάπου ότι ο άνθρωπος είναι πλασμένος «κατ’ εικόνα και ομοίωσιν» και των αγγέλων. Ωστόσο, δε χρησιμοποιεί ούτε το λεγόμενο «πληθυντικό της μεγαλοπρέπειας», δηλαδή να μιλήσει για τον Εαυτό Του στον πληθυντικό αντί για τον ενικό, κατά τη βασιλική συνήθεια. Αν ο Θεός χρησιμοποιούσε «πληθυντικό της μεγαλοπρέπειας», θα έπρεπε να τον χρησιμοποιεί σε όλη τη διάρκεια της Αγίας Γραφής, δηλαδή ούτε μια φορά να μη λέει «Εγώ, ο Θεός», αλλά πάντα «Εμείς, ο Θεός». Κάτι τέτοιο όμως δε συμβαίνει.

Αντίθετα, υπάρχει Κάποιος, με τον Οποίο συνεργάστηκε ο Θεός κατά τη δημιουργία όλων των δημιουργημάτων Του: ο Υιός (Ιω. 1, 3, Α΄ Κορινθίους,, 8, 6, Κολ. 1, 16-17). Για μας είναι φανερό (και κανένα απολύτως λόγο δεν έχουμε να αμφιβάλλουμε) ότι ο Θεός μιλάει με τον Υιό, που είναι ο Λόγος και η Σοφία Του.

Εδώ οφείλω να αναφέρω ότι ο απόστολος Παύλος, στην προς Κολοσσαείς, 1, 16-17, γράφει για το Χριστό: «ότι εν αυτώ εκτίσθη τα πάντα, τα εν τοις ουρανοίς και τα επί της γης, τα ορατά και τα αόρατα, είτε θρόνοι είτε κυριότητες είτε αρχαί είτε εξουσίαι. τα πάντα δι’ αυτού και εις αυτόν έκτισται. και αυτός εστί προ πάντων και τα πάντα εν αυτώ συνέστηκε».

2. Με την εμφάνιση των Τριών Ανδρών στον Αβραάμ στο κεφ. 18 της Γένεσης. Εκεί είναι φανερό ότι ο Αβραάμ αντιμετωπίζει και τους Τρεις ως ισότιμους. Ήρθε «να Τους συναντήσει», είπε και στους Τρεις να καθίσουν, να πλυθούν, να φάνε κ.τ.λ., χαρακτήρισε τον εαυτό του «υπηρέτη Τους» και Εκείνοι του απάντησαν σαν με ένα στόμα (στ. 5). Και οι Τρεις μαζί «έφαγαν» και, όταν σηκώθηκαν, «κοίταξαν προς τα Σόδομα και τα Γόμορρα».

Η ιδέα ότι πρόκειται για το Θεό και δύο τιμητικούς συνοδούς αγγέλους είναι απλά άτοπη. Το ότι στο τέλος Το ότι φαίνεται οι Δύο να φεύγουν και «ο Κύριος» να μένει και να μιλάει με τον Αβραάμ, δε σημαίνει ότι οι άλλοι Δύο δεν ήταν Κύριοι. Υπόψιν ότι λέει «οι άνδρες έφυγαν» και όχι «οι δύο άνδρες», σα να είχαν φύγει και οι Τρεις – προφανώς επειδή στο Θεό δεν υπάρχει αρίθμηση που να διαχωρίζει τον Έναν από τους Άλλους.

Υπάρχει στο χριστιανισμό η ιδέα ότι, επειδή ο Θεός Πατήρ θεωρείται «πάντη αόρατος», το δε Άγιο Πνεύμα δεν συνηθίζει να εμφανίζεται με μορφή ανθρώπου, οι Τρεις Άνδρες ήταν ο Υιός και δύο άγγελοι «εις τύπον» (συμβολισμό) του Πατρός και του Αγίου Πνεύματος. Πιθανόν. Πάντως είναι αδιαφιλονίκητο ότι ήρθαν ως η Τριαδική Θεότητα και έτσι αναγνωρίστηκαν και αντιμετωπίστηκαν από τον άγιο πατριάρχη Αβραάμ και δέχτηκαν αναντίρρητα αυτή την αντιμετώπιση.

3. Με τους ανεξήγητους (για μας, «τριαδικούς») πληθυντικούς στις προφητείες, όπου φαίνεται α) ότι εντός της Θεότητος υπάρχουν περισσότερα από ένα πρόσωπα (π.χ. Οβδιού, 1), β) ότι εμφανίζονται τουλάχιστον δύο «Κύριοι», που ο Ένας στέλνει στη Γη τον Άλλο: π.χ. Ζαχαρία, κατά τους Ο΄ 2, 12-15 [στο Μασσωριτικό (εβρ. κείμενο), Ζαχ. 2, 8-11], Ησαΐα, 45, 1. 45, 14-15. 48, 12-16. Αμώς 4, 11, Μιχαίας 4, 6-7. 6, 1-2, Μαλαχίας 1, 9. 3, 1-5, Σοφονίας κεφ. 1, Ιερεμίας 11, 9-11 και 17. 12, 14. 14, 15. 17, 13. 23, 1-2 (ο προφήτης δεν θα έλεγε «το λαό μου», μόνον ο Θεός το λέει αυτό). 33, 4-5 (Ο΄, 40, 4-5). Δείτε επίσης και Έξοδος 21, 13. 31, 17. 34, 5-6, Δευτ. 28, 13-14 και 20 (μιλάει ο Θεός, όπως φαίνεται στους στ. 2 και 62, αλλά και στο 29, 1, λέει «σε διατάζω» και «με εγκατέλειψες» κι όμως παράλληλα αναφέρεται «στον Θεό» σα να πρόκειται για Άλλο Πρόσωπο) κ.λ.π. (επί του θέματος, «ξεναγός μου» στην Π.Δ. ήταν η εξαίρετη μελέτη του καθηγητή Νικόλαου Σωτηρόπουλου Ο Ιησούς Γιαχβέ).

Σημείωση: πάντα ο «Κύριος», που μιλάει διά του στόματος των προφητών, είναι ο Θεός, ανεξάρτητα αν είναι μετάφραση του Γιαχβέ ή του Αδονάι, του Ελοχείμ κ.τ.λ. Το επισημαίνω, για να προλάβω τυχόν βεβιασμένη απολογία μουσουλμάνων, ότι μπορεί κάποια «Κύριος» να υπονοούν κάτι ή κάποιον άλλο.

4. Η εμφάνιση του περίφημου «αγγέλου του Θεού», που συγχρόνως είναι και προσκυνητός και χαρακτηρίζεται επίσης Θεός ή Κύριος. Ας μιλήσουμε λίγο γι’ Αυτόν:

Εκείνος που εμφανίστηκε στο Μωυσή μέσα από τη φλεγόμενη βάτο χαρακτηρίζεται «άγγελος Κυρίου» (Έξοδος, 3, 2). Κατά τη θεόπνευστη απολογία του αγίου Στεφάνου στις Πράξ. 7, 38, Εκείνος ήταν που μίλησε στο Μωυσή. Στο Μωυσή όμως μίλησε μόνον ο Γιαχβέ –άρα ο άγγελος Κυρίου ήταν που ονόμασε τον Εαυτό Του «Γιαχβέ»!

Προφανώς είναι ο Ίδιος «άγγελος» που εμφανίστηκε στην περιπλανώμενη Άγαρ (Γέν. 16, 7-14) και της είπε «θα πολλαπλασιάσω τους απογόνους σου» («Εγώ», όχι «ο Θεός»). Ποτέ στην Αγία Γραφή ο απεσταλμένος του Θεού δε μεταφέρει τα λόγια του Θεού σα να ήταν ο ίδιος ο Θεός! Ακόμη και οι προφήτες, που μεταφέρουν λόγια του Θεού σε πρώτο πρόσωπο, πάντα ξεκινούν με τη φράση «τάδε λέγει Κύριος». Προφανώς το ίδιο ισχύει και στην περίπτωση του Κορανίου: ο αφηγητής του πληροφόρησε το Μωάμεθ ότι είναι «ο άγγελος Γαβριήλ», αλλιώς πώς το ήξερε ο Μωάμεθ;

Το Γέν. 16, 13, χαρακτηρίζει καθαρά Αυτόν τον άγγελο «Κύριο» και η Άγαρ Τον ονόμασε «ο Θεός ο επιδών με» και εξεπλάγη που αξιώθηκε να Τον αντικρίσει. Αν είχε κάνει λάθος, περνώντας έναν απλό άγγελο για το Θεό, εκείνος θα το διευκρίνιζε. Για του λόγου του αληθές, βλ. π.χ. Λουκ. 1, 11-20 και 26-38.

Μια ακόμη φορά που εμφανίζεται αυτό το «περίεργο» Ον είναι στο Γέν. 32, 24-32, στην πάλη του Ιακώβ με τον Θεό στο πέρασμα του Ιαβώκ. Ο Ιακώβ αντιμετωπίζει τον άγνωστο αντίπαλό του ως «το Θεό», Τον καλεί να τον ευλογήσει και εκπλήσσεται που Τον είδε πρόσωπο με πρόσωπο και επέζησε. Και ο Θεός Εκείνος μετονομάζει τον Ιακώβ σε Ισραήλ, κάνοντας μια χαρακτηριστική πράξη, την οποία κάνει μόνον ο Θεός (Γέν. 17, 5 και 15).

Για την ταύτιση του αγγέλου τούτου με το Θεό, παραθέτω και τις εξής μαρτυρίες: α) Στο Γέν. 31, 11-13, εμφανίζεται στον Ιακώβ «ο άγγελος του Θεού», ο οποίος του λέει: «Εγώ ειμί ο Θεός ο οφθείς σοι [=που σου φανερώθηκα] εν τόπω Θεού, ού ήλειψάς μοι εκεί στήλην…»! (εννοεί το όραμα της σκάλας προς τον ουρανό, στο Γέν. 28, 12-22).

β) Στο Γέν. 35, 1-15, ο Θεός στέλνει τον Ιακώβ να κατασκευάσει θυσιαστήριο «για το Θεό που του φανερώθηκε όταν έφευγε από τον αδελφό του», δηλαδή για Εκείνον, με τον οποίο πάλευε στο Ιαβώκ. Αυτό δηλώνει, αφενός, ότι «Ένας Θεός» τον διέταξε να φτιάξει θυσιαστήριο για έναν «άλλο Θεό», και αφετέρου ότι θα πρόσφερε θυσίες προς τιμήν του «αγγέλου», άρα ο άγγελος ήταν Θεός.

γ) Δίνοντας ο Ιακώβ την ευλογία του στα εγγόνια του, τα παιδιά του Ιωσήφ, λέει: «ο Θεός, ώ ευηρέστησαν οι πατέρες μου ενώπιον αυτού, Αβραάμ και Ισαάκ, ο Θεός ο τρέφων με εκ νεότητος έως της ημέρας ταύτης, ο άγγελος ο ρυόμενός με [=ο σώζων με] εκ πάντων των κακών ευλογήσαι τα παιδία ταύτα…» κ.τ.λ. (Γέν. 48, 15-16 – οφείλω την επισήμανση του τελευταίου χωρίου σε ομιλία του Μιχάλη Μαυροφοράκη δημοσιευθείσα στο διαδίκτυο).

Αυτός ο ορατός Θεός, που είναι συγχρόνως και «άγγελος» (αγγελιαφόρος) του Θεού, κατά τους χριστιανούς είναι ο Υιός, επειδή  Εκείνος χαρακτηρίζεται «μεγάλης βουλής άγγελος», Ησαΐα 9, 6, και «άγγελος της διαθήκης», Μαλαχία 3, 1. Είναι ο απεσταλμένος της μεγάλης βουλής (απόφασης) του Θεού για τη σωτηρία των ανθρώπων. Ολόκληρη η Π.Δ. είναι η προετοιμασία για την έλευσή Του (ως Ιησού Χριστού), που είναι και η εκπλήρωση της πρωταρχικής προφητείας, Γέν. 3, 15 και όλων των μεσσιανικών προφητειών.

5. Με την εμφάνιση της Σοφίας του Θεού, ενός ξεκάθαρα θεϊκού όντος, που μάλιστα μιλάει διά στόματος των προφητών σε πρώτο πρόσωπο, όπως μόνον ο Θεός κάνει, στα βιβλία Παροιμίες, Ιωβ, Σοφία Σολομώντος και Σοφία Σειράχ.

Εγώ από στόματος Υψίστου εξήλθον και ως ομίχλη κατεκάλυψα γην. εγώ εν υψηλοίς κατεσκήνωσα, και ο θρόνος μου εν στύλω νεφέλης. γύρον ουρανού εκύκλωσα μόνη και εν βάθει αβύσσων περιεπάτησα. εν κύματι θαλάσσης και εν πάση τη γη και εν παντί λαώ και έθνει εκτησάμην… έτι διδασκαλίαν ως προφητείαν εκχεώ [=θα αναβλύσω] και καταλείψω αυτήν εις γενεάς αιώνων. ίδετε ότι ουκ εμοί μόνω εκοπίασα, αλλά πάσι τοις εκζητούσιν αυτήν» (Σοφία Σειράχ, κεφ. 24).

«…και μετά σου η σοφία η ειδυία τα έργα σου και παρούσα, ότε εποίεις τον κόσμον… Εξαπόστειλον αυτήν εξ αγίων ουρανών και από θρόνου δόξης σου πέμψον αυτήν…» (Σοφία Σολομώντος, 9, 9-10).

Η Σοφία είναι παρούσα όταν ο Θεός έκτιζε τον κόσμο και προφητεύεται η αποστολή της στον κόσμο. «Εξήλθε το στόμα του Θεού» (δηλαδή είναι ο Λόγος Του) και θα αναβλύσει διδασκαλία και προφητεία, που θα την αφήσει για πάντα στη γη. Είναι «η μήτηρ της αγαπήσεως της καλής και της οσίας ελπίδος, του φόβου» (=της συστολής) «και της γνώσεως» (Σοφία Σειράχ, κεφ. 24) και, κατά τους χριστιανούς, ταυτίζεται με τον Υιό. «Χριστός, Θεού Δύναμις και Θεού Σοφία» κατά τον Παύλο (Α΄ Κορινθίους, 1, 24). «Νους, Λόγος, Σοφία, Υιός του Πατρός, και απόρροια, ως φως από Πυρός, το Πνεύμα» γράφει ήδη το 2ο αι. για τον Ιησού ο απολογητής άγιος Αθηναγόρας ο Αθηναίος (Πρεσβεία περί χριστιανών, κεφ. 24).

Σύγκρινε τις παραπάνω περιγραφές της Σοφίας με τις ακόλουθες αναφορές για τον Υιό, δηλ. το Χριστό:

«Εν αρχή ην ο Λόγος και ο Λόγος ην προς τον Θεόν [=δίπλα στο Θεό] και Θεός ην ο Λόγος. Ούτος ην εν αρχή προς τον Θεόν. πάντα δι’ αυτού εγένετο, και χωρίς αυτού εγένετο ουδέ έν ό γέγονεν. εν αυτώ ζωή ην, και η ζωή ην το φως των ανθρώπων. και το φως εν τη σκοτία φαίνει, και η σκοτία αυτό ου κατέλαβεν […] Ην το φως το αληθινόν, ό φωτίζει πάντα άνθρωπον ερχόμενον εις τον κόσμον. εν τω κόσμω ην, και ο κόσμος δι’ αυτού εγένετο, και ο κόσμος αυτόν ουκ έγνω [=δεν τον αναγνώρισε]. […] και ο Λόγος σαρξ εγένετο και εσκήνωσεν εν ημίν, και εθεασάμεθα [=είδαμε] την δόξαν αυτού [=το φως Του], δόξαν ως μονογενούς παρά πατρός, πλήρης χάριτος και αληθείας. […] Θεόν ουδείς εώρακε πώποτε [=κανείς δεν είδε ποτέ το Θεό]. ο μονογενής υιός ο ων εις τον κόλπον του πατρός, εκείνος εξηγήσατο» (Ιω. 1, 1-5. 9-10. 14. 18).

Σε απόλυτη συνάφεια ο απόστολος Παύλος αναφέρει για τον Υιό:

«…ός εστίν εικών του Θεού του αοράτου, πρωτότοκος πάσης κτίσεως [=γεννημένος πριν από κάθε δημιούργημα], ότι εν αυτώ εκτίσθη τα πάντα, τα εν ουρανοίς και τα επί της γης, τα ορατά και τα αόρατα, είτε θρόνοι είτε κυριότητες είτε αρχαί είτε εξουσίαι. τα πάντα δι’ αυτού και εις αυτόν έκτισται. και αυτός εστί προ πάντων, και τα πάντα εν αυτώ συνέστηκε, και αυτός εστίν η κεφαλή του σώματος, της εκκλησίας, ός εστίν αρχή, πρωτότοκος εκ των νεκρών, ίνα γένηται εν πάσιν αυτός πρωτεύων, ότι εν αυτώ ευδόκησε παν το πλήρωμα κατοικήσαι […]» (προς Κολοσσαείς, 1, 15-19).

Οι Παροιμίες είναι γραμμένες από τον προφήτη και βασιλιά Σολομώντα. Η θέση του βιβλίου του Ιώβ επίσης είναι αδιαμφισβήτητη εντός της Αγίας Γραφής. Για να προλάβω ωστόσο τυχόν υποβάθμιση των βιβλίων Σοφία Σολομώντος και Σοφία Σειράχ από τους αδελφούς μας μουσουλμάνους απολογητές, διευκρινίζω ότι: τα δύο βιβλία αυτά ανήκουν στην Παλαιά Διαθήκη κατά τους Ο΄. Είναι από τα βιβλία που γράφτηκαν απευθείας στα ελληνικά, γι’ αυτό δεν περιελήφθησαν ποτέ στο εβραϊκό Μασσωριτικό (Μ). Όμως το Ο΄ είναι η Παλαιά Διαθήκη που χρησιμοποιούν οι θεόπνευστοι συγγραφείς της Καινής Διαθήκης, οι οποίοι χρησιμοποιούν και τα βιβλία που λείπουν από το Μ. Μερικά παραδείγματα: Ματθ. 9, 36 (Ιουδίθ 11, 19), Ματθ. 22, 25-28 (Τωβίτ 3, 8 και 5, 11), Ματθ. 27, 41-43 (Σοφ. Σολ. 2, 12-20), Ρωμαίους, 1, 21 (Σοφ. Σολ. 13, 1), Ρωμαίους, 9, 21 (Σοφ. Σολ. 15, 7), Ρωμαίους, 10, 6 (Βαρούχ 3, 29), Ιάκ. 1, 19 (Σοφία Σειράχ 5, 11), Α΄ Πέτρ. 1, 6-7 (Σοφ. Σολ. 3, 5-6) κ.λ.π. Πρώτη φορά χριστιανοί απέρριψαν το Ο΄ και στράφηκαν στο Μ μετά την προτεσταντική μεταρρύθμιση (16ος αι.), νομίζοντας ότι ξέρουν καλύτερα από τους συγγραφείς της Καινής Διαθήκης και τους πρώτους χριστιανούς (στην πραγματικότητα, για να διαφοροποιηθούν από τους ρωμαιοκαθολικούς). Έτσι τα βιβλία αυτά «εξορίστηκαν» από τη χριστιανική Αγία Γραφή. Δυστυχώς και μερικές εκδόσεις που επιμελήθηκαν ορθόδοξοι (π.χ. Βάμβας) ακολούθησαν αυτό το λάθος, λόγω προτεσταντικών επιδράσεων.

Το όνομα Σοφία για το Χριστό είναι τόσο βασικό, που ο περίφημος καθεδρικός ναός της Κωνσταντινούπολης, ο αφιερωμένος σ’ Αυτόν, ονομάζεται Ναός της του Θεού Σοφίας, Αγία Σοφία. Ο ναός αυτός προκάλεσε σειρά ομώνυμων ναών στο Κίεβο, τη Θεσσαλονίκη και άλλες ορθόδοξες πόλεις.

6. Η ύπαρξη πολλών προσώπων στη Θεότητα φαίνεται και από τις προφητείες, κατά τις οποίες διά στόματος των προφητών μιλάει ο αναμενόμενος και μελλοντικά ερχόμενος Μεσσίας (βλ. π.χ. Ζαχαρίας, 11, 4-14, ιδ. 11-14). Εφόσον ο Μεσσίας μιλάει διά στόματος των προφητών, επομένως είναι Θεός, αφενός επειδή μόνον ο Θεός έχει αυτή την ιδιότητα (να μιλάει σε πρώτο πρόσωπο διά στόματος των προφητών) και αφετέρου επειδή και σε αυτές τις προφητείες (εκτός από τους προφητικούς ψαλμούς του Δαβίδ) οι προφήτες ξεκινούν με τη φράση «Αυτά λέει ο Κύριος».

Ένα παράδειγμα είναι το Ησαΐα 61, 1-2, που ο Χριστός το χρησιμοποίησε ως αναφορά στον εαυτό Του (Λουκ. 4, 17-21). Επομένως σ’ αυτό το κεφάλαιο δε μιλάει ο προφήτης, αλλά διά στόματος του προφήτη μιλάει ο μελλοντικός Μεσσίας, ο Υιός. Και Αυτός, ο Ίδιος, στο στ. 8 λέει: «διότι εγώ είμαι Κύριος που αγαπά τη δικαιοσύνη και μισεί την αδικία… και θα συστήσω γι’ αυτούς διαθήκην αιώνιον» κ.τ.λ.

Είπαμε ότι υπάρχουν και οι προφητικοί Ψαλμοί (χριστολογικοί/μεσσιανικοί), όπου ο Μεσσίας μιλάει διά του προφήτη. Μερικά παραδείγματα Ψαλμ. 68, 22 («μου έδωσαν χολή για τροφή και στη δίψα μου με πότισαν ξύδι», βλ. Ματθ. 27, 48), Ψαλμ. 21, 2 («Θεέ μου, Θεέ μου, πρόσεξέ με, γιατί με εγκατέλειψες;», βλ. Ματθ. 27, 46), Ψαλμ. 21, 19 («μοίρασαν μεταξύ τους τα ρούχα μου και έβαλαν κλήρο για τα ενδύματά μου», Ιω. 19, 23-24), κ.ά. (για τη θεία έμπνευση των Ψαλμών βλ. και στο Κοράνι, σούρα 4, 163).

[Σημείωση: Ο Ιησούς κραύγασε πάνω στο σταυρό «Θεέ μου, Θεέ μου, γιατί με εγκατέλειψες;», γιατί στην ανθρώπινη ζωή Του πέρασε όλα τα βάσανα που περνάει ο άνθρωπος, μεταξύ των οποίων και την αίσθηση ότι ο Θεός τον έχει εγκαταλείψει. Με αυτό τον τρόπο καθαγίασε τα βάσανα των ανθρώπων και τα μετέτρεψε σε δρόμο για να πλησιάσουμε το Θεό (αν τα υπομείνουμε με πίστη και υπομονή, όπως Εκείνος)].

2. Καινή Διαθήκη

Για τις τριαδολογικές αναφορές της Καινής Διαθήκης μιλήσαμε ήδη στα προηγούμενα. Αναφορές όπως: «βαπτίζοντες αυτούς Εις το όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος» (Ματθ. 28, 19) και «η χάρις του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού και η αγάπη του Θεού και Πατρός και η κοινωνία του Αγίου Πνεύματος είη μετά πάντων υμών» (Β΄ Κορινθ. 13), ξέρουμε πολύ καλά ότι υπάρχουν επειδή οι χριστιανοί ενώνονταν με τον Τριαδικό Θεό και δεν «πίστευαν» και «λάτρευαν» ένα «μονοπρόσωπο Θεό», με τον οποίο δεν είχαν άμεση επαφή, αλλά απλώς «διάβαζαν γι’ Αυτόν στην Π.Δ.».

Ο συγγραφέας του παρόντος παρακάτω προσπαθεί να μας πείσει ότι η εντολή του Χριστού για βάπτισμα στο όνομα της Αγίας Τριάδας δεν αποκαλύπτει την τριαδικότητα του Θεού. Η προσπάθεια αυτή είναι αστεία. Ξέρουμε πολύ καλά τι εννοεί ο Χριστός, γιατί έχει αποδειχθεί και επιβεβαιωθεί αναρίθμητες φορές στην ιστορία της Εκκλησίας, στις εμπειρίες των αγίων και πολλών απλών χριστιανών καθαρών στην καρδιά – δεν περιμένουμε από ένα μη χριστιανό να μας εξηγήσει εξετάζοντας τα κείμενα από φιλολογική άποψη.

Ας ξεκινήσουμε από αυτό που αποκαλύπτει η Κ.Δ. για την ακριβή σχέση του Χριστού προς το Θεό:

Για τη σχέση του Υιού με τον Πατέρα η Κ.Δ. είναι σαφής. Είναι «ο μονογενής υιός» του Πατρός (Ιω. 1, 14 και 18, Ιω. 3, 16 και 18). Στα δύο τελευταία χωρία ο Ίδιος ο Ιησούς χαρακτηρίζει έτσι τον εαυτό Του.

Ο όρος «ο μονογενής υιός» σημαίνει τα εξής:

α) Ο Πατήρ Τον γέννησε, δεν Τον δημιούργησε. Αν Τον είχε δημιουργήσει, θα μπορούσε να χαρακτηριστεί «υιός» μεταφορικά, όμως δεν θα ήταν ο μονογενής. Το να χαρακτηριστεί υιός μονογενής ένα δημιούργημα (κι όχι γέννημα) είναι κάτι το τραγικό και ταιριάζει μόνο σε στείρα ανθρώπινα ζευγάρια, όχι στο Θεό. Άλλωστε η Αγία Γραφή είναι και σ’ αυτό σαφής: «Υιός μου ει συ, εγώ σήμερον γεγέννηκά σε» (= σε γέννησα), Εβρ. 1, 5, από τον Ψαλμό 2, 7 (όλος ο Ψαλμός 2 αναφέρεται στο Μεσσία).

β) Ο Πατήρ δεν έχει άλλο υιό. Όλοι οι άλλοι που χαρακτηρίζονται «υιοί Θεού», άγγελοι ή άνθρωποι, είναι υιοί Του λόγω υιοθεσίας (Ρωμαίους, 8, 15, Γαλάτας, 3, 26), την οποία μάλιστα προκάλεσε ο Υιός «τοις πιστεύουσιν εις το όνομα αυτού» (σ’ αυτούς που πιστεύουν στο όνομά Του) δίνοντάς τους «την εξουσία» να γίνουν παιδιά του Θεού (Ιω. 1, 12). Ο Υιός όμως είναι φυσικός Υιός του Πατρός, όχι υιοθετημένος: υιός μονογενής.

γ) Όταν ο Θεός ονομάζεται «ο Πατήρ» (χωρίς άλλο προσδιορισμό, χωρίς δηλαδή να αναφέρεται τίνος Πατήρ είναι), ονομάζεται έτσι διότι είναι Πατήρ του Υιού. Ο Υιός πάλι λέγεται «ο Υιός» (χωρίς άλλο προσδιορισμό), ως ο Υιός του Πατρός. Βλ. π.χ. Λουκ. 10, 22, Ιω. 5, 19-26, Εβρ. 1, 1 κ.λ.π.

Εξυπακούεται ότι ο Θεός δεν γέννησε «σαν γυναίκα». Η γέννηση του Υιού, όπως και η εκπόρευση του Αγίου Πνεύματος, είναι «μυστηριώδης» και «θεοπρεπής» (=ταιριαστή στο Θεό), δε μοιάζει με οτιδήποτε μπορεί να φανταστούμε ως άνθρωποι. Γι’ αυτό, το να λέμε ότι «ο Θεός γέννησε» και «έχει Υιό» δεν αποτελεί σε καμία περίπτωση «ύβρη» γι’ Αυτόν.

Αυτός λοιπόν «ο μονογενής υιός», βρίσκεται σε απόλυτη ενότητα με τον Πατέρα και «όλα όσα έχει ο Πατήρ» τα έχει και Εκείνος. Και εδώ τίθενται τα επόμενα ερωτήματα:

α) ποια είναι αυτά που έχει ο Πατήρ και τα έχει δώσει «όλα» στον Υιό;

β) υπάρχει κάτι που έχει ο Πατήρ και ο Υιός δεν το έχει;

Η απάντηση στο β προφανώς είναι αρνητική: αν υπήρχε κάτι που το έχει ο Πατήρ και δεν το έχει ο Υιός, ο Κύριος δεν θα έλεγε ότι έχει «όλα» όσα έχει ο Πατήρ. Αυτό και μόνο αρκεί για να αποδείξει ότι ο Υιός είναι Θεός όπως και ο Πατήρ –γι’ αυτό άλλωστε είναι και «ο» Κύριος (με άρθρο), λέξη, που, όπως είδαμε, χρησιμοποιείται στην Παλαιά Διαθήκη για να αποδώσει το όνομα Γιαχβέ, και γενικά ως τίτλος ταιριάζει μόνο στο Θεό.

Ας το δούμε όμως αναλυτικότερα, διερευνώντας το ερώτημα α.

Ο Πατήρ είναι πάνσοφος και παντοδύναμος. Ο Υιός είναι; Προφανώς, αφού ο Ίδιος είναι η Σοφία και η Δύναμις του Θεού (Α΄ Κορινθίους, 1, 24). Άρα ο Θεός είναι πάνσοφος και παντοδύναμος ως Πατήρ και Υιός.

Ο Πατήρ έχει ζωή μέσα Του και ζωοποιεί όποιους θέλει, και ο Υιός έχει ζωή μέσα Του και ζωοποιεί όποιους θέλει (Ιω. 5, 21. 25-26). Μάλιστα τους νεκρούς θα τους αναστήσει ο Υιός, όχι ο Πατήρ! (Ιω. 5, 25-26. 6, 39).

Ο Πατήρ είναι προαιώνιος, όμως δημιούργησε «τους αιώνες» (όπως και «τα πάντα») διά του Υιού (Εβρ. 1, 2), άρα και ο Υιός υπάρχει πριν τους αιώνες (πριν το χρόνο –«προ πάντων», Κολ. 1, 17), επομένως είναι επίσης προαιώνιος.

Αυτά, λοιπόν, που πιστεύουμε γι’ Αυτόν οι χριστιανοί, δεν τα βγάλαμε από το κεφάλι μας, αλλά τα πιστεύουμε (και μάλιστα αμετακίνητα), επειδή ο Ίδιος τα δίδαξε και τα έγραψαν οι άγιοι και αξιόπιστοι αυτόπτες μάρτυρες, οι μαθητές Του.

Ας δούμε μερικά μόνο από τα αμέτρητα σημεία, στα οποία στηρίζουμε αυτή την άποψη:

● Σε όλη την έκταση των Ευαγγελίων ο Ιησούς ονομάζει πάντοτε το Θεό «Πατέρα Του» και αρκετές φορές τον εαυτό Του «ο Υιός». Όπως είπαμε, είναι φανερό ότι, όταν ο Θεός ονομάζεται «ο Πατήρ» (χωρίς άλλο προσδιορισμό, χωρίς δηλαδή να αναφέρεται τίνος Πατήρ είναι), ονομάζεται έτσι διότι είναι Πατήρ του Υιού. Ο Ιησούς πάλι λέγεται «ο Υιός» (χωρίς άλλο προσδιορισμό), ως ο Υιός του Πατρός. Βλ. π.χ. Λουκ. 10, 22, Ιω. 5, 19-26, προς Εβραίους 1, 1 κ.λ.π.

● Ενώ είναι σαφές στην Παλαιά Διαθήκη ότι μόνο στο Θεό πρέπει να πιστεύουν οι άνθρωποι και μόνον Αυτόν να λατρεύουν, ο Ιησούς ζητάει πίστη στον εαυτό Του (π.χ. Ιω. 3, 29, και 9, 35-38) και δηλώνει ότι η τιμή προς Αυτόν πρέπει να είναι ίση με την τιμή προς τον Πατέρα (Ιω. 5, 23, «ίνα πάντες τιμώσι τον υιόν καθώς τιμώσι τον πατέρα»). Στο μεγάλο προφητικό όραμα της Αποκάλυψης, κεφ. 22, 3-4, οι πιστοί στη νέα Ιερουσαλήμ (στον παράδεισο) θα λατρεύουν εξίσου «τον Θεόν και το Αρνίον» (το Χριστό). Ανάλογη αναφορά δες και στο Αποκάλυψη, 5, 13. Ενδιαφέρον εδώ ότι ο Θεός και το Αρνίον (ο Χριστός) έχουν τον ίδιο θρόνο, κοινό και για τους Δυο, ενώ η Αποκάλυψη μιλάει γι’ Αυτούς σε ενικό αριθμό αντί για πληθυντικό (όπως και στα Αποκάλυψη, 11, 15. 20, 6).

● Επίσης, ο Χριστός πάντα δεχόταν να Τον προσκυνούν οι άνθρωποι (π.χ. Ματθ. 28, 9 και 17, Ιω. 9, 38, και 18, 6), ακόμη και τα κακά πνεύματα (Μάρκ. 5, 6), πράξη τιμής που πρέπει να αποδίδεται μόνο στο Θεό, σύμφωνα και την εντολή «Κύριον τον Θεόν σου προσκυνήσεις και αυτώ μόνο λατρεύσεις» (Ματθ. 4, 10).

● Στην Παλαιά Διαθήκη το όνομα του Θεού φέρει τη δύναμη του Θεού, όμως στην Καινή Διαθήκη την ιδιότητα αυτή την έχει το όνομα του Ιησού. Ο Ιησούς δίνει εξουσία να γίνουν παιδιά του Θεού εκείνοι που πιστεύουν στο όνομά Του, όχι «στο όνομα του Θεού» (Ιω. 1, 12). Όταν συγκεντρώνονται άνθρωποι «εις το όνομα του Ιησού», Εκείνος βρίσκεται ανάμεσά τους (Ματθ. 18, 20). Οι απόστολοι κάνουν θαύματα λέγοντας το όνομα του Ιησού (π.χ. Λουκ. 10, 17, Πράξ. 3, 6 και 16, 18). Το όνομα του Ιησού μπορεί να τελεί θαύματα, ακόμη και αν απλώς προφέρεται από ανθρώπους που δεν είναι «πιστοί Του» (Ιω. 9, 49-50). Κατά τον απόστολο Πέτρο, οι προφήτες μαρτυρούν ότι, διά του ονόματός Του, θα λάβει συγχώρηση των αμαρτιών κάθε ένας που πιστεύει σ’ Αυτόν (Πράξεις των αποστόλων 10, 43). Οι απόστολοι Βαρνάβας και Παύλος «παραδεδώκασι τας ψυχάς αυτών» (=διακινδύνευσαν τη ζωή τους) «υπέρ του ονόματος του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού» (Πράξ. 15, 26), ο δε Παύλος είναι έτοιμος να πεθάνει «υπέρ του ονόματος του Κυρίου Ιησού» (Πράξ. 21, 13).

● Ας σημειωθεί βέβαια ότι η επίκληση του ονόματος του Θεού είναι μια πρόσκληση στο Θεό να παρέμβει, δηλαδή μια προσευχή. Ομοίως, η επίκληση του ονόματος του Ιησού είναι μια πρόσκληση στον Ιησού να παρέμβει, δηλαδή μια προσευχή προς Αυτόν: «ό,τι αν αιτήσητε εν τω ονόματί μου, τούτο ποιήσω, ίνα δοξασθή ο πατήρ εν τω υιώ. εάν τι αιτήσητε εν τω ονόματί μου, εγώ ποιήσω» (Ιω. 14, 13-14). Αυτό είναι κάτι άλλο (προσευχή προς τον Ιησού) και άλλο το «ό,τι αν αιτήσητε τον πατέρα εν τω ονόματί μου, δω υμίν» του Ιω. 15, 16 (προσευχή προς τον Πατέρα).

Η αποστολική Εκκλησία είναι απόλυτα σίγουρο ότι προσευχόταν προς τον Ιησού. Ο άγιος Στέφανος Του ζήτησε να παραλάβει το πνεύμα του (Πράξ. 7, 59 –και στο στ. 60 λέει «Κύριε, μη στήσης αυτοίς την αμαρτίαν ταύτην», όπου αμέσως πριν έχει ονομάσει «Κύριο» τον Ιησού!), ο απόστολος Παύλος προσεύχεται σ’ Αυτόν στο Πράξ. 22, 17-21 (ακόμη κι αν υποθέσουμε ότι η προσευχή του αρχικά απευθυνόταν στον Πατέρα, όμως συνεχίστηκε ως επικοινωνία με τον Ιησού), ενώ άλλοτε Του ζήτησε να τον απαλλάξει από τον κακό άγγελο που τον τυραννούσε (Β΄ Κορινθίους, 12, 8-9 –ο Κύριος εκεί είναι ο Ιησούς, όπως φαίνεται από το στίχο 9). Ο απόστολος και προφήτης Ιωάννης Τον παρακάλεσε να έρθει γρήγορα (Αποκάλυψη, 22, 20). Ο απόστολος Πέτρος λέει στον Αινέα, τον παράλυτο της πόλης Λύδδα, «Αινέα, ιάται σε Ιησούς ο Χριστός» (σε θεραπεύει ο Ιησούς, ο Χριστός, Πράξ. 9, 34), άρα ο Ίδιος ο Χριστός, εκείνη τη στιγμή, παρενέβη από τον ουρανό και τέλεσε τη θεραπεία.

Η προσευχή προς τον Ιησού, ενώ βρίσκεται στον ουρανό, είναι ακριβώς το ίδιο με αυτό που έκαναν οι άνθρωποι που Του ζητούσαν βοήθεια όσο ζούσε στη γη (π.χ. Ματθ. 9, 27. 15, 22, Μάρκ. 3, 10. 9, 17-29. 5, 22-23, κ.α.). Όπως έκανε αμέτρητα θαύματα εδώ, έτσι κάνει και από τον ουρανό. Αφού Εκείνος υποσχέθηκε ότι θα βρίσκεται μαζί μας όλες τις ημέρες μέχρι τη συντέλεια του αιώνος (Ματθ. 28, 20), γιατί να μην προσευχόμαστε σ’ Αυτόν; Εξάλλου είναι σε συνεχή επικοινωνία μαζί μας, όπως αποδεικνύει το όραμα της Δαμασκού, το όραμα του Ανανία (Πράξ. 9, 17), η θεραπεία του Αινέα, το Ματθ. 18, 20 κ.λ.π.

● Ο Χριστός επίσης κατέχει τα «κλειδιά της βασιλείας των ουρανών» και την εξουσία να συγχωρεί αμαρτίες (Λουκ. 7, 48-50, κ.α.), εξουσία που ανήκει μόνο στο Θεό (βλ. π.χ. Ησαΐα 43, 24) –και είναι δικά Του, δεν τα διαχειρίζεται απλώς εξ ονόματος του Πατρός, γι’ αυτό και μπορεί να τα μεταβιβάσει στους μαθητές Του (Ματθ. 16, 19, και 18, 18). Ομοίως, τους μεταβιβάζει και την εξουσία να κάνουν θαύματα (Λουκ. 9, 1-6). Αυτό φανερώνει ότι τα θαύματά Του τα πραγματοποιεί με τη δική Του δύναμη και όχι «με την άδεια του Θεού», όπως φαίνεται να λέει στο ισλαμικό κοράνι. Ας σημειωθεί ότι ο Ιησούς διακηρύσσει ότι έχει «όλα όσα έχει και ο Πατέρας» (βλ. Ιω. 10, 30. 14, 9-11. 16, 15. 17, 10 και 17, 21) και μάλιστα ότι, όπως ο Πατέρας, έτσι κι Εκείνος μπορεί να δίνει ζωή (ανάστησε μάλιστα τρεις νεκρούς όσο ήταν στη γη), πράγμα που θα κάνει σε όλη του τη μεγαλοπρέπεια όταν θα αναστήσει όλους τους νεκρούς, για να κάνει ο Ίδιος την τελική κρίση και την κατάταξη των ανθρώπων στον παράδεισο και την κόλαση (Ματθ. 25, 31-46, Ιω. 5, 25 και 28).

● Στο Ματθ. 23, 34-38, ο Ιησούς λέει προς τους εκπροσώπους της εβραϊκής θρησκείας ορισμένα εκπληκτικά πράγματα. Στίχ. 34: «διά τούτο ιδού εγώ αποστέλλω προς υμάς προφήτας και σοφούς και γραμματείς, και εξ αυτών αποκτενείτε» (θα σκοτώσετε) «και σταυρώσετε, και εξ αυτών μαστιγώσετε εν ταις συναγωγαίς υμών και διώξετε από πόλεως εις πόλιν…» – στίχ. 37-38: «Ιερουσαλήμ, Ιερουσαλήμ, η αποκτείνουσα τους προφήτας και λιθοβολούσα τους απεσταλμενους προς αυτήν. ποσάκις ηθέλησα επισυναγαγείν τα τέκνα σου ον τρόπον επισυνάγει όρνις τα νοσσία εαυτής υπό τας πτέρυγας, και ουκ ηθελήσατε. ιδού αφίεται υμίν ο οίκος υμών έρημος».

Αυτά τα λόγια όμως ταιριάζουν μόνο στον Θεό. Η Παλαιά Διαθήκη είναι γεμάτη από τέτοια λόγια και είναι όλα δικά Του λόγια. Κατ’ αρχάς, μόνο Εκείνος λέει «ιδού εγώ» (π.χ. Ζαχαρίας 12, 2, Ιερεμίας 23, 2, Μαλαχίας 3, 22, κ.α.) και μόνον Εκείνος στέλνει τους προφήτες, ενώ εδώ ο Ιησούς λέει ότι θα τους στείλει ο Ίδιος. Και, κατά δεύτερον, τίθεται το ερώτημα: πότε ο Ιησούς προσπάθησε να μαζέψει το λαό της Ιερουσαλήμ «κάτω απ’ τα φτερά Του», όπως η όρνιθα τα πουλιά της (και μάλιστα τόσο πολλές φορές, ώστε να θεωρεί πλέον πως είναι μάταιος κόπος); Η μόνη πιθανή απάντηση σ’ αυτό είναι: σε όλη τη διάρκεια της εβραϊκής ιστορίας. Είναι ο Θεός.

Για όλους αυτούς τους λόγους θεωρούμε πως, όταν στην Καινή Διαθήκη ο Ιησούς χαρακτηρίζεται «Θεός», π.χ. Ιω. 1, 1, Ιω. 20, 28 [ο Θωμάς «είπεν αυτώ» (σ’ Αυτόν) «ο Κύριός μου και ο Θεός μου»] κ.ά., αυτό γίνεται με την απόλυτη και κυριολεκτική έννοια που έχει το όνομα αυτό στον Πατέρα – και, όταν χαρακτηρίζεται «ο Κύριος», το όνομα αυτό έχει την ίδια έννοια με το όμοιο «ο Κύριος» που αναφέρεται στο Θεό.

Τέτοιες αναφορές βλ. και σε άλλα σημεία, όπως τα Πράξ. 20, 28, Ρωμαίους, 9, 5, Εφεσ. 5, 5 («εν τη βασιλεία του Χριστού και Θεού»), Α΄ Τιμ. 3, 16, Τίτ. 1, 10 («την διδασκαλίαν του σωτήρος ημών Θεού» –ο Χριστός δίδαξε, όχι ο Πατήρ), Τίτ. 2, 13 («επιφάνειαν της δόξης του μεγάλου Θεού και σωτήρος ημών Ιησού Χριστού, ος έδωκεν εαυτόν υπέρ πάντων» –η επιφάνεια [εμφάνιση] θα είναι του Χριστού, όχι του Πατρός), Εβρ. 3, 4, Β΄ Πέτρ. 1, 1, Α΄ Ιω. 5, 20 κ.ά.

Ας σημειώσω ότι οι αδελφοί μας μουσουλμάνοι –και όλες οι αντιτριαδικές αιρέσεις– «ξεφεύγουν» από το ακαταμάχητο αυτό τεκμήριο της θεότητας του Χριστού (το ότι στην Κ.Δ. χαρακτηρίζεται «Θεός») με διάφορους τρόπους: είτε λέγοντας ότι «η λέξη Θεός δεν σημαίνει μόνο το Θεό αλλά και… δυνατός» (επιχείρημα των Μαρτύρων του Ιεχωβά), είτε απαξιώνοντας (αυθαίρετα) την αξιοπιστία των αγίων αποστόλων και συγγραφέων της Κ.Δ.. Ο μουσουλμάνος απολογητής Α. Ελντίν κάπου γράφει: «δείξτε μου ένα σημείο, όπου ο Χριστός να λέει για τον εαυτό του ότι είναι Θεός, κι εγώ θα γίνω χριστιανός». Κι όμως, ακόμη κι αν υπήρχε τέτοιο σημείο, αμέσως κάθε μουσουλμάνος απολογητής θα το απέρριπτε ως «ψεύδος, κατασκευασμένο από τους καινοδιαθηκικούς συγγραφείς».

Ας προσθέσω σε όλα τα παραπάνω τη μαρτυρία του αγίου αρχαγγέλου Γαβριήλ, ο οποίος παρέδωσε στους ανθρώπους, μέσω ενός αγιορείτη μοναχού, τους στίχους «Άξιον εστίν ως αληθώς, μακαρίζειν σε την Θεοτόκον, την αειμακάριστον και παναμώμητον και μητέρα του Θεού ημών», που ετέθησαν από τον ίδιο στην αρχή του «Μικρού μεγαλυναρίου» της Παναγίας και ψάλλονται πλέον, ήδη από τα βυζαντινά χρόνια, κατά τη θεία λειτουργία, τον παρακλητικό κανόνα προς την Παναγία και σε άλλες περιστάσεις. Αψευδείς μάρτυρες του θαύματος είναι η τοποθεσία «Εν τω άδειν» (=στο ψάλσιμο) μέσα στα δάση του Αγίου Όρους, εκεί όπου συνέβη το γεγονός, και η θαυματουργή εικόνα της Παναγίας «Άξιον εστί», μπροστά στην οποία ψάλθηκαν πρώτη φορά και μας παραδόθηκαν οι στίχοι. Η επέτειος του γεγονότος εορτάζεται στην Ορθόδοξη Εκκλησία κάθε χρόνο στις 11 Ιουνίου. Είναι αξιοσημείωτο ότι ο άγιος άγγελος χαρακτήρισε την Παναγία «Θεοτόκο» και «Μητέρα του Θεού ημών», αποδεχόμενος τους χαρακτηρισμούς που της αποδίδουμε οι χριστιανοί [βλ. λεπτομερή περιγραφή του θαύματος στο βιβλίο του αγίου Νικόδημου του Αγιορείτη Νέον Μαρτυρολόγιον, εκδ. Αστήρ, σελ. 294-295 (πρώτη έκδ. περί το 1800), ληφθείσα από χειρόγραφο του ιερομονάχου Σεραφείμ του Θυηπόλου, «Πρώτου» του Αγίου Όρους περί το 1550 μ.Χ.].