Ισλάμ, ο καρπός Ιουδαιοχριστιανικών αιρέσεων

Πολλές ιστορίες του Κορανίου αναφέρονται σε χαρακτήρες βιβλικούς: βλέπουμε να παρελαύνουν εκεί ο Μωυσής και ο αδελφός του Ααρών που αντιμετώπισαν τον Φαραώ, ο Νώε και η οικογένεια του που επέζησαν από τον κατακλυσμό, η γυναίκα του Πετεφρή που προσπαθεί να αποπλανήσει τον Ιωσήφ . Βέβαια οι ιστορίες έχουν τροποποιηθεί στρατηγικά από τον Μουχάμμαντ, για να δώσουν το μήνυμα ότι δεν ήταν μόνο παρόμοιος με εκείνους τους αρχαίους ήρωες, αλλά και μεγαλύτερος και καλύτερος. Πώς, όμως, ο Μουχάμμαντ έμαθε τις ιστορίες αυτές;

Για τους μουσουλμάνους, δεν υφίσταται ζήτημα του πώς ο Μουχάμμαντ έμαθε αυτές τις ιστορίες από τις Εβραϊκές Γραφές: του τις είπε ο Αλλάχ, που ήξερε τις ιστορίες καλύτερα από τον καθένα. Υπάρχουν όμως και άλλες απόψεις για το θέμα, όπως αυτή που θα εξετάσουμε σε τούτο το άρθρο.

Τριάντα χρόνια πριν, ένας Λιβανέζος Μαρωνίτης ιερέας με το ψευδώνυμο Αμπού Μούσα αλ-Χαρίρι (Abu Musa al-Hariri)  που μελέτησε για πολλά χρόνια πηγές αρχαίων ισλαμικών και χριστιανικών κειμένων, εξέδωσε ένα μικρό βιβλίο με τίτλο « Al-Qiss wa al-Nabi», δηλ. «Ο Ιερέας και ο προφήτης». (Nabi σημαίνει Προφήτης, και το Qiss μεταφράζεται ως Ιερέας, εφημέριος ή  πάστορας σε διάφορες χριστιανικές παραδόσεις). Το βιβλίο είναι μια ανάλυση της σχέσης που υπήρχε μεταξύ του Μουχάμμαντ και του εξαδέλφου της πρώτης συζύγου του της Χαντίτζα, του Εβιωνίτη ιερέα Waraqa bin Naufal. Το βιβλίο εκδόθηκε στον Λίβανο το 1978, αλλά όπως θα ήταν αναμενόμενο μόλις εμφανίστηκε αποσύρθηκε από τα ράφια των βιβλιοθηκών και των βιβλιοπωλείων, και δεν κυκλοφορεί πια. (Υπάρχει στα αραβικά εδώ: http://www.muhammadanism.org/Arabic/book/hariri/priest_prophet_book.pdf)
Πριν από μερικές εβδομάδες, ο συγγραφέας του βιβλίου έδωσε συνέντευξη στην αραβική τηλεόραση, στην εκπομπή «Τολμηρή ερώτηση» (Daring Question, δείτε την εκπομπή στα αραβικά εδώ: http://islamexplained.com/DaringQuestionEpisode153/tabid/1478/Default.aspx ). Η συνέντευξη έγινε τηλεφωνικά, καθώς αυτός δεν ήταν σε θέση να ταξιδέψει από το Λίβανο στο στούντιο. Για πρώτη φορά ο συγγραφέας αυτοπροσδιορίστηκε ως ο πατέρας Ιωσήφ αλ-Καζί (Joseph al-Qazi), και εξήγησε τις ιδέες που βρίσκονται στο βιβλίο του. Αυτές θα σας παρουσιάσουμε περιληπτικά σ’ αυτό το άρθρο.

Πριν συνεχίσουμε όμως με το βιβλίο, θα κάνουμε μια παρένθεση, για να πούμε κάποια πράγματα για τους Ιουδαιοχριστιανούς και τις διάφορες αιρετικές ομάδες που ξεπήδησαν από αυτούς.

Ιουδαιοχριστιανοί ονομάζεται μια μερίδα χριστιανών με εβραϊκή καταγωγή, οι οποίοι ήθελαν να συνεχίσουν να τηρούν το νόμο του Μωυσή. Από αυτούς, οι «Ιουδαΐζοντες» ζητούσαν να επιβάλλουν τον Μωσαϊκό νόμο και σε χριστιανούς που προέρχονταν από εθνικούς, και να υπάρχει διαχωρισμός μεταξύ χριστιανών εξ Ιουδαίων και χριστιανών εξ Εθνικών. Οι «Ναζαρηνοί» θεωρούσαν ότι οι χριστιανοί εξ Εθνικών δεν χρειαζόταν να τηρούν τον μωσαϊκό νόμο, αλλά οι εξ Εβραίων έπρεπε να το κάνουν. Μερικοί Ιουδαιοχριστιανοί ανέμειξαν στα πιστεύω τους γνωστικιστικά στοιχεία όπως η λατρεία αγγέλων. Στην προς Κολοσσαείς επιστολή, (Κολ. 2:16-18) ο απόστολος Παύλος προειδοποιούσε τους αναγνώστες του για ανθρώπους που προσπαθούσαν να τους επιβάλλουν το Μωσαϊκό νόμο ή να τους μυήσουν σε γνωστικιστικές πρακτικές, όπως η λατρεία των αγγέλων. Η προς Εβραίους επιστολή επίσης αναδεικνύει την ανωτερότητα του Υιού έναντι των αγγέλων (Εβρ. 1:1-14), ενώ στοιχεία κατά των Γνωστικών υπάρχουν και στο ευαγγέλιο και τις επιστολές του Ιωάννη.

Ανάμεσα στους Ιουδαιοχριστιανούς δημιουργήθηκαν με την πάροδο του χρόνου διάφορες αιρετικές  ομάδες:

*Η αίρεση των Εβιωνιτών συζητήθηκε και σχολιάστηκε από τους πρώτους χριστιανούς λογίους και επισκόπους όπως ο Ειρηναίος, ο Επιφάνιος και ο Ωριγένης. Κάποιοι πίστευαν ότι το όνομα Εβιωνίτες προερχόταν από κάποιο υποτιθέμενο ηγέτη τους ονόματι Εβιών στην Πέλλα της Δεκάπολης της Ιορδανίας, γιατί συνήθως οι αιρέσεις ονομάζονταν από το όνομα του ιδρυτή τους. Άλλοι λένε ότι οι Εβιωνίτες (εβραϊκά «Εβιωνίμ», που σημαίνει «Φτωχοί») αποκαλούνταν έτσι με βάση τις διδασκαλίες του Ιησού για την τιμητική θέση των φτωχών: «Μακάριοι εσείς οι φτωχοί, γιατί δική σας είναι η Βασιλεία του Θεού» (Λουκά 6:20), βασισμένες στο Ησαΐας 66:2 («Λέει ο Κύριος, σε ποιον λοιπόν θα επιβλέψω; Στον φτωχό και στον συντριμένο στην καρδιά») και άλλα σχετικά εδάφια της Παλαιάς Διαθήκης, που απευθύνονται σε ένα μικρό υπόλοιπο φτωχών πιστών. Αυτή η αίρεση θεωρούσε ότι ο Ιησούς ήταν ένας από τους μεγάλους προφήτες, που δεν ήταν Θεός ή Υιός του Θεού, αλλά έλαβε τις αποκαλύψεις μετά την βάπτισή του από τον Ιωάννη και ως εκ τούτου, το πνεύμα του Μεσσία μπήκε μέσα του μέχρι που σταυρώθηκε. Το μήνυμα του Ιησού περιλάμβανε τη διδασκαλία και το κήρυγμα της αποκάλυψης, αλλά δεν περιλάμβανε τη σωτηρία ή τη συγχώρεση για τις αμαρτίες μας. Μαζί με την Παλαιά Διαθήκη χρησιμοποιούσαν το ευαγγέλιο του Ματθαίου στην πρώτη του μορφή, στα εβραϊκά (ή αραμαϊκά), το οποίο σύμφωνα με τον Επιφάνιο, το αναθεώρησαν και το διαστρέβλωσαν για να ταιριάζει με τα δόγματά τους. Αυτή η αίρεση επέμενε σε συχνές πλύσεις για καθαρισμό, στην αποχή από το κρέας, και στην παροχή βοήθειας και σίτισης προς απόρους, χήρες, και ταξιδιώτες.

*Η αίρεση του Ιουδαιοχριστιανού Κηρίνθου, ο οποίος κατά τον Ιππόλυτο ίσως ήταν Εβιωνίτης, κήρυττε ότι ο ουρανός έμοιαζε με τη ζωή στη γη, κι εκεί το σώμα θα απολάμβανε κάθε πάθος που ήθελε για να ικανοποιηθεί· ότι ο ρόλος του Ιησού ήταν να απαλλάξει τον λαό του από τους Ρωμαίους· ότι το μήνυμα του Ιησού ήταν πολιτικό και κοινωνικό. Πίστευε σε κατά γράμμα χιλιετή βασιλεία του Θεού στη γη και συμφωνούσε με τη διδασκαλία για ενοίκηση του «Μεσσία» μέσα στον Ιησού μέχρι τη σταύρωσή Του.

*Η αίρεση των Ελκεσαϊτών, που προήλθε με τον καιρό από τους Εβιωνίτες, είχε πολλά στοιχεία από τους Γνωστικούς, και τιμούσε κάποιον Ελκασάι ή Ελζάι, ο οποίος το 101 μ.Χ. έλαβε ένα βιβλίο ως θεία αποκάλυψη. Σύμφωνα με τον Ωριγένη, λεγόταν ότι το βιβλίο είχε πέσει από τον ουρανό, ενώ σύμφωνα με τον Ιππόλυτο ο Ελζάι το είχε λάβει από έναν άγγελο που ήταν υιός του Θεού. Η αίρεση κήρυττε ότι ο Ιησούς είναι ένας άνθρωπος και ο Μεσσίας έφυγε από το σώμα του πριν το μαρτύριο, και ότι ο Ιησούς έλαβε την Αγία Γραφή από τον άγγελο Γαβριήλ που τον δίδαξε σοφία και την ικανότητα να προβλέπει το μέλλον. Το Άγιο Πνεύμα για τους Ελκεσαΐτες, ανάλογα με τα γεγονότα, είναι πότε η μητέρα του Ιησού και πότε ο άγγελος Γαβριήλ. Η διαφορά των Ελκεσαϊτών με τους Γνωστικούς ήταν ότι ενώ οι Γνωστικοί (μεταξύ αυτών και ο Κήρινθος) θεωρούσαν ότι τον κόσμο δημιούργησε άλλος Θεός από αυτόν της Καινής Διαθήκης, οι Ελκεσαΐτες θεωρούσαν ότι ήταν ο ίδιος που εκδηλώνεται στην Καινή Διαθήκη.

Κοινό στοιχείο των μεταγενέστερων Ιουδαιοχριστιανών είναι ότι μισούσαν τον απόστολο Παύλο, μια που αυτός είχε καταπολεμήσει αποτελεσματικά τις διδασκαλίες τους για τήρηση του Μωσαϊκού νόμου και  είχε διακηρύξει ότι η περιτομή δεν ωφελούσε σε τίποτα. Γύρω στον 2ο μ.Χ. αι. τον κατηγορούσαν ότι διέστρεψε τον Χριστιανισμό, και διέδιδαν ότι ήταν ένας  Έλληνας που έγινε Ιουδαίος ελπίζοντας να παντρευτεί την κόρη του αρχιερέα, αλλά επειδή δεν τα κατάφερε έγραψε κατά του Σαββάτου και της περιτομής. (Επιφανίου, Πανάριον, 30:36.)

Ο Ειρηναίος αποκαλούσε τους Ιουδαιοχριστιανούς «Ναζαρηνούς» κι έγραφε γι’ αυτούς:

«Εφαρμόζουν την περιτομή, επιμένουν στην τήρηση εκείνων των εθίμων που επιβάλλονται από το Νόμο, και είναι τόσο Ιουδαίοι στον τρόπο ζωής τους, ώστε ακόμη λατρεύουν στραμμένοι προς την Ιερουσαλήμ σαν να ήταν εκεί ο οίκος του Θεού».

Θα ξέραμε πολύ περισσότερα για τους Ιουδαιοχριστιανούς αν είχε διασωθεί το καθ’ Εβραίους ευαγγέλιο, όμως το αντίτυπο που είναι γνωστό ότι υπήρχε στην Βιβλιοθήκη του Ευσεβίου Καισαρείας (ή Ευσεβίου του Παμφίλου) στην Καισάρεια της Παλαιστίνης κάηκε κατά τη λεηλασία της πόλης από τους μουσουλμάνους το 653 μ.Χ.

Μετά το 70μ.Χ. και το 135 μ.Χ., οπότε καταστράφηκε η Ιερουσαλήμ και η επανάσταση των Ιουδαίων κατά των Ρωμαίων έληξε άδοξα, οι Ιουδαιοχριστιανοί μετανάστευσαν σε άλλες περιοχές όπου άσκησαν επίδραση σε διάφορους λαούς.[1] Για παράδειγμα, οι Μανδαίοι ή Ζαβίρ, που με την άφιξη του Ισλάμ στο Ιράκ το 636 μ.Χ. θεωρήθηκαν ως ο τρίτος «λαός της βίβλου», οι μυστηριώδεις Σαβαίοι του Κορανίου, από τον καρμηλίτη ιεραπόστολο Ιωάννη a Jesu ο οποίος τους ανακάλυψε, αλλά και από τους ιστορικούς, θεωρήθηκαν να έχουν σχέση με τους αρχαίους ημεροβαπτιστές  ή μαθητές του Ιωάννη του Βαπτιστή. Στοιχεία της γλώσσας τους υποδεικνύουν αραμαϊκή προέλευση. Ένα από τα κείμενα των Μανδαίων μιλά για τη φυγή των «Ναζαρηνών» ή «Ναζωραίων» από τις περιοχές του Ιορδάνη, κατά την εποχή των ιουδαϊκών πολέμων και της καταστροφής της Ιερουσαλήμ, περίπου το 70 μ.Χ.

Οι χριστιανοί στο Κοράνιο και συγκεκριμένα στα 2:62,111-113, 120, 135, 140, 5:14, 18, 51, 69, 82, 9:30, 12:17 (εδάφια της Μεδίνα) αποκαλούνται «Νασάρα» (نصارى). Ο Ιμπν Καθίρ συσχετίζει τη λέξη «an nasara»,  με τη λέξη «ανσάρ» (βοηθός), καθώς προέρχονται από τα γράμματα-ρίζες NSR, όμως η «ανσάρ» είναι αραβική ενώ το «Νασάρα» έχει υπόβαθρο εβραϊκό. Δίνει κι άλλη μια ετυμολογία για το «Νασάρα», που σχετίζεται με το ότι κατοικούσαν στην An-Nαsira, δηλαδή τη Ναζαρέτ. Δεν μπορούμε να μην παρατηρήσουμε πόσο θυμίζει η λέξη «Νασάρα» το «Ναζαρηνοί» , που χαρακτήριζε τους Εβιωνίτες.

Κλείνουμε την παρένθεση και συνεχίζουμε με τα όσα είπε ο συγγραφέας του βιβλίου «Ο ιερέας και ο προφήτης» στην εκπομπή «Η τολμηρή ερώτηση».

Περιληπτικά και σε ελεύθερη απόδοση, είπε τα εξής:

Ανάμεσα στα πολλά βιβλία που κυκλοφορούσαν στους πρώτους αιώνες της χριστιανικής Εκκλησίας ήταν και το «καθ΄Εβραίους ευαγγέλιο», ένα απόκρυφο που δίδασκε ότι ο Ιησούς ήταν ένας συνηθισμένος άνθρωπος που προικίστηκε με το Άγιο Πνεύμα, όταν βαφτίστηκε από τον Ιωάννη τον Βαπτιστή. Τότε έγινε ο Χρισμένος Μεσσίας, αν και δεν ήταν θεϊκός. Αυτό το Άγιο Πνεύμα παρέμεινε με τον Ιησού μέχρι την ημέρα της Σταύρωσης. Στη συνέχεια απομακρύνθηκε από αυτόν και ο Ιησούς πέθανε, όχι για τις αμαρτίες του κόσμου, αλλά ως ένα συνηθισμένο πρόσωπο.

Καθώς από τη μεριά του Ιουδαϊσμού υπήρχε πλήρης απόρριψη των χριστιανών με εβραϊκή καταγωγή [ως αποστατών και εθνοπροδοτών], κι απ’ τη μεριά του Χριστιανισμού εκκλησιαστικές σύνοδοι συγκαλούνταν στα χριστιανικά κέντρα της Ρώμης, της Ιερουσαλήμ και της Κωνσταντινούπολης για να διαχωρίσουν τη χριστιανική ορθοδοξία από την αίρεση, οι ομάδες που θεωρούνταν από Εβραίους και Χριστιανούς αιρετικές αναγκάστηκαν να μεταναστεύουν όλο και πιο μακριά. Μία από αυτές τις ομάδες, οι Εβιωνίτες, ακολουθούσαν τις διδαχές του καθ΄Εβραίους Ευαγγελίου. Μερικές φορές περιγράφονται ως ιουδαιοχριστιανοί, επειδή συνέχισαν πολλές εβραϊκές θρησκευτικές πρακτικές ενώ δέχθηκαν τον Ιησού ως τον Μεσσία. Μερικοί από αυτές τις ομάδες πήγαν προς τη Μέκκα, στη Σαουδική Αραβία, γενέτειρα του Μουχάμμαντ.

Η αληθινή ιστορία του Μουχάμμαντ δεν ξεκινά με τη γέννησή του, αλλά με τον πρόγονό του τον Κουσάι (Qusay) πέντε γενιές νωρίτερα. Αυτός παντρεύτηκε την κόρη του ηγέτη της φυλής των Κουραϊσιτών, και τελικά ο ίδιος έγινε ο αρχηγός τους. Αγόρασε επίσης το κλειδί για την Κάαμπα, η οποία παρείχε μια πηγή εσόδων που προέρχονταν από την επίσκεψη φυλών που λάτρευαν τα είδωλα τους εκεί. Όταν ο Κουσάι πέθανε έγινε ηγέτης ο γιος του ο Abdel Manaf, τον οποίο με τη σειρά του ακολούθησε ο γιος του Χάσιμ (προ-προπάππος του Μουχάμμαντ). Όπως συμβαίνει με πολλές εκτεταμένες οικογένειες καθώς περνάνε οι γενεές, μία πλευρά έγινε πλουσιότερη από τις άλλες. Ο παππούς του Μουχάμμαντ Αμπντέλ Μουτάλεμπ και ο πατέρας του ο Αμπντάλα ήταν από το φτωχότερο κλαν. Ο ίδιος ο Μουχάμμαντ γεννήθηκε σε εκείνη την πλευρά της οικογένειας, γεγονός που εξηγεί την περιγραφή του στο Κοράνιο ως ένα φτωχό ορφανό ( Κοράνι 93:6-9).

Η πλούσια πλευρά περιλάμβανε μια πλούσια επιχειρηματία που ονομαζόταν Χαντίτζα (Khadija) και τον εξάδελφό της Ουάρακα μπιν Νάουφαλ (Waraqa bin Nawfal). Σε αυτή την πλευρά ακολουθούσαν τις διδασκαλίες των Εβιωνιτών, και ο Ουάρακα μπιν Νάουφαλ ήταν ο κύριος ιερέας τους. Ο συνηθισμένος μουσουλμανικός ισχυρισμός, ότι στις αραβικές φυλές ήταν όλοι Jahiliya ή αδαείς πριν από τον Μουχάμμαντ, δημιουργήθηκε από τους ίδιους τους μουσουλμάνους για να μπει μια σφήνα μεταξύ αυτών και όλων των άλλων. Πολλοί από αυτές τις φυλές ακολουθούσαν διάφορες χριστιανικές και εβραϊκές παραδόσεις.

Ο Ουαράκα μπιν Νάουφαλ, με την ειδική έμφαση που έδιναν οι Εβιωνίτες στη φροντίδα για τους φτωχούς, φρόντισε ιδιαίτερα τον ορφανό Μουχάμμαντ. Τον δίδαξε να διαβάζει και να γράφει, καθώς και να μεταφράζει θρησκευτικά κείμενα από την αραμαϊκή στα αραβικά. Ο μουσουλμανικός ισχυρισμός ότι ο Μουχάμμαντ ήταν αναλφάβητος ήταν άλλος ένας μύθος που δημιουργήθηκε από τους πρώτους μουσουλμάνους προς στήριξη του ισχυρισμού τους ότι το Κοράνιο ήταν μια ειδική αποκάλυψη από τον Θεό. Δεδομένου ότι ο Μουχάμμαντ μεγάλωσε , ο Ουάρακα κάλεσε τον νεαρό να ζήσει μαζί με τους συνεργάτες του για τα θρησκευτικά τους προσκυνήματα. Μία φορά το χρόνο, κατά τη διάρκεια της νηστείας ένα μήνα πριν από το Πάσχα (tahannoth), η ομάδα των νηστευτών ζούσε με λαχανικά, γιαούρτι, και άζυμο ψωμί. Η αναχώρηση περιλάμβανε προσευχή, ενατένιση, επανάληψη και επίκληση του ονόματος του Θεού, και ανάγνωση της Βίβλου στη σιωπή και την πλήρη απομόνωση από τους κατοίκους της Μέκκας. Μετά την νηστεία, θα κύκλωναν την Κάαμπα 7 φορές. Έτσι εκπαιδεύτηκε να λαμβάνει αποκαλύψεις ο Μουχάμμαντ. Εκτός από τον ιερέα Ουάρακα, στο κόμμα περιλαμβάνονταν οι: Abd al-Mutallib (παππούς του Μουχάμμαντ), Othman bin Al Howeireth, Abû Umayya ibn Al-Mughîra (μάλλον ο πατέρας της Ουμ-Σαλάμα, μετέπειτα συζύγου του Μουχάμμαντ), Abdalah bin Jahsh (εξάδελφος του Μουχάμμαντ και αδελφός της μετέπειτα συζύγου του Ζεϊνάμπ). [Σύμφωνα με ιστορικούς του Ισλάμ, συμμετείχε και ο ποιητής Umayya ibn Abî as-Salt, ένας από τους συγγενείς του Μουχάμμαντ, του οποίου την ποίηση ο Μουχάμμαντ αγαπούσε κι έβαλε αποσπάσματά της στο Κοράνι]. Ο Ουάρακα αναγνώρισε τις θρησκευτικές τάσεις του Μουχάμμαντ και τις ηγετικές του ικανότητες, και έλπιζε ότι θα τον διαδεχόταν ως ηγέτης των Εβιωνιτών στη Μέκκα (το ίδιο το Κοράνιο διευκρινίζει ότι, όταν ο Μουχάμμαντ ξεκίνησε να κηρύττει στους φτωχούς της Μέκκας, δεν τους έλεγε για το «Ισλάμ», αλλά για το μονοθεϊσμό του Αβραάμ). Ο Ουάρακα βρήκε στον Μουχάμμαντ απασχόληση στα καραβάνια με καμήλες της εξαδέλφης του Χαντίζα, που πήγαιναν στη Δαμασκό και στη Βασόρα, και αργότερα όταν έγινε 25 ετών κι εκείνη ήταν 40, κανόνισε το γάμο του μαζί της. Ο γάμος έγινε σύμφωνα με τη χριστιανική παράδοση, πράγμα που σήμαινε πως ο Μουχάμμαντ δεν έλαβε καμιά άλλη σύζυγο όσο ζούσε η Χαντίτζα. Τα δύο κλαν συναντήθηκαν κατά την τελετή του γάμου. Έτσι, ο Ουάρακα φρόντισε ο προστατευόμενός του να γίνει πλούσιος, και εν δυνάμει ηγέτης και διάδοχος της θέσης του στην ιεραρχία ως «πατριάρχης» της αίρεσης της Μέκκας.

Ο Μουχάμμαντ είχε πολλές αποκαλύψεις που τον φόβιζαν, επειδή νόμιζε ότι ήταν ο Σατανάς (shaytan) ή κακά πνεύματα που τον παρενοχλούσαν. Η Χαντίζα, βοηθούμενη από τον Ουάρακα, καθησύχασε τον Μουχάμμαντ ότι τον είχε επιλέξει ο καλός αρχάγγελος να κηρύξει το μήνυμα, και ο Ουάρακα ευλόγησε τον Μουχάμμαντ και τον έστειλε να προσηλυτίσει τους ανθρώπους στη Μέκκα. Μερικοί από τους φτωχότερους και εκείνους που βρίσκονταν στη χαμηλότερη κοινωνική βαθμίδα τον ακολουθούσαν. Σε πολλούς ισχυρούς παγανιστές δεν άρεσε το κήρυγμά του, αλλά δεν μπορούσαν να τον πειράξουν επειδή τον προστάτευαν ο Ουάρακα, η Χαντίζα και ο θείος του Abi Taleb.

Όταν ο Ουάρακα πέθανε, οι αποκαλύψεις σταμάτησαν να εμφανίζονται επί τέσσερα χρόνια στον Μουχάμμαντ. Όταν πέθανε και η Χαντίζα, αυτός ήταν πάνω από 40 ετών και είχε μείνει χωρίς πνευματικούς οδηγούς και συμπαραστάτες. Μετά το θάνατο του θείου του Αμπού Τάλεμπ έχασε και τη στήριξη των φατριών κι έφυγε από τη Μέκκα για να συναντήσει ορισμένους από τους οπαδούς και του στην πόλη της Μεδίνα, 250 μίλια προς τα βόρεια. Μια νέα φάση του Ισλάμ βρισκόταν σε πλήρη εξέλιξη, καθώς το «μήνυμα» του θεού και ο τρόπος ζωής του Μουχάμμαντ άλλαξε δραστικά. Το μήνυμά του έγινε μήνυμα κατάκτησης και αυτοκρατορίας, και ο τρόπος ζωής του (όπως και πολλών αυτοαποκαλούμενων προφητών πριν και μετά από αυτόν) είχε κι έναν θεό να του παρέχει οτιδήποτε ήθελε, μεταξύ άλλων και πολλές γυναίκες, όπως επιθυμούσε η καρδιά του.

Η θέση οτι το Ισλάμ προήλθε απο τον Ιουδαιοχριστιανισμό δεν είναι με κανένα τρόπο μοναδική στον Ιωσήφ αλ-Καζί. Όπως σημειώνει ο επίκουρος καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών  Σωτήριος Δεσπότης,

«ο χαμένος συνδετικός κρίκος μεταξύ χριστιανισμού και ισλάμ είναι, σύμφωνα με αρκετούς ερευνητές ο Ιουδαιοχριστιανισμός, ο οποίος από τον αγ. Επιφάνιο Σαλαμίνος χαρακτηρίστηκε ως μία από τις 80 τότε γνωστές αιρέσεις (Πανάριον 374-377): οι Ναζηραίοι ομολογούσαν τον Ιησού ως υιό του Θεού,  ζούσανε όμως σύμφωνα με τα  μωσαϊκά έθιμα. Οι ιουδαιοχριστιανοί, και κυρίως οι Εβιωνίτες (οι πτωχοί του Θεού) και οι βαπτιστές σαβαίοι, οι οποίοι θεωρούσαν το Χριστό ως άνθρωπο εξ ανθρώπων Μεσσία εγκαταστάθηκαν στην αραβική χερσόνησο και μάλιστα στη Μεδίνα. Σημειωτέον ότι το ιουδαιοχριστιανικό ρεύμα επιβιώνει μέχρι σήμερα στην Αφρική και στις Ινδίες. Οι Αιθίοπες μονοφυσίτες, οι οποίοι διακρίνονται για την ευλάβεια και την πίστη τους στις παραδόσεις τιμούν την κιβωτό του Μωυσή (ταβότ), χρησιμοποιούνε μια σημιτική λειτουργική γλώσσα, ψέλνουν ψαλμούς με τη συνοδεία τυμπάνων και σαλπίγγων, έχουν καθιερώσει μαζί με τη βάπτιση την περιτομή, τιμούνε το Σάββατο, και έχουν αντίστοιχες διαιτητικές συνήθειες (απαγόρευση χοιρινού). Στη νότια Ινδία ζούνε 70.000 χριστιανοί Tekkumbgam ή Southist οι οποίοι έφθασαν εκεί στην Κεραλά από τη Συρία η Μεσοποταμία το 345 υπό την ηγεσία ενός Θωμά από την Κανά ή Χαναάν. Ομολογούν τον Ιησού ως το Μεσσία των Ιουδαίων. Σύμφωνα με τον A. Schlatter, κανείς από τους ηγέτες της χριστιανικής Καθολικής Εκκλησίας των πρώτων αιώνων δε μπορούσε να φανταστεί ποτέ ότι οι αιρετικοί και περιθωριοποιημένοι ιουδαιοχριστιανοί κάποτε θα ταρακουνούσαν τον κόσμο και θα σάρωναν Μητροπόλεις του χριστιανικού Βυζαντίου. Μονοθεϊσμός αντί τριαδολογίας, Πάσχων Δούλος του Κυρίου αντί του Θεανθρώπου (δύο υποστάσεων) είναι μόνο μερικά από τα πιστεύω των γνωστικιζόντων ιουδαιοχριστιανών, πιθανότατα Ελκεσαϊτών (που στο Κοράνι ονομάζονται Sabier)[2], οι οποίοι επηρεασμένοι και από το γνωστικισμό θεωρούσαν τον Ιησού ως τη σφραγίδα των Προφητών (πρβλ. Tertullian, Adversus Judaeos), εξέχων τίτλος κατόπιν του Μωάμεθ. Σύμφωνα με τον Σωζομενό (439-450) υπήρχαν ιουδαιοχριστιανοί οι οποίοι θεωρούσαν ως προπάτορες τον Ισμαήλ και την Άγαρ. Ίσως (και) αυτούς πολέμησε καταρχάς ο προφήτης του Ισλάμ στη Μεδίνα αλλά και από αυτούς πληροφορήθηκε πολλά γεγονότα αλλά και Μιδράς της βιβλικής παράδοση.

Στην Αραβία φαίνεται επίσης ότι ετιμάτο ήδη η Maryam η μητέρα του Isa-Ιησού, η οποία από σύγχυση με την Μαριάμ την αδελφή του Μωυσή, θεωρούνταν κόρη του Αμράμ και αδελφή του Ααρών και σίγουρα όχι Θεο-τόκος. Υπήρχε μάλιστα τοιχογραφία της στην Kaaba της Μέκκας, την οποία δεν κατέστρεψε ο Μωάμεθ. Δεν θεωρούνταν rasulu  llah απεσταλμένη από το Θεό (όπως ο Μωάμεθ αλλά και οι άλλοι προφήτες) αλλά siddiqa – αληθινή (5,75).»

Έχοντας υπόψη μας όλα αυτά, και κάποια ακόμη (όπως τη γνωριμία του Μουχάμμαντ με τον αρειανιστή μοναχό Μπαχίρα) δεν φαίνεται πια καθόλου παράξενο γιατί ο Ιωάννης Δαμασκηνός, ο μεγάλος Ορθόδοξος θεολόγος που μεγάλωσε μέσα στην αυλή του Mu’awiyah στη Δαμασκό και γνώρισε καλά το Ισλάμ, το θεωρούσε μια χριστιανική αίρεση


[1] Οι χριστιανοί που ζούσαν στην Ιερουσαλήμ, γνώριζαν την προφητεία του Ιησού:

«Όταν όμως δείτε να κυκλώνεται από στρατεύματα η Ιερουσαλήμ, τότε να γνωρίσετε ότι έχει πλησιάσει η ερήμωσή της. Τότε όσοι είναι στην Ιουδαία ας φεύγουν στα όρη και όσοι είναι στο μέσο αυτής ας αναχωρήσουν και όσοι είναι στην ύπαιθρο ας μην εισέλθουν σ’ αυτή, γιατί ημέρες εκδίκησης είναι αυτές, για να ολοκληρωθούν όλα τα γραμμένα. Αλίμονο σε όσες έχουν στην κοιλιά παιδιά και σε όσες θηλάζουν εκείνες τις ημέρες. Γιατί θα γίνει καταπίεση μεγάλη πάνω στη γη και οργή στο λαό τούτο, και θα πέσουν από το στόμα της μάχαιρας και θα αιχμαλωτιστούν σε όλους τους εθνικούς, και η Ιερουσαλήμ θα πατιέται συνεχώς από τους εθνικούς, μέχρις ότου συμπληρωθούν οι καιροί των εθνικών» (Λουκάς 21:20-24).

Έτσι έφυγαν από την Ιερουσαλήμ στην Πέλλα της Ιορδανίας, όπου και παρέμειναν μέχρι το 135 μ.Χ. Σύμφωνα με το βιβλίο «Ιστορία του Ιουδαϊκού Χριστιανισμού» του Hugh Schonfield κάποιοι Ιουδαιοχριστιανοί βρίσκονταν στην Ιερουσαλήμ το διάστημα 132-135 μ.Χ. οπότε ξέσπασε η επανάσταση των Εβραίων κατά των Ρωμαίων, και ενώθηκαν στον πόλεμο με τους Εβραίους κάτω από τη σημαία του Μπαρ-Κοχεμπά, ταυτιζόμενοι μαζί τους εθνικά. Όταν όμως ο Ραβίνος Ακίβα ανακήρυξε τον Μπαρ-Κοχεμπά ως τον αναμενόμενο Μεσσία, οι Ιουδαιοχριστιανοί που θεωρούσαν τον Ιησού ως το Μεσσία των Ιουδαίων αρνήθηκαν να συμπράξουν, και πλέον θεωρούνταν και προδότες του έθνους τους. Καθώς οι Ρωμαίοι με τη νίκη τους ισοπέδωσαν την Ιερουσαλήμ και απαγόρευσαν την είσοδο σε όλους τους Εβραίους, όσοι Ιουδαιοχριστιανοί επέζησαν έφυγαν απότην περιοχή.

[2] Σημειωτέον ότι και ο Πέρσης Μάνης (216-76) ο οποίος ήθελε στη συνέχεια των Ζαρατούστρα, Βούδα και ενός «γνωστικού» Χριστού να ιδρύσει μια καινούργια χριστιανική θρησκεία, στα νιάτα του ανήκε στην ιουδαιοχριστιανική αίρεση των Βαπτιστών – Ελκεσαϊτών και επηρεάστηκε από το νομικισμό και την αποκαλυπτική σκέψη.

ΤΙ ΑΠΟ ΤΗΝ Π. Δ. ΚΑΤΑΡΓΕΙ Ο ΧΡΙΣΤΟΣ, ΚΑΙ ΤΙ ΟΧΙ

Διάφοροι μουσουλμάνοι μας στέλνουν ερωτήματα κατά καιρούς. Το παρόν άρθρο απαντά σε μια ευγενέστατη μουσουλμάνα. Σκεφτήκαμε να το δημοσιεύσουμε γιατί σίγουρα κι άλλοι θα συμμερίζονται την απορία της, δηλ. το τι από την Παλαιά Διαθήκη κατάργησε ο Χριστός, και τι όχι, και πότε και γιατί έγινε αυτή η κατάργηση.

Πρόκειται για άρθρο του Κ. Σιαμάκη, που μου το είχαν στείλει παλιότερα. Διατηρώ την ορθογραφία του συγγραφέα.

«Στὴν ἐπὶ τοῦ ὄρους ὁμιλία του ὁ Κύριος διαβεβαιώνει τοὺς ἀκροατάς του ὅτι δὲν ἦρθε νὰ καταλύσῃ τὴν Παλαιὰ Διαθήκη (τὸν Νόμον ἢ τοὺς Προφήτας), ἀλλὰ νὰ πληρώσῃ, δηλαδὴ νὰ συμπληρώσῃ καὶ βελτιώσῃ. λέγοντας αὐτὸ ἐννοεῖ τὸ στοιχεῖο ἐκεῖνο, στὸ ὁποῖο ἀναφέρεται ἡ ὁμιλία του· κι αὐτὸ εἶναι μόνον ὁ ἠθικὸς νόμος βέβαια, καὶ ὄχι ἡ ἱστορία ἢ τὸ τελεστικὸ μέρος· διότι οὔτε τὶς θυσίες τῶν ταύρων αὔξησε, οὔτε ἱστορία ἐκ τῶν ὑστέρων ἔπλασε γιὰ τὸν ᾿Αδὰμ ἢ τὸν ᾿Αβραὰμ ἢ τὸ Μωϋσῆ ἢ τὸ Δαυΐδ. ἡ Παλαιὰ Διαθήκη ἀσφαλῶς ἀπαρτίζεται ἀπὸ τρία στοιχεῖα, τὴν ἱστορία, τὸν ἠθικὸ νόμο, καὶ τὸν τελεστικὸ νόμο. κάθε στοιχεῖο ἀντιμετωπίστηκε ἀπὸ τὸν Κύριο καὶ τοὺς ἀποστόλους διαφορετικά.
῾Η ἱστορία παρέμεινε ὅπως εἶχε· αὐτὸ εἶναι εὐνόητο. τὸ ν᾿ ἀνακληθοῦν κι ἀκυρωθοῦν γεγονότα εἶναι ἀδιανόητο, τὸ νὰ πλαστοῦν ἐκ τῶν ὑστέρων ἱστορίες εἶναι παραχάραξι, πλαστογραφία, μυθομανία.
῾Ο ἠθικὸς νόμος βελτιώθηκε. ἡ πολυγαμία ἔγινε μονογαμία, ὁ ὑπὲρ πίστεως φόνος τοῦ ἀσεβοῦς ἀπαγορεύτηκε, ἡ πολιτικὴ καὶ κρατικὴ ὑπόστασι τῆς πίστεως καταργήθηκε, ἡ γιὰ τὴν ἀπιστία καταδίκη σὲ θάνατο καὶ κάθε ἐπίγεια κύρωσι ἐξέλιπε. ἡ χριστιανικὴ ἐκκλησία δὲν ἔχει φυλακές, δὲν κάνει ἐκτελέσεις, δὲν ἔχει ἀστυνομία καὶ στρατό, δὲν εἰσπράττει δεκάτη φόρων.
Τὸ τελεστικὸ στοιχεῖο καταργήθηκε ὁλόκληρο. οὔτε θυσίες ζῴων γίνονται, οὔτε περιτομή, οὔτε γενικῶς ἡ Παλαιὰ Διαθήκη εἶναι πηγὴ καὶ ὑπόδειγμα τοῦ τρόπου λατρείας.
᾿Ακόμη κι ἂν κάποιος θεσμὸς παρὰ τὴν ἁπλότητά του ἦταν στὴν Παλαιὰ Διαθήκη στοιχεῖο μικτό, ἠθικὸ μαζὶ καὶ τελεστικό, ὅπως τὸ σάββατο καὶ ἡ ἄγνωστη ἐκτὸς ᾿Ισραὴλ ἀπαγόρευσι τῆς αἱμομιξίας, καταργήθηκε ὡς τελεστικὸ στοιχεῖο καὶ διατηρήθηκε ἢ βελτιώθηκε ὡς ἠθικὸ ὅσο καὶ οἱ δέκα ἐντολές. τὸ σάββατο, ποὺ ἦταν καὶ τελεστικὸ ὡς ἑορτὴ ἀλλὰ καὶ ἠθικὸ ὡς ῥεπό, καταργήθηκε μὲν ὡς τελεστικὸ τελείως* καὶ ἀντικαταστάθηκε ἀπὸ ἄλλη μέρα, διατηρήθηκε ὅμως ὡς ἀργία στὸ χρόνο τῆς ἄλλης ἡμέρας. ἡ ἀπαγόρευσι τῆς αἱμομιξίας ἔπαυσε ὡς τελεστικὸ στοιχεῖο, διατηρήθηκε ὅμως ὡς κάποιος ἠθικὸς νόμος, κατὰ τὸν ὁποῖο ἀπαγορεύεται μιὰ βιολογικὴ ἐκτροπὴ μὲ πολὺ καταστρεπτικὲς κληρονομικὲς συνέπειες, καὶ μάλιστα μόνος αὐτὸς ἀφέθηκε ἀνοιχτὸς πρὸς τὸ αὐστηρότερο νόμος, ἐπειδὴ ἀκριβῶς μὲ τὸ πέρασμα τῶν αἰώνων ἡ συσσώρευσι τῶν κληρονομικῶν ἐπιβαρύνσεων αὐξάνεται.
᾿Απὸ τὴν ἱστορία λοιπὸν τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης στὸν καιρὸ τῆς ἰσχύος τῆς Καινῆς Διαθήκης δὲν ἀρνούμαστε τίποτε. καὶ γιατί νὰ γίνῃ κάτι τέτοιο; καὶ πῶς θὰ ἦταν δυνατόν; τὰ γενόμενα γίνονται ἀγένωτα; τὸν ἠθικὸ νόμο στὴ Χριστιανωσύνη τὸν ἔχουμε σαφῶς ἀνώτερο. ὅταν ὁ προπάτορας τοῦ Χριστοῦ Βοὸζ ὁ ἅγιος παντρεύτηκε τὴ ῾Ρούθ, εἶναι εὐνόητο ὅτι τὴν ἡμέρα ἐκείνη τῆς χαρᾶς του οἱ ἄλλες γυναῖκες του δὲν χάρηκαν καθόλου· τὸ ὅτι ὅμως ἐκεῖνες ὑπέφεραν καὶ καίγονταν, αὐτὸ δὲν μείωνε καθόλου τὴν ἁγιότητα τοῦ Βοόζ. τὸ ὅτι στὴν κάθε μιὰ ἀπὸ τὶς 500 γυναῖκες τοῦ Δαυῒδ ὁ ἄντρας δὲν ἔπεφτε οὔτε μία φορὰ τὸ χρόνο, κι ὁ καθένας καταλαβαίνει πόσο ἐκεῖνες ὑπέφεραν ἀπ᾿ αὐτό, αὐτὸ οὔτε τὴν ἁγιότητα τοῦ Δαυῒδ οὔτε τὴν προφητικὴ θεοπνευστία του μείωνε καθόλου. στὴ χριστιανικὴ ζωὴ ὅμως αὐτὰ εἶναι ἀδιανόητα, ἐγκλήματα βαρύτατα, φαυλότης. σαφῶς βελτιωμένος λοιπὸν ὁ ἠθικὸς νόμος στὴν Καινὴ Διαθήκη. καὶ τὸ νὰ περιτμηθοῦν οἱ Χριστιανοὶ ἢ νὰ θυσιάζουν στὴν ἐκκλησία τους βόδια καὶ γιδοπρόβατα εἶναι φυσικὰ ἀδιανόητα πράγματα. τὸ τελεστικὸ μέρος τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης εἶναι τελείως καταργημένο. οὔτε δὲ ἐπίδρασι μπορεῖ ν᾿ ἀσκῇ στὸ χριστιανικὸ τρόπο λατρείας τοῦ θεοῦ• οὔτε γιὰ κάτι τέτοιο, ἂν τὸ διαπράξη κανείς, μπορεῖ νὰ ἐπικαλῆται τὴ μαρτυρία τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, ἐπειδὴ εἶναι μέρος τῆς ῾Αγίας Γραφῆς τῆς ἐκκλησίας• ὅπως δὲν θὰ μποροῦσε καὶ νὰ παντρευτῆ δέκα γυναῖκες ταυτόχρονα «ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ῾Αγίας Γραφῆς», πρᾶγμα ποὺ κάνουν οἱ μορμόνοι.
῾Η Παλαιὰ Διαθήκη εἶναι μέρος τῆς ῾Αγίας Γραφῆς γιὰ τὴν ἱστορία της μόνο, μέσα στὴν ὁποία ὑπάρχει καὶ ἡ ἀρχικὴ ἀποκάλυψι τοῦ θεοῦ· ὅτι εἶναι ἕνας, ὅτι δὲν ἔχει τὶς φυσικὲς ἀνάγκες τοῦ ἀνθρώπου, ὅτι ἔπλασε καὶ τοὺς ἀγγέλους καὶ ὅλο τὸ σύμπαν, ὅτι ἐνδιαφέρεται γιὰ τὴ διαγωγὴ τοῦ ἐπὶ τῆς γῆς πλάσματός του, τοῦ ἀνθρώπου, ὅτι ἀμείβει ἢ τιμωρεῖ τὶς πράξεις του, ὅτι τοῦ ἑτοιμάζει σωτηρία. χωρὶς τὴν ἱστορία τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης ἡ Καινὴ Διαθήκη θὰ ἦταν ἀπάντησι σὲ ἄγνωστο ἐρώτημα, ἀκροτελεύτιο ἀγνώστου πράγματος, κατακλείδα ἀπολεσθέντος κειμένου, ἐπίλογος ἀνύπαρκτης ἱστορίας, πέμπτη πρᾶξι μονόπρακτης θεατρικῆς παραστάσεως, τροποποίησι νόμου ποὺ δὲν ὑπάρχει, ἀποστολὴ ἐπιστολῆς σὲ ἀνύπαρκτο παραλήπτη, παραπομπὴ σὲ βιβλίο ποὺ δὲν ἔχει γραφῆ ποτέ, ἄχρηστο πρᾶγμα ὅσο τὸ νὰ σοῦ χαρίσουν ἕνα δεξιὸ παπούτσι μόνο.»

*Το Σάββατο καταργήθηκε ως τελεστικό από την άποψη του μωσαϊκού νόμου, αλλά η μέρα που το αντικατέστησε, η Κυριακή, είναι η μέρα τέλεσης της χριστιανικής λατρείας (Θείας Λειτουργίας).

Το πότε και γιατί έγινε η κατάργηση το έχει απαντήσει και ο θεολόγος Θεόδωρος Ρηγινιώτης, στον πρόσφατο «ισλαμοχριστιανικό διάλογο» που έγινε μεταξύ εκείνου και του μουσουλμάνου Άχμεντ Ελντίν:

«Ο Χριστός λέει, μεταξύ άλλων: «μέχρι να φύγουν (να παρέλθουν) ο ουρανός και η γη δε θα φύγει (δε θα παρέλθει) ένα γιώτα ή μία κεραία από το νόμο, μέχρι να γίνουν όλα» (Ματθ. 5 στίχ. 18). Αυτό είναι το ερμηνευτικό κλειδί για την κατανόηση του κύρους που φαίνεται να αποδίδει ο Χριστός στο μωσαϊκό νόμο: ο νόμος έχει ισχύ «μέχρι να γίνουν όλα». Αν δε γίνουν όλα, ακόμη κι αν γκρεμιστούν ουρανός και γη δε θα καταργηθεί τίποτε από το νόμο. Και φυσικά, «μέχρι να γίνουν όλα», «όποιος λύσει μία ελάχιστη εντολή, και διδάξει έτσι τους ανθρώπους, θα ονομαστεί ελάχιστος στη βασιλεία των ουρανών, ενώ όποιος τηρήσει και διδάξει, θα ονομαστεί μέγας» (στ. 19).

Από τη στιγμή όμως που «θα γίνουν όλα», παύει η ισχύς του μωσαϊκού νόμου.

Η στιγμή που «έγιναν όλα» είναι η στιγμή της ανάστασης του Χριστού και, στη συνέχεια, της πεντηκοστής, με την κάθοδο του Αγίου Πνεύματος. Με αυτό εκπληρώνονται οι προφητείες της Παλαιάς Διαθήκης. Γι’ αυτό το λόγο και οι χριστιανοί δεν δεσμευόμαστε καθόλου από το μωσαϊκό νόμο, αλλά μόνο από το «νόμο της χάριτος», δηλαδή τις εντολές που έδωσε προσωπικά ο Χριστός.

Το ότι ο νόμος, κατά το Χριστό, έχει ισχύ μόνο μέχρι την εποχή Του, μέχρι που Αυτός «πληρώνει» (ολοκληρώνει) το νόμο, φαίνεται από το ότι στον αμέσως επόμενο στίχο 20, ο Ίδιος ο Χριστός αντικαθιστά εντολές του μωσαϊκού νόμου με δικές Του! Και μάλιστα με το σχήμα: «Ακούσατε ότι ειπώθηκε στους αρχαίους… Εγώ όμως σας λέω» (όχι «τώρα ο Θεός σας λέει», όπως θα έλεγε κάθε προφήτης, αλλά «εγώ σας λέω»: μία από τις στιγμές όπου αποκαλύπτει τη θεϊκή του ιδιότητα).»

Επειδή η αναγνώστρια έκανε ιδιαίτερη αναφορά στον απόστoλο Παύλο, θα παραθέσω αποσπάσματα
από το έργο του Μακαρίου του Μάγνητος «Αποκριτικός προς Έλληνας», το οποίο γράφτηκε σε απάντηση του έργου «ΚΑΤΑ ΧΡΙΣΤΙΑΝΩΝ», του Πορφυρίου.

«Αν ο Παύλος άλλοτε διδάσκει πως ο νόμος πρέπει να εφαρμόζεται κάποιες φορές μέχρι και το τέλος και άλλοτε να μην λαμβάνεται καθόλου στα υπ’ όψιν, έχει να κάνει με το που ζει ο καθένας και με ποιο τρόπο μεγαλώνει. Όπως εκείνοι που μπαίνουν έφηβοι στο στράτευμα δοκιμάζουν γρήγορη εκπαίδευση και δεν μαθαίνουν ότι και τα μικρά παιδιά, που από πρώτα χρόνια της νιότης τους ασκούνται εις τα όπλα, έτσι και οι λαοί είχαν διαφορές ηλικίας στην εκπαίδευσή τους. Οι Ιουδαίοι ήσαν από πολύ μικρή ηλικία σε σχέση άσκησης με τον Θεό. Σαν τα μικρά παιδιά και αυτοί δεν καταλάβαιναν πολλά για αυτήν. Εκείνο που έπρεπε μόνο να κάνουν, ήταν να ακολουθούν τους νόμους. Και μάλιστα όχι έναν και δυο, αλλά μάλιστα όλους, μέχρι και τον τελευταίο. Διότι κανείς για να θεραπευτεί από μια αρρώστια πρέπει να κάνει όλα όσα ακριβώς του έχει συστήσει ο ιατρός του· ειδάλλως μπορεί να μην θεραπευτεί ή να ξανακυλήσει και πάλι ως ασθενής στου βόρβορου την ζέστη.

Ο λαός των Ιουδαίων μεγάλωνε και θεραπεύονταν πνευματικά, δίχως όμως και να καταλαβαίνει και πολλά. Και αυτό το αντιλαμβάνεται κανείς από τις περιπέτειές των προφητών, που έστελνε ανάμεσά τους ο Θεός τους. Όταν λοιπόν έφτασε ο λαός τους σε ηλικία υιοθεσίας δια μέσω της εφαρμογής του Νόμου, και για παράδειγμα αναφέρω την τελειότητα της Δέσποινας Μαρίας ή του Ιωάννη του Προδρόμου, ο Θεός έστειλε τον Υιό Του τον Αγαπητό για να τους υιοθετήσει, όπως είχε υποσχεθεί ότι θα συνέβαινε κάποτε. Τώρα θα μπορούσαν να καταλάβουν περισσότερα και να προκόψουν πιο πολύ. Μάλιστα η υιοθεσία αυτή δεν αφορούσε μόνο τους Ιουδαίους, αλλά όλα τα έθνη. Οι Γαλάτες, αλλά και μερικοί άλλοι, ακόμη και σήμερα, αποκηρύσσοντας την υιοθεσία, επέστρεφαν στην νηπιακή ηλικία, ακολουθώντας εντολές που δεν τους αρμόζουν και οι οποίες είχαν δοθεί για να οδηγήσουν σε αυτό τον πατρικό τους εναγκαλιασμό. Αντί να γίνουν παιδιά του Ίδιου του Θεού, όταν δόθηκε η ευκαιρία, εκείνοι θέλησαν να επιστρέψουν ξανά πίσω στον δρόμο που οδηγούσε σε αυτήν, αποφεύγοντάς την. Γι’ αυτό τους τα ψέλνει ο Παύλος και δεν έχει άδικο. Έμοιαζαν με άρρωστους που αντί να πάνε σπίτια τους να συνεχίσουν την θεραπεία τους, εκείνοι ήθελαν να εξακολουθούν να παρακαλούν τον ιατρό να τους κάνει τομές στην σάρκα σαν και πρώτα.

Στην περίπτωση της Υιοθεσίας, δεν είναι δυνατό κανείς να απορρίπτει τον Πατέρα για να γίνει και πάλι ακόλουθος νόμων. Διότι προς τον Πατέρα κανείς λειτουργεί περισσότερο από αγάπη, ενώ στον νόμο υπακούει περισσότερο από φόβο. Ο Χριστός καλά το είπε ως πρώτη νέα εντολή, να αγαπάς τον Θεό σου και όχι να του κάνεις μια κάποια των στρατιωτών την πειθαρχεία. Άλλωστε η αγάπη αυτή στρέφεται και προς τον συνάνθρωπό μας ως δεύτερη εντολή. Σαν λοιπόν κανείς ακολουθεί περισσότερο τον φόβο προς τον Θεό, δεν μπορεί ούτε να αγαπήσει διόλου και τον πλησίον. Όσοι μάλιστα δεν καταλαβαίνουν τίποτα από τις διαφορές αυτών των δύο, πάντα παρεξηγούν και τις προτροπές του Παύλου προς τους δούλους και αποφεύγουν εκείνες προς τους αφέντες.

Όταν λοιπόν ο Παύλος διαχωρίζει Πνευματικό Νόμο και τα καταραμένα έργα του Νόμου βεβαίως και δεν σφάλει. … διότι αν κανείς θέλει να τηρεί τον Νόμο για να σώσει την ψυχή του, πρέπει να το κάνει δίδοντας πιστή εφαρμογή σε όλες τους τις εκφάνσεις. Στον Νέο Πνευματικό Νόμο της Υιοθεσίας με τον Ιησού, τα πράγματα έχουνε όντως διαφορετικά, μιας και τέτοια κατάρα δεν υπάρχει πλέον πουθενά· και δεν υπάρχει τέτοια κατάρα, διότι δεν υπάρχει άλλο νόμος παρά ως είπαμε ξανά Υιοθεσία, όπως και ο Παύλος σημειώνει· και για μιλήσουμε με λόγια Σωτηρίας, να τηρεί κανείς όλο τον Νόμο είναι πάρα πολύ δύσκολο, η δική σου προτροπή τώρα πια δεν σώζει. Η δε Σωτηρία δια μέσω της Υιοθεσίας είναι πολύ πιο εύκολη, αφού στηρίζεται σε δώρο και χάρη του Θεού παρά στην των ανθρώπων την δικαιοσύνη. Εξάλλου μέχρι την Ανάσταση του Ιησού Χριστού άλλος δρόμος Σωτηρίας δεν υπήρχε παρά ο πρώτος εκείνος Νόμος, αλλά μετά αυτής, είναι αδίκημα να υποτιμά κανείς την θυσία του Ναζωραίου, που χαρίζει Σωτηρία, ακόμη και μέσα στον σκοτεινό τον Άδη, έστω και αν κανείς μας πράγματι δεν την αξίζει στην ουσία.

Με άλλες λέξεις, η διδασκαλία σου εμπόδιο είναι για την σωτηρία των ανθρώπων. Μοιάζει με το παράδειγμα εκείνου του φτωχού του γεωργού, που χρωστά χρήματα πολλά σε ένα πλούσιο. Τόσα πολλά, που όσο και να εργάζεται δύσκολα φαίνεται να τα μαζεύει, αφού πρέπει να εξοφλήσει μέχρι και τελευταίας δραχμής, πράγμα απίθανο ακόμη κι αν εργάζεται μέχρι να γίνει γέρος και τελείως κάποτε αποθάνει. Μάλιστα επιμένεις πως ο φτωχός αυτός, όταν ο πλούσιος στείλει τον υιό του ως κληρονόμο στο σπίτι του πρώτου λέγοντάς του «με στέλνει ο πατέρας μου· μεγάλο μέρος από τα χρέη σου παραγράφονται, ας είναι χάρισμά σου», εκείνος πρέπει να του γυρίσει την πλάτη και να συνεχίσει να προσπαθεί να εξαγοράσει την αρχική την οφειλέτη, παραβλέποντας τον υιό όσο και την βούληση εκείνη του πατέρα. Πώς τολμάς πράγματι να πουλάς ετούτη την πραμάτεια σου για μέγιστη σοφία; Αλήθεια, πού βρίσκεται εκείνο το χωριό που αν πήγαινες και έδινες τέτοια συμβουλή στους φτωχούς, θα υπήρχε έστω κι ένας που θα σ’ άκουγε; Θαρρώ πουθενά σε όλη την Οικουμένη. Μόνο που το μίσος ορισμένων για τον Παύλο, αλλά και για τον Χριστό τον Ίδιο δίνουν πέραση στις δεινές σου κούφιες φιλοσοφίες.»

ΑΝΑΝΕΩΣΗ (2/3/2010) (Από το άρθρο Η μαρτυρία του αποστόλου Πέτρου για το Χριστό) Η «επίσημη πράξη» υπέρβασης του μωσαϊκού νόμου στο χριστιανισμό, έγινε στην 1η αποστολική σύνοδο (γενική συνέλευση των αποστόλων και των πρεσβυτέρων της Εκκλησίας) που συγκλήθηκε στα Ιεροσόλυμα το 49 μ.Χ., μετά από αίτημα των αγίων αποστόλων Παύλου και Βαρνάβα, εξ αιτίας της επιμονής μιας ομάδας Ιουδαίων χριστιανών ότι οι ειδωλολάτρες, που γίνονταν χριστιανοί, δε μπορούν να σωθούν, αν δεν κάνουν περιτομή και δεν τηρούν τις διατάξεις του μωσαϊκού νόμου.

Η σύνοδος αποφάσισε ότι η τήρηση των διατάξεων του μωσαϊκού νόμου (συμπεριλαμβανομένης της περιτομής) δεν είναι απαραίτητη για τη σωτηρία. Η απόφαση της συνόδου ελήφθη με το φωτισμό και την καθοδήγηση του Αγίου Πνεύματος, γι’ αυτό και οι απόστολοι έγραψαν «έδοξε το Αγίω Πνεύματι και ημίν» (Πράξ. 15, 28 – θεωρήθηκε από το Άγιο Πνεύμα και από μας).

Η επιστολή της συνόδου προς τους χριστιανούς έγραφε για τις μόνες εντολές του μωσαϊκού νόμου που παρέμειναν σε χρήση από τους χριστιανούς: να απέχουν από τη βρώση ειδωλοθύτων (ζώων θυσιασμένων στα είδωλα), πνιγμένων ζώων και αίματος και από την πορνεία. Οι υπόλοιπες εντολές θεωρήθηκαν μη αναγκαίες πλέον για τη σωτηρία, στη νέα εν Χριστώ κατάσταση. Οι τελετές του νόμου έχουν ξεπεραστεί με τη θυσία του Χριστού και την αναίμακτη θυσία της θείας Μετάληψης (την «κλάση του άρτου», όπως αναφέρεται στην ΚΔ), ενώ οι ηθικές εντολές από την εντολή της αγάπης. «Εκείνος που αγαπά, έχει τηρήσει όλες τις εντολές του Θεού. Και το ου μοιχεύσεις και το ου φονεύσεις, ου κλέψεις, ουκ επιθυμήσεις» (εννοείται «ό,τι ανήκει στο συνάνθρωπό σου») «και όποια άλλη εντολή, όλες συνοψίζονται σ’ αυτό το λόγο, στο να αγαπήσεις τον πλησίον σου σαν τον εαυτό σου. Η αγάπη στον πλησίον δεν κάνει τίποτα κακό, επομένως είναι η εκπλήρωση όλου του νόμου» (Παύλος, προς Ρωμαίους, 13, 8-10).