ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΕΙΣ ΕΝΟΣ ΠΡΩΗΝ ΙΣΛΑΜΙΣΤΗ (2)

Συνέχεια από το ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΕΙΣ ΕΝΟΣ ΠΡΩΗΝ ΙΣΛΑΜΙΣΤΗ (1)

Μέρος 3

DBA

Όταν γνώρισα την DBA, σπούδαζε στο κολέγιο που βρισκόταν μιάμιση ώρα μακριά από το σπίτι της. Ήταν από πλούσια οικογένεια. Ο πατέρας και η μητέρα της ήταν γιατροί και οι αδελφοί της ήταν γιατροί στις αιγυπτιακές ένοπλες δυνάμεις. Αν και πήγαινε στην εκκλησία, δεν ήταν θρησκευόμενη. Η DBA είχε φιλίες και με μουσουλμάνους και με χριστιανούς. Ωστόσο δεν μας ήταν εύκολο να φτάσουμε σ ‘αυτήν και έπρεπε να καταφύγουμε σε εγκληματική πράξη. Ως μουσουλμάνοι άνδρες, πιστεύαμε ότι ήμασταν σε διαρκή πόλεμο με τους «ακάθαρτους άπιστους», και ως εκ τούτου ήταν εντάξει να τους εξαπατούμε.

Μια μέρα με επισκέφθηκε ένας νεαρός μουσουλμάνος που μου είπε ότι ήθελε να παντρευτεί την DBA και μου ζήτησε να τον βοηθήσει να την πείσει να ασπαστεί το Ισλάμ. Μετά από πολύ σχεδιασμό, ανακάλυψα ότι η καλύτερη φίλη αυτού του κοριτσιού ήταν μια θρησκευόμενη μουσουλμάνα.  Αλλά εξακολουθούσε να θεωρεί τη χριστιανή κοπέλα αδερφή της και με είχε ενοχλήσει αυτό. Γι ‘αυτό και επισκέφθηκα τη μουσουλμάνα κοπέλα και της μίλησα για τις διεφθαρμένες πεποιθήσεις του χριστιανισμού και της θύμισα τι λέει ο Αλλάχ στο Κοράνιο (οι Εβραίοι και οι Χριστιανοί δεν θα σας δεχθούν μέχρι να ακολουθήσετε τη θρησκεία τους) και επίσης (Εσείς πιστοί μην παίρνετε Εβραίους και Χριστιανούς για φίλους και όσοι γίνονται φίλοι τους είναι από αυτούς, καθώς ο Αλλάχ δεν δείχνει τον σωστό δρόμο στους άδικους). Της είπα ότι η τζιχάντ εναντίον τους είναι το καθήκον του κάθε μουσουλμάνου και ότι αυτή θα έπρεπε να συμβάλει στη νίκη του Ισλάμ. Η μουσουλμάνα πείστηκε ότι είχα δίκιο και ρώτησε τι έπρεπε να κάνει. Της είπα να μην δείξει μίσος προς τη χριστιανή φίλη της, αλλά να της φερθεί όπως συνήθως, και ακόμη να προσπαθήσει να ενισχύσει τη φιλία τους και να ακολουθήσει όλες τις οδηγίες μου.

Στη συνέχεια πήγα σε ένα μουσουλμάνο φαρμακοποιό ο οποίος ήταν μέλος του συλλόγου μας και του ζήτησα ένα φάρμακο που να προκαλεί ψευδαισθήσεις. Του είπα γιατί χρειαζόμουν το φάρμακο. Μου είπε ότι ήθελε να συμβάλει στη νίκη του Ισλάμ και, επομένως, συμφώνησε να το παράσχει. Έδωσα τότε το φάρμακο στη  μουσουλμάνα κοπέλα και της είπα να διαλύσει δύο δισκία σε ένα ποτήρι γάλα και το δώσει στην DBA να το πιεί, και να μας καλέσει αμέσως μόλις παρατηρήσει τυχόν αλλαγές στο κορίτσι.

Η μουσουλμάνα κοπέλα μας κάλεσε μόλις η DBA άρχισε να έχει παραισθήσεις και να χάνει τον έλεγχο στο διαμέρισμά της. Όταν ο φίλος μου και εγώ ήρθαμε, είχαμε μια κάμερα και ένα βίντεο εγγραφής. Αρχίσαμε να αστειευόμαστε με την DBA και εκείνη ανταποκρινόταν, μη συνειδητοποιώντας τι κάναμε μέχρι που φίλος μου κατάφερε να της βγάλει τα ρούχα της και την πήρε στην κρεβατοκάμαρα.

Κατέγραψα τα πάντα σε βίντεο και πήρα φωτογραφίες για τρεις ώρες περίπου. Όταν η DBA συνήλθε, συνειδητοποίησε τι είχε συμβεί και άρχισε να ουρλιάζει και να κλαίει. Προσέβαλε εμας, το Ισλάμ και τον προφήτη του Ισλάμ, και προσπάθησε να σκίσει το Κοράνιο, το οποίο είχε η φίλη της. Της έδειξα τη βιντεοταινία και τις φωτογραφίες και απείλησα να κάνω αντίγραφα και να τα μοιράσω στην οικογένειά της, καθώς και σε άλλες χριστιανικές οικογένειες. Της υπενθύμισα ότι θα ταπεινωνόταν από το σκάνδαλο. Έκλαψε και έπεσε στο έδαφος φιλώντας τα παπούτσια μας παρακαλώντας μας να μην το κάνουμε αυτό, αλλά εμείς επιμείναμε ότι έπρεπε να κάνει ό, τι της λέγαμε να κάνει, καθώς ήξερε ότι τα αδέλφια και οι συγγενείς της, μπορεί και να τη σκότωναν αν έβλεπαν αυτό το βίντεο.

Ενέδωσε. Τα δάκρυά της και η απόγνωση της με άφησαν εκστατικό. Μέσα στις επόμενες λίγες εβδομάδες, μας συνόδευε στην ένωση όπου της γινόταν πλύση εγκεφάλου από τους σεΐχηδες. Δεν μπορούσε να αμφισβητήσει τίποτα από αυτά που της έλεγαν. Ήταν δυστυχισμένη και ποτέ δεν σταμάτησε να κλαίει.

Της διδάξαμε τι να πει πριν έρθει η ώρα να πάει στο αστυνομικό τμήμα. Ακολούθησε τις οδηγίες μας όταν πέρασε από συνέντευξη από την αστυνομία. Και όταν ένας αστυνομικός τη ρώτησε γιατί ήθελε να ασπαστεί το Ισλάμ, είπε ότι ο προφήτης Μοχάμεντ ήρθε σ’ αυτήν σε ένα όνειρο και τη χαιρέτησε με τον ισλαμικό χαιρετισμό αποκαλώντας την Άισα.  Ο Ιησούς ήταν επίσης, στο όνειρο, τη χαιρέτισε με τον ισλαμικό χαιρετισμό και κατήγγειλλε όλους τους Χριστιανούς λέγοντας δεν υπάρχει άλλος Θεός από τον Αλλάχ. Είπε ότι ο Ιησούς της είπε ότι είναι δούλος και προφήτης του Αλλάχ και ότι ο Μοχάμεντ είναι ο προφήτης του Αλλάχ. Στη συνέχεια, είπε, ο Ιησούς φίλησε το κεφάλι του Μοχάμεντ και της ζήτησε να επαναλάβει μετά από αυτόν λόγια του Αλλάχ από το Κοράνιο (εκείνοι που πιστεύουν σε οποιαδήποτε άλλη θρησκεία εκτός του Ισλάμ, ο Αλλάχ δεν θα το δεχθεί από αυτούς στο τέλος, και θα είναι χαμένοι).

Δεν το είπε αυτό μόνο μπροστά στους αστυνομικούς, αλλά και στα μέλη της οικογένειάς της και στους ιερείς που ήρθαν να την επισκεφθούν. Οι αντιδράσεις της κατά τη διάρκεια των επισκέψεων αυτών, οι οποίες ονομάζονταν συμβουλευτικές συνεδρίες, ήταν σκηνοθετημένες από εμάς και εγκεκριμένες από την αστυνομία πριν από τη συνάντηση. Ήταν όλα μια απάτη και αν και δεχόταν επισκέψεις από διαφορετικούς ιερείς, μπορούσε να τους πει μόνο αυτά που την είχαμε προετοιμάσει να πει.

Όταν ολοκληρώθηκαν όλες οι νομικές διαδικασίες, είχαμε τη νέα της ταυτότητα και το νέο ισλαμικό της όνομα: Aisha Abdalla Elmahdy. Είχαμε επιτύχει το σχέδιό μας και ο μουσουλμάνο, Γιασέρ, ένας Mujahid, πήρε το κορίτσι που ήθελε μαζί με τη χρηματική αμοιβή του, η οποία ήταν πολύ μεγάλη λόγω του ότι ήταν από εξέχουσα χριστιανική οικογένεια. Έλαβα το 25% του μεριδίου του, συν το μερίδιό μου από το ποσό που θα κατέβαλα στα συνεργαζόμενα πρόσωπα.

Η οικογένεια της Άισα ατιμάστηκε και ταπεινώθηκε όπως ήταν αναμενόμενο. Σαν αποτέλεσμα, η μητέρα της πούλησε το φαρμακείο της και ο πατέρας της πούλησε την κλινική του. Μετακόμισαν σε ένα μέρος όπου μπορούσαν να εξαφανιστούν μέσα στο πλήθος, προκειμένου να ξεφύγουν από το σκάνδαλο.

Έτσι η Άισα παντρεύτηκε τον Γιασέρ και έζησε ως απόβλητη, γιατί την περιφρονούσαν τα πεθερικά της. Ήταν παντρεμένη για δύο μήνες, όταν ο Γιάσερ είπε ότι την είχε βαρεθεί και δεν ήθελε να την κρατήσει πια. Τη χώρισε και την πέταξε έξω στο δρόμο.

Δεδομένου ότι ήταν αδελφή μας στο Ισλάμ και δεν μπορούσε να είναι άστεγη, την πήρα στην ένωση, όπου έζησε και εργάστηκε ως υπηρέτρια, καθαρίζοντας την κλινική για την τροφή και τη διαμονή της. Έμεινε εκεί για τρεις μήνες, μέχρι να της επιτραπεί από το νόμο να ξαναπαντρευτεί. Ο γαμπρός ήταν ένας μουσουλμάνος που γνώριζε την ιστορία της. Ήταν χαμάλης και ήταν ήδη παντρεμένος με έξι παιδιά. Κατά τη διάρκεια της ημέρας, δούλευε στα εργαστήρια συντήρησης της κυβερνητικής διοίκησης. Η Άισα δεν ήθελε να τον παντρευτεί και μας παρακάλεσε να μην της επιτρέψουμε να το περάσει αυτό. Εμείς την αγνοήσαμε, και αναγκάστηκε να παντρευτεί έναν άντρα που δεν της άρεσε.

Ζούσε στη δυστυχία. Εργαζόταν ως καμαριέρα καθαρίζοντας σπίτια και πουλώντας λαχανικά προκειμένου να ταΐσει τον σύζυγό της και τα παιδιά του. Ήταν αδύνατο να φανταστεί κανείς ότι κάποτε ήταν μια κοπέλα από μια πλούσια οικογένεια γιατρών και σπουδάστρια κολεγίου. Η ζωή της καταστράφηκε. Ο δεύτερος σύζυγός της την χώρισε μετά από πέντε μήνες. Δεδομένου ότι είχε παντρευτεί δύο φορές δεν ξαναπαντρεύτηκε και επειδή είχαν μαθευτεί πολλά για τις βιντεοταινίες και τις φωτογραφίες που ελήφθησαν όταν ήταν υπό την επήρεια ναρκωτικών, τη θεωρούσαν ακάθαρτη. Έγινε άστεγη κι έπρεπε να περνά τη νύχτα σε καταυλισμούς έκτακτης ανάγκης όπου ζούσε σε υπο-ανθρώπινες συνθήκες. Καθώς έφτασε στον πάτο φώναξε: Θεέ μου δείξε μου έλεος. Ο Θεός έδειξε έλεος και απάντησε στην προσευχή της.

Τον καιρό που ήταν άστεγη, έγινα Χριστιανός κι έψαχνα για τα κορίτσια που είχα παρασύρει να μεταστραφούν στο Ισλάμ. Έμαθα τι είχε απογίνει και πήγα να την επισκεφθώ με τη σύζυγό μου, η οποία είχε επιστρέψει στην εκκλησία. Η γυναίκα μου και εγώ προσφερθήκαμε να τη φροντίσουμε στο σπίτι μας. Επιδιώξαμε να ενημερώσουμε τους γονείς της για την κατάστασή της, γι ‘αυτό έστειλα έναν συγγενή της συζύγου μου, μαζί με έναν ιερέα που τους μίλησε. Όλοι έκλαψαν με την είδηση και εξέφρασαν την επιθυμία τους να τη δουν. Η οικογενειακή επανένωση κανονίστηκε να γίνει σε μία από τις εκκλησίες στο Κάιρο. Ήταν μια εντυπωσιακή επανένωση. Αν και περίμενα ότι οι γονείς της θα την τιμωρούσαν, δεν το έκαναν και χάρηκαν που την είδαν.

Καθώς η οικογένειά της την αγκάλιασε και τη φίλησε, με άγγιξε τόσο η αγάπη που είδα ώστε αναρωτήθηκα γιατί πληγώναμε τους Χριστιανούς με τον τρόπο που το κάναμε. Πάντα περιφρονούσα τα χαμόγελα που είχαν στα πρόσωπά τους όταν εμείς τους κριτικάραμε, τους βλάπταμε ή τους πληγώναμε. Συνήθιζα να λέω στον εαυτό μου ότι ήταν χαμόγελα κακίας, επειδή ήταν μια μειονότητα και δεν μπορούσαν να αντισταθούν σ’ εμάς τους μουσουλμάνους. Τώρα ξέρω το λόγο για τα χαμόγελα τους. Είναι η αγάπη τους, η συγχώρεση και η ανοχή προς τους εχθρούς τους. Είναι το χριστιανικό χαρακτηριστικό του να ειρηνεύεις.

Αφότου η DBA συναντήθηκε την οικογένειά της, πήγε πίσω στο σπίτι μαζί τους κι αυτοί την καλοδέχτηκαν με αγάπη και καλοσύνη, όπως λέει η Γραφή στην ιστορία για τον άσωτο υιό. Η μητέρα της της αγόρασε όμορφα ρούχα και ο πατέρας της της αγόρασε κοσμήματα. Γιόρτασαν τον ερχομό της στο σπίτι και επανέλαβαν τα λόγια της Αγίας Γραφής (η κόρη μας ήταν νεκρή και τώρα είναι ζωντανή, και ήταν χαμένη και τώρα βρέθηκε).

Υποβλήθηκε στο Συμβούλιο Κληρικών αίτηση να εγκρίνουν την επιστροφή της στον Χριστιανισμό, και εγκρίθηκε. Ένας Χριστιανός δικηγόρος ανέλαβε εθελοντικά να ζητήσει από το δικαστήριο να της δώσει πίσω το χριστιανικό της όνομα και την ταυτότητά της. Το δικαστήριο αποφάνθηκε υπέρ της. Τώρα ζει στη Γαλλία όπου υπηρετεί στην Κοπτική Εκκλησία με το σύζυγο και την κόρη της.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ

ΤΙ ΑΠΟ ΤΗΝ Π. Δ. ΚΑΤΑΡΓΕΙ Ο ΧΡΙΣΤΟΣ, ΚΑΙ ΤΙ ΟΧΙ

Διάφοροι μουσουλμάνοι μας στέλνουν ερωτήματα κατά καιρούς. Το παρόν άρθρο απαντά σε μια ευγενέστατη μουσουλμάνα. Σκεφτήκαμε να το δημοσιεύσουμε γιατί σίγουρα κι άλλοι θα συμμερίζονται την απορία της, δηλ. το τι από την Παλαιά Διαθήκη κατάργησε ο Χριστός, και τι όχι, και πότε και γιατί έγινε αυτή η κατάργηση.

Πρόκειται για άρθρο του Κ. Σιαμάκη, που μου το είχαν στείλει παλιότερα. Διατηρώ την ορθογραφία του συγγραφέα.

«Στὴν ἐπὶ τοῦ ὄρους ὁμιλία του ὁ Κύριος διαβεβαιώνει τοὺς ἀκροατάς του ὅτι δὲν ἦρθε νὰ καταλύσῃ τὴν Παλαιὰ Διαθήκη (τὸν Νόμον ἢ τοὺς Προφήτας), ἀλλὰ νὰ πληρώσῃ, δηλαδὴ νὰ συμπληρώσῃ καὶ βελτιώσῃ. λέγοντας αὐτὸ ἐννοεῖ τὸ στοιχεῖο ἐκεῖνο, στὸ ὁποῖο ἀναφέρεται ἡ ὁμιλία του· κι αὐτὸ εἶναι μόνον ὁ ἠθικὸς νόμος βέβαια, καὶ ὄχι ἡ ἱστορία ἢ τὸ τελεστικὸ μέρος· διότι οὔτε τὶς θυσίες τῶν ταύρων αὔξησε, οὔτε ἱστορία ἐκ τῶν ὑστέρων ἔπλασε γιὰ τὸν ᾿Αδὰμ ἢ τὸν ᾿Αβραὰμ ἢ τὸ Μωϋσῆ ἢ τὸ Δαυΐδ. ἡ Παλαιὰ Διαθήκη ἀσφαλῶς ἀπαρτίζεται ἀπὸ τρία στοιχεῖα, τὴν ἱστορία, τὸν ἠθικὸ νόμο, καὶ τὸν τελεστικὸ νόμο. κάθε στοιχεῖο ἀντιμετωπίστηκε ἀπὸ τὸν Κύριο καὶ τοὺς ἀποστόλους διαφορετικά.
῾Η ἱστορία παρέμεινε ὅπως εἶχε· αὐτὸ εἶναι εὐνόητο. τὸ ν᾿ ἀνακληθοῦν κι ἀκυρωθοῦν γεγονότα εἶναι ἀδιανόητο, τὸ νὰ πλαστοῦν ἐκ τῶν ὑστέρων ἱστορίες εἶναι παραχάραξι, πλαστογραφία, μυθομανία.
῾Ο ἠθικὸς νόμος βελτιώθηκε. ἡ πολυγαμία ἔγινε μονογαμία, ὁ ὑπὲρ πίστεως φόνος τοῦ ἀσεβοῦς ἀπαγορεύτηκε, ἡ πολιτικὴ καὶ κρατικὴ ὑπόστασι τῆς πίστεως καταργήθηκε, ἡ γιὰ τὴν ἀπιστία καταδίκη σὲ θάνατο καὶ κάθε ἐπίγεια κύρωσι ἐξέλιπε. ἡ χριστιανικὴ ἐκκλησία δὲν ἔχει φυλακές, δὲν κάνει ἐκτελέσεις, δὲν ἔχει ἀστυνομία καὶ στρατό, δὲν εἰσπράττει δεκάτη φόρων.
Τὸ τελεστικὸ στοιχεῖο καταργήθηκε ὁλόκληρο. οὔτε θυσίες ζῴων γίνονται, οὔτε περιτομή, οὔτε γενικῶς ἡ Παλαιὰ Διαθήκη εἶναι πηγὴ καὶ ὑπόδειγμα τοῦ τρόπου λατρείας.
᾿Ακόμη κι ἂν κάποιος θεσμὸς παρὰ τὴν ἁπλότητά του ἦταν στὴν Παλαιὰ Διαθήκη στοιχεῖο μικτό, ἠθικὸ μαζὶ καὶ τελεστικό, ὅπως τὸ σάββατο καὶ ἡ ἄγνωστη ἐκτὸς ᾿Ισραὴλ ἀπαγόρευσι τῆς αἱμομιξίας, καταργήθηκε ὡς τελεστικὸ στοιχεῖο καὶ διατηρήθηκε ἢ βελτιώθηκε ὡς ἠθικὸ ὅσο καὶ οἱ δέκα ἐντολές. τὸ σάββατο, ποὺ ἦταν καὶ τελεστικὸ ὡς ἑορτὴ ἀλλὰ καὶ ἠθικὸ ὡς ῥεπό, καταργήθηκε μὲν ὡς τελεστικὸ τελείως* καὶ ἀντικαταστάθηκε ἀπὸ ἄλλη μέρα, διατηρήθηκε ὅμως ὡς ἀργία στὸ χρόνο τῆς ἄλλης ἡμέρας. ἡ ἀπαγόρευσι τῆς αἱμομιξίας ἔπαυσε ὡς τελεστικὸ στοιχεῖο, διατηρήθηκε ὅμως ὡς κάποιος ἠθικὸς νόμος, κατὰ τὸν ὁποῖο ἀπαγορεύεται μιὰ βιολογικὴ ἐκτροπὴ μὲ πολὺ καταστρεπτικὲς κληρονομικὲς συνέπειες, καὶ μάλιστα μόνος αὐτὸς ἀφέθηκε ἀνοιχτὸς πρὸς τὸ αὐστηρότερο νόμος, ἐπειδὴ ἀκριβῶς μὲ τὸ πέρασμα τῶν αἰώνων ἡ συσσώρευσι τῶν κληρονομικῶν ἐπιβαρύνσεων αὐξάνεται.
᾿Απὸ τὴν ἱστορία λοιπὸν τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης στὸν καιρὸ τῆς ἰσχύος τῆς Καινῆς Διαθήκης δὲν ἀρνούμαστε τίποτε. καὶ γιατί νὰ γίνῃ κάτι τέτοιο; καὶ πῶς θὰ ἦταν δυνατόν; τὰ γενόμενα γίνονται ἀγένωτα; τὸν ἠθικὸ νόμο στὴ Χριστιανωσύνη τὸν ἔχουμε σαφῶς ἀνώτερο. ὅταν ὁ προπάτορας τοῦ Χριστοῦ Βοὸζ ὁ ἅγιος παντρεύτηκε τὴ ῾Ρούθ, εἶναι εὐνόητο ὅτι τὴν ἡμέρα ἐκείνη τῆς χαρᾶς του οἱ ἄλλες γυναῖκες του δὲν χάρηκαν καθόλου· τὸ ὅτι ὅμως ἐκεῖνες ὑπέφεραν καὶ καίγονταν, αὐτὸ δὲν μείωνε καθόλου τὴν ἁγιότητα τοῦ Βοόζ. τὸ ὅτι στὴν κάθε μιὰ ἀπὸ τὶς 500 γυναῖκες τοῦ Δαυῒδ ὁ ἄντρας δὲν ἔπεφτε οὔτε μία φορὰ τὸ χρόνο, κι ὁ καθένας καταλαβαίνει πόσο ἐκεῖνες ὑπέφεραν ἀπ᾿ αὐτό, αὐτὸ οὔτε τὴν ἁγιότητα τοῦ Δαυῒδ οὔτε τὴν προφητικὴ θεοπνευστία του μείωνε καθόλου. στὴ χριστιανικὴ ζωὴ ὅμως αὐτὰ εἶναι ἀδιανόητα, ἐγκλήματα βαρύτατα, φαυλότης. σαφῶς βελτιωμένος λοιπὸν ὁ ἠθικὸς νόμος στὴν Καινὴ Διαθήκη. καὶ τὸ νὰ περιτμηθοῦν οἱ Χριστιανοὶ ἢ νὰ θυσιάζουν στὴν ἐκκλησία τους βόδια καὶ γιδοπρόβατα εἶναι φυσικὰ ἀδιανόητα πράγματα. τὸ τελεστικὸ μέρος τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης εἶναι τελείως καταργημένο. οὔτε δὲ ἐπίδρασι μπορεῖ ν᾿ ἀσκῇ στὸ χριστιανικὸ τρόπο λατρείας τοῦ θεοῦ• οὔτε γιὰ κάτι τέτοιο, ἂν τὸ διαπράξη κανείς, μπορεῖ νὰ ἐπικαλῆται τὴ μαρτυρία τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, ἐπειδὴ εἶναι μέρος τῆς ῾Αγίας Γραφῆς τῆς ἐκκλησίας• ὅπως δὲν θὰ μποροῦσε καὶ νὰ παντρευτῆ δέκα γυναῖκες ταυτόχρονα «ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ῾Αγίας Γραφῆς», πρᾶγμα ποὺ κάνουν οἱ μορμόνοι.
῾Η Παλαιὰ Διαθήκη εἶναι μέρος τῆς ῾Αγίας Γραφῆς γιὰ τὴν ἱστορία της μόνο, μέσα στὴν ὁποία ὑπάρχει καὶ ἡ ἀρχικὴ ἀποκάλυψι τοῦ θεοῦ· ὅτι εἶναι ἕνας, ὅτι δὲν ἔχει τὶς φυσικὲς ἀνάγκες τοῦ ἀνθρώπου, ὅτι ἔπλασε καὶ τοὺς ἀγγέλους καὶ ὅλο τὸ σύμπαν, ὅτι ἐνδιαφέρεται γιὰ τὴ διαγωγὴ τοῦ ἐπὶ τῆς γῆς πλάσματός του, τοῦ ἀνθρώπου, ὅτι ἀμείβει ἢ τιμωρεῖ τὶς πράξεις του, ὅτι τοῦ ἑτοιμάζει σωτηρία. χωρὶς τὴν ἱστορία τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης ἡ Καινὴ Διαθήκη θὰ ἦταν ἀπάντησι σὲ ἄγνωστο ἐρώτημα, ἀκροτελεύτιο ἀγνώστου πράγματος, κατακλείδα ἀπολεσθέντος κειμένου, ἐπίλογος ἀνύπαρκτης ἱστορίας, πέμπτη πρᾶξι μονόπρακτης θεατρικῆς παραστάσεως, τροποποίησι νόμου ποὺ δὲν ὑπάρχει, ἀποστολὴ ἐπιστολῆς σὲ ἀνύπαρκτο παραλήπτη, παραπομπὴ σὲ βιβλίο ποὺ δὲν ἔχει γραφῆ ποτέ, ἄχρηστο πρᾶγμα ὅσο τὸ νὰ σοῦ χαρίσουν ἕνα δεξιὸ παπούτσι μόνο.»

*Το Σάββατο καταργήθηκε ως τελεστικό από την άποψη του μωσαϊκού νόμου, αλλά η μέρα που το αντικατέστησε, η Κυριακή, είναι η μέρα τέλεσης της χριστιανικής λατρείας (Θείας Λειτουργίας).

Το πότε και γιατί έγινε η κατάργηση το έχει απαντήσει και ο θεολόγος Θεόδωρος Ρηγινιώτης, στον πρόσφατο «ισλαμοχριστιανικό διάλογο» που έγινε μεταξύ εκείνου και του μουσουλμάνου Άχμεντ Ελντίν:

«Ο Χριστός λέει, μεταξύ άλλων: «μέχρι να φύγουν (να παρέλθουν) ο ουρανός και η γη δε θα φύγει (δε θα παρέλθει) ένα γιώτα ή μία κεραία από το νόμο, μέχρι να γίνουν όλα» (Ματθ. 5 στίχ. 18). Αυτό είναι το ερμηνευτικό κλειδί για την κατανόηση του κύρους που φαίνεται να αποδίδει ο Χριστός στο μωσαϊκό νόμο: ο νόμος έχει ισχύ «μέχρι να γίνουν όλα». Αν δε γίνουν όλα, ακόμη κι αν γκρεμιστούν ουρανός και γη δε θα καταργηθεί τίποτε από το νόμο. Και φυσικά, «μέχρι να γίνουν όλα», «όποιος λύσει μία ελάχιστη εντολή, και διδάξει έτσι τους ανθρώπους, θα ονομαστεί ελάχιστος στη βασιλεία των ουρανών, ενώ όποιος τηρήσει και διδάξει, θα ονομαστεί μέγας» (στ. 19).

Από τη στιγμή όμως που «θα γίνουν όλα», παύει η ισχύς του μωσαϊκού νόμου.

Η στιγμή που «έγιναν όλα» είναι η στιγμή της ανάστασης του Χριστού και, στη συνέχεια, της πεντηκοστής, με την κάθοδο του Αγίου Πνεύματος. Με αυτό εκπληρώνονται οι προφητείες της Παλαιάς Διαθήκης. Γι’ αυτό το λόγο και οι χριστιανοί δεν δεσμευόμαστε καθόλου από το μωσαϊκό νόμο, αλλά μόνο από το «νόμο της χάριτος», δηλαδή τις εντολές που έδωσε προσωπικά ο Χριστός.

Το ότι ο νόμος, κατά το Χριστό, έχει ισχύ μόνο μέχρι την εποχή Του, μέχρι που Αυτός «πληρώνει» (ολοκληρώνει) το νόμο, φαίνεται από το ότι στον αμέσως επόμενο στίχο 20, ο Ίδιος ο Χριστός αντικαθιστά εντολές του μωσαϊκού νόμου με δικές Του! Και μάλιστα με το σχήμα: «Ακούσατε ότι ειπώθηκε στους αρχαίους… Εγώ όμως σας λέω» (όχι «τώρα ο Θεός σας λέει», όπως θα έλεγε κάθε προφήτης, αλλά «εγώ σας λέω»: μία από τις στιγμές όπου αποκαλύπτει τη θεϊκή του ιδιότητα).»

Επειδή η αναγνώστρια έκανε ιδιαίτερη αναφορά στον απόστoλο Παύλο, θα παραθέσω αποσπάσματα
από το έργο του Μακαρίου του Μάγνητος «Αποκριτικός προς Έλληνας», το οποίο γράφτηκε σε απάντηση του έργου «ΚΑΤΑ ΧΡΙΣΤΙΑΝΩΝ», του Πορφυρίου.

«Αν ο Παύλος άλλοτε διδάσκει πως ο νόμος πρέπει να εφαρμόζεται κάποιες φορές μέχρι και το τέλος και άλλοτε να μην λαμβάνεται καθόλου στα υπ’ όψιν, έχει να κάνει με το που ζει ο καθένας και με ποιο τρόπο μεγαλώνει. Όπως εκείνοι που μπαίνουν έφηβοι στο στράτευμα δοκιμάζουν γρήγορη εκπαίδευση και δεν μαθαίνουν ότι και τα μικρά παιδιά, που από πρώτα χρόνια της νιότης τους ασκούνται εις τα όπλα, έτσι και οι λαοί είχαν διαφορές ηλικίας στην εκπαίδευσή τους. Οι Ιουδαίοι ήσαν από πολύ μικρή ηλικία σε σχέση άσκησης με τον Θεό. Σαν τα μικρά παιδιά και αυτοί δεν καταλάβαιναν πολλά για αυτήν. Εκείνο που έπρεπε μόνο να κάνουν, ήταν να ακολουθούν τους νόμους. Και μάλιστα όχι έναν και δυο, αλλά μάλιστα όλους, μέχρι και τον τελευταίο. Διότι κανείς για να θεραπευτεί από μια αρρώστια πρέπει να κάνει όλα όσα ακριβώς του έχει συστήσει ο ιατρός του· ειδάλλως μπορεί να μην θεραπευτεί ή να ξανακυλήσει και πάλι ως ασθενής στου βόρβορου την ζέστη.

Ο λαός των Ιουδαίων μεγάλωνε και θεραπεύονταν πνευματικά, δίχως όμως και να καταλαβαίνει και πολλά. Και αυτό το αντιλαμβάνεται κανείς από τις περιπέτειές των προφητών, που έστελνε ανάμεσά τους ο Θεός τους. Όταν λοιπόν έφτασε ο λαός τους σε ηλικία υιοθεσίας δια μέσω της εφαρμογής του Νόμου, και για παράδειγμα αναφέρω την τελειότητα της Δέσποινας Μαρίας ή του Ιωάννη του Προδρόμου, ο Θεός έστειλε τον Υιό Του τον Αγαπητό για να τους υιοθετήσει, όπως είχε υποσχεθεί ότι θα συνέβαινε κάποτε. Τώρα θα μπορούσαν να καταλάβουν περισσότερα και να προκόψουν πιο πολύ. Μάλιστα η υιοθεσία αυτή δεν αφορούσε μόνο τους Ιουδαίους, αλλά όλα τα έθνη. Οι Γαλάτες, αλλά και μερικοί άλλοι, ακόμη και σήμερα, αποκηρύσσοντας την υιοθεσία, επέστρεφαν στην νηπιακή ηλικία, ακολουθώντας εντολές που δεν τους αρμόζουν και οι οποίες είχαν δοθεί για να οδηγήσουν σε αυτό τον πατρικό τους εναγκαλιασμό. Αντί να γίνουν παιδιά του Ίδιου του Θεού, όταν δόθηκε η ευκαιρία, εκείνοι θέλησαν να επιστρέψουν ξανά πίσω στον δρόμο που οδηγούσε σε αυτήν, αποφεύγοντάς την. Γι’ αυτό τους τα ψέλνει ο Παύλος και δεν έχει άδικο. Έμοιαζαν με άρρωστους που αντί να πάνε σπίτια τους να συνεχίσουν την θεραπεία τους, εκείνοι ήθελαν να εξακολουθούν να παρακαλούν τον ιατρό να τους κάνει τομές στην σάρκα σαν και πρώτα.

Στην περίπτωση της Υιοθεσίας, δεν είναι δυνατό κανείς να απορρίπτει τον Πατέρα για να γίνει και πάλι ακόλουθος νόμων. Διότι προς τον Πατέρα κανείς λειτουργεί περισσότερο από αγάπη, ενώ στον νόμο υπακούει περισσότερο από φόβο. Ο Χριστός καλά το είπε ως πρώτη νέα εντολή, να αγαπάς τον Θεό σου και όχι να του κάνεις μια κάποια των στρατιωτών την πειθαρχεία. Άλλωστε η αγάπη αυτή στρέφεται και προς τον συνάνθρωπό μας ως δεύτερη εντολή. Σαν λοιπόν κανείς ακολουθεί περισσότερο τον φόβο προς τον Θεό, δεν μπορεί ούτε να αγαπήσει διόλου και τον πλησίον. Όσοι μάλιστα δεν καταλαβαίνουν τίποτα από τις διαφορές αυτών των δύο, πάντα παρεξηγούν και τις προτροπές του Παύλου προς τους δούλους και αποφεύγουν εκείνες προς τους αφέντες.

Όταν λοιπόν ο Παύλος διαχωρίζει Πνευματικό Νόμο και τα καταραμένα έργα του Νόμου βεβαίως και δεν σφάλει. … διότι αν κανείς θέλει να τηρεί τον Νόμο για να σώσει την ψυχή του, πρέπει να το κάνει δίδοντας πιστή εφαρμογή σε όλες τους τις εκφάνσεις. Στον Νέο Πνευματικό Νόμο της Υιοθεσίας με τον Ιησού, τα πράγματα έχουνε όντως διαφορετικά, μιας και τέτοια κατάρα δεν υπάρχει πλέον πουθενά· και δεν υπάρχει τέτοια κατάρα, διότι δεν υπάρχει άλλο νόμος παρά ως είπαμε ξανά Υιοθεσία, όπως και ο Παύλος σημειώνει· και για μιλήσουμε με λόγια Σωτηρίας, να τηρεί κανείς όλο τον Νόμο είναι πάρα πολύ δύσκολο, η δική σου προτροπή τώρα πια δεν σώζει. Η δε Σωτηρία δια μέσω της Υιοθεσίας είναι πολύ πιο εύκολη, αφού στηρίζεται σε δώρο και χάρη του Θεού παρά στην των ανθρώπων την δικαιοσύνη. Εξάλλου μέχρι την Ανάσταση του Ιησού Χριστού άλλος δρόμος Σωτηρίας δεν υπήρχε παρά ο πρώτος εκείνος Νόμος, αλλά μετά αυτής, είναι αδίκημα να υποτιμά κανείς την θυσία του Ναζωραίου, που χαρίζει Σωτηρία, ακόμη και μέσα στον σκοτεινό τον Άδη, έστω και αν κανείς μας πράγματι δεν την αξίζει στην ουσία.

Με άλλες λέξεις, η διδασκαλία σου εμπόδιο είναι για την σωτηρία των ανθρώπων. Μοιάζει με το παράδειγμα εκείνου του φτωχού του γεωργού, που χρωστά χρήματα πολλά σε ένα πλούσιο. Τόσα πολλά, που όσο και να εργάζεται δύσκολα φαίνεται να τα μαζεύει, αφού πρέπει να εξοφλήσει μέχρι και τελευταίας δραχμής, πράγμα απίθανο ακόμη κι αν εργάζεται μέχρι να γίνει γέρος και τελείως κάποτε αποθάνει. Μάλιστα επιμένεις πως ο φτωχός αυτός, όταν ο πλούσιος στείλει τον υιό του ως κληρονόμο στο σπίτι του πρώτου λέγοντάς του «με στέλνει ο πατέρας μου· μεγάλο μέρος από τα χρέη σου παραγράφονται, ας είναι χάρισμά σου», εκείνος πρέπει να του γυρίσει την πλάτη και να συνεχίσει να προσπαθεί να εξαγοράσει την αρχική την οφειλέτη, παραβλέποντας τον υιό όσο και την βούληση εκείνη του πατέρα. Πώς τολμάς πράγματι να πουλάς ετούτη την πραμάτεια σου για μέγιστη σοφία; Αλήθεια, πού βρίσκεται εκείνο το χωριό που αν πήγαινες και έδινες τέτοια συμβουλή στους φτωχούς, θα υπήρχε έστω κι ένας που θα σ’ άκουγε; Θαρρώ πουθενά σε όλη την Οικουμένη. Μόνο που το μίσος ορισμένων για τον Παύλο, αλλά και για τον Χριστό τον Ίδιο δίνουν πέραση στις δεινές σου κούφιες φιλοσοφίες.»

ΑΝΑΝΕΩΣΗ (2/3/2010) (Από το άρθρο Η μαρτυρία του αποστόλου Πέτρου για το Χριστό) Η «επίσημη πράξη» υπέρβασης του μωσαϊκού νόμου στο χριστιανισμό, έγινε στην 1η αποστολική σύνοδο (γενική συνέλευση των αποστόλων και των πρεσβυτέρων της Εκκλησίας) που συγκλήθηκε στα Ιεροσόλυμα το 49 μ.Χ., μετά από αίτημα των αγίων αποστόλων Παύλου και Βαρνάβα, εξ αιτίας της επιμονής μιας ομάδας Ιουδαίων χριστιανών ότι οι ειδωλολάτρες, που γίνονταν χριστιανοί, δε μπορούν να σωθούν, αν δεν κάνουν περιτομή και δεν τηρούν τις διατάξεις του μωσαϊκού νόμου.

Η σύνοδος αποφάσισε ότι η τήρηση των διατάξεων του μωσαϊκού νόμου (συμπεριλαμβανομένης της περιτομής) δεν είναι απαραίτητη για τη σωτηρία. Η απόφαση της συνόδου ελήφθη με το φωτισμό και την καθοδήγηση του Αγίου Πνεύματος, γι’ αυτό και οι απόστολοι έγραψαν «έδοξε το Αγίω Πνεύματι και ημίν» (Πράξ. 15, 28 – θεωρήθηκε από το Άγιο Πνεύμα και από μας).

Η επιστολή της συνόδου προς τους χριστιανούς έγραφε για τις μόνες εντολές του μωσαϊκού νόμου που παρέμειναν σε χρήση από τους χριστιανούς: να απέχουν από τη βρώση ειδωλοθύτων (ζώων θυσιασμένων στα είδωλα), πνιγμένων ζώων και αίματος και από την πορνεία. Οι υπόλοιπες εντολές θεωρήθηκαν μη αναγκαίες πλέον για τη σωτηρία, στη νέα εν Χριστώ κατάσταση. Οι τελετές του νόμου έχουν ξεπεραστεί με τη θυσία του Χριστού και την αναίμακτη θυσία της θείας Μετάληψης (την «κλάση του άρτου», όπως αναφέρεται στην ΚΔ), ενώ οι ηθικές εντολές από την εντολή της αγάπης. «Εκείνος που αγαπά, έχει τηρήσει όλες τις εντολές του Θεού. Και το ου μοιχεύσεις και το ου φονεύσεις, ου κλέψεις, ουκ επιθυμήσεις» (εννοείται «ό,τι ανήκει στο συνάνθρωπό σου») «και όποια άλλη εντολή, όλες συνοψίζονται σ’ αυτό το λόγο, στο να αγαπήσεις τον πλησίον σου σαν τον εαυτό σου. Η αγάπη στον πλησίον δεν κάνει τίποτα κακό, επομένως είναι η εκπλήρωση όλου του νόμου» (Παύλος, προς Ρωμαίους, 13, 8-10).