Κοράνι και απόκρυφα χριστιανικά κείμενα

Όπως έχουμε ξαναγράψει, το Κοράνιο περιέχει ποίηση συγγενών του Μουχάμμαντ και διηγήσεις που η ιστορική μελέτη και η αρχαιολογική σκαπάνη αποδεικνύουν φανταστικές, παραμύθια κατάλληλα για μικρά παιδιά ή για καμηλιέρηδες που χρειάζονταν ψυχαγωγία στα μακριά ταξίδια τους. Το άρθρο του θεολόγου Θεοδώρου Ρηγινιώτη που ακολουθεί αποκαλύπτει την επιρροή των «αποκρύφων» στη συγγραφή του Κορανίου.

————————————————

Σε διαθρησκειακή εκδήλωση σχετική με το Ισλάμ και το χριστιανισμό, ένας ευγενέστατος κύριος, κατά το πλείστον αραβόφωνος, μου επισήμανε ότι το Κοράνι συμπληρώνει κενά των ευαγγελικών διηγήσεων δίνοντας λεπτομέρειες, όπως η ηλικία της Παναγίας όταν έμεινε έγκυος τον Ιησού, πού ζούσε κατά το διάστημα της εγκυμοσύνης της κ.λ.π.

Η επισήμανσή του ενίσχυσε την υποψία μου ότι πρέπει να κατατάξουμε το Κοράνι σε χώρο συγγενικό προς στα απόκρυφα χριστιανικά κείμενα.

Τα έργα που ονομάζουμε «απόκρυφα» είναι δύο ειδών:

Α) Ιερά βιβλία αποκρυφιστικών ομάδων (κυρίως παραφυάδων του Γνωστικισμού, μια πολύμορφης θρησκείας πολύ διαδεδομένης κατά τους πρώτους χριστιανικούς αιώνες), που περιείχαν δήθεν «υπερφυσική αποκάλυψη» και ήταν απαγορευμένα για τους αμύητους (τα όντως «απόκρυφα»).

Β) Ορθόδοξα χριστιανικά κείμενα με ιστορίες (είτε πραγματικές, αντλημένες από την παράδοση και τη συλλογική μνήμη των χριστιανών, αποδεκτές από την Εκκλησία, είτε φανταστικές), που «συμπλήρωναν τα κενά» των ευαγγελικών διηγήσεων. Έδιναν δηλ. λεπτομέρειες για τη γέννηση και το βίο της Παναγίας, την παιδική ηλικία του Χριστού, την ταυτότητα των Τριών Μάγων, που προσκύνησαν το Χριστό τη νύχτα της γέννησής Του, τι έκαναν οι Μάγοι όταν επέστρεψαν στην πατρίδα τους, τι συνέβη στο μικρό Ιησού και την οικογένειά Του κατά τη φυγή στην Αίγυπτο, πώς ακριβώς έγινε η ανάσταση, ποιους νεκρούς συνάντησε ο Ιησούς στον άδη, ποιοι νεκροί αναστήθηκαν κατά το θάνατο του Ιησού στο σταυρό (Ματθ. 27, 52-53), τι είδε και άκουσε ο Παύλος όταν «ηρπάγη εις τον παράδεισο» (Β΄ Κορινθ. 12, 2-4), και ένα σωρό τέτοια. Ανάλογα απόκρυφα έχει και η Παλαιά Διαθήκη, που συμπληρώνουν διηγήσεις των παλαιοδιαθηκικών βιβλίων. Τα έργα αυτής της κατηγορίας δεν είναι στην πραγματικότητα «απόκρυφα» (δεν ήταν απαγορευμένα για κάποιους), αλλά οι φιλόλογοι τα ονομάζουν έτσι, γιατί ο όρος έχει γίνει τεχνικός και σημαίνει έργα γραμμένα κατά μίμησιν των κανονικών, είτε της ΠΔ είτε της ΚΔ.

Το Κοράνι συνδυάζει και τα δύο είδη. Περιέχει και «υπερφυσική αποκάλυψη» – μαζί με τη θεμελιώδη ιδέα των γνωστικών απόκρυφων ότι ο Χριστός δε σταυρώθηκε αληθινά – και διηγήσεις συμπληρωματικές (κατά φαντασίαν βέβαια) των βιβλικών διηγήσεων.

Ο Μητροπολίτης του Όρους Λιβάνου Ζορζ Κοντρ επισημαίνει:

«Εντούτοις, όποιος συγκρίνει με κριτικό μάτι, δίχως πίστη στην κορανική αποκάλυψη, διαπιστώνει πρόδηλες ομοιότητες με το βιβλικό κείμενο και τα χριστιανικά απόκρυφα. Τα δάνεια από τα απόκρυφα είναι τόσο φανερά, ώστε μπορεί κανείς να παραθέσει σε παράλληλη σύνοψη – και έχει γίνει στη δυτική μελέτη – κορανικά κείμενα και χριστιανικά απόκρυφα. Το κορανικό περιεχόμενο δείχνει κάτι παραπάνω από μια απλή ομοιότητα. Ο ουλεμάς, στον οποίο μετέφερα αυτές τις γραπτές αποδείξεις, μου είπε: “εμείς δεν έχουμε κανένα πρόβλημα, ο Θεός αποκάλυψε τα χριστιανικά απόκρυφα, το ίδιο και το Κοράνιο”».[1]

Βέβαια, αυτή η απάντηση δεν ευσταθεί, κατ’ αρχάς γιατί ένα βιβλίο, που δανείζεται στοιχεία από άλλα βιβλία, είναι προφανώς γραμμένο από άνθρωπο κι όχι ακριβές αντίγραφο ενός αιώνιου ουράνιου βιβλίου (είναι γνωστό ότι το Κοράνι αποκρυσταλλώθηκε στην παρούσα μορφή από επιτροπή γραμματέων, διορισμένη από τον τρίτο διάδοχο του Μωάμεθ, χαλίφη Ουθμάν, που επέλεξε ανάμεσα σε τέσσερις εκδοχές[2] – δε στέκομαι εδώ όμως, γιατί οι μουσουλμάνοι προφανώς αρνούνται ότι το κείμενο υπέστη επεξεργασία, ενώ μπορεί να αντιπαραθέσουν το μύθο ότι τα βιβλία της Καινής Διαθήκης επίσης επιλέχτηκαν ανάμεσα σε πολλά απόκρυφα, ενώ στην πραγματικότητα τα απόκρυφα γράφτηκαν αργότερα, κατά μίμησιν των βιβλίων της Καινής Διαθήκης, γι’ αυτό και περιέχουν φράσεις και ιδέες της). Για να προλάβω αντιδράσεις, διευκρινίζω πως η Αγία Γραφή, κατά τους χριστιανούς, γράφτηκε από ανθρώπους, εμπνεόμενους από τη χάρη του Αγίου Πνεύματος ώστε να διακρίνουν την αλήθεια από το ψεύδος, αλλά δεν υπαγορεύτηκε κατά λέξιν από ένα πνεύμα. Επιπλέον, τα απόκρυφα κείμενα περιέχουν πλήθος ιδεών, που το Ισλάμ δε θα μπορούσε ποτέ ν’ αποδεχτεί ως θεόπνευστες.

Σημειωτέον ότι η Αγία Γραφή (κατ’ εξοχήν η Καινή Διαθήκη) αποφεύγει να αφηγείται γεγονότα που δεν παίζουν ρόλο στην εκπλήρωση του θείου σχεδίου για την ενανθρώπιση του Χριστού και τη σωτηρία του ανθρώπου. Η ανθρώπινη περιέργεια όμως αναζήτησε τις παραλειπόμενες λεπτομέρειες και, όπου δεν τις βρήκε, τις επινόησε.

Οι διηγήσεις του Κορανίου για τον Ιησού περιέχουν ένα κυρίαρχο χαρακτηριστικό των απόκρυφων διηγήσεων: το υπερβολικό υπερφυσικό στοιχείο, που τονίζεται με έμφαση για εντυπωσιασμό των αναγνωστών ή ακροατών. Κατ’ αυτό, ο Ιησούς μίλησε από βρέφος και ανάγγειλε σοφά λόγια του Θεού (σούρα 19, 29-33). Το περιστατικό θυμίζει το απόκρυφο κατά Θωμάν ευαγγέλιο της παιδικής ηλικίας, που περιγράφει φανταστικά την παντογνωσία και τα θαύματα του Ιησού ως παιδιού (πράγματα που δεν αναφέρονται καθόλου στην ΚΔ), εκτρεπόμενο σε διηγήσεις χωρίς καμία σοβαρότητα (π.χ. ο Ιησούς κάνει θαύματα για παιχνίδι ή ακόμη και για εκδίκηση – θανατώνει ένα άλλο παιδί και μετά το ανασταίνει – προσβάλλει το δάσκαλό του με επίδειξη γνώσεων κ.τ.λ.).

Είναι αξιοσημείωτο ότι το Κοράνι κάνει αναφορές και σε πληροφορίες που περιέχονται σε απόκρυφα κείμενα. Δύο τέτοιες αναφορές είναι η φροντίδα της Μαριάμ από το Ζαχαρία και η διατροφή της απευθείας από το Θεό (αναφέρεται στο Πρωτευαγγέλιο του Ιακώβου και στο Κοράνι, 3, 35-37. 5, 110) και το θαύμα των χωματένιων πτηνών, που ο (μικρός) Ιησούς τα φύσηξε και έγιναν αληθινά πουλιά (αναφέρεται στο κατά Θωμάν ευαγγέλιο της παιδικής ηλικίας του Κυρίου και στο Κοράνι 3, 49-50).

Δύο παρατηρήσεις: α) οι γονείς της Μαριάμ στο Πρωτευαγγέλιο ονομάζονται Ιωακείμ και Άννα, β) η ζωή που προέρχεται από το φύσημα του Ιησού είναι κάτι αντίστοιχο με τη ζωή που προήλθε από το φύσημα του Θεού στον Αδάμ (Γένεσις, 2, 7), πράγμα που βασίζεται στην πεποίθηση ότι ο Ιησούς, εκτός από άνθρωπος, είναι και Θεός. Η φράση βέβαια του ισλαμικού κορανίου, ότι αυτό θα γίνει «με την άδεια του Αλλάχ», δεν υπάρχει καθόλου στο χριστιανικό κείμενο, που φυσικά είναι πολύ αρχαιότερο (του 2ου ή του 3ου αιώνα).

Μία άλλη αναφορά είναι ότι η πτώση του διαβόλου από τη θεία δόξα συνίσταται στο ότι αρνήθηκε να προσκυνήσει τον Αδάμ, όπως τον διέταξε ο Θεός (σούρα 2, 30-34. 17, 61-62, κ.α.). Η διήγηση αυτή – αν και δίνεται πιο λιτά – προέρχεται από το απόκρυφο Ευαγγέλιο του Βαρθολομαίου[3] και ας μου επιτραπεί να πω ότι δε βλέπω να έχει κάποια σοβαρότητα.

Από τα γνωστικά κείμενα, το Κοράνι έχει διατηρήσει την πεποίθηση ότι ο Ιησούς δε σταυρώθηκε, αλλά ο Θεός «έκανε τους εχθρούς Του να νομίζουν ότι Τον σταυρώνουν», ενώ στην πραγματικότητα Τον έκρυψε. Η πεποίθηση αυτή ήταν θεμελιώδης στο γνωστικισμό, που αρνιόταν ότι ο Ιησούς διέθετε αληθινό ανθρώπινο σώμα[4] – το Ισλάμ τη διατηρεί, επειδή πιστεύει πως ο Θεός είναι Θεός πολεμικής νίκης, συνεπώς δε μπορεί να επέτρεψε σ’ ένα μεγάλο προφήτη να υποστεί τόσα βάσανα. Ας σημειωθεί ότι στο ουράνιο ταξίδι (Meraj) που, κατά τη μουσουλμανική παράδοση, πραγματοποίησε ο Μωάμεθ καβάλα στον Μπούρακ, το ουράνιο άλογο, με οδηγό το Γαβριήλ, συνάντησε τον Ιησού στο 2ο από τους 7 ουρανούς[5].

ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

[1] Μητροπολίτου Όρους Λιβάνου Ζορζ (Κοντρ), Η φύση του Ισλάμ, μετάφραση Ρόνι Μπού Σάμπα, εκδ. Μαΐστρος, Αθήνα 2009, σελ.27-28.

[2] «Ο Abū Bakr, ο πρώτος χαλίφης και ηγέτης του ισλαμικού κράτους από το 632 ως το 634 μ. Χ., ενδιαφέρθηκε για την περισυλλογή των προφητειών του Μωάμεθ. Όπως αναφέρει η παράδοση, ένας από τους γραμματείς του Προφήτη, ο ZaidIbnThâbit, έδωσε στον χαλίφη ό,τι είχε συγκεντρώσει από το κήρυγμα του Μωάμεθ. Ο Αμπού Μπακρ εμπιστεύθηκε το πολύτιμο αυτό υλικό στην Hafsa, μία από τις χήρες του Προφήτη και θυγατέρα του ‘Umar, ο οποίος αργότερα έγινε δεύτερος χαλίφης (634-644). Κατά την ηγεμονία του Όμαρ κυκλοφορούσαν τέσσερεις διάφορετικές εκδόσεις του ιερού βιβλίου. Ο τρίτος χαλίφης, oUthmân (644-656), προς αποφυγή περαιτέρω συγχύσεως, ανέθεσε σε μία επιτροπή να συλλέξει ό,τι γραπτό υπήρχε από τις προφητείες του Μωάμεθ, να επιλέξει μεταξύ των διαφόρων μορφών και να ετοιμάσει ενιαίο κείμενο. Στις εργασίες της επιτροπής αυτής κύριο ρόλο διαδραμάτισε ο μνημονευθείς Zaid, ο επονομαζόμενος «Γραμματεύς». Μετά την εργασία της επιτροπής, ένα μόνο κείμενο θεωρήθηκε αυθεντικό και δόθηκε εντολή να καταστραφεί κάθε άλλη γραφή ή παραλλαγή.

Η ενιαία αυτή μορφή του Κορανίου δεν έγινε δεκτή χωρίς αντιρρήσεις από τον μουσουλμανικό κόσμο. Οι κάτοικοι της Kofa διατηρούσαν δική τους γραφή μέχρι το τέλος της πρώτης χιλιετηρίδας. Ο Zaid, κατά μία παράδοση, διαμόρφωσε και άλλη συλλογή, για να άρει τις διαφορές των κειμένων, των χρησιμοποιούμενων από τους μουσουλμάνους της Συρίας και της Βαβυλωνίας. Τελικά επικράτησε κείμενο που διαμορφώθηκε από την επιτροπή. Η μορφή συνεπώς του σημερινού επίσημου κειμένου χρονολογείται από την εποχή του τρίτου χαλίφη, η οποία απέχει από τον θάνατο του Μωάμεθ δύο μόνο δεκαετίες» [Αναστασίου Γιαννουλάτου, ό.π., κεφ. 3, βλ. σελ. 97-114 (μεταφορά στη δημοτική Ταρίκ Σ.)].

[3] «Ο διάβολος όμως είπε: “Επίτρεψέ μου να σου πω πώς με έριξαν εδώ και πώς ο Θεός έπλασε τον άνθρωπο. Περιπλανιόμουν εδώ κι εκεί και ο Θεός είπε στο Μιχαήλ, “Φέρε μου χώμα και νερό από τις τέσσεριες γωνιές του κόσμου και νερό από τα τέσσερα ποτάμια του παραδείσου” κι αφού ο Μιχαήλ τα έφερε, δημιούργησε τον Αδάμ στην ανατολή, έδωσε μορφή στο άμορφο χώμα, άπλωσε τα νεύρα και τις αρτηρίες και διαμόρφωσε ένα αρμονικό σύνολο. Και του έδειξε εκτίμηση γιατί ήταν κατ’ εικόνα του. και τον προσκύνησε κι ο Μιχαήλ. Και όταν ήρθα από τα άκρα του κόσμου, ο Μιχαήλ μου είπε, “Προσκύνησε την εικόνα του Θεού, την οποία έπλασε καθ’ ομοίωσή του”. Εγώ όμως είπα, “Εγώ είμαι φωτιά από φωτιά. Ήμουν ο πρώτος άγγελος που δημιουργήθηκε· θα προσκυνήσω λοιπόν εγώ τον πηλό και την ύλη;”. Ο Μιχαήλ μου είπε, “Προσκύνησε γιατί αλλιώς θα οργιστεί μαζί σου ο Θεός”. Εγώ απάντησα, “Ο Θεός δεν θα θυμώσει μαζί μου. Εγώ όμως θα βάλω το θρόνο μου ενάντια στο δικό του και θα γίνω σαν κι αυτόν”. Τότε ο Θεός θύμωσε μαζί μου και με έριξε χαμηλά αφού πρώττα διεταξε ν’ ανοίξουν τα παράθυρα των ουρανών”» («Το Ευαγγέλιο το Βαρθολομαίου», στο Απόκρυφα Κείμενα Καινής Διαθήκης, τόμ. 1, Πύρινος Κόσμος, Αθήνα χ.χ., σελ. 112-113).

[4] Παραδείγματα: «Ο Βασιλείδης, πιθανώς Σύρος παρουσιάσθη εν Αλεξανδρεία ως διδάσκαλος (περί το 130)… Όπως και ο Σατουρνείλος, ούτω και ο Βασιλείδης τον Σωτήρα ωνόμαζε “νουν” (όνομα, ως είδομεν, ειλημμένον εκ της ελληνικής φιλοσοφίας), ώριζεν όμως σαφώς, ότι ούτος είναι η πρώτη απόρροια του θεού. Ο Σωτήρ ενεφανίσθη εν φαινομενικώ σώματι, ο δε θάνατος αυτού ήτο επίσης φαινομενικός. Αντ’ αυτού εσταυρώθη Σίμων ο Κηρυναίος, εις τον οποίον ο Σωτήρ έδωκε την μορφήν αυτού, αυτός δε έλαβε την μορφήν του Σίμωνος και ίστατο πλησίον του σταυρού…». Ο Βαλεντίνος: «Την σωτηρίαν των ανθρώπων ετέλεσεν ο Σωτήρ, αλλ’ η περί αυτού διδασκαλία είναι ασαφής. Πάντως ήτο θείον ον, το οποίον ενηνθρώπησε και έπαθε φαινομενικώς». Ο Μαρκίων: «Ενώ ο Μαρκίων εδέχετο φαινομενικόν σώμα του Χριστού και επομένως φαινομενικόν σταυρικόν θάνατον, απέδιδεν εις αυτόν πραγματικήν σωτηριώδη ενέργειαν» (αρχιμανδρίτου Βασιλείου Στεφανίδου, καθηγητού του πανεπιστημίου Αθηνών, Εκκλησιαστική Ιστορία, Παπαδημητρίου 61998, σελ. 65-68).

[5] Βλ. Elias, Mufti A.H. «Jesus (Isa) A.S. in Islam, and his Second Coming», Islam.tc. Retrieved 2012-04-20, στο http://www.islam.tc/prophecies/jesus.html.

Ισλάμ, ο καρπός Ιουδαιοχριστιανικών αιρέσεων

Πολλές ιστορίες του Κορανίου αναφέρονται σε χαρακτήρες βιβλικούς: βλέπουμε να παρελαύνουν εκεί ο Μωυσής και ο αδελφός του Ααρών που αντιμετώπισαν τον Φαραώ, ο Νώε και η οικογένεια του που επέζησαν από τον κατακλυσμό, η γυναίκα του Πετεφρή που προσπαθεί να αποπλανήσει τον Ιωσήφ . Βέβαια οι ιστορίες έχουν τροποποιηθεί στρατηγικά από τον Μουχάμμαντ, για να δώσουν το μήνυμα ότι δεν ήταν μόνο παρόμοιος με εκείνους τους αρχαίους ήρωες, αλλά και μεγαλύτερος και καλύτερος. Πώς, όμως, ο Μουχάμμαντ έμαθε τις ιστορίες αυτές;

Για τους μουσουλμάνους, δεν υφίσταται ζήτημα του πώς ο Μουχάμμαντ έμαθε αυτές τις ιστορίες από τις Εβραϊκές Γραφές: του τις είπε ο Αλλάχ, που ήξερε τις ιστορίες καλύτερα από τον καθένα. Υπάρχουν όμως και άλλες απόψεις για το θέμα, όπως αυτή που θα εξετάσουμε σε τούτο το άρθρο.

Τριάντα χρόνια πριν, ένας Λιβανέζος Μαρωνίτης ιερέας με το ψευδώνυμο Αμπού Μούσα αλ-Χαρίρι (Abu Musa al-Hariri)  που μελέτησε για πολλά χρόνια πηγές αρχαίων ισλαμικών και χριστιανικών κειμένων, εξέδωσε ένα μικρό βιβλίο με τίτλο « Al-Qiss wa al-Nabi», δηλ. «Ο Ιερέας και ο προφήτης». (Nabi σημαίνει Προφήτης, και το Qiss μεταφράζεται ως Ιερέας, εφημέριος ή  πάστορας σε διάφορες χριστιανικές παραδόσεις). Το βιβλίο είναι μια ανάλυση της σχέσης που υπήρχε μεταξύ του Μουχάμμαντ και του εξαδέλφου της πρώτης συζύγου του της Χαντίτζα, του Εβιωνίτη ιερέα Waraqa bin Naufal. Το βιβλίο εκδόθηκε στον Λίβανο το 1978, αλλά όπως θα ήταν αναμενόμενο μόλις εμφανίστηκε αποσύρθηκε από τα ράφια των βιβλιοθηκών και των βιβλιοπωλείων, και δεν κυκλοφορεί πια. (Υπάρχει στα αραβικά εδώ: http://www.muhammadanism.org/Arabic/book/hariri/priest_prophet_book.pdf)
Πριν από μερικές εβδομάδες, ο συγγραφέας του βιβλίου έδωσε συνέντευξη στην αραβική τηλεόραση, στην εκπομπή «Τολμηρή ερώτηση» (Daring Question, δείτε την εκπομπή στα αραβικά εδώ: http://islamexplained.com/DaringQuestionEpisode153/tabid/1478/Default.aspx ). Η συνέντευξη έγινε τηλεφωνικά, καθώς αυτός δεν ήταν σε θέση να ταξιδέψει από το Λίβανο στο στούντιο. Για πρώτη φορά ο συγγραφέας αυτοπροσδιορίστηκε ως ο πατέρας Ιωσήφ αλ-Καζί (Joseph al-Qazi), και εξήγησε τις ιδέες που βρίσκονται στο βιβλίο του. Αυτές θα σας παρουσιάσουμε περιληπτικά σ’ αυτό το άρθρο.

Πριν συνεχίσουμε όμως με το βιβλίο, θα κάνουμε μια παρένθεση, για να πούμε κάποια πράγματα για τους Ιουδαιοχριστιανούς και τις διάφορες αιρετικές ομάδες που ξεπήδησαν από αυτούς.

Ιουδαιοχριστιανοί ονομάζεται μια μερίδα χριστιανών με εβραϊκή καταγωγή, οι οποίοι ήθελαν να συνεχίσουν να τηρούν το νόμο του Μωυσή. Από αυτούς, οι «Ιουδαΐζοντες» ζητούσαν να επιβάλλουν τον Μωσαϊκό νόμο και σε χριστιανούς που προέρχονταν από εθνικούς, και να υπάρχει διαχωρισμός μεταξύ χριστιανών εξ Ιουδαίων και χριστιανών εξ Εθνικών. Οι «Ναζαρηνοί» θεωρούσαν ότι οι χριστιανοί εξ Εθνικών δεν χρειαζόταν να τηρούν τον μωσαϊκό νόμο, αλλά οι εξ Εβραίων έπρεπε να το κάνουν. Μερικοί Ιουδαιοχριστιανοί ανέμειξαν στα πιστεύω τους γνωστικιστικά στοιχεία όπως η λατρεία αγγέλων. Στην προς Κολοσσαείς επιστολή, (Κολ. 2:16-18) ο απόστολος Παύλος προειδοποιούσε τους αναγνώστες του για ανθρώπους που προσπαθούσαν να τους επιβάλλουν το Μωσαϊκό νόμο ή να τους μυήσουν σε γνωστικιστικές πρακτικές, όπως η λατρεία των αγγέλων. Η προς Εβραίους επιστολή επίσης αναδεικνύει την ανωτερότητα του Υιού έναντι των αγγέλων (Εβρ. 1:1-14), ενώ στοιχεία κατά των Γνωστικών υπάρχουν και στο ευαγγέλιο και τις επιστολές του Ιωάννη.

Ανάμεσα στους Ιουδαιοχριστιανούς δημιουργήθηκαν με την πάροδο του χρόνου διάφορες αιρετικές  ομάδες:

*Η αίρεση των Εβιωνιτών συζητήθηκε και σχολιάστηκε από τους πρώτους χριστιανούς λογίους και επισκόπους όπως ο Ειρηναίος, ο Επιφάνιος και ο Ωριγένης. Κάποιοι πίστευαν ότι το όνομα Εβιωνίτες προερχόταν από κάποιο υποτιθέμενο ηγέτη τους ονόματι Εβιών στην Πέλλα της Δεκάπολης της Ιορδανίας, γιατί συνήθως οι αιρέσεις ονομάζονταν από το όνομα του ιδρυτή τους. Άλλοι λένε ότι οι Εβιωνίτες (εβραϊκά «Εβιωνίμ», που σημαίνει «Φτωχοί») αποκαλούνταν έτσι με βάση τις διδασκαλίες του Ιησού για την τιμητική θέση των φτωχών: «Μακάριοι εσείς οι φτωχοί, γιατί δική σας είναι η Βασιλεία του Θεού» (Λουκά 6:20), βασισμένες στο Ησαΐας 66:2 («Λέει ο Κύριος, σε ποιον λοιπόν θα επιβλέψω; Στον φτωχό και στον συντριμένο στην καρδιά») και άλλα σχετικά εδάφια της Παλαιάς Διαθήκης, που απευθύνονται σε ένα μικρό υπόλοιπο φτωχών πιστών. Αυτή η αίρεση θεωρούσε ότι ο Ιησούς ήταν ένας από τους μεγάλους προφήτες, που δεν ήταν Θεός ή Υιός του Θεού, αλλά έλαβε τις αποκαλύψεις μετά την βάπτισή του από τον Ιωάννη και ως εκ τούτου, το πνεύμα του Μεσσία μπήκε μέσα του μέχρι που σταυρώθηκε. Το μήνυμα του Ιησού περιλάμβανε τη διδασκαλία και το κήρυγμα της αποκάλυψης, αλλά δεν περιλάμβανε τη σωτηρία ή τη συγχώρεση για τις αμαρτίες μας. Μαζί με την Παλαιά Διαθήκη χρησιμοποιούσαν το ευαγγέλιο του Ματθαίου στην πρώτη του μορφή, στα εβραϊκά (ή αραμαϊκά), το οποίο σύμφωνα με τον Επιφάνιο, το αναθεώρησαν και το διαστρέβλωσαν για να ταιριάζει με τα δόγματά τους. Αυτή η αίρεση επέμενε σε συχνές πλύσεις για καθαρισμό, στην αποχή από το κρέας, και στην παροχή βοήθειας και σίτισης προς απόρους, χήρες, και ταξιδιώτες.

*Η αίρεση του Ιουδαιοχριστιανού Κηρίνθου, ο οποίος κατά τον Ιππόλυτο ίσως ήταν Εβιωνίτης, κήρυττε ότι ο ουρανός έμοιαζε με τη ζωή στη γη, κι εκεί το σώμα θα απολάμβανε κάθε πάθος που ήθελε για να ικανοποιηθεί· ότι ο ρόλος του Ιησού ήταν να απαλλάξει τον λαό του από τους Ρωμαίους· ότι το μήνυμα του Ιησού ήταν πολιτικό και κοινωνικό. Πίστευε σε κατά γράμμα χιλιετή βασιλεία του Θεού στη γη και συμφωνούσε με τη διδασκαλία για ενοίκηση του «Μεσσία» μέσα στον Ιησού μέχρι τη σταύρωσή Του.

*Η αίρεση των Ελκεσαϊτών, που προήλθε με τον καιρό από τους Εβιωνίτες, είχε πολλά στοιχεία από τους Γνωστικούς, και τιμούσε κάποιον Ελκασάι ή Ελζάι, ο οποίος το 101 μ.Χ. έλαβε ένα βιβλίο ως θεία αποκάλυψη. Σύμφωνα με τον Ωριγένη, λεγόταν ότι το βιβλίο είχε πέσει από τον ουρανό, ενώ σύμφωνα με τον Ιππόλυτο ο Ελζάι το είχε λάβει από έναν άγγελο που ήταν υιός του Θεού. Η αίρεση κήρυττε ότι ο Ιησούς είναι ένας άνθρωπος και ο Μεσσίας έφυγε από το σώμα του πριν το μαρτύριο, και ότι ο Ιησούς έλαβε την Αγία Γραφή από τον άγγελο Γαβριήλ που τον δίδαξε σοφία και την ικανότητα να προβλέπει το μέλλον. Το Άγιο Πνεύμα για τους Ελκεσαΐτες, ανάλογα με τα γεγονότα, είναι πότε η μητέρα του Ιησού και πότε ο άγγελος Γαβριήλ. Η διαφορά των Ελκεσαϊτών με τους Γνωστικούς ήταν ότι ενώ οι Γνωστικοί (μεταξύ αυτών και ο Κήρινθος) θεωρούσαν ότι τον κόσμο δημιούργησε άλλος Θεός από αυτόν της Καινής Διαθήκης, οι Ελκεσαΐτες θεωρούσαν ότι ήταν ο ίδιος που εκδηλώνεται στην Καινή Διαθήκη.

Κοινό στοιχείο των μεταγενέστερων Ιουδαιοχριστιανών είναι ότι μισούσαν τον απόστολο Παύλο, μια που αυτός είχε καταπολεμήσει αποτελεσματικά τις διδασκαλίες τους για τήρηση του Μωσαϊκού νόμου και  είχε διακηρύξει ότι η περιτομή δεν ωφελούσε σε τίποτα. Γύρω στον 2ο μ.Χ. αι. τον κατηγορούσαν ότι διέστρεψε τον Χριστιανισμό, και διέδιδαν ότι ήταν ένας  Έλληνας που έγινε Ιουδαίος ελπίζοντας να παντρευτεί την κόρη του αρχιερέα, αλλά επειδή δεν τα κατάφερε έγραψε κατά του Σαββάτου και της περιτομής. (Επιφανίου, Πανάριον, 30:36.)

Ο Ειρηναίος αποκαλούσε τους Ιουδαιοχριστιανούς «Ναζαρηνούς» κι έγραφε γι’ αυτούς:

«Εφαρμόζουν την περιτομή, επιμένουν στην τήρηση εκείνων των εθίμων που επιβάλλονται από το Νόμο, και είναι τόσο Ιουδαίοι στον τρόπο ζωής τους, ώστε ακόμη λατρεύουν στραμμένοι προς την Ιερουσαλήμ σαν να ήταν εκεί ο οίκος του Θεού».

Θα ξέραμε πολύ περισσότερα για τους Ιουδαιοχριστιανούς αν είχε διασωθεί το καθ’ Εβραίους ευαγγέλιο, όμως το αντίτυπο που είναι γνωστό ότι υπήρχε στην Βιβλιοθήκη του Ευσεβίου Καισαρείας (ή Ευσεβίου του Παμφίλου) στην Καισάρεια της Παλαιστίνης κάηκε κατά τη λεηλασία της πόλης από τους μουσουλμάνους το 653 μ.Χ.

Μετά το 70μ.Χ. και το 135 μ.Χ., οπότε καταστράφηκε η Ιερουσαλήμ και η επανάσταση των Ιουδαίων κατά των Ρωμαίων έληξε άδοξα, οι Ιουδαιοχριστιανοί μετανάστευσαν σε άλλες περιοχές όπου άσκησαν επίδραση σε διάφορους λαούς.[1] Για παράδειγμα, οι Μανδαίοι ή Ζαβίρ, που με την άφιξη του Ισλάμ στο Ιράκ το 636 μ.Χ. θεωρήθηκαν ως ο τρίτος «λαός της βίβλου», οι μυστηριώδεις Σαβαίοι του Κορανίου, από τον καρμηλίτη ιεραπόστολο Ιωάννη a Jesu ο οποίος τους ανακάλυψε, αλλά και από τους ιστορικούς, θεωρήθηκαν να έχουν σχέση με τους αρχαίους ημεροβαπτιστές  ή μαθητές του Ιωάννη του Βαπτιστή. Στοιχεία της γλώσσας τους υποδεικνύουν αραμαϊκή προέλευση. Ένα από τα κείμενα των Μανδαίων μιλά για τη φυγή των «Ναζαρηνών» ή «Ναζωραίων» από τις περιοχές του Ιορδάνη, κατά την εποχή των ιουδαϊκών πολέμων και της καταστροφής της Ιερουσαλήμ, περίπου το 70 μ.Χ.

Οι χριστιανοί στο Κοράνιο και συγκεκριμένα στα 2:62,111-113, 120, 135, 140, 5:14, 18, 51, 69, 82, 9:30, 12:17 (εδάφια της Μεδίνα) αποκαλούνται «Νασάρα» (نصارى). Ο Ιμπν Καθίρ συσχετίζει τη λέξη «an nasara»,  με τη λέξη «ανσάρ» (βοηθός), καθώς προέρχονται από τα γράμματα-ρίζες NSR, όμως η «ανσάρ» είναι αραβική ενώ το «Νασάρα» έχει υπόβαθρο εβραϊκό. Δίνει κι άλλη μια ετυμολογία για το «Νασάρα», που σχετίζεται με το ότι κατοικούσαν στην An-Nαsira, δηλαδή τη Ναζαρέτ. Δεν μπορούμε να μην παρατηρήσουμε πόσο θυμίζει η λέξη «Νασάρα» το «Ναζαρηνοί» , που χαρακτήριζε τους Εβιωνίτες.

Κλείνουμε την παρένθεση και συνεχίζουμε με τα όσα είπε ο συγγραφέας του βιβλίου «Ο ιερέας και ο προφήτης» στην εκπομπή «Η τολμηρή ερώτηση».

Περιληπτικά και σε ελεύθερη απόδοση, είπε τα εξής:

Ανάμεσα στα πολλά βιβλία που κυκλοφορούσαν στους πρώτους αιώνες της χριστιανικής Εκκλησίας ήταν και το «καθ΄Εβραίους ευαγγέλιο», ένα απόκρυφο που δίδασκε ότι ο Ιησούς ήταν ένας συνηθισμένος άνθρωπος που προικίστηκε με το Άγιο Πνεύμα, όταν βαφτίστηκε από τον Ιωάννη τον Βαπτιστή. Τότε έγινε ο Χρισμένος Μεσσίας, αν και δεν ήταν θεϊκός. Αυτό το Άγιο Πνεύμα παρέμεινε με τον Ιησού μέχρι την ημέρα της Σταύρωσης. Στη συνέχεια απομακρύνθηκε από αυτόν και ο Ιησούς πέθανε, όχι για τις αμαρτίες του κόσμου, αλλά ως ένα συνηθισμένο πρόσωπο.

Καθώς από τη μεριά του Ιουδαϊσμού υπήρχε πλήρης απόρριψη των χριστιανών με εβραϊκή καταγωγή [ως αποστατών και εθνοπροδοτών], κι απ’ τη μεριά του Χριστιανισμού εκκλησιαστικές σύνοδοι συγκαλούνταν στα χριστιανικά κέντρα της Ρώμης, της Ιερουσαλήμ και της Κωνσταντινούπολης για να διαχωρίσουν τη χριστιανική ορθοδοξία από την αίρεση, οι ομάδες που θεωρούνταν από Εβραίους και Χριστιανούς αιρετικές αναγκάστηκαν να μεταναστεύουν όλο και πιο μακριά. Μία από αυτές τις ομάδες, οι Εβιωνίτες, ακολουθούσαν τις διδαχές του καθ΄Εβραίους Ευαγγελίου. Μερικές φορές περιγράφονται ως ιουδαιοχριστιανοί, επειδή συνέχισαν πολλές εβραϊκές θρησκευτικές πρακτικές ενώ δέχθηκαν τον Ιησού ως τον Μεσσία. Μερικοί από αυτές τις ομάδες πήγαν προς τη Μέκκα, στη Σαουδική Αραβία, γενέτειρα του Μουχάμμαντ.

Η αληθινή ιστορία του Μουχάμμαντ δεν ξεκινά με τη γέννησή του, αλλά με τον πρόγονό του τον Κουσάι (Qusay) πέντε γενιές νωρίτερα. Αυτός παντρεύτηκε την κόρη του ηγέτη της φυλής των Κουραϊσιτών, και τελικά ο ίδιος έγινε ο αρχηγός τους. Αγόρασε επίσης το κλειδί για την Κάαμπα, η οποία παρείχε μια πηγή εσόδων που προέρχονταν από την επίσκεψη φυλών που λάτρευαν τα είδωλα τους εκεί. Όταν ο Κουσάι πέθανε έγινε ηγέτης ο γιος του ο Abdel Manaf, τον οποίο με τη σειρά του ακολούθησε ο γιος του Χάσιμ (προ-προπάππος του Μουχάμμαντ). Όπως συμβαίνει με πολλές εκτεταμένες οικογένειες καθώς περνάνε οι γενεές, μία πλευρά έγινε πλουσιότερη από τις άλλες. Ο παππούς του Μουχάμμαντ Αμπντέλ Μουτάλεμπ και ο πατέρας του ο Αμπντάλα ήταν από το φτωχότερο κλαν. Ο ίδιος ο Μουχάμμαντ γεννήθηκε σε εκείνη την πλευρά της οικογένειας, γεγονός που εξηγεί την περιγραφή του στο Κοράνιο ως ένα φτωχό ορφανό ( Κοράνι 93:6-9).

Η πλούσια πλευρά περιλάμβανε μια πλούσια επιχειρηματία που ονομαζόταν Χαντίτζα (Khadija) και τον εξάδελφό της Ουάρακα μπιν Νάουφαλ (Waraqa bin Nawfal). Σε αυτή την πλευρά ακολουθούσαν τις διδασκαλίες των Εβιωνιτών, και ο Ουάρακα μπιν Νάουφαλ ήταν ο κύριος ιερέας τους. Ο συνηθισμένος μουσουλμανικός ισχυρισμός, ότι στις αραβικές φυλές ήταν όλοι Jahiliya ή αδαείς πριν από τον Μουχάμμαντ, δημιουργήθηκε από τους ίδιους τους μουσουλμάνους για να μπει μια σφήνα μεταξύ αυτών και όλων των άλλων. Πολλοί από αυτές τις φυλές ακολουθούσαν διάφορες χριστιανικές και εβραϊκές παραδόσεις.

Ο Ουαράκα μπιν Νάουφαλ, με την ειδική έμφαση που έδιναν οι Εβιωνίτες στη φροντίδα για τους φτωχούς, φρόντισε ιδιαίτερα τον ορφανό Μουχάμμαντ. Τον δίδαξε να διαβάζει και να γράφει, καθώς και να μεταφράζει θρησκευτικά κείμενα από την αραμαϊκή στα αραβικά. Ο μουσουλμανικός ισχυρισμός ότι ο Μουχάμμαντ ήταν αναλφάβητος ήταν άλλος ένας μύθος που δημιουργήθηκε από τους πρώτους μουσουλμάνους προς στήριξη του ισχυρισμού τους ότι το Κοράνιο ήταν μια ειδική αποκάλυψη από τον Θεό. Δεδομένου ότι ο Μουχάμμαντ μεγάλωσε , ο Ουάρακα κάλεσε τον νεαρό να ζήσει μαζί με τους συνεργάτες του για τα θρησκευτικά τους προσκυνήματα. Μία φορά το χρόνο, κατά τη διάρκεια της νηστείας ένα μήνα πριν από το Πάσχα (tahannoth), η ομάδα των νηστευτών ζούσε με λαχανικά, γιαούρτι, και άζυμο ψωμί. Η αναχώρηση περιλάμβανε προσευχή, ενατένιση, επανάληψη και επίκληση του ονόματος του Θεού, και ανάγνωση της Βίβλου στη σιωπή και την πλήρη απομόνωση από τους κατοίκους της Μέκκας. Μετά την νηστεία, θα κύκλωναν την Κάαμπα 7 φορές. Έτσι εκπαιδεύτηκε να λαμβάνει αποκαλύψεις ο Μουχάμμαντ. Εκτός από τον ιερέα Ουάρακα, στο κόμμα περιλαμβάνονταν οι: Abd al-Mutallib (παππούς του Μουχάμμαντ), Othman bin Al Howeireth, Abû Umayya ibn Al-Mughîra (μάλλον ο πατέρας της Ουμ-Σαλάμα, μετέπειτα συζύγου του Μουχάμμαντ), Abdalah bin Jahsh (εξάδελφος του Μουχάμμαντ και αδελφός της μετέπειτα συζύγου του Ζεϊνάμπ). [Σύμφωνα με ιστορικούς του Ισλάμ, συμμετείχε και ο ποιητής Umayya ibn Abî as-Salt, ένας από τους συγγενείς του Μουχάμμαντ, του οποίου την ποίηση ο Μουχάμμαντ αγαπούσε κι έβαλε αποσπάσματά της στο Κοράνι]. Ο Ουάρακα αναγνώρισε τις θρησκευτικές τάσεις του Μουχάμμαντ και τις ηγετικές του ικανότητες, και έλπιζε ότι θα τον διαδεχόταν ως ηγέτης των Εβιωνιτών στη Μέκκα (το ίδιο το Κοράνιο διευκρινίζει ότι, όταν ο Μουχάμμαντ ξεκίνησε να κηρύττει στους φτωχούς της Μέκκας, δεν τους έλεγε για το «Ισλάμ», αλλά για το μονοθεϊσμό του Αβραάμ). Ο Ουάρακα βρήκε στον Μουχάμμαντ απασχόληση στα καραβάνια με καμήλες της εξαδέλφης του Χαντίζα, που πήγαιναν στη Δαμασκό και στη Βασόρα, και αργότερα όταν έγινε 25 ετών κι εκείνη ήταν 40, κανόνισε το γάμο του μαζί της. Ο γάμος έγινε σύμφωνα με τη χριστιανική παράδοση, πράγμα που σήμαινε πως ο Μουχάμμαντ δεν έλαβε καμιά άλλη σύζυγο όσο ζούσε η Χαντίτζα. Τα δύο κλαν συναντήθηκαν κατά την τελετή του γάμου. Έτσι, ο Ουάρακα φρόντισε ο προστατευόμενός του να γίνει πλούσιος, και εν δυνάμει ηγέτης και διάδοχος της θέσης του στην ιεραρχία ως «πατριάρχης» της αίρεσης της Μέκκας.

Ο Μουχάμμαντ είχε πολλές αποκαλύψεις που τον φόβιζαν, επειδή νόμιζε ότι ήταν ο Σατανάς (shaytan) ή κακά πνεύματα που τον παρενοχλούσαν. Η Χαντίζα, βοηθούμενη από τον Ουάρακα, καθησύχασε τον Μουχάμμαντ ότι τον είχε επιλέξει ο καλός αρχάγγελος να κηρύξει το μήνυμα, και ο Ουάρακα ευλόγησε τον Μουχάμμαντ και τον έστειλε να προσηλυτίσει τους ανθρώπους στη Μέκκα. Μερικοί από τους φτωχότερους και εκείνους που βρίσκονταν στη χαμηλότερη κοινωνική βαθμίδα τον ακολουθούσαν. Σε πολλούς ισχυρούς παγανιστές δεν άρεσε το κήρυγμά του, αλλά δεν μπορούσαν να τον πειράξουν επειδή τον προστάτευαν ο Ουάρακα, η Χαντίζα και ο θείος του Abi Taleb.

Όταν ο Ουάρακα πέθανε, οι αποκαλύψεις σταμάτησαν να εμφανίζονται επί τέσσερα χρόνια στον Μουχάμμαντ. Όταν πέθανε και η Χαντίζα, αυτός ήταν πάνω από 40 ετών και είχε μείνει χωρίς πνευματικούς οδηγούς και συμπαραστάτες. Μετά το θάνατο του θείου του Αμπού Τάλεμπ έχασε και τη στήριξη των φατριών κι έφυγε από τη Μέκκα για να συναντήσει ορισμένους από τους οπαδούς και του στην πόλη της Μεδίνα, 250 μίλια προς τα βόρεια. Μια νέα φάση του Ισλάμ βρισκόταν σε πλήρη εξέλιξη, καθώς το «μήνυμα» του θεού και ο τρόπος ζωής του Μουχάμμαντ άλλαξε δραστικά. Το μήνυμά του έγινε μήνυμα κατάκτησης και αυτοκρατορίας, και ο τρόπος ζωής του (όπως και πολλών αυτοαποκαλούμενων προφητών πριν και μετά από αυτόν) είχε κι έναν θεό να του παρέχει οτιδήποτε ήθελε, μεταξύ άλλων και πολλές γυναίκες, όπως επιθυμούσε η καρδιά του.

Η θέση οτι το Ισλάμ προήλθε απο τον Ιουδαιοχριστιανισμό δεν είναι με κανένα τρόπο μοναδική στον Ιωσήφ αλ-Καζί. Όπως σημειώνει ο επίκουρος καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών  Σωτήριος Δεσπότης,

«ο χαμένος συνδετικός κρίκος μεταξύ χριστιανισμού και ισλάμ είναι, σύμφωνα με αρκετούς ερευνητές ο Ιουδαιοχριστιανισμός, ο οποίος από τον αγ. Επιφάνιο Σαλαμίνος χαρακτηρίστηκε ως μία από τις 80 τότε γνωστές αιρέσεις (Πανάριον 374-377): οι Ναζηραίοι ομολογούσαν τον Ιησού ως υιό του Θεού,  ζούσανε όμως σύμφωνα με τα  μωσαϊκά έθιμα. Οι ιουδαιοχριστιανοί, και κυρίως οι Εβιωνίτες (οι πτωχοί του Θεού) και οι βαπτιστές σαβαίοι, οι οποίοι θεωρούσαν το Χριστό ως άνθρωπο εξ ανθρώπων Μεσσία εγκαταστάθηκαν στην αραβική χερσόνησο και μάλιστα στη Μεδίνα. Σημειωτέον ότι το ιουδαιοχριστιανικό ρεύμα επιβιώνει μέχρι σήμερα στην Αφρική και στις Ινδίες. Οι Αιθίοπες μονοφυσίτες, οι οποίοι διακρίνονται για την ευλάβεια και την πίστη τους στις παραδόσεις τιμούν την κιβωτό του Μωυσή (ταβότ), χρησιμοποιούνε μια σημιτική λειτουργική γλώσσα, ψέλνουν ψαλμούς με τη συνοδεία τυμπάνων και σαλπίγγων, έχουν καθιερώσει μαζί με τη βάπτιση την περιτομή, τιμούνε το Σάββατο, και έχουν αντίστοιχες διαιτητικές συνήθειες (απαγόρευση χοιρινού). Στη νότια Ινδία ζούνε 70.000 χριστιανοί Tekkumbgam ή Southist οι οποίοι έφθασαν εκεί στην Κεραλά από τη Συρία η Μεσοποταμία το 345 υπό την ηγεσία ενός Θωμά από την Κανά ή Χαναάν. Ομολογούν τον Ιησού ως το Μεσσία των Ιουδαίων. Σύμφωνα με τον A. Schlatter, κανείς από τους ηγέτες της χριστιανικής Καθολικής Εκκλησίας των πρώτων αιώνων δε μπορούσε να φανταστεί ποτέ ότι οι αιρετικοί και περιθωριοποιημένοι ιουδαιοχριστιανοί κάποτε θα ταρακουνούσαν τον κόσμο και θα σάρωναν Μητροπόλεις του χριστιανικού Βυζαντίου. Μονοθεϊσμός αντί τριαδολογίας, Πάσχων Δούλος του Κυρίου αντί του Θεανθρώπου (δύο υποστάσεων) είναι μόνο μερικά από τα πιστεύω των γνωστικιζόντων ιουδαιοχριστιανών, πιθανότατα Ελκεσαϊτών (που στο Κοράνι ονομάζονται Sabier)[2], οι οποίοι επηρεασμένοι και από το γνωστικισμό θεωρούσαν τον Ιησού ως τη σφραγίδα των Προφητών (πρβλ. Tertullian, Adversus Judaeos), εξέχων τίτλος κατόπιν του Μωάμεθ. Σύμφωνα με τον Σωζομενό (439-450) υπήρχαν ιουδαιοχριστιανοί οι οποίοι θεωρούσαν ως προπάτορες τον Ισμαήλ και την Άγαρ. Ίσως (και) αυτούς πολέμησε καταρχάς ο προφήτης του Ισλάμ στη Μεδίνα αλλά και από αυτούς πληροφορήθηκε πολλά γεγονότα αλλά και Μιδράς της βιβλικής παράδοση.

Στην Αραβία φαίνεται επίσης ότι ετιμάτο ήδη η Maryam η μητέρα του Isa-Ιησού, η οποία από σύγχυση με την Μαριάμ την αδελφή του Μωυσή, θεωρούνταν κόρη του Αμράμ και αδελφή του Ααρών και σίγουρα όχι Θεο-τόκος. Υπήρχε μάλιστα τοιχογραφία της στην Kaaba της Μέκκας, την οποία δεν κατέστρεψε ο Μωάμεθ. Δεν θεωρούνταν rasulu  llah απεσταλμένη από το Θεό (όπως ο Μωάμεθ αλλά και οι άλλοι προφήτες) αλλά siddiqa – αληθινή (5,75).»

Έχοντας υπόψη μας όλα αυτά, και κάποια ακόμη (όπως τη γνωριμία του Μουχάμμαντ με τον αρειανιστή μοναχό Μπαχίρα) δεν φαίνεται πια καθόλου παράξενο γιατί ο Ιωάννης Δαμασκηνός, ο μεγάλος Ορθόδοξος θεολόγος που μεγάλωσε μέσα στην αυλή του Mu’awiyah στη Δαμασκό και γνώρισε καλά το Ισλάμ, το θεωρούσε μια χριστιανική αίρεση


[1] Οι χριστιανοί που ζούσαν στην Ιερουσαλήμ, γνώριζαν την προφητεία του Ιησού:

«Όταν όμως δείτε να κυκλώνεται από στρατεύματα η Ιερουσαλήμ, τότε να γνωρίσετε ότι έχει πλησιάσει η ερήμωσή της. Τότε όσοι είναι στην Ιουδαία ας φεύγουν στα όρη και όσοι είναι στο μέσο αυτής ας αναχωρήσουν και όσοι είναι στην ύπαιθρο ας μην εισέλθουν σ’ αυτή, γιατί ημέρες εκδίκησης είναι αυτές, για να ολοκληρωθούν όλα τα γραμμένα. Αλίμονο σε όσες έχουν στην κοιλιά παιδιά και σε όσες θηλάζουν εκείνες τις ημέρες. Γιατί θα γίνει καταπίεση μεγάλη πάνω στη γη και οργή στο λαό τούτο, και θα πέσουν από το στόμα της μάχαιρας και θα αιχμαλωτιστούν σε όλους τους εθνικούς, και η Ιερουσαλήμ θα πατιέται συνεχώς από τους εθνικούς, μέχρις ότου συμπληρωθούν οι καιροί των εθνικών» (Λουκάς 21:20-24).

Έτσι έφυγαν από την Ιερουσαλήμ στην Πέλλα της Ιορδανίας, όπου και παρέμειναν μέχρι το 135 μ.Χ. Σύμφωνα με το βιβλίο «Ιστορία του Ιουδαϊκού Χριστιανισμού» του Hugh Schonfield κάποιοι Ιουδαιοχριστιανοί βρίσκονταν στην Ιερουσαλήμ το διάστημα 132-135 μ.Χ. οπότε ξέσπασε η επανάσταση των Εβραίων κατά των Ρωμαίων, και ενώθηκαν στον πόλεμο με τους Εβραίους κάτω από τη σημαία του Μπαρ-Κοχεμπά, ταυτιζόμενοι μαζί τους εθνικά. Όταν όμως ο Ραβίνος Ακίβα ανακήρυξε τον Μπαρ-Κοχεμπά ως τον αναμενόμενο Μεσσία, οι Ιουδαιοχριστιανοί που θεωρούσαν τον Ιησού ως το Μεσσία των Ιουδαίων αρνήθηκαν να συμπράξουν, και πλέον θεωρούνταν και προδότες του έθνους τους. Καθώς οι Ρωμαίοι με τη νίκη τους ισοπέδωσαν την Ιερουσαλήμ και απαγόρευσαν την είσοδο σε όλους τους Εβραίους, όσοι Ιουδαιοχριστιανοί επέζησαν έφυγαν απότην περιοχή.

[2] Σημειωτέον ότι και ο Πέρσης Μάνης (216-76) ο οποίος ήθελε στη συνέχεια των Ζαρατούστρα, Βούδα και ενός «γνωστικού» Χριστού να ιδρύσει μια καινούργια χριστιανική θρησκεία, στα νιάτα του ανήκε στην ιουδαιοχριστιανική αίρεση των Βαπτιστών – Ελκεσαϊτών και επηρεάστηκε από το νομικισμό και την αποκαλυπτική σκέψη.