Oι Μουσουλμάνοι πολέμησαν αμυνόμενοι στη Μάχη της Μπαντρ;

Θυμάστε το τραγούδι «πάει χάλασε ο κόσμος»; Πρέπει να είναι έτσι, αφού πολλοί μουσουλμάνοι απολογητές τη σήμερον ημέρα μας διαβεβαιώνουν ότι ο Μουχάμμαντ πολεμούσε μόνο για να αμυνθεί απέναντι στους εχθρούς του, και μάλιστα ότι αυτό έκανε και στη μάχη της Μπαντρ, την οποία – λένε – ξεκίνησαν οι Κουραϊσίτες!

Και βέβαια, η τακία* πάει σύννεφο, αλλά εδώ είμαστε εμείς για να βάζουμε τα πράγματα στη θέση τους.

Εάν οι μουσουλμάνοι πολεμούσαν μόνο για αυτοάμυνα, τότε στη μάχη της Μπαντρ θα έπρεπε ένας εχθρός να έκανε επίθεση στον Μουχάμμαντ στη Μεδίνα. Αν θέλετε να πιστεύετε ότι έτσι συνέβη, τότε σταματήστε αμέσως να διαβάζετε και προσπαθήστε να μείνετε μακριά από τα βιβλία Ιστορίας.

Οι μουσουλμάνοι ιστορικοί της εποχής τεκμηρίωσαν λεπτομερώς τις συνθήκες που προηγήθηκαν της μάχης και δεν υπάρχει τίποτα που να δικαιολογεί την ιδέα ότι εκείνη την ημέρα οι μουσουλμάνοι πολέμησαν σε αυτοάμυνα.

Κατ ‘αρχάς, οι Μεκκανοί δενπροήλαυναν προς τον Μουχάμμαντ. Είχαν στείλει στρατό για να προστατεύσουν τα καραβάνια τους από τους μουσουλμάνους (οι οποίοι είχαν σκοτώσει πρόσφατα Μεκκανούς οδηγούς καραβανιών που υπερασπίζονταν την περιουσία τους). Οι Μεκκανοί δεν ενδιαφέρονταν να ξεκινήσουν πόλεμο, παρά μόνο να δουν ότι τα εμπορεύματα και οι οδηγοί τους δεν θα παρενοχλούνταν από επιδρομείς του Μουχάμμαντ.

Στη συνέχεια ο απόστολος άκουσε ότι ο Αμπού Σουφυάν ερχόταν από τη Συρία με ένα μεγάλο καραβάνι των Κουραϊσιτών, που περιείε τα χρήματα και τα εμπορεύματά τους, και συνοδευόταν από περίπου τριάντα ή σαράντα άνδρες … Όταν ο Απόστολος άκουσε για τον Αμπού Σουφιάν που ερχόταν από τη Συρία, κάλεσε τους Μουσουλμάνους και είπε, «Αυτό είναι το καραβάνι των Κουραϊσιτών που περιέχει τις περιουσίες τους. Βγείτε έξω να του επιτεθείτε, ίσως ο Αλλάχ να σας το δώσει ως λεία. «(Ibn Ishaq 428)

Η αφήγηση συνεχίζει λέγοντας ότι ορισμένοι από τους μουσουλμάνους ήταν απρόθυμοι να συμμετάσχουν στην επίθεση, διότι δεν ήθελαν να πάνε σε πόλεμο. Αργότερα ο Μουχάμμαντ αναφέρει στο Κοράνι αυτούς τους ειρηνικούς μουσουλμάνους ως «Υποκριτές», και τους καταδικάζει να πάνε στην κόλαση και απαιτεί οι πραγματικοί μουσουλμάνοι να τους φέρονται σκληρά (66:9).

Αφότου ο Μουχάμμαντ έστειλε άνδρες του να επιτεθούν στο καραβάνι, ο Αμπού Σουφυάν (ο Μεκκανός αντίπαλός του) έμαθε για τα σχέδιά του:

Όταν έφτασε κοντά στο Hijaz, ο Αμπού Σουφυάν ζητούσε να μάθει νέα ανάκριση και μέσα στην στην αγωνία του ρωτούσε κάθε καβαλλάρη, μέχρι που έμαθε από ορισμένους καβαλλάρηδες την είδηση ότι ο Μουχάμμαντ είχε ζητήσει από τους συντρόφους του να επιτεθούν εναντίον του και εναντίον του καραβανιού. (Ibn Ishaq 428)

Σε αυτό το σημείο οΑμπού Σουφυάν έκανε δύο πράγματα για να αποτρέψει τη μάχη. Άλλαξε το δρομολόγιό του, έτσι ώστε να αποφεύγει το στρατό του Μουχάμμαντ, και έστειλε για βοήθεια. Τότε οι Μεκκανοί έστειλαν μια μεγαλύτερη δύναμη από περίπου 900 άνδρες για να σώσουν το καραβάνι.

Προέκυψε ένα μεγάλο παιχνίδι «γάτας και ποντικιού» μεταξύ του Μουχάμμαντ και των Μεκκανών, στην οποία οι τελευταίοι έκαναν σχεδόν ό, τι μπορούσαν για να αποφευχθεί η σύγκρουση (Ισχάκ 433 έως 443). Τελικά ο Μωάμεθ τους εξανάγκασε να δώσουν μάχη κόβοντας σκόπιμα το νερό στα πηγάδια, από τα οποία εξαρτώνταν οι Μεκκανοί για να γυρίσουν στη Μέκκα. Στη συνέχεια έβαλε το στρατό του μεταξύ των υπόλοιπων πηγαδιών και των διψασμένων Μεκκανών.

Οι μουσουλμάνοι ήταν σαφώς σε πλεονεκτική θέση έναντι των κουρασμένων και απρόθυμων Μεκκανών, παρόλο που ήταν λιγότεροι σε αριθμό. Αρχικά, οι μουσουλμάνοι διασκέδαζαν θανατώνοντας τους λίγους Μεκκανούς που ήταν τόσο απελπισμένοι ώστε να προσπαθήσουν να φτάσουν το νερό:

Ο AlAswad, ο οποίος ήταν εριστικός και κακότροπος άνθρωπος, βάδισε εμπρός και είπε, «Ορκίζομαι στο Θεό ότι θα πιω από τη στέρνα τους ή θα την καταστρέψω ή θα πεθάνω πριν να τη φτάσω.» Ο Χάμζα [ένας δυνατός μουσουλμάνος] βγήκε μπροστά εναντίον του και όταν οι δύο συναντήθηκαν, ο Χάμζα τον χτύπησε κι έστειλε το πόδι του και το μισό της γάμπας του στον αέρα, όπως ήταν κοντά στη δεξαμενή. (Ο AlAswad) έπεσε ανάσκελα κι έμεινε εκεί, με το αίμα να ρέει από το πόδι του προς τους συντρόφους του. Στη συνέχεια σύρθηκε στη δεξαμενή και ρίχτηκε μέσα για να εκπληρώσει τον όρκο του, αλλά ο Χάμζα τον ακολούθησε και τον χτύπησε… (Ibn Ishaq 443)

Οι μουσουλμάνοι έπαιξαν με τον ίδιο θανατηφόρο τρόπο με διάφορους άλλους τρελαμένους από τη δίψα Μεκκανούς, πριν ο Μουχάμμαντ δώσει τελικά την εντολή να κατατροπώσουν τον «εχθρό».

Μετά τη νικηφόρα μάχη οι μουσουλμάνοι παρουσίασαν στον Μουχάμμαντ τα κεφάλια των αποκεφαλισμένων αντιπάλων του από τη Μέκκα και οι σφαγείς τους τιμήθηκαν. Επίσης έφεραν μπροστά του τους ζωντανούς αιχμαλώτους. Αυτός διέταξε ορισμένοι να ανταλλαχθούν για λύτρα και κάποιοι να εκτελεστούν.  Ακόμα έκανε κάτι που φαινόταν παράξενο ακόμη και στους άνδρες του: περπάτησε ανάμεσα στα σώματα των νεκρών Μεκκανών και τους χλεύαζε, επιμένοντας ότι μπορούσαν να τον ακούσουν στην κόλαση (Bukhari 59:314).

Ο πλούτος των Μεκκανών διαιρέθηκε μεταξύ των νικητών. Ο Χάμζα, ο μουσουλμάνος που είχε σφάξει τον πρώτο Μεκκανό που προσπάθούσε να φτάσει το νερό, άρχισε τώρα να διασκεδάζει με ανυπεράσπιστα ζώα, κόβοντας τις καμπούρες από καμήλες και ξεκοιλιάζοντάς τες χωρίς λόγο (Bukhari 59:340).

Εν μέσω της σφαγής, ο Αλλάχ «μίλησε» στο Μωάμεθ και του είπε να βεβαιωθεί ότι οι άλλοι μουσουλμάνοι του έδωσαν το ένα πέμπτο της λείας πολέμου. Αυτές οι λέξεις έχουν καταγραφεί μόνιμα στο Κοράνι (8:1), έστω και αν δεν έχουν σημασία σήμερα. Ο προφήτης του Ισλάμ ενημέρωσε επίσης τους άνδρες του ότι η νίκη τους στην πραγματικότητα οφειλόταν σε μια λεγεώνα αγγέλων που έστειλε κάτω ο Αλλάχ (8:9) – που ήταν, φυσικά, ορατή μόνο στον Μουχάμμαντ (8:50). Για κάποιο λόγο, οι άγγελοι δεν φάνηκαν κατά την επόμενη μάχη, στο Uhud.

Μεγάλο μέρος της 8ης Σούρα, ενός από τις πιο βίαια κεφάλαια του Κορανίου, «αποκαλύφθηκε» μετά την επαύριο της Μάχης της Μπαντρ. Πολλοί στίχοι έχουν ελάχιστο νόημα έξω από το ιστορικό τους πλαίσιο, πράγμα που αποδεικνύει ότι η Sira (βιογραφία του Μουχάμμαντ ) είναι αναγκαία για την ερμηνεία του Κορανίου.

Στην περίπτωση αυτή, το ιστορικό πλαίσιο είναι σε πλήρη αντίθεση με οποιαδήποτε παρανόηση από την πλευρά των σύγχρονων μουσουλμάνων ότι η Μάχη της Μπαντρ ήταν μια αμυντική σύγκρουση. Μόνο οι Μεκκανοί πολέμησαν για να υπερασπίσουν της ζωή και την περιουσία τους εκείνη την ημέρα – και το έκαναν απρόθυμα, αφού ο Μουχάμμαντ είχε λάβει μνημειώδη μέτρα για να υπερισχύσει στη μάχη.

____

*taqiyya تقية (προφέρεται και taqiyeh, taqiya, taqiyah, tuqyah) είναι η παραπλάνηση σχετικά με την πίστη ή και η ψεύτικη άρνηση της πίστης από μουσουλμάνο όταν υπάρχει κίνδυνος για τη ζωή του ή όταν κινδυνεύουν τα συμφέροντα του Ισλάμ.

Ο Μουχάμμαντ λήστευε τους Μεκκανούς για να ανακτήσει κλεμμένα περιουσιακά στοιχεία;

Μετά την έκδίωξή του από τους Μεκκανούς, ο Μουχάμμαντ και οι μουσουλμάνοι του βρήκαν καταφύγιο πολλά μίλια μακριά στη Μεδίνα, όπου δεν ενοχλούνταν από τους πρώην αντιπάλους τους. Παρ ‘όλα αυτά, ο Μωάμεθ έστειλε άνδρες του σε επτά ανεπιτυχείς επιδρομές εναντίον καραβανιών της Μέκκας πριν να βρουν επιτέλους ένα, οπότε δολοφόνησαν τον οδηγό και λεηλάτησαν το περιεχόμενο.. Αυτό το συγκεκριμένο καραβάνι ήταν ιδιαίτερα ευάλωτο διότι η επίθεση ήρθε κατά τη διάρκεια των ιερών μηνών, όταν οι έμποροι δεν περίμεναν επιθέσεις.

[Ένας μουσουλμάνος επιδρομέας] ο οποίος είχε το κεφάλι του ξυρισμένο, κοίταξε περιφρονητικά [το καραβάνι της Μέκκας], και όταν τον είδαν ένιωσαν ασφαλείς και είπαν: «Είναι προσκυνητές, δεν έχετε τίποτα να φοβηθείτε από αυτούς.» (Ibn Ishaq 423 )

Το ξυρισμένο κεφάλι έκανε τους μουσουλμάνους να μοιάζουν με προσκυνητές και όχι με επιδρομείς, πράγμα που δημιούργησε μια ψευδή αίσθηση ασφάλειας στους οδηγούς. Το Ισλάμ ήταν ένα είδος θρησκείας διαφορετικό από ό, τι είχαν συνηθίσει οι Μεκκανοί:

[Οι μουσουλμάνοι επιδρομείς] ενθάρρυναν ο ένας τον άλλον, και αποφάσισαν να σκοτώσουν όσους από αυτούς μπορούσαν και να πάρουν ό, τι είχαν. (Ibn Ishaq 424)

Αυτή ήταν η πρώτη θανάσιμη συνάντηση μεταξύ Μεκκανών και μουσουλμάνων, και φέρνει οξεία αμηχανία στους σύγχρονους απολογητές μουσουλμάνους, που τους αρέσει να λένε ότι το Ισλάμ είναι κατά του φόνου για οποιοδήποτε λόγο εκτός της αυτοάμυνας.

Για το λόγο αυτό, έχει παρουσιαστεί ο σύγχρονος μύθος ότι οι μουσουλμάνοι της εποχής εκείνης απλά «έπαιρναν πίσω» ό, τι ήταν δικό τους – δεν εκδικούνταν ούτε έκλεβαν. Οι σύγχρονοι απολογητές αρέσκονται να λένε ότι ο Μουχάμμαντ και οι οπαδοί του είχαν καταληστευθεί από τους Μεκκανούς καθώς έφευγαν έξω από την πόλη. (Η ταινία του 1976, «The Message» (Το μήνυμα) διαιωνίζει απερίφραστα αυτή την παρανόηση επίσης).

Οι απολογητές είναι κάπως ασαφείς ως προς το πώς η κλοπή περιουσίας δικαιολογεί τον φόνο (κυρίως από την πλευρά κάποιου που θέλουν να απεικονίσουν ως το σύμβολο της συγχώρεσης) και δεν προσπαθούν να εξηγήσουν πώς τα συγκεκριμένα θύματα των μουσουλμανικών επιδρομών (συνήθως οι οδηγοί και εργαζόμενοι στα καραβάνια ) ήταν άμεσα υπεύθυνοι για αυτήν την υποτιθέμενη κλοπή. Αυτό ωστόσο είναι το μικρότερο προβλήμά τους, αφού όχι μόνο δεν υπάρχουν στοιχεία που να υποστηρίζουν την εσφαλμένη αντίληψη ότι οι μουσουλμάνοι «έπαιρναν πίσω ό, τι ήταν δικό τους», αλλά αυτή διαψεύδεται ρητά από τις πρώιμες ιστορικές καταγραφές.

Ο βιογράφος του Μουχάμμαντ, Ιμπν Ισχάκ περιγράφει με αρκετές λεπτομέρειες το γεγονός της πρώτης επίθεσης στα καραβάνια της Μέκκας, αλλά πουθενά δεν αναφέρει το περιεχόμενο των καραβανιών ως μουσουλμανική ιδιοκτησία. Πράγματι ο Ισχάκ περιγράφει ρητά ότι τα εμπορεύματα ανήκουν στους Μεκκανούς:

Ένα καραβάνι Κουραϊσιτών που μετέφερε ξηρές σταφίδες και δέρματα και άλλα εμπορεύματα των Κουραϊσιτών πέρασε … «(Ibn Ishaq 424)

Σημειώστε επίσης ότι το φορτίο που λεηλάτησαν από το καραβάνι συμπεριλάμβανε συγκεκριμένα σταφίδες, οι οποίες θα είχαν από καιρό χαθεί αν ήταν από σταφύλια που είχαν καλλιεργήσει και αποξηράνει οι μουσουλμάνοι πριν αφήσουν τη Μέκκα περίπου πριν από ένα ολόκληρο χρόνο. Ένα πέμπτο από τα λάφυρα δόθηκε στον Μουχάμμαντ ως λεία πολέμου, πράγμα που δεν θα είχε συμβεί αν αυτά ανήκαν δικαιωματικά σε άλλο μουσουλμάνο (Ibn Ishaq 425).

Οι περισσότεροι από τους μουσουλμάνους που ζούσαν στη Μέκκα είχαν κατ ‘αρχάς λίγα περιουσιακά στοιχεία, καθώς βρίσκονταν σε σημαντικό βαθμό στα χαμηλότερα σκαλοπάτια της κοινωνικής κλίμακας, αλλά εκείνοι που είχαν πολλά θα έκαναν πολλά χρόνια να ρευστοποιήσουν τα περιουσιακά τους στοιχεία ή να τα μεταφέρουν σε μια νέα τοποθεσία. Καθώς ο υποκινητής του διχασμού, ο Μουχάμμαντ ήταν ο μόνος μουσουλμάνος που κυριολεκτικά αναγκάστηκε να εγκαταλείψει τη Μέκκα στα άγρια μεσάνυχτα, αλλά οι επαγγελματικές υποθέσεις του κανονίζονταν ακόμη για λογαριασμό του από τον Αλή, το γαμπρό του (Ibn Ishaq 335).

Έτσι, εάν οι Μουσουλμάνοι στη Μεδίνα προσπαθούσαν να ανακτήσουν τα κλοπιμαία, γιατί τότε λεηλατούσαν τα καραβάνια της Μέκκας; Ο Μουχάμμαντ δίνει τον πραγματικό λόγο για τις λεηλασίες και τις δολοφονίες:

«Αν έχετε σκοτώσει στον ιερό μήνα, αυτοί σας παρεμπόδιζαν από το δρόμο του Αλλάχ με την απιστία τους σ ‘Αυτόν, και από το ιερό τέμενος, και σας έδιωξαν από αυτό, όταν ήσασταν άνθρωποί τους. Αυτό για τον Αλλάχ είναι  πιο σοβαρό θέμα από τη θανάτωση όσων από αυτούς έχετε σκοτώσει. «Και η αποπλάνηση είναι χειρότερη από το σκοτωμό.» Αυτοί συνήθιζαν να αποπλανούν τον μουσουλμάνο στη θρησκεία του μέχρι που τον έκαναν να επιστρέψει στην απιστία αφού είχε πιστέψει, και αυτό είναι χειρότερο για τον Αλλάχ από ό, τι η θανάτωσή τους.» (Ibn Ishaq 426)

Έτσι, η δικαιολογία για τη δολοφονία των Μεκκανών και της κλοπής των προϊόντων τους είναι καθαρά θρησκευτική. Το μόνο πράγμα που είχε κλαπεί από τους μουσουλμάνους ήταν η δυνατότητα να εισέλθουν στο ιερό τέμενος (δηλαδή να ολοκληρώσουν την τελετουργία των Προσκυνητών – το χατζ – στην  Κάαμπα). Οι αθώοι οδηγοί του καραβανιού ήταν επομένως θεμιτός στόχος για τις θανατηφόρες επιδρομές του Μουχάμμαντ απλώς και μόνο επειδή οι μουσουλμάνοι θεώρησαν ότι «τους παρεμπόδιζε από το δρόμο του Αλλάχ » η «απιστία » της ηγεσίας της Μέκκας.

Αυτό γίνεται ακόμη πιο εμφανές από το επόμενο μεγάλο επεισόδιο στο οποίο ο Μουχάμμαντ έστειλε τους άνδρες του να λεηλατήσουν τα καραβάνια, πράγμα που επέφερε τη Μάχη της Μπάντρ:

Όταν ο Απόστολος άκουσε για τον Αμπού Σουφιάν που ερχόταν από τη Συρία, κάλεσε τους Μουσουλμάνους και είπε, «Αυτό είναι το καραβάνι των Κουραϊσιτών που περιέχει τις περιουσίες τους. Βγείτε έξω να του επιτεθείτε, ίσως ο Αλλάχ να σας το δώσει ως λεία. «(Ibn Ishaq 428)

Στην περίπτωση αυτή οι Μεκκανοί επέστρεφαν στη Μέκκα από ένα επαγγελματικό ταξίδι στη Συρία. Όλα τα εμπορεύματα που είχαν θα είχαν αγοραστεί από τους Σύριους.

Κατά τα επόμενα εννέα έτη, η κύρια πηγή εισοδήματος για τους μουσουλμάνους ήταν πλούτος που αποσπούσαν διά της βίας από άλλους. Οι στόχοι τους είχαν επεκταθεί πολύ πέρα από τους Μεκκανούς. Μέχρι τον καιρό που ο Μουχάμμαντ πέθανε, οι άνδρες του έβρισκαν δικαιολογίες για να κάνουν επιδρομές και να κλέψουν από πολλές άλλες αραβικές φυλές, Εβραίους και ακόμη και Χριστιανούς. Όπως και με τη μαφία, σταδιακά αναπτυσσόταν ένας γκαγκστερικός μηχανισμός «προστασίας», όπου επιτρεπόταν σε άλλες φυλές να ζήσουν ειρηνικά υπό την προϋπόθεση ότι θα πλήρωναν φόρο στους μουσουλμάνους κυβερνήτες.