Οι ρίζες του τριαδολογικού δόγματος

Μια που βρισκόμαστε στην αναστάσιμη περίοδο, δημοσιεύουμε ένα ακόμη ποστ με θεολογικό χαρακτήρα. Είναι απόσπασμα εκτενέστερης εργασίας του ορθόδοξου θεολόγου Θ. Ρηγινιώτη, που δημοσιεύεται με μορφή σχολίων σε μουσουλμανικό μπλογκ. Το αντλούμε από εδώ:

http://nabiallah.wordpress.com/%ce%bf-%cf%80%cf%81%ce%bf%cf%86%ce%ae%cf%84%ce%b7%cf%82-%ce%bc%ce%bf%cf%85%cf%87%ce%ac%ce%bc%ce%bc%ce%b5%ce%bd%cf%84-%cf%83%cf%84%ce%b7-%ce%b2%ce%af%ce%b2%ce%bb%ce%bf/#comment-176

Όταν οι αδελφοί μας μουσουλμάνοι έχουν μπροστά τους τις χαντίθ, εμφανίζονται απολύτως βέβαιοι για την αυθεντικότητά τους – έστω, για την αυθεντικότητα εκείνων που οι πνευματικοί τους διδάσκαλοι έχουν αναγνωρίσει και καταχωρίσει ως αυθεντικές. Φυσικά μπορούν να βρουν πολλά «ορθολογικά» επιχειρήματα για να υποστηρίξουν την άποψή τους, αλλά ο αληθινός λόγος είναι ένας: εμπιστεύονται τις χαντίθ, γιατί θεωρούν εξ ορισμού αξιόπιστους τους συλλέκτες και σχολιαστές τους.

Όταν όμως εμείς επικαλούμαστε λόγια του Ιησού, εκείνοι εύκολα τα απορρίπτουν ως μυθεύματα και πλαστογραφίες. Όταν επικαλούμαστε λόγια των αποστόλων, εκείνοι εύκολα χαρακτηρίζουν τους αποστόλους (τους αγίους αυτούς αυτόπτες μάρτυρες του Ιησού) ως πλαστογράφους. Και όταν επικαλούμαστε λόγια των αγίων Πατέρων της Εκκλησίας, εύκολα βρίσκουν κάθε μομφή να τους προσάψουν, αρκεί να μειώσουν την εγκυρότητα της θεμελιώδους διδασκαλίας του χριστιανισμού.

Στην Καινή Διαθήκη, ο Ίδιος ο Ιησούς ζητάει πίστη στον Εαυτό Του (π.χ. Ιω. 3, 29 και 9, 35-38) και δηλώνει ότι η τιμή προς Αυτόν πρέπει να είναι ίση με την τιμή προς τον Πατέρα (Ιω. 5, 23, «ίνα πάντες τιμώσι τον υιόν καθώς τιμώσι τον πατέρα»). Πώς λοιπόν ο συγγραφέας μας ισχυρίζεται ότι αυτό είναι «ειδωλολατρία» και «προσβολή» προς το Θεό;

Η τριαδολογία του χριστιανισμού δεν επινοήθηκε στην Α΄ Οικουμενική Σύνοδο, αλλά αποτελεί την αποκάλυψη που έκαναν για το Θεό ο Ιησούς και (την Πεντηκοστή) το Άγιο Πνεύμα – αποκάλυψη που βίωσαν και βιώνουν οι άγιοι κάθε γενιάς. Αυτή είναι η πίστη και η ακλόνητη διδασκαλία των χριστιανών αγίων από την αρχή του χριστιανισμού, και φυσικά συνιστά πρόοδο ως προς την Παλαιά Διαθήκη, όπου οι άνθρωποι δεν ήταν ακόμη σε θέση να αντιληφθούν κάτι τέτοιο. Αν η Παλαιά Διαθήκη περιείχε την τέλεια αποκάλυψη του Θεού, δε θα χρειαζόταν να έρθει ο Χριστός, ακόμη και ως προφήτης.

Στην Καινή Διαθήκη η τριαδολογία δεν αναπτύσσεται ούτε διατυπώνεται αναλυτικά, ακριβώς διότι βιώνεται πέρα από κάθε αμφισβήτηση. Φαίνεται όμως ότι υπάρχει, από πλήθος τριαδολογικών αναφορών, όπως οι κλασικές: «βαπτίζοντες αυτούς εις το όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος» (Ματθ. 28, 19) και «η χάρις του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού και η αγάπη του Θεού και Πατρός και η κοινωνία του Αγίου Πνεύματος είη μετά πάντων υμών» (Β΄ Κορινθ. 13 – πρόκειται, κατά τους μελετητές, για φράση από την πρωτοχριστιανική [αποστολική] θεία λειτουργία).

Η γενιά λοιπόν των αγίων αποστόλων πίστευε στην Αγία Τριάδα. Το ίδιο και η αμέσως επόμενη γενιά, των αγίων αποστολικών Πατέρων (1ο μισό του δεύτερου αιώνα μ.Χ.). Πουθενά δεν φαίνεται «μετατόπιση» της πίστης των χριστιανών από κάποιο «μονοπρόσωπο Θεό» προς την Αγία Τριάδα. Για την πίστη των Πατέρων της πρώτης μεταποστολικής γενιάς (των μαθητών των αποστόλων) στην Αγία Τριάδα παραπέμπω στα άρθρα: http://www.oodegr.com/oode/theos/triada1.htm και: http://www.oodegr.com/oode/theos/airetika/da_vinci3.htm.

Οι άγιοι αυτοί, όπως και οι μεταγενέστεροι, καθώς και οι άγιοι των Οικουμενικών Συνόδων, δεν «επινοούσαν» δόγματα, αλλά γνώριζαν την αλήθεια για το Θεό με την ένωση προς Αυτόν, δηλαδή με την αγιότητά τους (θέωση). Η θέωσή τους φαίνεται όχι μόνον από τα θαύματά τους (επαναλαμβάνω ότι οι Πράξεις αναφέρουν πλήθος θαυμάτων των αποστόλων), αλλά και από τον τρόπο ζωής τους, τον γεμάτο αγάπη και αυτοθυσία για τον πλησίον.

Για να γίνει κάπως κατανοητό τι εννοώ, παραπέμπω τον αναγνώστη στο βίο του μεγάλου χριστιανού πνευματικού πατέρα του 20ού αιώνα αγίου Σιλουανού του Αθωνίτη, γραμμένο από το μαθητή του και επίσης άγιο Σωφρόνιο Σαχάρωφ (έκδ. Ιεράς Μονής Τιμίου Προδρόμου, Έσσεξ Αγγλίας). Εκεί θα αντιληφθεί τι σημαίνει «αγιοπνευματικός φωτισμός» και «γνώση του Θεού διά του Αγίου Πνεύματος». Ως προς την Αγία Γραφή, θα το αντιληφθεί κάπως διαβάζοντας τις Πράξεις των αποστόλων, όχι μόνο το κεφ. 2 (όπου περιγράφεται η κάθοδος του Αγίου Πνεύματος κατά την Πεντηκοστή), αλλά ολόκληρο το έργο.

Το γεγονός ότι η τριαδολογία είναι η αρχική διδασκαλία του χριστιανισμού φαίνεται και από το σάλο που προκλήθηκε, όταν ο Άρειος (ιερέας στην Αλεξάνδρεια) άρχισε να διδάσκει ότι ο Υιός δεν είναι Θεός. Όχι μόνο δε φαίνεται πουθενά (ας μας υποδείξει κάποιος μία πηγή) «μετατόπιση» της χριστιανικής θεολογίας προς την τριαδολογία, αλλά, αντίθετα, φαίνεται ότι κάποιοι μετατοπίστηκαν κατά καιρούς από την τριαδολογία προς διάφορες απόπειρες «διάσωσης του απόλυτου μονοθεϊσμού», επειδή προσπαθούσαν να κατανοήσουν τη θεολογία διανοητικά (σαν φιλόσοφοι) και όχι να τη βιώσουν με την ένωση προς το Θεό (ως άγιοι). Αυτοί ήταν οι «μοναρχιανοί», που χωρίζονταν σε δύο κλάδους και δίδασκαν είτε ότι ο Ένας Θεός εμφανίστηκε ο Ίδιος σαν Πατέρας στην Παλαιά Διαθήκη, σαν Υιός στην Καινή και σαν Άγιο Πνεύμα στην Εκκλησία (τροπικοί μοναρχιανοί ή πατροπασχίτες), είτε ότι ο Χριστός ήταν ένας κοινός άνθρωπος που αναδείχθηκε σε Θεό λόγω της ανυπέρβλητης ηθικής του καθαρότητας (δυναμικοί μοναρχιανοί ή υιοθετιστές). Ο Άρειος ήταν η μετεξέλιξη του δυναμικού μοναρχιανισμού.

Λόγω των πρώτων μοναρχιανών, κάποιοι πρώιμοι χριστιανοί διδάσκαλοι έκαναν κάποιες απόπειρες να διατυπώσουν λεκτικά την τριαδολογία – οι απόπειρες αυτές δεν ήταν απόλυτα επιτυχημένες, και δίνουν στο συγγραφέα μας παρακάτω τη χαρά να επισημάνει διάφορες «αδυναμίες» της. Όμως η τριαδολογία εκφράστηκε με τον καλύτερο δυνατό τρόπο από τους Πατέρες της Νίκαιας και την επόμενη γενιά, από το Μ. Αθανάσιο (που συμμετείχε στη Νίκαια ως διάκονος), το Μέγα Βασίλειο και άλλους (βλ. http://www.oodegr.com/oode/dogmat1/doc_theos2.htm).

Αυτοί οι άγιοι, εξαιτίας των αιρέσεων, διατυπώνουν λεκτικά την κατ’ ουσίαν «άρρητη» εμπειρία τους από την παρουσία του Θεού εντός τους. Για μας είναι τόσο έγκυροι, όσο είναι για τους μουσουλμάνους ο Μωάμεθ. Γνωρίστε το βίο τους και μάθετε για τις εμπειρίες τους και θα καταλάβετε το γιατί.

Η Αγία Τριάδα στη Βίβλο

Ας δούμε τώρα αυτό που ενδιαφέρει τους μουσουλμάνους και όλους τους «ορθολογιστές»: η Βίβλος υποστηρίζει την τριαδολογία; Φυσικά, εμείς απαντάμε καταφατικά. Η τριαδολογία δεν είναι ξένη προς τη Βίβλο. Ωστόσο –επαναλαμβάνω– δεν περιμένουμε να μας πει η Βίβλος για το Θεό, διότι ο Θεός (διά της άκτιστης χάριτός Του) βρίσκεται κάθε στιγμή εντός της νοεράς καρδίας των αγίων μας και εκεί τους διδάσκει την αλήθεια γι’ Αυτόν (τέτοιος άγιος μπορεί να είναι κι ένας φτωχός και παραμελημένος γείτονάς μας κι όχι οπωσδήποτε κάποιο «στέλεχος» της θεσμικής Εκκλησίας – http://www.oodegr.com/oode/epistimi/genika/epist_erevna_theou1.htm). Θα αναφερθούμε στο θέμα της βιβλικής τριαδολογίας για χάρη των αδελφών μας μουσουλμάνων και λοιπόν «αντιτριαδιστών», που αναλίσκονται σε φιλολογικές αναλύσεις, αναζητώντας με το μικροσκόπιο τι λέει η Βίβλος για το ένα ή το άλλο θέμα και ξεχνώντας να ρωτήσουν απευθείας τον Ίδιο το Θεό με νηστεία, προσευχή, εξομολόγηση και (επιτρέψτε μου) θεία κοινωνία. Το σωστό θα ήταν να ερευνήσουν έτσι, όσα χρόνια κι αν κρατήσει η έρευνά τους – σαν αγωνιστές κι όχι σαν φιλόλογοι. Φιλολογικά, μπορούμε να ανακαλύψουμε ή και να επινοήσουμε όσα επιχειρήματα και αντεπιχειρήματα θέλετε.

Παρόλα αυτά, ας ξεκινήσουμε, Θεού θέλοντος.

1. Παλαιά Διαθήκη

Η Παλαιά Διαθήκη αποτελεί «σκιά» της βασιλείας του Θεού («των μελλόντων αγαθών»), καθώς απευθύνεται στη νηπιώδη ανθρωπότητα (πρβ. Α΄ Κορινθίους, 13, 11: «ότε ήμην νήπιος, ως νήπιος ελάλουν, ως νήπιος εφρόνουν, ως νήπιος ελογιζόμην× ότε δε γέγονα ανήρ, κατήργηκα τα του νηπίου»). Η Καινή Διαθήκη πάλι δεν είναι η ίδια η βασιλεία του Θεού, αλλά «τύπος» της (προτύπωση). Η βασιλεία του Θεού είναι η κατάσταση στην οποία εισέρχεται ο άνθρωπος καθώς προχωρεί στη θέωση και ολοκληρωτικά θα τη δούμε από τη δευτέρα παρουσία και μετά («βλέπομεν γαρ άρτι δι’ εσόπτρου και εν αινίγματι, τότε δε πρόσωπον προς πρόσωπον», Παύλος).

Έτσι, στην Π.Δ. η Αγία Τριάδα αποκαλύπτεται «συνεσκιασμένα» (σκιωδώς), καθώς οι άνθρωποι, μη έχοντας ακόμη την ένωση Θεότητας και ανθρωπότητας, που συντελέστηκε στο πρόσωπο του Χριστού, και τη χάρη του Αγίου Πνεύματος, που ξεχύθηκε στην ανθρωπότητα κατά την πεντηκοστή, δε μπορούσαν ακόμη να αντέξουν την αποκάλυψη αυτή (όπως και οι αντιτριαδικές αιρέσεις και οι μουσουλμάνοι, οι οποίοι, ας μου επιτραπεί να το πω, αποκρούουν αυτή τη χάρη, ίσως από ατολμία, μένοντας προσκολλημένοι στη νηπιώδη προ Χριστού κατάσταση). Το ότι δεν είχαν ακόμη αυτά τα πλεονεκτήματα δεν είναι «αδικία του Θεού σε βάρος τους», διότι η Π.Δ. είναι ακριβώς το πρώτο στάδιο της πορείας που οδήγησε στην κάθοδο του Χριστού και του Αγ. Πνεύματος (Παρακλήτου). Οι δε προ Χριστού νεκροί γνώρισαν επίσης το Χριστό και συμμετείχαν (ελεύθερα και εφόσον το θέλησαν) στο παγκόσμιο Σώμα Του (την Εκκλησία) κατά την κάθοδό Του στον Άδη με το σταυρικό θάνατό Του, όταν «τοις εν φυλακή πνεύμασι πορευθείς εκήρυξεν» (Α΄ επιστολή του αγίου αποστόλου Πέτρου, 3, 19-20).

Στην Π.Δ. λοιπόν η Αγία Τριάδα αποκαλύπτεται τουλάχιστον με έξι τρόπους:

1. Με τον πληθυντικό αριθμό στα χωρία Γέν. 1, 26 («ας φτιάξουμε άνθρωπο κατά την εικόνα και την ομοίωσή μας») και Γέν. 11, 7 («ας κατεβούμε και ας τους μπερδέψουμε τις γλώσσες»).

Στους στίχους αυτούς ο Θεός σίγουρα δεν μιλάει στους αγγέλους Του, διότι ούτε συνεργάστηκαν μαζί Του στη δημιουργία του ανθρώπου, ούτε αναφέρεται κάπου ότι ο άνθρωπος είναι πλασμένος «κατ’ εικόνα και ομοίωσιν» και των αγγέλων. Ωστόσο, δε χρησιμοποιεί ούτε το λεγόμενο «πληθυντικό της μεγαλοπρέπειας», δηλαδή να μιλήσει για τον Εαυτό Του στον πληθυντικό αντί για τον ενικό, κατά τη βασιλική συνήθεια. Αν ο Θεός χρησιμοποιούσε «πληθυντικό της μεγαλοπρέπειας», θα έπρεπε να τον χρησιμοποιεί σε όλη τη διάρκεια της Αγίας Γραφής, δηλαδή ούτε μια φορά να μη λέει «Εγώ, ο Θεός», αλλά πάντα «Εμείς, ο Θεός». Κάτι τέτοιο όμως δε συμβαίνει.

Αντίθετα, υπάρχει Κάποιος, με τον Οποίο συνεργάστηκε ο Θεός κατά τη δημιουργία όλων των δημιουργημάτων Του: ο Υιός (Ιω. 1, 3, Α΄ Κορινθίους,, 8, 6, Κολ. 1, 16-17). Για μας είναι φανερό (και κανένα απολύτως λόγο δεν έχουμε να αμφιβάλλουμε) ότι ο Θεός μιλάει με τον Υιό, που είναι ο Λόγος και η Σοφία Του.

Εδώ οφείλω να αναφέρω ότι ο απόστολος Παύλος, στην προς Κολοσσαείς, 1, 16-17, γράφει για το Χριστό: «ότι εν αυτώ εκτίσθη τα πάντα, τα εν τοις ουρανοίς και τα επί της γης, τα ορατά και τα αόρατα, είτε θρόνοι είτε κυριότητες είτε αρχαί είτε εξουσίαι. τα πάντα δι’ αυτού και εις αυτόν έκτισται. και αυτός εστί προ πάντων και τα πάντα εν αυτώ συνέστηκε».

2. Με την εμφάνιση των Τριών Ανδρών στον Αβραάμ στο κεφ. 18 της Γένεσης. Εκεί είναι φανερό ότι ο Αβραάμ αντιμετωπίζει και τους Τρεις ως ισότιμους. Ήρθε «να Τους συναντήσει», είπε και στους Τρεις να καθίσουν, να πλυθούν, να φάνε κ.τ.λ., χαρακτήρισε τον εαυτό του «υπηρέτη Τους» και Εκείνοι του απάντησαν σαν με ένα στόμα (στ. 5). Και οι Τρεις μαζί «έφαγαν» και, όταν σηκώθηκαν, «κοίταξαν προς τα Σόδομα και τα Γόμορρα».

Η ιδέα ότι πρόκειται για το Θεό και δύο τιμητικούς συνοδούς αγγέλους είναι απλά άτοπη. Το ότι στο τέλος Το ότι φαίνεται οι Δύο να φεύγουν και «ο Κύριος» να μένει και να μιλάει με τον Αβραάμ, δε σημαίνει ότι οι άλλοι Δύο δεν ήταν Κύριοι. Υπόψιν ότι λέει «οι άνδρες έφυγαν» και όχι «οι δύο άνδρες», σα να είχαν φύγει και οι Τρεις – προφανώς επειδή στο Θεό δεν υπάρχει αρίθμηση που να διαχωρίζει τον Έναν από τους Άλλους.

Υπάρχει στο χριστιανισμό η ιδέα ότι, επειδή ο Θεός Πατήρ θεωρείται «πάντη αόρατος», το δε Άγιο Πνεύμα δεν συνηθίζει να εμφανίζεται με μορφή ανθρώπου, οι Τρεις Άνδρες ήταν ο Υιός και δύο άγγελοι «εις τύπον» (συμβολισμό) του Πατρός και του Αγίου Πνεύματος. Πιθανόν. Πάντως είναι αδιαφιλονίκητο ότι ήρθαν ως η Τριαδική Θεότητα και έτσι αναγνωρίστηκαν και αντιμετωπίστηκαν από τον άγιο πατριάρχη Αβραάμ και δέχτηκαν αναντίρρητα αυτή την αντιμετώπιση.

3. Με τους ανεξήγητους (για μας, «τριαδικούς») πληθυντικούς στις προφητείες, όπου φαίνεται α) ότι εντός της Θεότητος υπάρχουν περισσότερα από ένα πρόσωπα (π.χ. Οβδιού, 1), β) ότι εμφανίζονται τουλάχιστον δύο «Κύριοι», που ο Ένας στέλνει στη Γη τον Άλλο: π.χ. Ζαχαρία, κατά τους Ο΄ 2, 12-15 [στο Μασσωριτικό (εβρ. κείμενο), Ζαχ. 2, 8-11], Ησαΐα, 45, 1. 45, 14-15. 48, 12-16. Αμώς 4, 11, Μιχαίας 4, 6-7. 6, 1-2, Μαλαχίας 1, 9. 3, 1-5, Σοφονίας κεφ. 1, Ιερεμίας 11, 9-11 και 17. 12, 14. 14, 15. 17, 13. 23, 1-2 (ο προφήτης δεν θα έλεγε «το λαό μου», μόνον ο Θεός το λέει αυτό). 33, 4-5 (Ο΄, 40, 4-5). Δείτε επίσης και Έξοδος 21, 13. 31, 17. 34, 5-6, Δευτ. 28, 13-14 και 20 (μιλάει ο Θεός, όπως φαίνεται στους στ. 2 και 62, αλλά και στο 29, 1, λέει «σε διατάζω» και «με εγκατέλειψες» κι όμως παράλληλα αναφέρεται «στον Θεό» σα να πρόκειται για Άλλο Πρόσωπο) κ.λ.π. (επί του θέματος, «ξεναγός μου» στην Π.Δ. ήταν η εξαίρετη μελέτη του καθηγητή Νικόλαου Σωτηρόπουλου Ο Ιησούς Γιαχβέ).

Σημείωση: πάντα ο «Κύριος», που μιλάει διά του στόματος των προφητών, είναι ο Θεός, ανεξάρτητα αν είναι μετάφραση του Γιαχβέ ή του Αδονάι, του Ελοχείμ κ.τ.λ. Το επισημαίνω, για να προλάβω τυχόν βεβιασμένη απολογία μουσουλμάνων, ότι μπορεί κάποια «Κύριος» να υπονοούν κάτι ή κάποιον άλλο.

4. Η εμφάνιση του περίφημου «αγγέλου του Θεού», που συγχρόνως είναι και προσκυνητός και χαρακτηρίζεται επίσης Θεός ή Κύριος. Ας μιλήσουμε λίγο γι’ Αυτόν:

Εκείνος που εμφανίστηκε στο Μωυσή μέσα από τη φλεγόμενη βάτο χαρακτηρίζεται «άγγελος Κυρίου» (Έξοδος, 3, 2). Κατά τη θεόπνευστη απολογία του αγίου Στεφάνου στις Πράξ. 7, 38, Εκείνος ήταν που μίλησε στο Μωυσή. Στο Μωυσή όμως μίλησε μόνον ο Γιαχβέ –άρα ο άγγελος Κυρίου ήταν που ονόμασε τον Εαυτό Του «Γιαχβέ»!

Προφανώς είναι ο Ίδιος «άγγελος» που εμφανίστηκε στην περιπλανώμενη Άγαρ (Γέν. 16, 7-14) και της είπε «θα πολλαπλασιάσω τους απογόνους σου» («Εγώ», όχι «ο Θεός»). Ποτέ στην Αγία Γραφή ο απεσταλμένος του Θεού δε μεταφέρει τα λόγια του Θεού σα να ήταν ο ίδιος ο Θεός! Ακόμη και οι προφήτες, που μεταφέρουν λόγια του Θεού σε πρώτο πρόσωπο, πάντα ξεκινούν με τη φράση «τάδε λέγει Κύριος». Προφανώς το ίδιο ισχύει και στην περίπτωση του Κορανίου: ο αφηγητής του πληροφόρησε το Μωάμεθ ότι είναι «ο άγγελος Γαβριήλ», αλλιώς πώς το ήξερε ο Μωάμεθ;

Το Γέν. 16, 13, χαρακτηρίζει καθαρά Αυτόν τον άγγελο «Κύριο» και η Άγαρ Τον ονόμασε «ο Θεός ο επιδών με» και εξεπλάγη που αξιώθηκε να Τον αντικρίσει. Αν είχε κάνει λάθος, περνώντας έναν απλό άγγελο για το Θεό, εκείνος θα το διευκρίνιζε. Για του λόγου του αληθές, βλ. π.χ. Λουκ. 1, 11-20 και 26-38.

Μια ακόμη φορά που εμφανίζεται αυτό το «περίεργο» Ον είναι στο Γέν. 32, 24-32, στην πάλη του Ιακώβ με τον Θεό στο πέρασμα του Ιαβώκ. Ο Ιακώβ αντιμετωπίζει τον άγνωστο αντίπαλό του ως «το Θεό», Τον καλεί να τον ευλογήσει και εκπλήσσεται που Τον είδε πρόσωπο με πρόσωπο και επέζησε. Και ο Θεός Εκείνος μετονομάζει τον Ιακώβ σε Ισραήλ, κάνοντας μια χαρακτηριστική πράξη, την οποία κάνει μόνον ο Θεός (Γέν. 17, 5 και 15).

Για την ταύτιση του αγγέλου τούτου με το Θεό, παραθέτω και τις εξής μαρτυρίες: α) Στο Γέν. 31, 11-13, εμφανίζεται στον Ιακώβ «ο άγγελος του Θεού», ο οποίος του λέει: «Εγώ ειμί ο Θεός ο οφθείς σοι [=που σου φανερώθηκα] εν τόπω Θεού, ού ήλειψάς μοι εκεί στήλην…»! (εννοεί το όραμα της σκάλας προς τον ουρανό, στο Γέν. 28, 12-22).

β) Στο Γέν. 35, 1-15, ο Θεός στέλνει τον Ιακώβ να κατασκευάσει θυσιαστήριο «για το Θεό που του φανερώθηκε όταν έφευγε από τον αδελφό του», δηλαδή για Εκείνον, με τον οποίο πάλευε στο Ιαβώκ. Αυτό δηλώνει, αφενός, ότι «Ένας Θεός» τον διέταξε να φτιάξει θυσιαστήριο για έναν «άλλο Θεό», και αφετέρου ότι θα πρόσφερε θυσίες προς τιμήν του «αγγέλου», άρα ο άγγελος ήταν Θεός.

γ) Δίνοντας ο Ιακώβ την ευλογία του στα εγγόνια του, τα παιδιά του Ιωσήφ, λέει: «ο Θεός, ώ ευηρέστησαν οι πατέρες μου ενώπιον αυτού, Αβραάμ και Ισαάκ, ο Θεός ο τρέφων με εκ νεότητος έως της ημέρας ταύτης, ο άγγελος ο ρυόμενός με [=ο σώζων με] εκ πάντων των κακών ευλογήσαι τα παιδία ταύτα…» κ.τ.λ. (Γέν. 48, 15-16 – οφείλω την επισήμανση του τελευταίου χωρίου σε ομιλία του Μιχάλη Μαυροφοράκη δημοσιευθείσα στο διαδίκτυο).

Αυτός ο ορατός Θεός, που είναι συγχρόνως και «άγγελος» (αγγελιαφόρος) του Θεού, κατά τους χριστιανούς είναι ο Υιός, επειδή  Εκείνος χαρακτηρίζεται «μεγάλης βουλής άγγελος», Ησαΐα 9, 6, και «άγγελος της διαθήκης», Μαλαχία 3, 1. Είναι ο απεσταλμένος της μεγάλης βουλής (απόφασης) του Θεού για τη σωτηρία των ανθρώπων. Ολόκληρη η Π.Δ. είναι η προετοιμασία για την έλευσή Του (ως Ιησού Χριστού), που είναι και η εκπλήρωση της πρωταρχικής προφητείας, Γέν. 3, 15 και όλων των μεσσιανικών προφητειών.

5. Με την εμφάνιση της Σοφίας του Θεού, ενός ξεκάθαρα θεϊκού όντος, που μάλιστα μιλάει διά στόματος των προφητών σε πρώτο πρόσωπο, όπως μόνον ο Θεός κάνει, στα βιβλία Παροιμίες, Ιωβ, Σοφία Σολομώντος και Σοφία Σειράχ.

Εγώ από στόματος Υψίστου εξήλθον και ως ομίχλη κατεκάλυψα γην. εγώ εν υψηλοίς κατεσκήνωσα, και ο θρόνος μου εν στύλω νεφέλης. γύρον ουρανού εκύκλωσα μόνη και εν βάθει αβύσσων περιεπάτησα. εν κύματι θαλάσσης και εν πάση τη γη και εν παντί λαώ και έθνει εκτησάμην… έτι διδασκαλίαν ως προφητείαν εκχεώ [=θα αναβλύσω] και καταλείψω αυτήν εις γενεάς αιώνων. ίδετε ότι ουκ εμοί μόνω εκοπίασα, αλλά πάσι τοις εκζητούσιν αυτήν» (Σοφία Σειράχ, κεφ. 24).

«…και μετά σου η σοφία η ειδυία τα έργα σου και παρούσα, ότε εποίεις τον κόσμον… Εξαπόστειλον αυτήν εξ αγίων ουρανών και από θρόνου δόξης σου πέμψον αυτήν…» (Σοφία Σολομώντος, 9, 9-10).

Η Σοφία είναι παρούσα όταν ο Θεός έκτιζε τον κόσμο και προφητεύεται η αποστολή της στον κόσμο. «Εξήλθε το στόμα του Θεού» (δηλαδή είναι ο Λόγος Του) και θα αναβλύσει διδασκαλία και προφητεία, που θα την αφήσει για πάντα στη γη. Είναι «η μήτηρ της αγαπήσεως της καλής και της οσίας ελπίδος, του φόβου» (=της συστολής) «και της γνώσεως» (Σοφία Σειράχ, κεφ. 24) και, κατά τους χριστιανούς, ταυτίζεται με τον Υιό. «Χριστός, Θεού Δύναμις και Θεού Σοφία» κατά τον Παύλο (Α΄ Κορινθίους, 1, 24). «Νους, Λόγος, Σοφία, Υιός του Πατρός, και απόρροια, ως φως από Πυρός, το Πνεύμα» γράφει ήδη το 2ο αι. για τον Ιησού ο απολογητής άγιος Αθηναγόρας ο Αθηναίος (Πρεσβεία περί χριστιανών, κεφ. 24).

Σύγκρινε τις παραπάνω περιγραφές της Σοφίας με τις ακόλουθες αναφορές για τον Υιό, δηλ. το Χριστό:

«Εν αρχή ην ο Λόγος και ο Λόγος ην προς τον Θεόν [=δίπλα στο Θεό] και Θεός ην ο Λόγος. Ούτος ην εν αρχή προς τον Θεόν. πάντα δι’ αυτού εγένετο, και χωρίς αυτού εγένετο ουδέ έν ό γέγονεν. εν αυτώ ζωή ην, και η ζωή ην το φως των ανθρώπων. και το φως εν τη σκοτία φαίνει, και η σκοτία αυτό ου κατέλαβεν […] Ην το φως το αληθινόν, ό φωτίζει πάντα άνθρωπον ερχόμενον εις τον κόσμον. εν τω κόσμω ην, και ο κόσμος δι’ αυτού εγένετο, και ο κόσμος αυτόν ουκ έγνω [=δεν τον αναγνώρισε]. […] και ο Λόγος σαρξ εγένετο και εσκήνωσεν εν ημίν, και εθεασάμεθα [=είδαμε] την δόξαν αυτού [=το φως Του], δόξαν ως μονογενούς παρά πατρός, πλήρης χάριτος και αληθείας. […] Θεόν ουδείς εώρακε πώποτε [=κανείς δεν είδε ποτέ το Θεό]. ο μονογενής υιός ο ων εις τον κόλπον του πατρός, εκείνος εξηγήσατο» (Ιω. 1, 1-5. 9-10. 14. 18).

Σε απόλυτη συνάφεια ο απόστολος Παύλος αναφέρει για τον Υιό:

«…ός εστίν εικών του Θεού του αοράτου, πρωτότοκος πάσης κτίσεως [=γεννημένος πριν από κάθε δημιούργημα], ότι εν αυτώ εκτίσθη τα πάντα, τα εν ουρανοίς και τα επί της γης, τα ορατά και τα αόρατα, είτε θρόνοι είτε κυριότητες είτε αρχαί είτε εξουσίαι. τα πάντα δι’ αυτού και εις αυτόν έκτισται. και αυτός εστί προ πάντων, και τα πάντα εν αυτώ συνέστηκε, και αυτός εστίν η κεφαλή του σώματος, της εκκλησίας, ός εστίν αρχή, πρωτότοκος εκ των νεκρών, ίνα γένηται εν πάσιν αυτός πρωτεύων, ότι εν αυτώ ευδόκησε παν το πλήρωμα κατοικήσαι […]» (προς Κολοσσαείς, 1, 15-19).

Οι Παροιμίες είναι γραμμένες από τον προφήτη και βασιλιά Σολομώντα. Η θέση του βιβλίου του Ιώβ επίσης είναι αδιαμφισβήτητη εντός της Αγίας Γραφής. Για να προλάβω ωστόσο τυχόν υποβάθμιση των βιβλίων Σοφία Σολομώντος και Σοφία Σειράχ από τους αδελφούς μας μουσουλμάνους απολογητές, διευκρινίζω ότι: τα δύο βιβλία αυτά ανήκουν στην Παλαιά Διαθήκη κατά τους Ο΄. Είναι από τα βιβλία που γράφτηκαν απευθείας στα ελληνικά, γι’ αυτό δεν περιελήφθησαν ποτέ στο εβραϊκό Μασσωριτικό (Μ). Όμως το Ο΄ είναι η Παλαιά Διαθήκη που χρησιμοποιούν οι θεόπνευστοι συγγραφείς της Καινής Διαθήκης, οι οποίοι χρησιμοποιούν και τα βιβλία που λείπουν από το Μ. Μερικά παραδείγματα: Ματθ. 9, 36 (Ιουδίθ 11, 19), Ματθ. 22, 25-28 (Τωβίτ 3, 8 και 5, 11), Ματθ. 27, 41-43 (Σοφ. Σολ. 2, 12-20), Ρωμαίους, 1, 21 (Σοφ. Σολ. 13, 1), Ρωμαίους, 9, 21 (Σοφ. Σολ. 15, 7), Ρωμαίους, 10, 6 (Βαρούχ 3, 29), Ιάκ. 1, 19 (Σοφία Σειράχ 5, 11), Α΄ Πέτρ. 1, 6-7 (Σοφ. Σολ. 3, 5-6) κ.λ.π. Πρώτη φορά χριστιανοί απέρριψαν το Ο΄ και στράφηκαν στο Μ μετά την προτεσταντική μεταρρύθμιση (16ος αι.), νομίζοντας ότι ξέρουν καλύτερα από τους συγγραφείς της Καινής Διαθήκης και τους πρώτους χριστιανούς (στην πραγματικότητα, για να διαφοροποιηθούν από τους ρωμαιοκαθολικούς). Έτσι τα βιβλία αυτά «εξορίστηκαν» από τη χριστιανική Αγία Γραφή. Δυστυχώς και μερικές εκδόσεις που επιμελήθηκαν ορθόδοξοι (π.χ. Βάμβας) ακολούθησαν αυτό το λάθος, λόγω προτεσταντικών επιδράσεων.

Το όνομα Σοφία για το Χριστό είναι τόσο βασικό, που ο περίφημος καθεδρικός ναός της Κωνσταντινούπολης, ο αφιερωμένος σ’ Αυτόν, ονομάζεται Ναός της του Θεού Σοφίας, Αγία Σοφία. Ο ναός αυτός προκάλεσε σειρά ομώνυμων ναών στο Κίεβο, τη Θεσσαλονίκη και άλλες ορθόδοξες πόλεις.

6. Η ύπαρξη πολλών προσώπων στη Θεότητα φαίνεται και από τις προφητείες, κατά τις οποίες διά στόματος των προφητών μιλάει ο αναμενόμενος και μελλοντικά ερχόμενος Μεσσίας (βλ. π.χ. Ζαχαρίας, 11, 4-14, ιδ. 11-14). Εφόσον ο Μεσσίας μιλάει διά στόματος των προφητών, επομένως είναι Θεός, αφενός επειδή μόνον ο Θεός έχει αυτή την ιδιότητα (να μιλάει σε πρώτο πρόσωπο διά στόματος των προφητών) και αφετέρου επειδή και σε αυτές τις προφητείες (εκτός από τους προφητικούς ψαλμούς του Δαβίδ) οι προφήτες ξεκινούν με τη φράση «Αυτά λέει ο Κύριος».

Ένα παράδειγμα είναι το Ησαΐα 61, 1-2, που ο Χριστός το χρησιμοποίησε ως αναφορά στον εαυτό Του (Λουκ. 4, 17-21). Επομένως σ’ αυτό το κεφάλαιο δε μιλάει ο προφήτης, αλλά διά στόματος του προφήτη μιλάει ο μελλοντικός Μεσσίας, ο Υιός. Και Αυτός, ο Ίδιος, στο στ. 8 λέει: «διότι εγώ είμαι Κύριος που αγαπά τη δικαιοσύνη και μισεί την αδικία… και θα συστήσω γι’ αυτούς διαθήκην αιώνιον» κ.τ.λ.

Είπαμε ότι υπάρχουν και οι προφητικοί Ψαλμοί (χριστολογικοί/μεσσιανικοί), όπου ο Μεσσίας μιλάει διά του προφήτη. Μερικά παραδείγματα Ψαλμ. 68, 22 («μου έδωσαν χολή για τροφή και στη δίψα μου με πότισαν ξύδι», βλ. Ματθ. 27, 48), Ψαλμ. 21, 2 («Θεέ μου, Θεέ μου, πρόσεξέ με, γιατί με εγκατέλειψες;», βλ. Ματθ. 27, 46), Ψαλμ. 21, 19 («μοίρασαν μεταξύ τους τα ρούχα μου και έβαλαν κλήρο για τα ενδύματά μου», Ιω. 19, 23-24), κ.ά. (για τη θεία έμπνευση των Ψαλμών βλ. και στο Κοράνι, σούρα 4, 163).

[Σημείωση: Ο Ιησούς κραύγασε πάνω στο σταυρό «Θεέ μου, Θεέ μου, γιατί με εγκατέλειψες;», γιατί στην ανθρώπινη ζωή Του πέρασε όλα τα βάσανα που περνάει ο άνθρωπος, μεταξύ των οποίων και την αίσθηση ότι ο Θεός τον έχει εγκαταλείψει. Με αυτό τον τρόπο καθαγίασε τα βάσανα των ανθρώπων και τα μετέτρεψε σε δρόμο για να πλησιάσουμε το Θεό (αν τα υπομείνουμε με πίστη και υπομονή, όπως Εκείνος)].

2. Καινή Διαθήκη

Για τις τριαδολογικές αναφορές της Καινής Διαθήκης μιλήσαμε ήδη στα προηγούμενα. Αναφορές όπως: «βαπτίζοντες αυτούς Εις το όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος» (Ματθ. 28, 19) και «η χάρις του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού και η αγάπη του Θεού και Πατρός και η κοινωνία του Αγίου Πνεύματος είη μετά πάντων υμών» (Β΄ Κορινθ. 13), ξέρουμε πολύ καλά ότι υπάρχουν επειδή οι χριστιανοί ενώνονταν με τον Τριαδικό Θεό και δεν «πίστευαν» και «λάτρευαν» ένα «μονοπρόσωπο Θεό», με τον οποίο δεν είχαν άμεση επαφή, αλλά απλώς «διάβαζαν γι’ Αυτόν στην Π.Δ.».

Ο συγγραφέας του παρόντος παρακάτω προσπαθεί να μας πείσει ότι η εντολή του Χριστού για βάπτισμα στο όνομα της Αγίας Τριάδας δεν αποκαλύπτει την τριαδικότητα του Θεού. Η προσπάθεια αυτή είναι αστεία. Ξέρουμε πολύ καλά τι εννοεί ο Χριστός, γιατί έχει αποδειχθεί και επιβεβαιωθεί αναρίθμητες φορές στην ιστορία της Εκκλησίας, στις εμπειρίες των αγίων και πολλών απλών χριστιανών καθαρών στην καρδιά – δεν περιμένουμε από ένα μη χριστιανό να μας εξηγήσει εξετάζοντας τα κείμενα από φιλολογική άποψη.

Ας ξεκινήσουμε από αυτό που αποκαλύπτει η Κ.Δ. για την ακριβή σχέση του Χριστού προς το Θεό:

Για τη σχέση του Υιού με τον Πατέρα η Κ.Δ. είναι σαφής. Είναι «ο μονογενής υιός» του Πατρός (Ιω. 1, 14 και 18, Ιω. 3, 16 και 18). Στα δύο τελευταία χωρία ο Ίδιος ο Ιησούς χαρακτηρίζει έτσι τον εαυτό Του.

Ο όρος «ο μονογενής υιός» σημαίνει τα εξής:

α) Ο Πατήρ Τον γέννησε, δεν Τον δημιούργησε. Αν Τον είχε δημιουργήσει, θα μπορούσε να χαρακτηριστεί «υιός» μεταφορικά, όμως δεν θα ήταν ο μονογενής. Το να χαρακτηριστεί υιός μονογενής ένα δημιούργημα (κι όχι γέννημα) είναι κάτι το τραγικό και ταιριάζει μόνο σε στείρα ανθρώπινα ζευγάρια, όχι στο Θεό. Άλλωστε η Αγία Γραφή είναι και σ’ αυτό σαφής: «Υιός μου ει συ, εγώ σήμερον γεγέννηκά σε» (= σε γέννησα), Εβρ. 1, 5, από τον Ψαλμό 2, 7 (όλος ο Ψαλμός 2 αναφέρεται στο Μεσσία).

β) Ο Πατήρ δεν έχει άλλο υιό. Όλοι οι άλλοι που χαρακτηρίζονται «υιοί Θεού», άγγελοι ή άνθρωποι, είναι υιοί Του λόγω υιοθεσίας (Ρωμαίους, 8, 15, Γαλάτας, 3, 26), την οποία μάλιστα προκάλεσε ο Υιός «τοις πιστεύουσιν εις το όνομα αυτού» (σ’ αυτούς που πιστεύουν στο όνομά Του) δίνοντάς τους «την εξουσία» να γίνουν παιδιά του Θεού (Ιω. 1, 12). Ο Υιός όμως είναι φυσικός Υιός του Πατρός, όχι υιοθετημένος: υιός μονογενής.

γ) Όταν ο Θεός ονομάζεται «ο Πατήρ» (χωρίς άλλο προσδιορισμό, χωρίς δηλαδή να αναφέρεται τίνος Πατήρ είναι), ονομάζεται έτσι διότι είναι Πατήρ του Υιού. Ο Υιός πάλι λέγεται «ο Υιός» (χωρίς άλλο προσδιορισμό), ως ο Υιός του Πατρός. Βλ. π.χ. Λουκ. 10, 22, Ιω. 5, 19-26, Εβρ. 1, 1 κ.λ.π.

Εξυπακούεται ότι ο Θεός δεν γέννησε «σαν γυναίκα». Η γέννηση του Υιού, όπως και η εκπόρευση του Αγίου Πνεύματος, είναι «μυστηριώδης» και «θεοπρεπής» (=ταιριαστή στο Θεό), δε μοιάζει με οτιδήποτε μπορεί να φανταστούμε ως άνθρωποι. Γι’ αυτό, το να λέμε ότι «ο Θεός γέννησε» και «έχει Υιό» δεν αποτελεί σε καμία περίπτωση «ύβρη» γι’ Αυτόν.

Αυτός λοιπόν «ο μονογενής υιός», βρίσκεται σε απόλυτη ενότητα με τον Πατέρα και «όλα όσα έχει ο Πατήρ» τα έχει και Εκείνος. Και εδώ τίθενται τα επόμενα ερωτήματα:

α) ποια είναι αυτά που έχει ο Πατήρ και τα έχει δώσει «όλα» στον Υιό;

β) υπάρχει κάτι που έχει ο Πατήρ και ο Υιός δεν το έχει;

Η απάντηση στο β προφανώς είναι αρνητική: αν υπήρχε κάτι που το έχει ο Πατήρ και δεν το έχει ο Υιός, ο Κύριος δεν θα έλεγε ότι έχει «όλα» όσα έχει ο Πατήρ. Αυτό και μόνο αρκεί για να αποδείξει ότι ο Υιός είναι Θεός όπως και ο Πατήρ –γι’ αυτό άλλωστε είναι και «ο» Κύριος (με άρθρο), λέξη, που, όπως είδαμε, χρησιμοποιείται στην Παλαιά Διαθήκη για να αποδώσει το όνομα Γιαχβέ, και γενικά ως τίτλος ταιριάζει μόνο στο Θεό.

Ας το δούμε όμως αναλυτικότερα, διερευνώντας το ερώτημα α.

Ο Πατήρ είναι πάνσοφος και παντοδύναμος. Ο Υιός είναι; Προφανώς, αφού ο Ίδιος είναι η Σοφία και η Δύναμις του Θεού (Α΄ Κορινθίους, 1, 24). Άρα ο Θεός είναι πάνσοφος και παντοδύναμος ως Πατήρ και Υιός.

Ο Πατήρ έχει ζωή μέσα Του και ζωοποιεί όποιους θέλει, και ο Υιός έχει ζωή μέσα Του και ζωοποιεί όποιους θέλει (Ιω. 5, 21. 25-26). Μάλιστα τους νεκρούς θα τους αναστήσει ο Υιός, όχι ο Πατήρ! (Ιω. 5, 25-26. 6, 39).

Ο Πατήρ είναι προαιώνιος, όμως δημιούργησε «τους αιώνες» (όπως και «τα πάντα») διά του Υιού (Εβρ. 1, 2), άρα και ο Υιός υπάρχει πριν τους αιώνες (πριν το χρόνο –«προ πάντων», Κολ. 1, 17), επομένως είναι επίσης προαιώνιος.

Αυτά, λοιπόν, που πιστεύουμε γι’ Αυτόν οι χριστιανοί, δεν τα βγάλαμε από το κεφάλι μας, αλλά τα πιστεύουμε (και μάλιστα αμετακίνητα), επειδή ο Ίδιος τα δίδαξε και τα έγραψαν οι άγιοι και αξιόπιστοι αυτόπτες μάρτυρες, οι μαθητές Του.

Ας δούμε μερικά μόνο από τα αμέτρητα σημεία, στα οποία στηρίζουμε αυτή την άποψη:

● Σε όλη την έκταση των Ευαγγελίων ο Ιησούς ονομάζει πάντοτε το Θεό «Πατέρα Του» και αρκετές φορές τον εαυτό Του «ο Υιός». Όπως είπαμε, είναι φανερό ότι, όταν ο Θεός ονομάζεται «ο Πατήρ» (χωρίς άλλο προσδιορισμό, χωρίς δηλαδή να αναφέρεται τίνος Πατήρ είναι), ονομάζεται έτσι διότι είναι Πατήρ του Υιού. Ο Ιησούς πάλι λέγεται «ο Υιός» (χωρίς άλλο προσδιορισμό), ως ο Υιός του Πατρός. Βλ. π.χ. Λουκ. 10, 22, Ιω. 5, 19-26, προς Εβραίους 1, 1 κ.λ.π.

● Ενώ είναι σαφές στην Παλαιά Διαθήκη ότι μόνο στο Θεό πρέπει να πιστεύουν οι άνθρωποι και μόνον Αυτόν να λατρεύουν, ο Ιησούς ζητάει πίστη στον εαυτό Του (π.χ. Ιω. 3, 29, και 9, 35-38) και δηλώνει ότι η τιμή προς Αυτόν πρέπει να είναι ίση με την τιμή προς τον Πατέρα (Ιω. 5, 23, «ίνα πάντες τιμώσι τον υιόν καθώς τιμώσι τον πατέρα»). Στο μεγάλο προφητικό όραμα της Αποκάλυψης, κεφ. 22, 3-4, οι πιστοί στη νέα Ιερουσαλήμ (στον παράδεισο) θα λατρεύουν εξίσου «τον Θεόν και το Αρνίον» (το Χριστό). Ανάλογη αναφορά δες και στο Αποκάλυψη, 5, 13. Ενδιαφέρον εδώ ότι ο Θεός και το Αρνίον (ο Χριστός) έχουν τον ίδιο θρόνο, κοινό και για τους Δυο, ενώ η Αποκάλυψη μιλάει γι’ Αυτούς σε ενικό αριθμό αντί για πληθυντικό (όπως και στα Αποκάλυψη, 11, 15. 20, 6).

● Επίσης, ο Χριστός πάντα δεχόταν να Τον προσκυνούν οι άνθρωποι (π.χ. Ματθ. 28, 9 και 17, Ιω. 9, 38, και 18, 6), ακόμη και τα κακά πνεύματα (Μάρκ. 5, 6), πράξη τιμής που πρέπει να αποδίδεται μόνο στο Θεό, σύμφωνα και την εντολή «Κύριον τον Θεόν σου προσκυνήσεις και αυτώ μόνο λατρεύσεις» (Ματθ. 4, 10).

● Στην Παλαιά Διαθήκη το όνομα του Θεού φέρει τη δύναμη του Θεού, όμως στην Καινή Διαθήκη την ιδιότητα αυτή την έχει το όνομα του Ιησού. Ο Ιησούς δίνει εξουσία να γίνουν παιδιά του Θεού εκείνοι που πιστεύουν στο όνομά Του, όχι «στο όνομα του Θεού» (Ιω. 1, 12). Όταν συγκεντρώνονται άνθρωποι «εις το όνομα του Ιησού», Εκείνος βρίσκεται ανάμεσά τους (Ματθ. 18, 20). Οι απόστολοι κάνουν θαύματα λέγοντας το όνομα του Ιησού (π.χ. Λουκ. 10, 17, Πράξ. 3, 6 και 16, 18). Το όνομα του Ιησού μπορεί να τελεί θαύματα, ακόμη και αν απλώς προφέρεται από ανθρώπους που δεν είναι «πιστοί Του» (Ιω. 9, 49-50). Κατά τον απόστολο Πέτρο, οι προφήτες μαρτυρούν ότι, διά του ονόματός Του, θα λάβει συγχώρηση των αμαρτιών κάθε ένας που πιστεύει σ’ Αυτόν (Πράξεις των αποστόλων 10, 43). Οι απόστολοι Βαρνάβας και Παύλος «παραδεδώκασι τας ψυχάς αυτών» (=διακινδύνευσαν τη ζωή τους) «υπέρ του ονόματος του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού» (Πράξ. 15, 26), ο δε Παύλος είναι έτοιμος να πεθάνει «υπέρ του ονόματος του Κυρίου Ιησού» (Πράξ. 21, 13).

● Ας σημειωθεί βέβαια ότι η επίκληση του ονόματος του Θεού είναι μια πρόσκληση στο Θεό να παρέμβει, δηλαδή μια προσευχή. Ομοίως, η επίκληση του ονόματος του Ιησού είναι μια πρόσκληση στον Ιησού να παρέμβει, δηλαδή μια προσευχή προς Αυτόν: «ό,τι αν αιτήσητε εν τω ονόματί μου, τούτο ποιήσω, ίνα δοξασθή ο πατήρ εν τω υιώ. εάν τι αιτήσητε εν τω ονόματί μου, εγώ ποιήσω» (Ιω. 14, 13-14). Αυτό είναι κάτι άλλο (προσευχή προς τον Ιησού) και άλλο το «ό,τι αν αιτήσητε τον πατέρα εν τω ονόματί μου, δω υμίν» του Ιω. 15, 16 (προσευχή προς τον Πατέρα).

Η αποστολική Εκκλησία είναι απόλυτα σίγουρο ότι προσευχόταν προς τον Ιησού. Ο άγιος Στέφανος Του ζήτησε να παραλάβει το πνεύμα του (Πράξ. 7, 59 –και στο στ. 60 λέει «Κύριε, μη στήσης αυτοίς την αμαρτίαν ταύτην», όπου αμέσως πριν έχει ονομάσει «Κύριο» τον Ιησού!), ο απόστολος Παύλος προσεύχεται σ’ Αυτόν στο Πράξ. 22, 17-21 (ακόμη κι αν υποθέσουμε ότι η προσευχή του αρχικά απευθυνόταν στον Πατέρα, όμως συνεχίστηκε ως επικοινωνία με τον Ιησού), ενώ άλλοτε Του ζήτησε να τον απαλλάξει από τον κακό άγγελο που τον τυραννούσε (Β΄ Κορινθίους, 12, 8-9 –ο Κύριος εκεί είναι ο Ιησούς, όπως φαίνεται από το στίχο 9). Ο απόστολος και προφήτης Ιωάννης Τον παρακάλεσε να έρθει γρήγορα (Αποκάλυψη, 22, 20). Ο απόστολος Πέτρος λέει στον Αινέα, τον παράλυτο της πόλης Λύδδα, «Αινέα, ιάται σε Ιησούς ο Χριστός» (σε θεραπεύει ο Ιησούς, ο Χριστός, Πράξ. 9, 34), άρα ο Ίδιος ο Χριστός, εκείνη τη στιγμή, παρενέβη από τον ουρανό και τέλεσε τη θεραπεία.

Η προσευχή προς τον Ιησού, ενώ βρίσκεται στον ουρανό, είναι ακριβώς το ίδιο με αυτό που έκαναν οι άνθρωποι που Του ζητούσαν βοήθεια όσο ζούσε στη γη (π.χ. Ματθ. 9, 27. 15, 22, Μάρκ. 3, 10. 9, 17-29. 5, 22-23, κ.α.). Όπως έκανε αμέτρητα θαύματα εδώ, έτσι κάνει και από τον ουρανό. Αφού Εκείνος υποσχέθηκε ότι θα βρίσκεται μαζί μας όλες τις ημέρες μέχρι τη συντέλεια του αιώνος (Ματθ. 28, 20), γιατί να μην προσευχόμαστε σ’ Αυτόν; Εξάλλου είναι σε συνεχή επικοινωνία μαζί μας, όπως αποδεικνύει το όραμα της Δαμασκού, το όραμα του Ανανία (Πράξ. 9, 17), η θεραπεία του Αινέα, το Ματθ. 18, 20 κ.λ.π.

● Ο Χριστός επίσης κατέχει τα «κλειδιά της βασιλείας των ουρανών» και την εξουσία να συγχωρεί αμαρτίες (Λουκ. 7, 48-50, κ.α.), εξουσία που ανήκει μόνο στο Θεό (βλ. π.χ. Ησαΐα 43, 24) –και είναι δικά Του, δεν τα διαχειρίζεται απλώς εξ ονόματος του Πατρός, γι’ αυτό και μπορεί να τα μεταβιβάσει στους μαθητές Του (Ματθ. 16, 19, και 18, 18). Ομοίως, τους μεταβιβάζει και την εξουσία να κάνουν θαύματα (Λουκ. 9, 1-6). Αυτό φανερώνει ότι τα θαύματά Του τα πραγματοποιεί με τη δική Του δύναμη και όχι «με την άδεια του Θεού», όπως φαίνεται να λέει στο ισλαμικό κοράνι. Ας σημειωθεί ότι ο Ιησούς διακηρύσσει ότι έχει «όλα όσα έχει και ο Πατέρας» (βλ. Ιω. 10, 30. 14, 9-11. 16, 15. 17, 10 και 17, 21) και μάλιστα ότι, όπως ο Πατέρας, έτσι κι Εκείνος μπορεί να δίνει ζωή (ανάστησε μάλιστα τρεις νεκρούς όσο ήταν στη γη), πράγμα που θα κάνει σε όλη του τη μεγαλοπρέπεια όταν θα αναστήσει όλους τους νεκρούς, για να κάνει ο Ίδιος την τελική κρίση και την κατάταξη των ανθρώπων στον παράδεισο και την κόλαση (Ματθ. 25, 31-46, Ιω. 5, 25 και 28).

● Στο Ματθ. 23, 34-38, ο Ιησούς λέει προς τους εκπροσώπους της εβραϊκής θρησκείας ορισμένα εκπληκτικά πράγματα. Στίχ. 34: «διά τούτο ιδού εγώ αποστέλλω προς υμάς προφήτας και σοφούς και γραμματείς, και εξ αυτών αποκτενείτε» (θα σκοτώσετε) «και σταυρώσετε, και εξ αυτών μαστιγώσετε εν ταις συναγωγαίς υμών και διώξετε από πόλεως εις πόλιν…» – στίχ. 37-38: «Ιερουσαλήμ, Ιερουσαλήμ, η αποκτείνουσα τους προφήτας και λιθοβολούσα τους απεσταλμενους προς αυτήν. ποσάκις ηθέλησα επισυναγαγείν τα τέκνα σου ον τρόπον επισυνάγει όρνις τα νοσσία εαυτής υπό τας πτέρυγας, και ουκ ηθελήσατε. ιδού αφίεται υμίν ο οίκος υμών έρημος».

Αυτά τα λόγια όμως ταιριάζουν μόνο στον Θεό. Η Παλαιά Διαθήκη είναι γεμάτη από τέτοια λόγια και είναι όλα δικά Του λόγια. Κατ’ αρχάς, μόνο Εκείνος λέει «ιδού εγώ» (π.χ. Ζαχαρίας 12, 2, Ιερεμίας 23, 2, Μαλαχίας 3, 22, κ.α.) και μόνον Εκείνος στέλνει τους προφήτες, ενώ εδώ ο Ιησούς λέει ότι θα τους στείλει ο Ίδιος. Και, κατά δεύτερον, τίθεται το ερώτημα: πότε ο Ιησούς προσπάθησε να μαζέψει το λαό της Ιερουσαλήμ «κάτω απ’ τα φτερά Του», όπως η όρνιθα τα πουλιά της (και μάλιστα τόσο πολλές φορές, ώστε να θεωρεί πλέον πως είναι μάταιος κόπος); Η μόνη πιθανή απάντηση σ’ αυτό είναι: σε όλη τη διάρκεια της εβραϊκής ιστορίας. Είναι ο Θεός.

Για όλους αυτούς τους λόγους θεωρούμε πως, όταν στην Καινή Διαθήκη ο Ιησούς χαρακτηρίζεται «Θεός», π.χ. Ιω. 1, 1, Ιω. 20, 28 [ο Θωμάς «είπεν αυτώ» (σ’ Αυτόν) «ο Κύριός μου και ο Θεός μου»] κ.ά., αυτό γίνεται με την απόλυτη και κυριολεκτική έννοια που έχει το όνομα αυτό στον Πατέρα – και, όταν χαρακτηρίζεται «ο Κύριος», το όνομα αυτό έχει την ίδια έννοια με το όμοιο «ο Κύριος» που αναφέρεται στο Θεό.

Τέτοιες αναφορές βλ. και σε άλλα σημεία, όπως τα Πράξ. 20, 28, Ρωμαίους, 9, 5, Εφεσ. 5, 5 («εν τη βασιλεία του Χριστού και Θεού»), Α΄ Τιμ. 3, 16, Τίτ. 1, 10 («την διδασκαλίαν του σωτήρος ημών Θεού» –ο Χριστός δίδαξε, όχι ο Πατήρ), Τίτ. 2, 13 («επιφάνειαν της δόξης του μεγάλου Θεού και σωτήρος ημών Ιησού Χριστού, ος έδωκεν εαυτόν υπέρ πάντων» –η επιφάνεια [εμφάνιση] θα είναι του Χριστού, όχι του Πατρός), Εβρ. 3, 4, Β΄ Πέτρ. 1, 1, Α΄ Ιω. 5, 20 κ.ά.

Ας σημειώσω ότι οι αδελφοί μας μουσουλμάνοι –και όλες οι αντιτριαδικές αιρέσεις– «ξεφεύγουν» από το ακαταμάχητο αυτό τεκμήριο της θεότητας του Χριστού (το ότι στην Κ.Δ. χαρακτηρίζεται «Θεός») με διάφορους τρόπους: είτε λέγοντας ότι «η λέξη Θεός δεν σημαίνει μόνο το Θεό αλλά και… δυνατός» (επιχείρημα των Μαρτύρων του Ιεχωβά), είτε απαξιώνοντας (αυθαίρετα) την αξιοπιστία των αγίων αποστόλων και συγγραφέων της Κ.Δ.. Ο μουσουλμάνος απολογητής Α. Ελντίν κάπου γράφει: «δείξτε μου ένα σημείο, όπου ο Χριστός να λέει για τον εαυτό του ότι είναι Θεός, κι εγώ θα γίνω χριστιανός». Κι όμως, ακόμη κι αν υπήρχε τέτοιο σημείο, αμέσως κάθε μουσουλμάνος απολογητής θα το απέρριπτε ως «ψεύδος, κατασκευασμένο από τους καινοδιαθηκικούς συγγραφείς».

Ας προσθέσω σε όλα τα παραπάνω τη μαρτυρία του αγίου αρχαγγέλου Γαβριήλ, ο οποίος παρέδωσε στους ανθρώπους, μέσω ενός αγιορείτη μοναχού, τους στίχους «Άξιον εστίν ως αληθώς, μακαρίζειν σε την Θεοτόκον, την αειμακάριστον και παναμώμητον και μητέρα του Θεού ημών», που ετέθησαν από τον ίδιο στην αρχή του «Μικρού μεγαλυναρίου» της Παναγίας και ψάλλονται πλέον, ήδη από τα βυζαντινά χρόνια, κατά τη θεία λειτουργία, τον παρακλητικό κανόνα προς την Παναγία και σε άλλες περιστάσεις. Αψευδείς μάρτυρες του θαύματος είναι η τοποθεσία «Εν τω άδειν» (=στο ψάλσιμο) μέσα στα δάση του Αγίου Όρους, εκεί όπου συνέβη το γεγονός, και η θαυματουργή εικόνα της Παναγίας «Άξιον εστί», μπροστά στην οποία ψάλθηκαν πρώτη φορά και μας παραδόθηκαν οι στίχοι. Η επέτειος του γεγονότος εορτάζεται στην Ορθόδοξη Εκκλησία κάθε χρόνο στις 11 Ιουνίου. Είναι αξιοσημείωτο ότι ο άγιος άγγελος χαρακτήρισε την Παναγία «Θεοτόκο» και «Μητέρα του Θεού ημών», αποδεχόμενος τους χαρακτηρισμούς που της αποδίδουμε οι χριστιανοί [βλ. λεπτομερή περιγραφή του θαύματος στο βιβλίο του αγίου Νικόδημου του Αγιορείτη Νέον Μαρτυρολόγιον, εκδ. Αστήρ, σελ. 294-295 (πρώτη έκδ. περί το 1800), ληφθείσα από χειρόγραφο του ιερομονάχου Σεραφείμ του Θυηπόλου, «Πρώτου» του Αγίου Όρους περί το 1550 μ.Χ.].

Τι είναι η «θέωση»;

Η θέωση είναι ένας όρος τον οποίο αγνοούσαμε όσοι προήλθαμε από το Ισλάμ, αλλά και όσοι ήταν πρώτα χριστιανοί και ασπάστηκαν το Ισλάμ αργοτερα. Πρόκειται για θεμελιώδες δόγμα της Εκκλησίας του Χριστού, το οποίο τονίστηκε πάρα πολύ από τον άγιο Γρηγόριο Παλαμά όταν η δυτική διαστροφή του Χριστιανισμού προβλήθηκε στην Ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία (κοινώς «Βυζάντιο») ως η ορθή θεολογία από τον μοναχό Βαλαάμ τον Καλαβρό.

http://vardavas.blogspot.com/2009/09/1.html

Τι είναι η θέωση (1)

Επιμέλεια Θεόδωρος Ι. Ρηγινιώτης
Καθώς ο άνθρωπος προχωρά σε μια προσωπική σχέση ταπεινής αγάπης με το Θεό, διαποτίζεται από τη θεία χάρη (την αγαθή ενέργεια του Θεού), «αλλοιώνεται» και, από τον τρόπο ύπαρξης του ανθρώπου που ξέρουμε (το δικό μας), περνάει σε ένα άλλο επίπεδο ύπαρξης, που ονομάζεται «καινή κτίσις», δηλαδή καινούργια δημιουργία (απόστολος Παύλος, Β΄ προς Κορινθίους, 5, 17, προς Γαλάτας, 6, 15 κ.α.). Η κατάσταση αυτή ονομάζεται «πρωτόκτιστον κάλλος», γιατί, κατά το χριστιανισμό, ταυτίζεται με το επίπεδο, στο οποίο θα είχαν φτάσει οι πρωτόπλαστοι, αν δεν είχαν διακόψει τη σχέση τους με το Θεό με σκοπό να γίνουν οι ίδιοι θεοί, αν δηλαδή δεν είχαν διαπράξει το προπατορικό αμάρτημα.Ο άνθρωπος που φτάνει στο σημείο αυτό γίνεται «όμοιος με το Θεό» (πραγματοποιεί το περίφημο «καθ’ ομοίωσιν») και χαρακτηρίζεται «άγιος».
Άγιος είναι ο άνθρωπος που έχει ανοιχτεί διάπλατα απαντώντας ναι στο αιώνιο προσωπικό αγαπητικό κάλεσμα του Τριαδικού Θεού και έτσι έχει γίνει ο ίδιος θεός –δεν είναι πλέον κοινός άνθρωπος. Είναι θεός σε όλα εκτός από τη θεϊκή ουσία (παραμένει άνθρωπος για τα άλλα όντα, δεν είναι «ο Θεός τους», αντίθετα με τον άνθρωπο που θεοποιεί τον εαυτό του απομακρυσμένος απ’ το Θεό). Χώρος και χρόνος δεν έχουν πλέον απόλυτη σημασία γι’ αυτόν, δε συνιστούν δεσμευτικές συνθήκες. Και, το κυριότερο, είναι ενωμένος με τα άλλα όντα (ανθρώπους και μη), μπορεί να τα καταλαβαίνει, να επικοινωνεί και να συνεργάζεται μ’ αυτά –έχει θεραπεύσει τη διάσπαση που προκάλεσε στην ανθρώπινη ψυχή και σε όλη την κτίση το προπατορικό αμάρτημα.«Ο άνθρωπος δημιουργήθηκε από το Θεό ως μακροκοσμικό ον, γι’ αυτό είναι φυσικό και λογικό να υπάρχει μέσα του μακροκοσμική αίσθηση και συνείδηση του κόσμου». Με το προπατορικό αμάρτημα ωστόσο «ο άνθρωπος εφεύρε το θάνατο και τον εγκατέστησε μέσα του και σε όλα τα όντα γύρω του». Όμως «ο άνθρωπος που δεν τον έχει διασπάσει η αμαρτία αισθάνεται την οργανική ενότητα όλων των δημιουργημάτων. Αισθάνεται τη χαρά και τη λύπη των δημιουργημάτων ως δική του, γιατί κατά κάποιο μυστικό τρόπο είναι ο φορέας του κλήρου όλων των δημιουργημάτων. Παράδειγμα, ο Αδάμ. Στον Αδάμ δέσποζε η αίσθηση της πανενότητας μέχρι την πτώση. Όταν όμως έπεσε, παρέσυρε μαζί του στην αμαρτία και το θάνατο όλη την κτίση…». «Οι άγιοι είναι αναγεννημένες και ολοκληρωμένες ψυχές, που βαθμιαία θεραπεύουν από την αμαρτία και την κτίση γύρω τους και την επαναφέρουν στην πρωταρχική της πανενότητα. Ως κατά χάριν υιοί Θεού, σώζουν την κτίση από το θρυμματισμό, από τη φθορά και τη διάσπαση της ενότητας» (π. Ιουστίνος Πόποβιτς, Άνθρωπος και Θεάνθρωπος, εκδ. Αστήρ, σελ. 24-25).
Αυτή η κατάσταση είναι που έκανε

  • τον άγιο Σεραπίωνα το Σινδόνιο να δίνει και τα ρούχα του στους φτωχούς και τελικά να πουληθεί δούλος για να φέρει στο χριστιανισμό κάποιους αιρετικούς ή ειδωλολάτρες,
  • τον άγιο Παυλίνο, επίσκοπο Καμπανίας, τον 5ο αι. μ.Χ., να δαπανήσει μέχρι δεκάρας τον πλούτο της Εκκλησίας και το δικό του για να εξαγοράζει αιχμαλώτους από τους Βανδάλους και τελικά ν’ ανταλλάξει τον εαυτό του με την ελευθερία ενός ακόμη απ’ αυτούς,
  • τον άγιο Πέτρο τον Τελώνη, τον 6ο αι., να παραιτηθεί από το διοικητικό αξίωμά του, να μοιράσει την περιουσία του και τελικά να πουληθεί δούλος και να δώσει το ποσό της πώλησής του στους φτωχούς,
  • τον άγιο Βονιφάτιο της Γερμανίας, το 754 μ.Χ., να αρνηθεί να αμυνθεί, όταν δέχτηκε επίθεση βαρβάρων στα δάση πέραν του Ρήνου, και να σκεπάσει απλά τον εαυτό του με το χειρόγραφο του ευαγγελίου,
  • τους Ρώσους αγίους πρίγκηπες Μπόρι και Γκλεμπ, το 1015, να παραδοθούν στον αδερφό τους Σβιατοπόλκο και να θανατωθούν, για να μη θυσιάσουν τη ζωή των στρατιωτών τους βάζοντάς τους να πολεμήσουν για χάρη τους,
  • τον άγιο Διονύσιο, στη μονή Αναφωνήτριας, στη Ζάκυνθο, γύρω στο 1600, να συγχωρήσει το φονιά του αδερφού του σώζοντάς τον από τα χέρια της αστυνομίας,
  • τον άγιο Αχμέντ τον Τούρκο, όταν ρωτήθηκε ποιο είναι το σπουδαιότερο πράγμα στον κόσμο, ν’ απαντήσει «η πίστη των χριστιανών», θυσιάζοντας τη ζωή του το 1682,
  • τον άγιο δούλο Μωυσή τον Ούγγρο να προτιμήσει μακροχρόνια βασανιστήρια και τελικά θάνατο από το να γίνει εραστής της κυρίας του,
  • τον επτάχρονο άγιο Ιβάν Τσι Τσουνγκ, μετά το βασανισμό του στο Πεκίνο το καλοκαίρι του 1900, να πει πως δεν είναι σκληρό να πονάς για το Χριστό και να ζητήσει απλά να ταφεί κοντά στην εκκλησία όπου βαφτίστηκε,
  • τον άγιο νεομάρτυρα Βουκάσιν από τη Σερβία ν’ απαντήσει «κάνε, παιδί μου, τη δουλειά σου», όταν ο ουστάσι Ζήλε Φριγκάνοβιτς, το 1942, βουτηγμένος σε αίμα παιδιών, του έκοβε τ’ αφτιά και τη μύτη και τον απειλούσε πως θα του ξεριζώσει την καρδιά, πράγμα που τελικά έκανε…

Αλλά και τους στυλίτες ασκητές να ζουν χειμώνα καλοκαίρι προσευχόμενοι υπέρ απάντων πάνω σε στύλους, τους σαλούς να δοκιμάζουν την τετράγωνη λογική των βολεμένων αστών χριστιανών προσποιούμενοι τρέλα στους δρόμους των πόλεων –ο άγιος Ανδρέας, ο διά Χριστόν σαλός, πήγε και πέθανε στο δρόμο με τα πορνεία της Κωνσταντινούπολης μετά από ολονύκτια προσευχή, ο άγιος Νικόλαος του Πσκωφ σταμάτησε στο δρόμο τον Ιβάν τον Τρομερό και του πρόσφερε να φάει ωμό κρέας, για να στηλιτεύσει την αιμοσταγή βασιλεία του, ο άγιος Βασίλειος της Μόσχας έφτυνε τους τοίχους των εκκλησιών, για να φύγουν οι δαίμονες, και φιλούσε τους τοίχους των πορνείων, για να τιμήσει τους θλιμμένους αγγέλους που έμεναν έξω απ’ αυτά…Σε όλα τα παραπάνω δεν υπάρχει κανένα θαύμα, εκτός απ’ το μεγαλειώδες θαύμα της μεταμόρφωσης του ανθρώπου και της αγάπης που αγκαλιάζει το σύμπαν.Εκπληρώνεται έτσι η προφητεία του Ησαΐα ότι στη βασιλεία του Θεού η αρκούδα θα κάνει παρέα με το βόδι, το νήπιο θα βάζει άφοβα το χέρι του στη φωλιά των φιδιών κ.τ.λ. (Ησαΐας 11, 7-9). Οι άγιοι ζουν ήδη τον παράδεισο σα να ήταν πρωτόπλαστοι –εννοείται από αυτή τη ζωή, όχι μόνο μετά θάνατον. Άγιοι δεν είναι κάποιοι που έλαβαν έναν τιμητικό τίτλο από ανθρώπους για κάποια εξαιρετικά έργα ή υπηρεσίες που πρόσφεραν. Μπορεί να μη λάβουν ποτέ από τους ανθρώπους αυτό τον «τίτλο», αλλά να μείνουν άγνωστοι. Άλλωστε κάθε άνθρωπος είναι άγιος στο βαθμό που έχει πλησιάσει το Θεό έστω κι ένα βήμα (αγαπώντας). Αλλά οι κατ’ εξοχήν άγιοι, που δίνουν δείγματα της παρουσίας τους ως μεταμορφωμένοι, ενωμένοι με το Θεό, θεωμένοι άνθρωποι πλέον, είναι εκείνοι που ξεπέρασαν το μέτρο και άπλωσαν την αγάπη τους σε όλη την κτίση, όπως και ο Θεός.
Η ιδιότητα των αγίων να αισθάνονται τη χαρά και τη λύπη των πλασμάτων ως δικά τους μαρτυρείται αρκετές φορές στις βιογραφίες τους. Ο γέροντας Πορφύριος είχε νιώσει τον πόνο των ανθρώπων, που σκοτώνονταν στις οδομαχίες που συνόδευσαν την πτώση του Τσαουσέσκου στη Ρουμανία, ενώ ο γέροντας Γεννάδιος (1983), που ασκήτευε στα νότια του νομού Ρεθύμνης, «άκουγε» από το κελί του τις μάχες στο Λίβανο και την Περσία, ενώ μια φορά μεταφέρθηκε αιφνιδίως σε μια μάχη στο Λίβανο (Βλ. Στυλ. Παπαδογιαννάκη, Γεννάδιος και Ιωακείμ, δύο Ρεθύμνιοι άγιοι ασκητές, Ρέθυμνο 2003, σελ. 68-69). [Σημειωτέον ότι «γέροντας» λέγεται ο ορθόδοξος πνευματικός διδάσκαλος, άσχετα από την ηλικία του –αν και συνήθως είναι και ηλικιωμένος]. Ο γέροντας Σωφρόνιος του Essex, το 1932, έγραφε στο Δαβίδ Μπάλφουρ (έναν Άγγλο με πολυτάραχη ζωή και πολυκύμαντη σχέση με την ορθοδοξία) λεπτομέρειες για την πνευματική του κατάσταση –του Μπάλφουρ– τις οποίες βίωνε κατά την ώρα της προσευχής του (βλ. τη μετά θάνατον έκδοση της αλληλογραφίας τους με τον τίτλο Αρχιμανδρίτου Σωφρονίου, Αγώνας θεογνωσίας, έκδ. Ιεράς Σταυροπηγιακής Μονής Τιμίου Προδρόμου, Έσσεξ Αγγλίας, 2004, σελ. 114 κ.εξ.). Ο ίδιος έγραφε ότι «κατά την υπέρ του κόσμου προσευχήν» η ψυχή «ταχέως αντιλαμβάνεται ότι βαρύ νέφος αντιπαθείας, ως και πρότερον, κρέμαται επάνω της γης», από τη συσσώρευση της κακίας των ανθρώπων που «αγαπούν περισσότερο το σκότος του μίσους από το φως της αγάπης του Θεού» (Αρχιμανδρίτου Σωφρονίου (Σαχάρωφ), Περί προσευχής, έκδ. Ιεράς Σταυροπηγιακής Μονής Τιμίου Προδρόμου, Έσσεξ Αγγλίας, 1994, σελ. 93-94). Προσθέτει όμως ότι, αν δεν υπήρχαν άνθρωποι που προσεύχονται με ένταση υπέρ του κόσμου, η «εξουσία του σκότους» θα ισχυροποιούσε την κυριαρχία της σε πολύ μεγαλύτερο βαθμό απ’ ό,τι σήμερα.

Όλα αυτά δεν είναι κόλπα ούτε θεωρίες περιθωριακών μυστικιστών ή πνευματιστών, αλλά «καθημερινά» βιώματα, από τα οποία είναι γεμάτα τα κείμενα και οι βιογραφίες των αγίων. Φυσικά είμαστε ελεύθεροι να τα θεωρήσουμε ψεύδη ή φαντασιώσεις στοχαζόμενοι από το γραφείο μας, αλλά η ζωή των «ορθόδοξων αγωνιστών» (των «εργατών της προσευχής» και «εργατών της αγάπης»), ιδίως στα μεγάλα μοναστικά κέντρα της ορθοδοξίας, προσφέρεται για μια αληθινή επιτόπια επιστημονική έρευνα.
Οι άγιοι και τα ζώα

Με τη ζωή πολλών αγίων όλων των εποχών συνδέθηκαν τα πλάσματα της φύσης. Δεν τα υποτάσσουν, συνεργάζονται μαζί τους για τον καθαγιασμό όλου του κόσμου, υλικού και πνευματικού, καθαγιασμό που θεωρούμε πως κορυφώνεται, όταν το ψωμί και το κρασί γίνονται Σώμα και Αίμα Χριστού κατά τη θεία Μετάληψη.Έτσι, ένα λιοντάρι ζούσε κοντά στον άγιο Γεράσιμο τον Ιορδανίτη, στην έρημο του Ιορδάνη, ενώ ο άγιος Μάμας, ορφανό που γεννήθηκε στη φυλακή και θανατώθηκε με βασανιστήρια σε ηλικία 15 ετών, κατέφυγε καταζητούμενος στα βουνά κι έζησε ένα διάστημα με τη βοήθεια των άγριων ζώων (εικονίζεται να ιππεύει ένα λιοντάρι κρατώντας ένα αρνάκι στην αγκαλιά του και θεωρείται προστάτης άγιος των κτηνοτρόφων). Ο βίος του σημαίνει πολλά για τον τρόπο που ένα ορφανό περιθωριακό αγόρι μπορεί να υπερνικήσει την κακία με την αγάπη και να κάνει τις επιλογές του. Άλλωστε, εξαιτίας του μαρτυρίου του, κάθε ορφανό περιθωριακό αγόρι, ή κορίτσι, έχει το φύλακα άγιό του, αν τον θέλει.Ο άγιος Κασσιανός ο Ρωμαίος ζούσε σε μια σπηλιά, συντροφιά με δύο λιοντάρια. Ένα λιοντάρι της παλαιστινιακής ερήμου βοήθησε με τα νύχια του τον άγιο Ζωσιμά να σκάψει τον τάφο της αγίας Μαρίας της Αιγυπτίας, μιας πρώην πλούσιας πόρνης που απαρνήθηκε κάθε άλλο έρωτα εκτός απ’ του Θεού κι έγινε δασκάλα της αγιότητας ζώντας στην έρημο δεκαετίες. Μια αρκούδα ζούσε κοντά στον άγιο Σέργιο του Ραντονέζ (1314-1392), που όταν είχε μόνον ένα κομμάτι ψωμί το έδινε σ’ εκείνη και ο ίδιος έμενε νηστικός, μια άλλη κοντά στον άγιο Σεραφείμ του Σάρωφ (1833) και μια τρίτη κοντά στην αγία Σοφία την «ασκήτισσα της Παναγιάς» (1883-1974) στην Καστοριά.Γύρω στο 1400, στη Ρωσία, ο άγιος Σέργιος της Νούρμα είχε δει τον άγιο Παύλο της Ομπνόρα περικυκλωμένο από τα ζώα του δάσους. «Ένα πλήθος από πουλιά περικύκλωνε το θαυμαστό αναχωρητή. Μικρά πουλιά κούρνιαζαν στο κεφάλι και τους ώμους του κι αυτός τα έτρεφε με το χέρι του. Κοντά του έστεκε μια αρκούδα περιμένοντας την τροφή της από τον ερημίτη. Αλεπούδες, κουνέλια κι άλλα ζώα περιφέρονταν χωρίς καμιά έχθρα μεταξύ τους και χωρίς να φοβούνται την αρκούδα. Να η ζωή του αθώου Αδάμ στην Εδέμ» (βλ. λεπτομέρειες στο Πέτρου Μπότση (μετάφραση-επιμέλεια), Η Θηβαΐδα του Βορρά, Αθήνα, σελ. 68-71). Σημειωτέον ότι ο άγιος Παύλος της Ομπνόρα είχε ζήσει τρεις ολόκληρους χειμώνες μέσα στην κουφάλα μιας φλαμουριάς, που είχε σκεπαστεί ολόκληρη από τα χιόνια. Τέτοιοι δεντρίτες ασκητές, απρόσβλητοι από το ψύχος, έχουν ζήσει και στην εποχή μας στο Άγιο Όρος. Μερικές περιπτώσεις τις καταγράφει λεπτομερώς ο γέροντας Παΐσιος στο βιβλίο του Αγιορείται Πατέρες και αγιορείτικα.

Ο π. Παΐσιος ο Αγιορείτης (1924-1994) κυριολεκτικά επικοινωνούσε με τα ζώα του δάσους, ενώ σε συχνή επαφή μαζί τους ερχόταν κι ο μεγάλος σύγχρονος άγιος της Ρουμανίας π. Κλεόπας Ελίε (1912-1998).Στη βιογραφία του π. Κλεόπα καταγράφεται και η επικοινωνία του μ’ έναν άγνωστο ασκητή από τα Καρπάθια, πρώην επίσκοπο που «δραπέτευσε» από το αξίωμά του γιατί τον τραβούσε η άσκηση των βουνών και που τον επισκεπτόταν συνοδευόμενος από ζώα του δάσους και έδινε σημεία ζωής περίπου μέχρι το 1955. Από τότε χάθηκαν τα ίχνη του (προφανώς «κοιμήθηκε») και το όνομά του έμεινε άγνωστο σε όλους, εκτός ίσως από τον ίδιο τον π. Κλεόπα (Κλείτου Ιωαννίδη, Γεροντικό του 20ού αιώνα, εκδ. Παναγόπουλος, Αθήνα 1999, σελ. 510-512).(Βλ. πολλά συμπληρωματικά στοιχεία εδώ: http://www.impantokratoros.gr/agioi_zoa.el.aspx).

Θαύματα;

Σημειωτέον ότι η θεραπεία των ασθενειών του σώματος δεν είναι ο σκοπός της «σπουδής στην αγιότητα» των ορθόδοξων χριστιανών. Σκοπός είναι η θεραπεία της διάσπασης ανάμεσα στον άνθρωπο και τον εαυτό του, τα άλλα όντα και το Θεό – με δυο λόγια, η θεραπεία του θανάτου, με την αποκατάσταση της εν αγάπη αιώνιας ενότητας που ονομάζουμε θέωση, για την οποία μιλήσαμε και θα μιλήσουμε ξανά παρακάτω. Η αποκατάσταση της σωματικής υγείας είναι κάτι πρόσκαιρο, ο άνθρωπος τελικά θα πεθάνει, αν όχι σύντομα, μετά από χρόνια, αν όχι από μία αιτία, από κάποια άλλη αιτία.Θεραπείες τέτοιου είδους, κατά το χριστιανισμό, συμβαίνουν επειδή οι άνθρωποι τις ζητούν με επιμονή, με δάκρυα και συντριβή ή με μανία, όμως δεν είναι η θεραπεία του μεγάλου προβλήματος του ανθρώπου, που κάνει τον άνθρωπο τραγικό ον, της διάσπασης που αναφέραμε. Η διάσπαση αυτή θεραπεύεται με κίνηση του ίδιου του ανθρώπου για τον εαυτό του, όμως όχι του ανθρώπου σε μόνωση, αλλά του ανθρώπου σε σχέση με τους αδελφούς του και το Θεό. Αυτή η σχέση, όταν λειτουργεί υγιώς (με πλήρη αγάπη, κατανόηση, ταπείνωση, αλλά και ελευθερία –εντελώς αντίθετα από τον καταπιεστικό ηθικισμό με τον οποίο εκφράστηκαν πολλοί χριστιανοί κατά καιρούς), λειτουργεί και θεραπευτικά και, τότε μόνο, συνιστά το ίδιο το «γεγονός της Εκκλησίας» στην αυθεντική του μορφή επί της Γης.Ωστόσο, η αγιότητα είναι μια τέτοια κατάσταση, που επιτρέπει σε διορατικούς γέροντες όλων των εποχών, όπως ο Πορφύριος των Αθηνών (1906-1991), ο Παΐσιος ο Αγιορείτης (1924-1994), ο Γεώργιος Καρσλίδης της Δράμας (1901-1959), ο άγιος Νεκτάριος της Όπτινα (1853-1928), ο Ευμένιος του Ρεθύμνου (1912-2005) κ.π.ά. να κάνουν διαγνώσεις ασθενειών μ’ ένα βλέμμα ή και χωρίς να δουν καν τον ασθενή (ο καθηγητής Καρδιολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών Γεώργιος Παπαζάχος κατέθετε ότι «είναι χιλιάδες εκείνοι που δέχτηκαν τη διαγνωστική ενέργεια του γέροντα Πορφύριου και που οι ασθένειές τους επιβεβαιώθηκαν στη συνέχεια και επιστημονικά» -βλ. http://www.oodegr.com/oode/sygxronoi/porfyrios/porfyrios1.htm), και κάποιους απ’ αυτούς, αλλά και άλλους, προικισμένους με το «χάρισμα των ιαμάτων», όπως ο άγιος Αγαπητός ο Ιαματικός (11ος αι.), ο άγιος Σεραφείμ του Σάρωφ (1754-1833), ο άγιος Ιωάννης της Κρονστάνδης (1829-1908), ο άγιος Αρσένιος ο Καππαδόκης (1840-1924), ο άγιος Σεραφείμ της Βίριτσα (1866-1949), η αγία Ματρώνα της Μόσχας (1882-1952), ο άγιος Ιωάννης Μαξίμοβιτς (1896-1966) κ.π.ά. –για να επικεντρωθώ σε νεώτερους αγίους– να θεραπεύουν τις ασθένειες των ανθρώπων με την προσευχή τους.Αναφέρομαι σε αγίους που επιτελούσαν θαύματα ενώ ακόμη ζούσαν. Άγιοι θαυματουργοί μετά θάνατον υπάρχουν πάμπολλοι. Η επιστήμη απλώς ερμηνεύει τις θεραπευτικές παρεμβάσεις τους στη ζωή των ανθρώπων ως αποτέλεσμα αυθυποβολής των ασθενών. Η περίπτωση όμως αγίων θαυματουργών εν ζωή είναι εντελώς διαφορετική. Δεν αναλαμβάνεις υπό την ευθύνη σου μια ασθένεια, αν δεν ξέρεις ότι μπορεί να θεραπευτεί. Το σημαντικότερο, κανείς από τους παραπάνω δεν ισχυριζόταν ότι ο ίδιος θεραπεύει τους ασθενείς, ότι έχει τη δύναμη να θεραπεύσει. Οι θεραπείες γίνονταν με την επίκληση του ονόματος και τη δύναμη του Χριστού (και φυσικά χωρίς ανταμοιβή, δεν έχουμε να κάνουμε με ύποπτους «επαγγελματίες»).Το χάρισμα των αγίων να κάνουν θαύματα μαρτυρείται πολλές φορές στην Αγία Γραφή, τόσο στην Παλαιά Διαθήκη (π.χ. ο προφήτης Ηλίας ανάστησε το γιο της χήρας στα Σαρεπτά της Σιδωνίας στο Γ΄ Βασιλειών, κεφ. 17, και ο προφήτης Ελισσαίος το γιο της Σωμανίτιδας στο Δ΄ Βασιλειών, κεφ. 4) όσο και στην Καινή: ο Κύριος δίνει στους 12 και στους 70 αποστόλους την εξουσία να θεραπεύουν ασθενείς και δαιμονισμένους (Λουκ. 9, 1 και 10, 17-20), πράγμα που, μετά την πεντηκοστή, οι απόστολοι κάνουν κατ’ επανάληψιν (Πράξεις των αποστόλων 3, 1-10. 5, 12-16. 8, 4-8. 9, 17-18 και 40-43. 14, 8-10, κ.λ.π.). Επίσης ο Κύριος τους λέει πως, αν έχουν πίστη σαν το σπόρο του σιναπιού, μπορούν να διατάξουν ένα βουνό να σηκωθεί και να πέσει στη θάλασσα και θα το κάνει (Ματθ. 17, 20-21), καθώς και ότι όποιος πιστεύει σ’ Αυτόν θα κάνει έργα όμοια με τα δικά Του και μεγαλύτερα, ζητώντας τα διά του ονόματός Του (Ιω. 14, 12-14).Βέβαια ο Ίδιος τονίζει πως πολλοί, που θα φτάσουν στο σημείο κάποτε να κάνουν θαύματα, τελικά θα χάσουν τη βασιλεία των ουρανών (Ματθ. 7, 21-23). Αυτή η εκπληκτική προειδοποίηση σημαίνει πως ο χριστιανός δεν καλείται να εμπιστεύεται κάθε θαυματοποιό και φαινομενικό άγιο, αλλά ούτε και να θεωρεί άγιο τον ίδιο τον εαυτό του, αν ξαφνικά διαπιστώσει πως απόχτησε θαυματουργικό χάρισμα.Η ιδιότητα της θεραπείας αντιμετωπίζεται με δύο τρόπους από το δυτικό κόσμο, εκτός φυσικά από την πλήρη άρνηση. Επιχειρείται να ερμηνευτεί είτε ως «ανάπτυξη εσωτερικών δυνάμεων» ινδουιστικού τύπου είτε ως επίδραση «κάποιου άγνωστου είδους ενέργειας που εκλύεται με την προσευχή». Και στις δύο περιπτώσεις ο δυτικός άνθρωπος απλώς αρνείται να παραδεχτεί ότι μπορεί να υπάρχει ο Θεός, ότι μπορεί ο χριστιανισμός να έχει δίκιο. Είναι, κατά κάποιο τρόπο, δικαιολογημένος: αν το παραδεχτεί, οφείλει να σπάσει το πολύτιμο κέλυφος της εσωστρέφειάς του, στο οποίο έχει ταμπουρωθεί. Άλλωστε πώς να δώσει δίκιο στο χριστιανισμό; Ο μόνος χριστιανισμός που ξέρει είναι μεσαιωνικός, ηθικιστικός ή βεβιασμένα «εκσυγχρονιστικός» και δεν ικανοποιεί μια βαθύτερη, εναγώνια πνευματική αναζήτηση.Ωστόσο υπάρχουν και άλλα χαρίσματα του Αγίου Πνεύματος, που δε θέλω να τα περιγράψω, γιατί θα θεωρηθούν απίστευτα. Αρκούμαι να πω ότι α) οι περιορισμοί του χώρου και του χρόνου, αλλά και των φυσικών νόμων, δεν περιορίζουν έναν άγιο, β) οι περιπτώσεις των σύγχρονων αγίων, που είναι άμεσα προσβάσιμες στο μελετητή, πρέπει να μας κάνουν να αναθεωρήσουμε τη βεβαιότητά μας για το τι μπορεί να είναι «αλήθεια» και τι «μύθος» στις διάφορες παραδόσεις των λαών για ανθρώπους που επικοινωνούσαν με τα ζώα ή ήταν προικισμένοι με διάφορα εξαιρετικά χαρίσματα. Ας έχουμε υπόψιν ότι ο Θεός μπορεί να δώσει χαρίσματα σε αγαθούς ανθρώπους ανεξάρτητα από τη θρησκεία τους, αλλά και ότι «χαρίσματα» δε δίνει μόνον ο Θεός –και σταματώ εδώ, γιατί αυτό το βιβλίο θέλω να κρατηθεί σε κάποια «ρεαλιστικά» όρια. Το να δεις έναν άνθρωπο που αγαπά, είναι σπουδαιότερο από το να δεις αγγέλους, έλεγε τον 4ο αιώνα ο (χαρισματούχος) άγιος Παχώμιος ο Μέγας.
Για τα υπόλοιπα, ας ανατρέψει ο αναγνώστης στις βιογραφίες τους. Γνωρίζοντας όμως κάτι, που γράφεται για την πνευματική σχέση του αγίου Ιωάννη Μαξίμοβιτς με τον ορθόδοξο Αμερικανό ιερομόναχο και θεολόγο π. Σεραφείμ Ρόουζ:«Το γεγονός ότι ήταν θαυματουργός ήταν ευρύτερα γνωστό. Οπουδήποτε κι αν είχε πάει –Κίνα, Φιλιππίνες, Ευρώπη, Αφρική και Αμερική– αμέτρητες θεραπείες πραγματοποιήθηκαν μέσα από τις προσευχές του. Έσωσε πολλούς ανθρώπους από επικείμενο κίνδυνο, χάρις στην πληροφορία που του αποκάλυψε ο Θεός. Ορισμένες φορές είχε εμφανιστεί σε ανθρώπους που τον είχαν ανάγκη όταν, σύμφωνα με τους φυσικούς νόμους, ήταν αδύνατο να βρεθεί κοντά τους εκείνες τις στιγμές. Επίσης τον είχαν δε στο ιερό να αιωρείται πάνω απ’ το έδαφος στη διάρκεια της προσευχής, περιβαλλόμενος από ουράνιο φως»Όπως σημείωσε αργότερα ο Ευγένιος [ο π. Σεραφείμ], τέτοια θαύματα δεν ήταν από μόνα τους άξια προσοχής: “Όλα αυτά μπορούν εύκολα να τα μιμηθούν απατεώνες θαυματοποιοί… Στην περίπτωση του αρχιεπισκόπου Ιωάννη, όσοι πίστεψαν μέσα από κείνον συγκινήθηκαν όχι κυρίως από τα θαύματά του, όσο από κάτι σ’ αυτόν που μιλούσε στις καρδιές τους”. Ο Ευγένιος άκουσε ιστορίες για τη βαθύτατη συμπόνια του αρχιεπισκόπου: πώς είχε πάει στις πιο επικίνδυνες περιοχές της Σαγκάης για να σώσει παραμελημένα παιδιά από οίκους ανοχής και άλλα εγκαταλελειμμένα σε κάδους σκουπιδιών, για περιπτώσεις συναισθηματικά τραυματισμένων παιδιών που κλείστηκαν στον εαυτό τους αφότου έγιναν αυτόπτες μάρτυρες βιαιοπραγιών, πολέμων, επαναστάσεων, κι όμως άνθιζαν με μια μόνο λέξη από τα χείλη του, για τις επισκέψεις που έκανε πάντα σε αρρώστους στα νοσοκομεία, μετά απ’ τις οποίες πιστοί και άπιστοι θεραπεύονταν με τη χάρη που ανέβλυζε απ’ αυτόν, για περιπτώσεις σκληρόκαρδων εγκληματιών που ξαφνικά και ανεξήγητα ξεσπούσαν σε λυγμούς, μόλις τον έβλεπαν να τους επισκέπτεται έναν προς έναν στη φυλακή, αν και δεν τον είχαν ξαναδεί ποτέ στη ζωή τους […].»Όπως στην παραβολή του Χριστού για τον άνθρωπο που ρίχνει σπόρους στη γη και αργότερα βλέπει να βλασταίνουν φυτά και να μεγαλώνουν με τρόπο που και ο ίδιος δεν ξέρει («και ο σπόρος βλαστάνη και μηκύνηται ως ουκ οίδεν αυτός» Μάρκ. 4, 27), έτσι οι γενναίες πράξεις αγάπης και ελέους του αρχιεπισκόπου Ιωάννη συνέχισαν να φέρνουν αναπάντεχες ευλογίες του Θεού στις ζωές των ανθρώπων» (Ιερομονάχου Δαμασκηνού, Πατήρ Σεραφείμ Ρόουζ, η ζωή και τα έργα του, τ.Α΄, Μυριόβιβλος 2005, σελ. 352-353).
Άγιοι επιστήμονες

Φυσικά δεν αποκλείεται ένας άγιος να διαθέτει και επιστημονικές γνώσεις με την κλασική δυτική έννοια. Αυτό αφορά στη θεραπεία των άλλων πλευρών του επιστητούαλλά είναι σημαντικό και για το διάλογό του με την εκτός αγιότητας ανθρωπότητα, πράγμα που είναι βέβαια από μόνο του εξαιρετικά σημαντικό.Άγιοι που ανήκουν στο χώρο της επιστήμης, όπως την εννοεί ο δυτικός κόσμος, είναι π.χ. ο γιατρός άγιος Λουκάς ο Ευαγγελιστής, οι γιατρίνες αγίες Ερμιόνη, Φιλονίλλα και Ζηναΐδα, η αγία Αικατερίνα, ο μέγας Βασίλειος, ο άγ. Γρηγόριος Νύσσης, ο άγ. Μάξιμος ο Ομολογητής, ο μέγας Φώτιος, ο άγ. Γρηγόριος ο Παλαμάς, οι άγιοι ανάργυροι Κοσμάς και Δαμιανός οι εκ Ρώμης, εξ Ασίας και εξ Αραβίας (τρία ζεύγη αδελφών με τα ίδια ονόματα), Κύρος και Ιωάννης, Παντελεήμων, Φώτιος και Ανίκητος, Σαμψών ο Ξενοδόχος (ιδρυτής του θεσμού των νοσοκομείων) κ.ά., ο άγ. Λουκάς ο Ιατρός (1877-1961), ο άγ. Ιννοκέντιος της Αλάσκας [1797-1879. Ιδιαίτερα χαρισματική προσωπικότητα, πολύτεκνος και ιδεαλιστής, εξάπλωσε το ευαγγέλιο στις φυλές του αμερικανικού βορρά ζώντας μαζί τους, σεβόμενος τον πολιτισμό τους και συμμεριζόμενος τα πάθη τους. Έγραψε, μεταξύ άλλων: Σημειώσεις επί των νήσων της περιοχής Ουναλάσκα, Κύρια χαρακτηριστικά των Αλεούτων που ζουν στα νησιά, Παρατηρήσεις επί των Αλεούτων και Κουσιανών της Άτκα, Παρατηρήσεις στη γλώσσα των Κολουσκανών και των Κοντιάκων, και (στη γλώσσα των Αλεούτων, της οποίας επινόησε το αλφάβητο) Υπόδειξη του δρόμου προς τη βασιλεία των ουρανών. Συνέταξε επίσης γραμματική της γλώσσας των Αλεούτων και αλεουτο-ρωσικό λεξικό. Βλ. σχετικά Γεωργίου Εμμ. Πιπεράκι, Άγιοι της Αλάσκας – Ορθόδοξο Συναξάρι, Μυριόβιβλος, Αθήνα 2004, σελ. 35-54. Ας σημειωθεί παρακαλώ ότι οι Αλεούτοι έχουν τουλάχιστον δύο ορθόδοξους αγίους, μέλη της φυλής τους, τον άγ. Πέτρο το νεομάρτυρα (1815) και τον άγ. Ιάκωβο Νετσέτωφ, τον εν Αλάσκα (1802-1865] κ.π.ά. Σίγουρα η συνεισφορά τους θα ήταν καθοριστική, αν ο τρόπος που προσέγγιζαν την πραγματικότητα λαμβανόταν υπόψιν. Αυτό όμως προϋποθέτει μια διαφορετική κοσμοαντίληψη, που αντιμετωπίζει το σύμπαν όχι ως το μηχανικό αποτέλεσμα νόμων που διαμορφώθηκαν από την τύχη, αλλά ως διάλογο κτιστού και ακτίστου, ως διάλογο όλων των όντων και του Θεού και συνεπώς ως μια δυναμική και εν πολλοίς απροσδιόριστη πραγματικότητα, πραγματικότητα σχέσης, που θα ολοκληρωθεί μόνο στα έσχατα.

Ποιοι γίνονται άγιοι;

Και τώρα το κρίσιμο ερώτημα: ποιοι είναι αυτοί οι περίεργοι άνθρωποι, που «έφτασαν στη θέωση» και απέκτησαν τόσα ασυνήθιστα χαρίσματα;Η αγιότητα, κανονικά, είναι το τέρμα του δρόμου για κάθε χριστιανό και πολλοί καθημερινοί άνθρωποι φτάνουν στο σημείο να γίνουν «μικροί άγιοι». Καθένας από μας, στο βαθμό που πλησιάζει το Θεό έστω κι ένα βήμα, είναι «λίγο άγιος». Έτσι, άγιος είναι κάθε ένας που «κερδίζει τον παράδεισο». Ο παππούς μας, η γιαγιά μας, οι γονείς μας, ο μπακάλης μας, ο ζητιάνος της γωνίας, ένας έφηβος που πέθανε από ναρκωτικά, ένα ανώνυμο μαυράκι της Ουγκάντα ή του Μπρονξ πιθανόν να είναι άγιος, στο βαθμό που πραγμάτωσε τη μία και μοναδική ηθική εντολή του χριστιανισμού, που υπερβαίνει και κατ’ ουσίαν «αντικαθιστά» τις δέκα εντολές της Παλαιάς Διαθήκης: την εντολή της αγάπης (Ιω. 13, 34-35, 15, 12-17 κ.α.). Υπάρχουν πολλές μαρτυρίες αγίων ή απλά ενάρετων ανθρώπων, που «είδαν» άγνωστους και φαινομενικά άσημους ανθρώπους περιβεβλημένους με το φως της αγιότητας, καθώς και συγκλονιστικές καταγραφές ανθρώπων της διπλανής πόρτας που έφτασαν σε μεγάλα ύψη (βλ. π.χ. τον τόμο Ασκητές μέσα στον κόσμο, ένα σύγχρονο βιβλίο που εκδόθηκε από το Ησυχαστήριο «Άγ. Ιωάννης ο Πρόδρομος» στη Μεταμόρφωση Χαλκιδικής). Οι κατεξοχήν άγιοι όμως είναι ιδιαίτερες περιπτώσεις (πολλές χιλιάδες), γιατί έσπασαν το φράγμα και κατάργησαν κάθε όριο στην ταπείνωση και την αγάπη. Είναι άνθρωποι κάθε εποχής, φύλου, ηλικίας και κοινωνικής τάξης, που έφτασαν πιο πέρα από εκεί που θέλουμε να φτάσουμε εμείς. Η ζωή τους, όπως γράφει ο άγιος γέροντας Ιουστίνος Πόποβιτς, δείχνει «πώς ένας νέος γίνεται άγιος νέος, μία κόρη (=κοπέλα) γίνεται αγία κόρη, πώς ένας γέρος γίνεται άγιος γέρος, πώς μία γερόντισσα γίνεται αγία γερόντισσα, πώς ένα παιδί γίνεται άγιο παιδί, πώς οι γονείς γίνονται άγιοι γονείς, πώς ένας υιός γίνεται άγιος υιός, πώς μία θυγατέρα γίνεται αγία θυγατέρα, πώς μία οικογένεια γίνεται αγία οικογένεια, πώς μία κοινωνία γίνεται αγία κοινωνία, πώς ένας ιερεύς γίνεται άγιος ιερεύς, πώς ένας επίσκοπος γίνεται άγιος επίσκοπος, πώς ένας βοσκός γίνεται άγιος βοσκός, πώς ένας γεωργός γίνεται άγιος γεωργός, πώς ένας βασιλεύς γίνεται άγιος βασιλεύς, πώς ένας εργάτης γίνεται άγιος εργάτης, πώς ένας δικαστής γίνεται άγιος δικαστής, πώς ένας δάσκαλος γίνεται άγιος δάσκαλος, πώς ένας καθηγητής γίνεται άγιος καθηγητής, πώς ένας στρατιώτης γίνεται άγιος στρατιώτης, πώς ένας αξιωματικός γίνεται άγιος αξιωματικός, πώς ένας κυβερνήτης γίνεται άγιος κυβερνήτης, πώς ένας γραμματεύς γίνεται άγιος γραμματεύς, πώς ένας έμπορος γίνεται άγιος έμπορος, πώς ένας μοναχός γίνεται άγιος μοναχός, πώς ένας οικοδόμος γίνεται άγιος οικοδόμος, πώς ένας ιατρός γίνεται άγιος ιατρός, πώς ένας τελώνης γίνεται άγιος τελώνης, πώς ένας μαθητής γίνεται άγιος μαθητής, πώς ένας επαγγελματίας γίνεται άγιος επαγγελματίας, πώς ένας φιλόσοφος γίνεται άγιος φιλόσοφος, πώς ένας επιστήμων γίνεται άγιος επιστήμων, πώς ένας πολιτικός γίνεται άγιος πολιτικός, πώς ένας υπουργός γίνεται άγιος υπουργός, πώς ένας πτωχός γίνεται άγιος πτωχός, πώς ένας πλούσιος γίνεται άγιος πλούσιος, πώς ένας δούλος γίνεται άγιος δούλος, πώς ένας δεσπότης (=αφέντης) γίνεται άγιος δεσπότης, πώς οι σύζυγοι γίνονται άγιοι σύζυγοι, πώς ένας συγγραφεύς γίνεται άγιος συγγραφεύς, πώς ένας καλλιτέχνης γίνεται άγιος καλλιτέχνης» (π. Ιουστίνου Πόποβιτς, Άνθρωπος και Θεάνθρωπος, ό.π., σελ. 93-94).(1) Βλ. πολλά συμπληρωματικά στοιχεία στον ιστότοπο http://www.impantokratoros.gr/Empeiriki-Theologia.el.aspx.