Ισλάμ, ο καρπός Ιουδαιοχριστιανικών αιρέσεων

Πολλές ιστορίες του Κορανίου αναφέρονται σε χαρακτήρες βιβλικούς: βλέπουμε να παρελαύνουν εκεί ο Μωυσής και ο αδελφός του Ααρών που αντιμετώπισαν τον Φαραώ, ο Νώε και η οικογένεια του που επέζησαν από τον κατακλυσμό, η γυναίκα του Πετεφρή που προσπαθεί να αποπλανήσει τον Ιωσήφ . Βέβαια οι ιστορίες έχουν τροποποιηθεί στρατηγικά από τον Μουχάμμαντ, για να δώσουν το μήνυμα ότι δεν ήταν μόνο παρόμοιος με εκείνους τους αρχαίους ήρωες, αλλά και μεγαλύτερος και καλύτερος. Πώς, όμως, ο Μουχάμμαντ έμαθε τις ιστορίες αυτές;

Για τους μουσουλμάνους, δεν υφίσταται ζήτημα του πώς ο Μουχάμμαντ έμαθε αυτές τις ιστορίες από τις Εβραϊκές Γραφές: του τις είπε ο Αλλάχ, που ήξερε τις ιστορίες καλύτερα από τον καθένα. Υπάρχουν όμως και άλλες απόψεις για το θέμα, όπως αυτή που θα εξετάσουμε σε τούτο το άρθρο.

Τριάντα χρόνια πριν, ένας Λιβανέζος Μαρωνίτης ιερέας με το ψευδώνυμο Αμπού Μούσα αλ-Χαρίρι (Abu Musa al-Hariri)  που μελέτησε για πολλά χρόνια πηγές αρχαίων ισλαμικών και χριστιανικών κειμένων, εξέδωσε ένα μικρό βιβλίο με τίτλο « Al-Qiss wa al-Nabi», δηλ. «Ο Ιερέας και ο προφήτης». (Nabi σημαίνει Προφήτης, και το Qiss μεταφράζεται ως Ιερέας, εφημέριος ή  πάστορας σε διάφορες χριστιανικές παραδόσεις). Το βιβλίο είναι μια ανάλυση της σχέσης που υπήρχε μεταξύ του Μουχάμμαντ και του εξαδέλφου της πρώτης συζύγου του της Χαντίτζα, του Εβιωνίτη ιερέα Waraqa bin Naufal. Το βιβλίο εκδόθηκε στον Λίβανο το 1978, αλλά όπως θα ήταν αναμενόμενο μόλις εμφανίστηκε αποσύρθηκε από τα ράφια των βιβλιοθηκών και των βιβλιοπωλείων, και δεν κυκλοφορεί πια. (Υπάρχει στα αραβικά εδώ: http://www.muhammadanism.org/Arabic/book/hariri/priest_prophet_book.pdf)
Πριν από μερικές εβδομάδες, ο συγγραφέας του βιβλίου έδωσε συνέντευξη στην αραβική τηλεόραση, στην εκπομπή «Τολμηρή ερώτηση» (Daring Question, δείτε την εκπομπή στα αραβικά εδώ: http://islamexplained.com/DaringQuestionEpisode153/tabid/1478/Default.aspx ). Η συνέντευξη έγινε τηλεφωνικά, καθώς αυτός δεν ήταν σε θέση να ταξιδέψει από το Λίβανο στο στούντιο. Για πρώτη φορά ο συγγραφέας αυτοπροσδιορίστηκε ως ο πατέρας Ιωσήφ αλ-Καζί (Joseph al-Qazi), και εξήγησε τις ιδέες που βρίσκονται στο βιβλίο του. Αυτές θα σας παρουσιάσουμε περιληπτικά σ’ αυτό το άρθρο.

Πριν συνεχίσουμε όμως με το βιβλίο, θα κάνουμε μια παρένθεση, για να πούμε κάποια πράγματα για τους Ιουδαιοχριστιανούς και τις διάφορες αιρετικές ομάδες που ξεπήδησαν από αυτούς.

Ιουδαιοχριστιανοί ονομάζεται μια μερίδα χριστιανών με εβραϊκή καταγωγή, οι οποίοι ήθελαν να συνεχίσουν να τηρούν το νόμο του Μωυσή. Από αυτούς, οι «Ιουδαΐζοντες» ζητούσαν να επιβάλλουν τον Μωσαϊκό νόμο και σε χριστιανούς που προέρχονταν από εθνικούς, και να υπάρχει διαχωρισμός μεταξύ χριστιανών εξ Ιουδαίων και χριστιανών εξ Εθνικών. Οι «Ναζαρηνοί» θεωρούσαν ότι οι χριστιανοί εξ Εθνικών δεν χρειαζόταν να τηρούν τον μωσαϊκό νόμο, αλλά οι εξ Εβραίων έπρεπε να το κάνουν. Μερικοί Ιουδαιοχριστιανοί ανέμειξαν στα πιστεύω τους γνωστικιστικά στοιχεία όπως η λατρεία αγγέλων. Στην προς Κολοσσαείς επιστολή, (Κολ. 2:16-18) ο απόστολος Παύλος προειδοποιούσε τους αναγνώστες του για ανθρώπους που προσπαθούσαν να τους επιβάλλουν το Μωσαϊκό νόμο ή να τους μυήσουν σε γνωστικιστικές πρακτικές, όπως η λατρεία των αγγέλων. Η προς Εβραίους επιστολή επίσης αναδεικνύει την ανωτερότητα του Υιού έναντι των αγγέλων (Εβρ. 1:1-14), ενώ στοιχεία κατά των Γνωστικών υπάρχουν και στο ευαγγέλιο και τις επιστολές του Ιωάννη.

Ανάμεσα στους Ιουδαιοχριστιανούς δημιουργήθηκαν με την πάροδο του χρόνου διάφορες αιρετικές  ομάδες:

*Η αίρεση των Εβιωνιτών συζητήθηκε και σχολιάστηκε από τους πρώτους χριστιανούς λογίους και επισκόπους όπως ο Ειρηναίος, ο Επιφάνιος και ο Ωριγένης. Κάποιοι πίστευαν ότι το όνομα Εβιωνίτες προερχόταν από κάποιο υποτιθέμενο ηγέτη τους ονόματι Εβιών στην Πέλλα της Δεκάπολης της Ιορδανίας, γιατί συνήθως οι αιρέσεις ονομάζονταν από το όνομα του ιδρυτή τους. Άλλοι λένε ότι οι Εβιωνίτες (εβραϊκά «Εβιωνίμ», που σημαίνει «Φτωχοί») αποκαλούνταν έτσι με βάση τις διδασκαλίες του Ιησού για την τιμητική θέση των φτωχών: «Μακάριοι εσείς οι φτωχοί, γιατί δική σας είναι η Βασιλεία του Θεού» (Λουκά 6:20), βασισμένες στο Ησαΐας 66:2 («Λέει ο Κύριος, σε ποιον λοιπόν θα επιβλέψω; Στον φτωχό και στον συντριμένο στην καρδιά») και άλλα σχετικά εδάφια της Παλαιάς Διαθήκης, που απευθύνονται σε ένα μικρό υπόλοιπο φτωχών πιστών. Αυτή η αίρεση θεωρούσε ότι ο Ιησούς ήταν ένας από τους μεγάλους προφήτες, που δεν ήταν Θεός ή Υιός του Θεού, αλλά έλαβε τις αποκαλύψεις μετά την βάπτισή του από τον Ιωάννη και ως εκ τούτου, το πνεύμα του Μεσσία μπήκε μέσα του μέχρι που σταυρώθηκε. Το μήνυμα του Ιησού περιλάμβανε τη διδασκαλία και το κήρυγμα της αποκάλυψης, αλλά δεν περιλάμβανε τη σωτηρία ή τη συγχώρεση για τις αμαρτίες μας. Μαζί με την Παλαιά Διαθήκη χρησιμοποιούσαν το ευαγγέλιο του Ματθαίου στην πρώτη του μορφή, στα εβραϊκά (ή αραμαϊκά), το οποίο σύμφωνα με τον Επιφάνιο, το αναθεώρησαν και το διαστρέβλωσαν για να ταιριάζει με τα δόγματά τους. Αυτή η αίρεση επέμενε σε συχνές πλύσεις για καθαρισμό, στην αποχή από το κρέας, και στην παροχή βοήθειας και σίτισης προς απόρους, χήρες, και ταξιδιώτες.

*Η αίρεση του Ιουδαιοχριστιανού Κηρίνθου, ο οποίος κατά τον Ιππόλυτο ίσως ήταν Εβιωνίτης, κήρυττε ότι ο ουρανός έμοιαζε με τη ζωή στη γη, κι εκεί το σώμα θα απολάμβανε κάθε πάθος που ήθελε για να ικανοποιηθεί· ότι ο ρόλος του Ιησού ήταν να απαλλάξει τον λαό του από τους Ρωμαίους· ότι το μήνυμα του Ιησού ήταν πολιτικό και κοινωνικό. Πίστευε σε κατά γράμμα χιλιετή βασιλεία του Θεού στη γη και συμφωνούσε με τη διδασκαλία για ενοίκηση του «Μεσσία» μέσα στον Ιησού μέχρι τη σταύρωσή Του.

*Η αίρεση των Ελκεσαϊτών, που προήλθε με τον καιρό από τους Εβιωνίτες, είχε πολλά στοιχεία από τους Γνωστικούς, και τιμούσε κάποιον Ελκασάι ή Ελζάι, ο οποίος το 101 μ.Χ. έλαβε ένα βιβλίο ως θεία αποκάλυψη. Σύμφωνα με τον Ωριγένη, λεγόταν ότι το βιβλίο είχε πέσει από τον ουρανό, ενώ σύμφωνα με τον Ιππόλυτο ο Ελζάι το είχε λάβει από έναν άγγελο που ήταν υιός του Θεού. Η αίρεση κήρυττε ότι ο Ιησούς είναι ένας άνθρωπος και ο Μεσσίας έφυγε από το σώμα του πριν το μαρτύριο, και ότι ο Ιησούς έλαβε την Αγία Γραφή από τον άγγελο Γαβριήλ που τον δίδαξε σοφία και την ικανότητα να προβλέπει το μέλλον. Το Άγιο Πνεύμα για τους Ελκεσαΐτες, ανάλογα με τα γεγονότα, είναι πότε η μητέρα του Ιησού και πότε ο άγγελος Γαβριήλ. Η διαφορά των Ελκεσαϊτών με τους Γνωστικούς ήταν ότι ενώ οι Γνωστικοί (μεταξύ αυτών και ο Κήρινθος) θεωρούσαν ότι τον κόσμο δημιούργησε άλλος Θεός από αυτόν της Καινής Διαθήκης, οι Ελκεσαΐτες θεωρούσαν ότι ήταν ο ίδιος που εκδηλώνεται στην Καινή Διαθήκη.

Κοινό στοιχείο των μεταγενέστερων Ιουδαιοχριστιανών είναι ότι μισούσαν τον απόστολο Παύλο, μια που αυτός είχε καταπολεμήσει αποτελεσματικά τις διδασκαλίες τους για τήρηση του Μωσαϊκού νόμου και  είχε διακηρύξει ότι η περιτομή δεν ωφελούσε σε τίποτα. Γύρω στον 2ο μ.Χ. αι. τον κατηγορούσαν ότι διέστρεψε τον Χριστιανισμό, και διέδιδαν ότι ήταν ένας  Έλληνας που έγινε Ιουδαίος ελπίζοντας να παντρευτεί την κόρη του αρχιερέα, αλλά επειδή δεν τα κατάφερε έγραψε κατά του Σαββάτου και της περιτομής. (Επιφανίου, Πανάριον, 30:36.)

Ο Ειρηναίος αποκαλούσε τους Ιουδαιοχριστιανούς «Ναζαρηνούς» κι έγραφε γι’ αυτούς:

«Εφαρμόζουν την περιτομή, επιμένουν στην τήρηση εκείνων των εθίμων που επιβάλλονται από το Νόμο, και είναι τόσο Ιουδαίοι στον τρόπο ζωής τους, ώστε ακόμη λατρεύουν στραμμένοι προς την Ιερουσαλήμ σαν να ήταν εκεί ο οίκος του Θεού».

Θα ξέραμε πολύ περισσότερα για τους Ιουδαιοχριστιανούς αν είχε διασωθεί το καθ’ Εβραίους ευαγγέλιο, όμως το αντίτυπο που είναι γνωστό ότι υπήρχε στην Βιβλιοθήκη του Ευσεβίου Καισαρείας (ή Ευσεβίου του Παμφίλου) στην Καισάρεια της Παλαιστίνης κάηκε κατά τη λεηλασία της πόλης από τους μουσουλμάνους το 653 μ.Χ.

Μετά το 70μ.Χ. και το 135 μ.Χ., οπότε καταστράφηκε η Ιερουσαλήμ και η επανάσταση των Ιουδαίων κατά των Ρωμαίων έληξε άδοξα, οι Ιουδαιοχριστιανοί μετανάστευσαν σε άλλες περιοχές όπου άσκησαν επίδραση σε διάφορους λαούς.[1] Για παράδειγμα, οι Μανδαίοι ή Ζαβίρ, που με την άφιξη του Ισλάμ στο Ιράκ το 636 μ.Χ. θεωρήθηκαν ως ο τρίτος «λαός της βίβλου», οι μυστηριώδεις Σαβαίοι του Κορανίου, από τον καρμηλίτη ιεραπόστολο Ιωάννη a Jesu ο οποίος τους ανακάλυψε, αλλά και από τους ιστορικούς, θεωρήθηκαν να έχουν σχέση με τους αρχαίους ημεροβαπτιστές  ή μαθητές του Ιωάννη του Βαπτιστή. Στοιχεία της γλώσσας τους υποδεικνύουν αραμαϊκή προέλευση. Ένα από τα κείμενα των Μανδαίων μιλά για τη φυγή των «Ναζαρηνών» ή «Ναζωραίων» από τις περιοχές του Ιορδάνη, κατά την εποχή των ιουδαϊκών πολέμων και της καταστροφής της Ιερουσαλήμ, περίπου το 70 μ.Χ.

Οι χριστιανοί στο Κοράνιο και συγκεκριμένα στα 2:62,111-113, 120, 135, 140, 5:14, 18, 51, 69, 82, 9:30, 12:17 (εδάφια της Μεδίνα) αποκαλούνται «Νασάρα» (نصارى). Ο Ιμπν Καθίρ συσχετίζει τη λέξη «an nasara»,  με τη λέξη «ανσάρ» (βοηθός), καθώς προέρχονται από τα γράμματα-ρίζες NSR, όμως η «ανσάρ» είναι αραβική ενώ το «Νασάρα» έχει υπόβαθρο εβραϊκό. Δίνει κι άλλη μια ετυμολογία για το «Νασάρα», που σχετίζεται με το ότι κατοικούσαν στην An-Nαsira, δηλαδή τη Ναζαρέτ. Δεν μπορούμε να μην παρατηρήσουμε πόσο θυμίζει η λέξη «Νασάρα» το «Ναζαρηνοί» , που χαρακτήριζε τους Εβιωνίτες.

Κλείνουμε την παρένθεση και συνεχίζουμε με τα όσα είπε ο συγγραφέας του βιβλίου «Ο ιερέας και ο προφήτης» στην εκπομπή «Η τολμηρή ερώτηση».

Περιληπτικά και σε ελεύθερη απόδοση, είπε τα εξής:

Ανάμεσα στα πολλά βιβλία που κυκλοφορούσαν στους πρώτους αιώνες της χριστιανικής Εκκλησίας ήταν και το «καθ΄Εβραίους ευαγγέλιο», ένα απόκρυφο που δίδασκε ότι ο Ιησούς ήταν ένας συνηθισμένος άνθρωπος που προικίστηκε με το Άγιο Πνεύμα, όταν βαφτίστηκε από τον Ιωάννη τον Βαπτιστή. Τότε έγινε ο Χρισμένος Μεσσίας, αν και δεν ήταν θεϊκός. Αυτό το Άγιο Πνεύμα παρέμεινε με τον Ιησού μέχρι την ημέρα της Σταύρωσης. Στη συνέχεια απομακρύνθηκε από αυτόν και ο Ιησούς πέθανε, όχι για τις αμαρτίες του κόσμου, αλλά ως ένα συνηθισμένο πρόσωπο.

Καθώς από τη μεριά του Ιουδαϊσμού υπήρχε πλήρης απόρριψη των χριστιανών με εβραϊκή καταγωγή [ως αποστατών και εθνοπροδοτών], κι απ’ τη μεριά του Χριστιανισμού εκκλησιαστικές σύνοδοι συγκαλούνταν στα χριστιανικά κέντρα της Ρώμης, της Ιερουσαλήμ και της Κωνσταντινούπολης για να διαχωρίσουν τη χριστιανική ορθοδοξία από την αίρεση, οι ομάδες που θεωρούνταν από Εβραίους και Χριστιανούς αιρετικές αναγκάστηκαν να μεταναστεύουν όλο και πιο μακριά. Μία από αυτές τις ομάδες, οι Εβιωνίτες, ακολουθούσαν τις διδαχές του καθ΄Εβραίους Ευαγγελίου. Μερικές φορές περιγράφονται ως ιουδαιοχριστιανοί, επειδή συνέχισαν πολλές εβραϊκές θρησκευτικές πρακτικές ενώ δέχθηκαν τον Ιησού ως τον Μεσσία. Μερικοί από αυτές τις ομάδες πήγαν προς τη Μέκκα, στη Σαουδική Αραβία, γενέτειρα του Μουχάμμαντ.

Η αληθινή ιστορία του Μουχάμμαντ δεν ξεκινά με τη γέννησή του, αλλά με τον πρόγονό του τον Κουσάι (Qusay) πέντε γενιές νωρίτερα. Αυτός παντρεύτηκε την κόρη του ηγέτη της φυλής των Κουραϊσιτών, και τελικά ο ίδιος έγινε ο αρχηγός τους. Αγόρασε επίσης το κλειδί για την Κάαμπα, η οποία παρείχε μια πηγή εσόδων που προέρχονταν από την επίσκεψη φυλών που λάτρευαν τα είδωλα τους εκεί. Όταν ο Κουσάι πέθανε έγινε ηγέτης ο γιος του ο Abdel Manaf, τον οποίο με τη σειρά του ακολούθησε ο γιος του Χάσιμ (προ-προπάππος του Μουχάμμαντ). Όπως συμβαίνει με πολλές εκτεταμένες οικογένειες καθώς περνάνε οι γενεές, μία πλευρά έγινε πλουσιότερη από τις άλλες. Ο παππούς του Μουχάμμαντ Αμπντέλ Μουτάλεμπ και ο πατέρας του ο Αμπντάλα ήταν από το φτωχότερο κλαν. Ο ίδιος ο Μουχάμμαντ γεννήθηκε σε εκείνη την πλευρά της οικογένειας, γεγονός που εξηγεί την περιγραφή του στο Κοράνιο ως ένα φτωχό ορφανό ( Κοράνι 93:6-9).

Η πλούσια πλευρά περιλάμβανε μια πλούσια επιχειρηματία που ονομαζόταν Χαντίτζα (Khadija) και τον εξάδελφό της Ουάρακα μπιν Νάουφαλ (Waraqa bin Nawfal). Σε αυτή την πλευρά ακολουθούσαν τις διδασκαλίες των Εβιωνιτών, και ο Ουάρακα μπιν Νάουφαλ ήταν ο κύριος ιερέας τους. Ο συνηθισμένος μουσουλμανικός ισχυρισμός, ότι στις αραβικές φυλές ήταν όλοι Jahiliya ή αδαείς πριν από τον Μουχάμμαντ, δημιουργήθηκε από τους ίδιους τους μουσουλμάνους για να μπει μια σφήνα μεταξύ αυτών και όλων των άλλων. Πολλοί από αυτές τις φυλές ακολουθούσαν διάφορες χριστιανικές και εβραϊκές παραδόσεις.

Ο Ουαράκα μπιν Νάουφαλ, με την ειδική έμφαση που έδιναν οι Εβιωνίτες στη φροντίδα για τους φτωχούς, φρόντισε ιδιαίτερα τον ορφανό Μουχάμμαντ. Τον δίδαξε να διαβάζει και να γράφει, καθώς και να μεταφράζει θρησκευτικά κείμενα από την αραμαϊκή στα αραβικά. Ο μουσουλμανικός ισχυρισμός ότι ο Μουχάμμαντ ήταν αναλφάβητος ήταν άλλος ένας μύθος που δημιουργήθηκε από τους πρώτους μουσουλμάνους προς στήριξη του ισχυρισμού τους ότι το Κοράνιο ήταν μια ειδική αποκάλυψη από τον Θεό. Δεδομένου ότι ο Μουχάμμαντ μεγάλωσε , ο Ουάρακα κάλεσε τον νεαρό να ζήσει μαζί με τους συνεργάτες του για τα θρησκευτικά τους προσκυνήματα. Μία φορά το χρόνο, κατά τη διάρκεια της νηστείας ένα μήνα πριν από το Πάσχα (tahannoth), η ομάδα των νηστευτών ζούσε με λαχανικά, γιαούρτι, και άζυμο ψωμί. Η αναχώρηση περιλάμβανε προσευχή, ενατένιση, επανάληψη και επίκληση του ονόματος του Θεού, και ανάγνωση της Βίβλου στη σιωπή και την πλήρη απομόνωση από τους κατοίκους της Μέκκας. Μετά την νηστεία, θα κύκλωναν την Κάαμπα 7 φορές. Έτσι εκπαιδεύτηκε να λαμβάνει αποκαλύψεις ο Μουχάμμαντ. Εκτός από τον ιερέα Ουάρακα, στο κόμμα περιλαμβάνονταν οι: Abd al-Mutallib (παππούς του Μουχάμμαντ), Othman bin Al Howeireth, Abû Umayya ibn Al-Mughîra (μάλλον ο πατέρας της Ουμ-Σαλάμα, μετέπειτα συζύγου του Μουχάμμαντ), Abdalah bin Jahsh (εξάδελφος του Μουχάμμαντ και αδελφός της μετέπειτα συζύγου του Ζεϊνάμπ). [Σύμφωνα με ιστορικούς του Ισλάμ, συμμετείχε και ο ποιητής Umayya ibn Abî as-Salt, ένας από τους συγγενείς του Μουχάμμαντ, του οποίου την ποίηση ο Μουχάμμαντ αγαπούσε κι έβαλε αποσπάσματά της στο Κοράνι]. Ο Ουάρακα αναγνώρισε τις θρησκευτικές τάσεις του Μουχάμμαντ και τις ηγετικές του ικανότητες, και έλπιζε ότι θα τον διαδεχόταν ως ηγέτης των Εβιωνιτών στη Μέκκα (το ίδιο το Κοράνιο διευκρινίζει ότι, όταν ο Μουχάμμαντ ξεκίνησε να κηρύττει στους φτωχούς της Μέκκας, δεν τους έλεγε για το «Ισλάμ», αλλά για το μονοθεϊσμό του Αβραάμ). Ο Ουάρακα βρήκε στον Μουχάμμαντ απασχόληση στα καραβάνια με καμήλες της εξαδέλφης του Χαντίζα, που πήγαιναν στη Δαμασκό και στη Βασόρα, και αργότερα όταν έγινε 25 ετών κι εκείνη ήταν 40, κανόνισε το γάμο του μαζί της. Ο γάμος έγινε σύμφωνα με τη χριστιανική παράδοση, πράγμα που σήμαινε πως ο Μουχάμμαντ δεν έλαβε καμιά άλλη σύζυγο όσο ζούσε η Χαντίτζα. Τα δύο κλαν συναντήθηκαν κατά την τελετή του γάμου. Έτσι, ο Ουάρακα φρόντισε ο προστατευόμενός του να γίνει πλούσιος, και εν δυνάμει ηγέτης και διάδοχος της θέσης του στην ιεραρχία ως «πατριάρχης» της αίρεσης της Μέκκας.

Ο Μουχάμμαντ είχε πολλές αποκαλύψεις που τον φόβιζαν, επειδή νόμιζε ότι ήταν ο Σατανάς (shaytan) ή κακά πνεύματα που τον παρενοχλούσαν. Η Χαντίζα, βοηθούμενη από τον Ουάρακα, καθησύχασε τον Μουχάμμαντ ότι τον είχε επιλέξει ο καλός αρχάγγελος να κηρύξει το μήνυμα, και ο Ουάρακα ευλόγησε τον Μουχάμμαντ και τον έστειλε να προσηλυτίσει τους ανθρώπους στη Μέκκα. Μερικοί από τους φτωχότερους και εκείνους που βρίσκονταν στη χαμηλότερη κοινωνική βαθμίδα τον ακολουθούσαν. Σε πολλούς ισχυρούς παγανιστές δεν άρεσε το κήρυγμά του, αλλά δεν μπορούσαν να τον πειράξουν επειδή τον προστάτευαν ο Ουάρακα, η Χαντίζα και ο θείος του Abi Taleb.

Όταν ο Ουάρακα πέθανε, οι αποκαλύψεις σταμάτησαν να εμφανίζονται επί τέσσερα χρόνια στον Μουχάμμαντ. Όταν πέθανε και η Χαντίζα, αυτός ήταν πάνω από 40 ετών και είχε μείνει χωρίς πνευματικούς οδηγούς και συμπαραστάτες. Μετά το θάνατο του θείου του Αμπού Τάλεμπ έχασε και τη στήριξη των φατριών κι έφυγε από τη Μέκκα για να συναντήσει ορισμένους από τους οπαδούς και του στην πόλη της Μεδίνα, 250 μίλια προς τα βόρεια. Μια νέα φάση του Ισλάμ βρισκόταν σε πλήρη εξέλιξη, καθώς το «μήνυμα» του θεού και ο τρόπος ζωής του Μουχάμμαντ άλλαξε δραστικά. Το μήνυμά του έγινε μήνυμα κατάκτησης και αυτοκρατορίας, και ο τρόπος ζωής του (όπως και πολλών αυτοαποκαλούμενων προφητών πριν και μετά από αυτόν) είχε κι έναν θεό να του παρέχει οτιδήποτε ήθελε, μεταξύ άλλων και πολλές γυναίκες, όπως επιθυμούσε η καρδιά του.

Η θέση οτι το Ισλάμ προήλθε απο τον Ιουδαιοχριστιανισμό δεν είναι με κανένα τρόπο μοναδική στον Ιωσήφ αλ-Καζί. Όπως σημειώνει ο επίκουρος καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών  Σωτήριος Δεσπότης,

«ο χαμένος συνδετικός κρίκος μεταξύ χριστιανισμού και ισλάμ είναι, σύμφωνα με αρκετούς ερευνητές ο Ιουδαιοχριστιανισμός, ο οποίος από τον αγ. Επιφάνιο Σαλαμίνος χαρακτηρίστηκε ως μία από τις 80 τότε γνωστές αιρέσεις (Πανάριον 374-377): οι Ναζηραίοι ομολογούσαν τον Ιησού ως υιό του Θεού,  ζούσανε όμως σύμφωνα με τα  μωσαϊκά έθιμα. Οι ιουδαιοχριστιανοί, και κυρίως οι Εβιωνίτες (οι πτωχοί του Θεού) και οι βαπτιστές σαβαίοι, οι οποίοι θεωρούσαν το Χριστό ως άνθρωπο εξ ανθρώπων Μεσσία εγκαταστάθηκαν στην αραβική χερσόνησο και μάλιστα στη Μεδίνα. Σημειωτέον ότι το ιουδαιοχριστιανικό ρεύμα επιβιώνει μέχρι σήμερα στην Αφρική και στις Ινδίες. Οι Αιθίοπες μονοφυσίτες, οι οποίοι διακρίνονται για την ευλάβεια και την πίστη τους στις παραδόσεις τιμούν την κιβωτό του Μωυσή (ταβότ), χρησιμοποιούνε μια σημιτική λειτουργική γλώσσα, ψέλνουν ψαλμούς με τη συνοδεία τυμπάνων και σαλπίγγων, έχουν καθιερώσει μαζί με τη βάπτιση την περιτομή, τιμούνε το Σάββατο, και έχουν αντίστοιχες διαιτητικές συνήθειες (απαγόρευση χοιρινού). Στη νότια Ινδία ζούνε 70.000 χριστιανοί Tekkumbgam ή Southist οι οποίοι έφθασαν εκεί στην Κεραλά από τη Συρία η Μεσοποταμία το 345 υπό την ηγεσία ενός Θωμά από την Κανά ή Χαναάν. Ομολογούν τον Ιησού ως το Μεσσία των Ιουδαίων. Σύμφωνα με τον A. Schlatter, κανείς από τους ηγέτες της χριστιανικής Καθολικής Εκκλησίας των πρώτων αιώνων δε μπορούσε να φανταστεί ποτέ ότι οι αιρετικοί και περιθωριοποιημένοι ιουδαιοχριστιανοί κάποτε θα ταρακουνούσαν τον κόσμο και θα σάρωναν Μητροπόλεις του χριστιανικού Βυζαντίου. Μονοθεϊσμός αντί τριαδολογίας, Πάσχων Δούλος του Κυρίου αντί του Θεανθρώπου (δύο υποστάσεων) είναι μόνο μερικά από τα πιστεύω των γνωστικιζόντων ιουδαιοχριστιανών, πιθανότατα Ελκεσαϊτών (που στο Κοράνι ονομάζονται Sabier)[2], οι οποίοι επηρεασμένοι και από το γνωστικισμό θεωρούσαν τον Ιησού ως τη σφραγίδα των Προφητών (πρβλ. Tertullian, Adversus Judaeos), εξέχων τίτλος κατόπιν του Μωάμεθ. Σύμφωνα με τον Σωζομενό (439-450) υπήρχαν ιουδαιοχριστιανοί οι οποίοι θεωρούσαν ως προπάτορες τον Ισμαήλ και την Άγαρ. Ίσως (και) αυτούς πολέμησε καταρχάς ο προφήτης του Ισλάμ στη Μεδίνα αλλά και από αυτούς πληροφορήθηκε πολλά γεγονότα αλλά και Μιδράς της βιβλικής παράδοση.

Στην Αραβία φαίνεται επίσης ότι ετιμάτο ήδη η Maryam η μητέρα του Isa-Ιησού, η οποία από σύγχυση με την Μαριάμ την αδελφή του Μωυσή, θεωρούνταν κόρη του Αμράμ και αδελφή του Ααρών και σίγουρα όχι Θεο-τόκος. Υπήρχε μάλιστα τοιχογραφία της στην Kaaba της Μέκκας, την οποία δεν κατέστρεψε ο Μωάμεθ. Δεν θεωρούνταν rasulu  llah απεσταλμένη από το Θεό (όπως ο Μωάμεθ αλλά και οι άλλοι προφήτες) αλλά siddiqa – αληθινή (5,75).»

Έχοντας υπόψη μας όλα αυτά, και κάποια ακόμη (όπως τη γνωριμία του Μουχάμμαντ με τον αρειανιστή μοναχό Μπαχίρα) δεν φαίνεται πια καθόλου παράξενο γιατί ο Ιωάννης Δαμασκηνός, ο μεγάλος Ορθόδοξος θεολόγος που μεγάλωσε μέσα στην αυλή του Mu’awiyah στη Δαμασκό και γνώρισε καλά το Ισλάμ, το θεωρούσε μια χριστιανική αίρεση


[1] Οι χριστιανοί που ζούσαν στην Ιερουσαλήμ, γνώριζαν την προφητεία του Ιησού:

«Όταν όμως δείτε να κυκλώνεται από στρατεύματα η Ιερουσαλήμ, τότε να γνωρίσετε ότι έχει πλησιάσει η ερήμωσή της. Τότε όσοι είναι στην Ιουδαία ας φεύγουν στα όρη και όσοι είναι στο μέσο αυτής ας αναχωρήσουν και όσοι είναι στην ύπαιθρο ας μην εισέλθουν σ’ αυτή, γιατί ημέρες εκδίκησης είναι αυτές, για να ολοκληρωθούν όλα τα γραμμένα. Αλίμονο σε όσες έχουν στην κοιλιά παιδιά και σε όσες θηλάζουν εκείνες τις ημέρες. Γιατί θα γίνει καταπίεση μεγάλη πάνω στη γη και οργή στο λαό τούτο, και θα πέσουν από το στόμα της μάχαιρας και θα αιχμαλωτιστούν σε όλους τους εθνικούς, και η Ιερουσαλήμ θα πατιέται συνεχώς από τους εθνικούς, μέχρις ότου συμπληρωθούν οι καιροί των εθνικών» (Λουκάς 21:20-24).

Έτσι έφυγαν από την Ιερουσαλήμ στην Πέλλα της Ιορδανίας, όπου και παρέμειναν μέχρι το 135 μ.Χ. Σύμφωνα με το βιβλίο «Ιστορία του Ιουδαϊκού Χριστιανισμού» του Hugh Schonfield κάποιοι Ιουδαιοχριστιανοί βρίσκονταν στην Ιερουσαλήμ το διάστημα 132-135 μ.Χ. οπότε ξέσπασε η επανάσταση των Εβραίων κατά των Ρωμαίων, και ενώθηκαν στον πόλεμο με τους Εβραίους κάτω από τη σημαία του Μπαρ-Κοχεμπά, ταυτιζόμενοι μαζί τους εθνικά. Όταν όμως ο Ραβίνος Ακίβα ανακήρυξε τον Μπαρ-Κοχεμπά ως τον αναμενόμενο Μεσσία, οι Ιουδαιοχριστιανοί που θεωρούσαν τον Ιησού ως το Μεσσία των Ιουδαίων αρνήθηκαν να συμπράξουν, και πλέον θεωρούνταν και προδότες του έθνους τους. Καθώς οι Ρωμαίοι με τη νίκη τους ισοπέδωσαν την Ιερουσαλήμ και απαγόρευσαν την είσοδο σε όλους τους Εβραίους, όσοι Ιουδαιοχριστιανοί επέζησαν έφυγαν απότην περιοχή.

[2] Σημειωτέον ότι και ο Πέρσης Μάνης (216-76) ο οποίος ήθελε στη συνέχεια των Ζαρατούστρα, Βούδα και ενός «γνωστικού» Χριστού να ιδρύσει μια καινούργια χριστιανική θρησκεία, στα νιάτα του ανήκε στην ιουδαιοχριστιανική αίρεση των Βαπτιστών – Ελκεσαϊτών και επηρεάστηκε από το νομικισμό και την αποκαλυπτική σκέψη.

ΑΝΑΦΕΡΕΤΑΙ Ο ΜΟΥΧΑΜΜΑΝΤ ΣΤΟ «ΑΣΜΑ ΑΣΜΑΤΩΝ»;

ΑΝΑΦΕΡΕΤΑΙ Ο ΜΟΥΧΑΜΜΑΝΤ ΣΤΟ «ΑΣΜΑ ΑΣΜΑΤΩΝ»;

Μερικοί μουσουλμάνοι πιστεύουν ότι ο Μουχάμμαντ αναφέρεται στην Παλαιά Διαθήκη, στο Άσμα Ασμάτων 5:16, όπου η μετάφραση των Ο΄ λέει:

«φάρυγξ αὐτοῦ γλυκασμοὶ καὶ ὅλος πιθυμα, οὗτος ἀδελφιδός μου καὶ οὗτος πλησίον μου, θυγατέρες Ιερουσαλήμ».

Εντοπίζουν το όνομα «Μουχάμμαντ» στη λέξη που οι Ο΄ μεταφράζουν ως «επιθυμία», στη φράση που στο εβραϊκό μασοριτικό λέει:
חִכּוֹ מַמְתַקִּים וְכֻלּוֹ מַחֲמַדִּים | זֶה דוֹדִי וְזֶה רֵעִי בְּנוֹת יְרוּשָׁלִָם

Έχουν δίκιο αυτοί οι μουσουλμάνοι; Ας δούμε λίγο πιο αναλυτικά το εδάφιο.

Εβραϊκά

Εβραϊκά (προφορά με φωνήεντα)

Judaica Press
Hkw mmtqym

wklw mHmdym

zh dwdy

wzh r`y

bnwt yrwshlm

Chiku mamtakim

v’khulo makhamaddīm

zeh dodi

v’zeh re’i

b’not yerushalayim.

His palate is sweet

and he is altogether desirable

this is my beloved

and this is my friend

O daughters of Jerusalem

μετάφραση των Ο΄ Μετάφραση Φίλου Μετάφραση μουσουλμάνων
φάρυγξ αὐτοῦ γλυκασμοὶ

καὶ ὅλος πιθυμα,

οὗτος ἀδελφιδός μου

καὶ οὗτος πλησίον μου,

θυγατέρες Ιερουσαλήμ

Ο ουρανίσκος του [είναι] γλυκασμοί·

κι αυτός ολόκληρος επιθυμητός.

Αυτός [είναι] ο αγαπητός μου,

κι αυτός ο φίλος μου,

θυγατέρες τής Ιερουσαλήμ.

Το στόμα του είναι το πιο γλυκό

Είναι ο μέγας Μοχάμμεντ (he is Mohammed the Great)

Αυτός είναι ο αγαπημένος μου,

κι αυτός ο φίλος μου,

θυγατέρες τής Ιερουσαλήμ

Η λέξη mXmDYM (makhamaddīm) στο Άσμα Ασμάτων 5:16 είναι ο πληθυντικός του επιθέτου mXmD (makhmād) = κάτι επιθυμητό, πολύτιμο αντικείμενο. Αφού είναι επίθετο και όχι ουσιαστικό, δεν μπορεί να αποδοθεί ως το κύριο όνομα «Μουχάμμαντ». Επιπλέον ο «επιθυμητός» αυτός ο οποίος περιγράφεται ως εξαιρετικά ωραίος (5:10-16), είναι ο αγαπημένος – όχι ο σύζυγος – κάποιας Σουλαμίτισσας, και βόσκει κοπάδια σε μέρη που ο Μουχάμμαντ δεν πήγε ποτέ του.

Με μια περαιτέρω έρευνα, βλέπουμε ότι η λέξη αυτή απαντάται πολλές φορές στην Π.Δ. και ποτέ δεν δηλώνει όνομα προσώπου.
Τη βρίσκουμε στους Θρήνους 1:10 όπου είναι γραμματικά η ίδια, με το επίθημα θηλυκής κτητικής αντωνυμίας στον ενικό: mXmDYH (makhamaddeyhā) = τα πολύτιμα πράγματά της (κατά τους Ο΄, «τὰ ἐπιθυμήματα αὐτῆς»). Στην υποσημείωση διαβάζουμε: 

Εβρ. “όλα τα επιθυμητά της πράγματα.” Το ουσιαστικό מַחְמָד (makhmad, “επιθυμητό πράγμα”) αναφέρεται σε πολύτιμα αποκτήματα, όπως χρυσάφι και ασήμι που επιθυμούν οι άνθρωποι (π.χ. Έσδρας 8:27 (Ο= ἐπιθυμητὰ ἐν χρυσίῳ)). Αυτό προφανώς αναφέρεται, όχι στα πολύτιμα αποκτήματα της Ιερουσαλήμ γενικά, αλλά στα ιερά αντικείμενα στο Ναό ειδικά, όπως υποδεικνύει το υπόλοιπο του εδαφίου. Για την ανθρωπομορφική εικόνα δείτε το Άσμα Ασμάτων 5:16.»[1]

Ας σημειωθεί ότι στο εδάφιο αυτό έχουμε αιχμαλώτιση των «επιθυμημάτων» από εχθρό.

Η λέξη συναντάται επίσης στους Θρήνους 1:11 (makhamaddēyhem) όπου δίδεται αντί τροφής, και στο 2:4 (makhamaddēy-) όπου φονεύεται από τον Θεό – την ίδια ακριβώς μορφή (makhamaddēy-) και πάθημα έχουμε στον Ωσηέ 9:16 – στα Β΄ Χρονικά 36:19 (makhamaddeyhā) όπου καταστρέφεται, στον Ιωήλ 4:5 (στις αγγλικές εκδόσεις 3:5) (ūmakhamadday) όπου ειδωλολάτρες τον παίρνουν στους ναούς τους. Στις πιο πολλές από αυτές τις περιπτώσεις οι Ο΄ μεταφράζουν την λέξη ως «ἐπιθυμήματα» και «αρεστό (στους οφθαλμούς)».

Η λέξη Makhmad προέρχεται από τη ρίζα KhHD, «το επιθυμείν». Η λέξη Muhammad προέρχεται από τη ρίζα HMD, «το αινείν, το επαινείν». Το ότι έχουν μια ακουστική ομοιότητα δεν σημαίνει ότι έχουν και ίδιο νόημα. Το γλωσσικό αυτό φαινόμενο ονομάζεται « faux amis » και μπορεί να συμβαίνει και σε λέξεις τελείως ομόηχες. Κλασικό παράδειγμα είναι η λέξη gift, που στα αγγλικά σημαίνει «δώρο» ενώ στα γερμανικά και τις σκανδιναβικές γλώσσες σημαίνει «δηλητήριο».

Από τη ρίζα HMD προέρχονται πολλές αραβικές λέξεις οι οποίες βρίσκονται ακόμα και στο Κοράνιο. Για παράδειγμα, ο στίχος 1 της Σούρα Φάτιχα που από τους καθηγητές του Αλ-Άζχαρ μεταφράζεται «Η δόξα ανήκει στον Αλλάχ, τον Άρχοντα όλων των κόσμων» στα αραβικά είναι «Al hamdo lillahi Rabbi ‘lalamin». Όμως παρά τη ρίζα HMD, δεν αναφέρεται ο Μουχάμμαντ εδώ.

Αν η λέξη Makhmad  στο Άσμα Ασμάτων σήμαινε το κύριο όνομα «Μουχάμμαντ», επειδή είναι στον πληθυντικό θα ήταν «οι Μουχάμμαντ». Απολαύστε το:

Ο ουρανίσκος του [είναι] γλυκασμοί·

Είναι οι Μουχάμμαντ

Αυτός (οι Μουχάμμαντ) είναι ο αγαπημένος μου,

κι αυτός (οι Μουχάμμαντ) ο φίλος μου,

θυγατέρες τής Ιερουσαλήμ.

Όμως το παράξενο δεν είναι ότι οι μουσουλμάνοι προσπαθούν να ανακαλύψουν μέσα στη Βίβλο προφητείες για τον Μουχάμμαντ. Είναι αναμενόμενο, αφού δεν υπάρχουν στην πραγματικότητα, ότι θα προσπαθήσουν να επινοήσουν κάποιες. Το παράξενο είναι ότι ψάχνουν για τέτοιες προφητείες μέσα στο Άσμα Ασμάτων. Ο ένας λόγος που είναι παράξενο, είναι ότι το «Άσμα» δεν ανήκει στο Νόμο ή στα προφητικά βιβλία. Στον Αλεξανδρινό ή Ελληνικό Κανόνα υπάγεται στα Ποιητικά – Διδακτικά βιβλία, ενώ στον Παλαιστίνο και μεταγενέστερο Ιουδαϊκό στα Αγιόγραφα (Kethubim), τα οποία συνήθως δεν διαβάζονται στη Συναγωγή.

Ο άλλος λόγος που είναι παράξενο, είναι η γνώμη που εκφράζεται από μουσουλμάνους για το συγκεκριμένο βιβλίο της Παλαιάς Διαθήκης. Για την Ορθόδοξη Εκκλησία, το Άσμα «ἀναφέρεται στὴν προσωπικὴ ἕνωση τῆς ψυχῆς μὲ τὸν Χριστὸ … η ἐπίσκεψη τοῦ Νυμφίου είναι προτύπωση τῆς ἐνσαρκώσεως τοῦ Χριστοῦ, καὶ η ἐμφάνεια τῆς θείας χειρὸς προτύπωση τῶν θαυματουργικῶν πράξεων τοῦ θεανθρώπινου βίου Του·  η νύμφη-ψυχὴ ἔχει ἀκούσει τὴν φωνὴ τοῦ ἀγαπημένου της, ἔχει παραδοθεῖ στὸν Λόγο, ἔχει καταστεῖ ἀδελφή Του, πλησίον, περιστερὰ καὶ τέλεια, ἔχει γίνει ὁρατὴ ἀπὸ τὸν Θεό, ἔχει ἀνοίξει ὁλόκληρη νὰ ὑποδεχθεῖ τὸν βασιλέα τῆς δόξης» (Γρηγόριος Νύσσης). Οι Πατέρες της Εκκλησίας βλέπουν στο Άσμα Ασμάτων αναφορές στην καρδιακή προσευχή ({5.2}[ Ἐγὼ καθεύδω καὶ ἡ καρδία μου ἀγρυπνεῖ.] ) Γενικά στον Χριστιανισμό το Άσμα Ασμάτων κατανοείται ως ένας ύμνος στην αποκλειστική και αγνή αγάπη μεταξύ ενός ζευγαριού, και ως αλληγορία για τον θείο έρωτα. Όμως στο Ισλάμ το «Άσμα Ασμάτων» θίγει τη μουσουλμανική σεμνοτυφία, εξαιτίας της οποίας μεγάλο μέρος της Αγίας Γραφής απορρίπτεται ως χαλκευμένο επειδή αυτά που περιγράφονται εκεί δεν θεωρούνται «ηθικά». Οι μουσουλμάνοι δεν δέχονται ότι ο προφήτης Δαβίδ έκανε μοιχεία και φόνο, ότι ο Λωτ παρασύρθηκε από τις κόρες του σε μεθύσι και κοιμήθηκε μαζί τους, και άλλα τέτοια περιστατικά που δείχνουν ανάγλυφα την αμαρτωλότητα του ανθρώπου πέρα από κάθε ηθικιστικό εξωραϊσμό. Ειδικά το Άσμα Ασμάτων με τις ερωτικές περιγραφές του φαίνεται «σόκιν» και ανάξιο του Θεού σε κάποιους μουσουλμάνους, ορισμένοι από τους οποίους λένε ότι δεν θα έπρεπε να βρίσκεται στη Βίβλο και δεν διστάζουν να το χαρακτηρίσουν πορνογράφημα. Οπότε οι μουσουλμάνοι που θέλουν τον προφήτη τους στο «Άσμα» πρέπει να απολογηθούν σε εκείνους που βλέπουν το ‘Άσμα» ως ένα κυριολεκτικό πορνογράφημα, και να απαντήσουν: τι δουλειά έχει ο «προφήτης» Μουχάμμαντ σ’ ένα πορνογράφημα, να είναι εραστής κάποιας Σουλαμίτισσας που καταπώς φαίνεται, δεν είναι  νόμιμη σύζυγός του; Ίσως η πιο κατάλληλη και περιληπτική απάντηση μπορεί να δοθεί με την ελληνική παροιμία: «στην αναβροχιά, καλό και το χαλάζι».


[1] tn Heb “all her desirable things.” The noun מַחְמָד (makhmad, “desirable thing”) refers to valuable possessions, such as gold and silver which people desire (e.g., Ezra 8:27). This probably refers, not to the valuable possessions of Jerusalem in general, but to the sacred objects in the temple in particular, as suggested by the rest of the verse. For the anthropomorphic image compare Song 5:16.

Οι ρίζες του τριαδολογικού δόγματος

Μια που βρισκόμαστε στην αναστάσιμη περίοδο, δημοσιεύουμε ένα ακόμη ποστ με θεολογικό χαρακτήρα. Είναι απόσπασμα εκτενέστερης εργασίας του ορθόδοξου θεολόγου Θ. Ρηγινιώτη, που δημοσιεύεται με μορφή σχολίων σε μουσουλμανικό μπλογκ. Το αντλούμε από εδώ:

http://nabiallah.wordpress.com/%ce%bf-%cf%80%cf%81%ce%bf%cf%86%ce%ae%cf%84%ce%b7%cf%82-%ce%bc%ce%bf%cf%85%cf%87%ce%ac%ce%bc%ce%bc%ce%b5%ce%bd%cf%84-%cf%83%cf%84%ce%b7-%ce%b2%ce%af%ce%b2%ce%bb%ce%bf/#comment-176

Όταν οι αδελφοί μας μουσουλμάνοι έχουν μπροστά τους τις χαντίθ, εμφανίζονται απολύτως βέβαιοι για την αυθεντικότητά τους – έστω, για την αυθεντικότητα εκείνων που οι πνευματικοί τους διδάσκαλοι έχουν αναγνωρίσει και καταχωρίσει ως αυθεντικές. Φυσικά μπορούν να βρουν πολλά «ορθολογικά» επιχειρήματα για να υποστηρίξουν την άποψή τους, αλλά ο αληθινός λόγος είναι ένας: εμπιστεύονται τις χαντίθ, γιατί θεωρούν εξ ορισμού αξιόπιστους τους συλλέκτες και σχολιαστές τους.

Όταν όμως εμείς επικαλούμαστε λόγια του Ιησού, εκείνοι εύκολα τα απορρίπτουν ως μυθεύματα και πλαστογραφίες. Όταν επικαλούμαστε λόγια των αποστόλων, εκείνοι εύκολα χαρακτηρίζουν τους αποστόλους (τους αγίους αυτούς αυτόπτες μάρτυρες του Ιησού) ως πλαστογράφους. Και όταν επικαλούμαστε λόγια των αγίων Πατέρων της Εκκλησίας, εύκολα βρίσκουν κάθε μομφή να τους προσάψουν, αρκεί να μειώσουν την εγκυρότητα της θεμελιώδους διδασκαλίας του χριστιανισμού.

Στην Καινή Διαθήκη, ο Ίδιος ο Ιησούς ζητάει πίστη στον Εαυτό Του (π.χ. Ιω. 3, 29 και 9, 35-38) και δηλώνει ότι η τιμή προς Αυτόν πρέπει να είναι ίση με την τιμή προς τον Πατέρα (Ιω. 5, 23, «ίνα πάντες τιμώσι τον υιόν καθώς τιμώσι τον πατέρα»). Πώς λοιπόν ο συγγραφέας μας ισχυρίζεται ότι αυτό είναι «ειδωλολατρία» και «προσβολή» προς το Θεό;

Η τριαδολογία του χριστιανισμού δεν επινοήθηκε στην Α΄ Οικουμενική Σύνοδο, αλλά αποτελεί την αποκάλυψη που έκαναν για το Θεό ο Ιησούς και (την Πεντηκοστή) το Άγιο Πνεύμα – αποκάλυψη που βίωσαν και βιώνουν οι άγιοι κάθε γενιάς. Αυτή είναι η πίστη και η ακλόνητη διδασκαλία των χριστιανών αγίων από την αρχή του χριστιανισμού, και φυσικά συνιστά πρόοδο ως προς την Παλαιά Διαθήκη, όπου οι άνθρωποι δεν ήταν ακόμη σε θέση να αντιληφθούν κάτι τέτοιο. Αν η Παλαιά Διαθήκη περιείχε την τέλεια αποκάλυψη του Θεού, δε θα χρειαζόταν να έρθει ο Χριστός, ακόμη και ως προφήτης.

Στην Καινή Διαθήκη η τριαδολογία δεν αναπτύσσεται ούτε διατυπώνεται αναλυτικά, ακριβώς διότι βιώνεται πέρα από κάθε αμφισβήτηση. Φαίνεται όμως ότι υπάρχει, από πλήθος τριαδολογικών αναφορών, όπως οι κλασικές: «βαπτίζοντες αυτούς εις το όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος» (Ματθ. 28, 19) και «η χάρις του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού και η αγάπη του Θεού και Πατρός και η κοινωνία του Αγίου Πνεύματος είη μετά πάντων υμών» (Β΄ Κορινθ. 13 – πρόκειται, κατά τους μελετητές, για φράση από την πρωτοχριστιανική [αποστολική] θεία λειτουργία).

Η γενιά λοιπόν των αγίων αποστόλων πίστευε στην Αγία Τριάδα. Το ίδιο και η αμέσως επόμενη γενιά, των αγίων αποστολικών Πατέρων (1ο μισό του δεύτερου αιώνα μ.Χ.). Πουθενά δεν φαίνεται «μετατόπιση» της πίστης των χριστιανών από κάποιο «μονοπρόσωπο Θεό» προς την Αγία Τριάδα. Για την πίστη των Πατέρων της πρώτης μεταποστολικής γενιάς (των μαθητών των αποστόλων) στην Αγία Τριάδα παραπέμπω στα άρθρα: http://www.oodegr.com/oode/theos/triada1.htm και: http://www.oodegr.com/oode/theos/airetika/da_vinci3.htm.

Οι άγιοι αυτοί, όπως και οι μεταγενέστεροι, καθώς και οι άγιοι των Οικουμενικών Συνόδων, δεν «επινοούσαν» δόγματα, αλλά γνώριζαν την αλήθεια για το Θεό με την ένωση προς Αυτόν, δηλαδή με την αγιότητά τους (θέωση). Η θέωσή τους φαίνεται όχι μόνον από τα θαύματά τους (επαναλαμβάνω ότι οι Πράξεις αναφέρουν πλήθος θαυμάτων των αποστόλων), αλλά και από τον τρόπο ζωής τους, τον γεμάτο αγάπη και αυτοθυσία για τον πλησίον.

Για να γίνει κάπως κατανοητό τι εννοώ, παραπέμπω τον αναγνώστη στο βίο του μεγάλου χριστιανού πνευματικού πατέρα του 20ού αιώνα αγίου Σιλουανού του Αθωνίτη, γραμμένο από το μαθητή του και επίσης άγιο Σωφρόνιο Σαχάρωφ (έκδ. Ιεράς Μονής Τιμίου Προδρόμου, Έσσεξ Αγγλίας). Εκεί θα αντιληφθεί τι σημαίνει «αγιοπνευματικός φωτισμός» και «γνώση του Θεού διά του Αγίου Πνεύματος». Ως προς την Αγία Γραφή, θα το αντιληφθεί κάπως διαβάζοντας τις Πράξεις των αποστόλων, όχι μόνο το κεφ. 2 (όπου περιγράφεται η κάθοδος του Αγίου Πνεύματος κατά την Πεντηκοστή), αλλά ολόκληρο το έργο.

Το γεγονός ότι η τριαδολογία είναι η αρχική διδασκαλία του χριστιανισμού φαίνεται και από το σάλο που προκλήθηκε, όταν ο Άρειος (ιερέας στην Αλεξάνδρεια) άρχισε να διδάσκει ότι ο Υιός δεν είναι Θεός. Όχι μόνο δε φαίνεται πουθενά (ας μας υποδείξει κάποιος μία πηγή) «μετατόπιση» της χριστιανικής θεολογίας προς την τριαδολογία, αλλά, αντίθετα, φαίνεται ότι κάποιοι μετατοπίστηκαν κατά καιρούς από την τριαδολογία προς διάφορες απόπειρες «διάσωσης του απόλυτου μονοθεϊσμού», επειδή προσπαθούσαν να κατανοήσουν τη θεολογία διανοητικά (σαν φιλόσοφοι) και όχι να τη βιώσουν με την ένωση προς το Θεό (ως άγιοι). Αυτοί ήταν οι «μοναρχιανοί», που χωρίζονταν σε δύο κλάδους και δίδασκαν είτε ότι ο Ένας Θεός εμφανίστηκε ο Ίδιος σαν Πατέρας στην Παλαιά Διαθήκη, σαν Υιός στην Καινή και σαν Άγιο Πνεύμα στην Εκκλησία (τροπικοί μοναρχιανοί ή πατροπασχίτες), είτε ότι ο Χριστός ήταν ένας κοινός άνθρωπος που αναδείχθηκε σε Θεό λόγω της ανυπέρβλητης ηθικής του καθαρότητας (δυναμικοί μοναρχιανοί ή υιοθετιστές). Ο Άρειος ήταν η μετεξέλιξη του δυναμικού μοναρχιανισμού.

Λόγω των πρώτων μοναρχιανών, κάποιοι πρώιμοι χριστιανοί διδάσκαλοι έκαναν κάποιες απόπειρες να διατυπώσουν λεκτικά την τριαδολογία – οι απόπειρες αυτές δεν ήταν απόλυτα επιτυχημένες, και δίνουν στο συγγραφέα μας παρακάτω τη χαρά να επισημάνει διάφορες «αδυναμίες» της. Όμως η τριαδολογία εκφράστηκε με τον καλύτερο δυνατό τρόπο από τους Πατέρες της Νίκαιας και την επόμενη γενιά, από το Μ. Αθανάσιο (που συμμετείχε στη Νίκαια ως διάκονος), το Μέγα Βασίλειο και άλλους (βλ. http://www.oodegr.com/oode/dogmat1/doc_theos2.htm).

Αυτοί οι άγιοι, εξαιτίας των αιρέσεων, διατυπώνουν λεκτικά την κατ’ ουσίαν «άρρητη» εμπειρία τους από την παρουσία του Θεού εντός τους. Για μας είναι τόσο έγκυροι, όσο είναι για τους μουσουλμάνους ο Μωάμεθ. Γνωρίστε το βίο τους και μάθετε για τις εμπειρίες τους και θα καταλάβετε το γιατί.

Η Αγία Τριάδα στη Βίβλο

Ας δούμε τώρα αυτό που ενδιαφέρει τους μουσουλμάνους και όλους τους «ορθολογιστές»: η Βίβλος υποστηρίζει την τριαδολογία; Φυσικά, εμείς απαντάμε καταφατικά. Η τριαδολογία δεν είναι ξένη προς τη Βίβλο. Ωστόσο –επαναλαμβάνω– δεν περιμένουμε να μας πει η Βίβλος για το Θεό, διότι ο Θεός (διά της άκτιστης χάριτός Του) βρίσκεται κάθε στιγμή εντός της νοεράς καρδίας των αγίων μας και εκεί τους διδάσκει την αλήθεια γι’ Αυτόν (τέτοιος άγιος μπορεί να είναι κι ένας φτωχός και παραμελημένος γείτονάς μας κι όχι οπωσδήποτε κάποιο «στέλεχος» της θεσμικής Εκκλησίας – http://www.oodegr.com/oode/epistimi/genika/epist_erevna_theou1.htm). Θα αναφερθούμε στο θέμα της βιβλικής τριαδολογίας για χάρη των αδελφών μας μουσουλμάνων και λοιπόν «αντιτριαδιστών», που αναλίσκονται σε φιλολογικές αναλύσεις, αναζητώντας με το μικροσκόπιο τι λέει η Βίβλος για το ένα ή το άλλο θέμα και ξεχνώντας να ρωτήσουν απευθείας τον Ίδιο το Θεό με νηστεία, προσευχή, εξομολόγηση και (επιτρέψτε μου) θεία κοινωνία. Το σωστό θα ήταν να ερευνήσουν έτσι, όσα χρόνια κι αν κρατήσει η έρευνά τους – σαν αγωνιστές κι όχι σαν φιλόλογοι. Φιλολογικά, μπορούμε να ανακαλύψουμε ή και να επινοήσουμε όσα επιχειρήματα και αντεπιχειρήματα θέλετε.

Παρόλα αυτά, ας ξεκινήσουμε, Θεού θέλοντος.

1. Παλαιά Διαθήκη

Η Παλαιά Διαθήκη αποτελεί «σκιά» της βασιλείας του Θεού («των μελλόντων αγαθών»), καθώς απευθύνεται στη νηπιώδη ανθρωπότητα (πρβ. Α΄ Κορινθίους, 13, 11: «ότε ήμην νήπιος, ως νήπιος ελάλουν, ως νήπιος εφρόνουν, ως νήπιος ελογιζόμην× ότε δε γέγονα ανήρ, κατήργηκα τα του νηπίου»). Η Καινή Διαθήκη πάλι δεν είναι η ίδια η βασιλεία του Θεού, αλλά «τύπος» της (προτύπωση). Η βασιλεία του Θεού είναι η κατάσταση στην οποία εισέρχεται ο άνθρωπος καθώς προχωρεί στη θέωση και ολοκληρωτικά θα τη δούμε από τη δευτέρα παρουσία και μετά («βλέπομεν γαρ άρτι δι’ εσόπτρου και εν αινίγματι, τότε δε πρόσωπον προς πρόσωπον», Παύλος).

Έτσι, στην Π.Δ. η Αγία Τριάδα αποκαλύπτεται «συνεσκιασμένα» (σκιωδώς), καθώς οι άνθρωποι, μη έχοντας ακόμη την ένωση Θεότητας και ανθρωπότητας, που συντελέστηκε στο πρόσωπο του Χριστού, και τη χάρη του Αγίου Πνεύματος, που ξεχύθηκε στην ανθρωπότητα κατά την πεντηκοστή, δε μπορούσαν ακόμη να αντέξουν την αποκάλυψη αυτή (όπως και οι αντιτριαδικές αιρέσεις και οι μουσουλμάνοι, οι οποίοι, ας μου επιτραπεί να το πω, αποκρούουν αυτή τη χάρη, ίσως από ατολμία, μένοντας προσκολλημένοι στη νηπιώδη προ Χριστού κατάσταση). Το ότι δεν είχαν ακόμη αυτά τα πλεονεκτήματα δεν είναι «αδικία του Θεού σε βάρος τους», διότι η Π.Δ. είναι ακριβώς το πρώτο στάδιο της πορείας που οδήγησε στην κάθοδο του Χριστού και του Αγ. Πνεύματος (Παρακλήτου). Οι δε προ Χριστού νεκροί γνώρισαν επίσης το Χριστό και συμμετείχαν (ελεύθερα και εφόσον το θέλησαν) στο παγκόσμιο Σώμα Του (την Εκκλησία) κατά την κάθοδό Του στον Άδη με το σταυρικό θάνατό Του, όταν «τοις εν φυλακή πνεύμασι πορευθείς εκήρυξεν» (Α΄ επιστολή του αγίου αποστόλου Πέτρου, 3, 19-20).

Στην Π.Δ. λοιπόν η Αγία Τριάδα αποκαλύπτεται τουλάχιστον με έξι τρόπους:

1. Με τον πληθυντικό αριθμό στα χωρία Γέν. 1, 26 («ας φτιάξουμε άνθρωπο κατά την εικόνα και την ομοίωσή μας») και Γέν. 11, 7 («ας κατεβούμε και ας τους μπερδέψουμε τις γλώσσες»).

Στους στίχους αυτούς ο Θεός σίγουρα δεν μιλάει στους αγγέλους Του, διότι ούτε συνεργάστηκαν μαζί Του στη δημιουργία του ανθρώπου, ούτε αναφέρεται κάπου ότι ο άνθρωπος είναι πλασμένος «κατ’ εικόνα και ομοίωσιν» και των αγγέλων. Ωστόσο, δε χρησιμοποιεί ούτε το λεγόμενο «πληθυντικό της μεγαλοπρέπειας», δηλαδή να μιλήσει για τον Εαυτό Του στον πληθυντικό αντί για τον ενικό, κατά τη βασιλική συνήθεια. Αν ο Θεός χρησιμοποιούσε «πληθυντικό της μεγαλοπρέπειας», θα έπρεπε να τον χρησιμοποιεί σε όλη τη διάρκεια της Αγίας Γραφής, δηλαδή ούτε μια φορά να μη λέει «Εγώ, ο Θεός», αλλά πάντα «Εμείς, ο Θεός». Κάτι τέτοιο όμως δε συμβαίνει.

Αντίθετα, υπάρχει Κάποιος, με τον Οποίο συνεργάστηκε ο Θεός κατά τη δημιουργία όλων των δημιουργημάτων Του: ο Υιός (Ιω. 1, 3, Α΄ Κορινθίους,, 8, 6, Κολ. 1, 16-17). Για μας είναι φανερό (και κανένα απολύτως λόγο δεν έχουμε να αμφιβάλλουμε) ότι ο Θεός μιλάει με τον Υιό, που είναι ο Λόγος και η Σοφία Του.

Εδώ οφείλω να αναφέρω ότι ο απόστολος Παύλος, στην προς Κολοσσαείς, 1, 16-17, γράφει για το Χριστό: «ότι εν αυτώ εκτίσθη τα πάντα, τα εν τοις ουρανοίς και τα επί της γης, τα ορατά και τα αόρατα, είτε θρόνοι είτε κυριότητες είτε αρχαί είτε εξουσίαι. τα πάντα δι’ αυτού και εις αυτόν έκτισται. και αυτός εστί προ πάντων και τα πάντα εν αυτώ συνέστηκε».

2. Με την εμφάνιση των Τριών Ανδρών στον Αβραάμ στο κεφ. 18 της Γένεσης. Εκεί είναι φανερό ότι ο Αβραάμ αντιμετωπίζει και τους Τρεις ως ισότιμους. Ήρθε «να Τους συναντήσει», είπε και στους Τρεις να καθίσουν, να πλυθούν, να φάνε κ.τ.λ., χαρακτήρισε τον εαυτό του «υπηρέτη Τους» και Εκείνοι του απάντησαν σαν με ένα στόμα (στ. 5). Και οι Τρεις μαζί «έφαγαν» και, όταν σηκώθηκαν, «κοίταξαν προς τα Σόδομα και τα Γόμορρα».

Η ιδέα ότι πρόκειται για το Θεό και δύο τιμητικούς συνοδούς αγγέλους είναι απλά άτοπη. Το ότι στο τέλος Το ότι φαίνεται οι Δύο να φεύγουν και «ο Κύριος» να μένει και να μιλάει με τον Αβραάμ, δε σημαίνει ότι οι άλλοι Δύο δεν ήταν Κύριοι. Υπόψιν ότι λέει «οι άνδρες έφυγαν» και όχι «οι δύο άνδρες», σα να είχαν φύγει και οι Τρεις – προφανώς επειδή στο Θεό δεν υπάρχει αρίθμηση που να διαχωρίζει τον Έναν από τους Άλλους.

Υπάρχει στο χριστιανισμό η ιδέα ότι, επειδή ο Θεός Πατήρ θεωρείται «πάντη αόρατος», το δε Άγιο Πνεύμα δεν συνηθίζει να εμφανίζεται με μορφή ανθρώπου, οι Τρεις Άνδρες ήταν ο Υιός και δύο άγγελοι «εις τύπον» (συμβολισμό) του Πατρός και του Αγίου Πνεύματος. Πιθανόν. Πάντως είναι αδιαφιλονίκητο ότι ήρθαν ως η Τριαδική Θεότητα και έτσι αναγνωρίστηκαν και αντιμετωπίστηκαν από τον άγιο πατριάρχη Αβραάμ και δέχτηκαν αναντίρρητα αυτή την αντιμετώπιση.

3. Με τους ανεξήγητους (για μας, «τριαδικούς») πληθυντικούς στις προφητείες, όπου φαίνεται α) ότι εντός της Θεότητος υπάρχουν περισσότερα από ένα πρόσωπα (π.χ. Οβδιού, 1), β) ότι εμφανίζονται τουλάχιστον δύο «Κύριοι», που ο Ένας στέλνει στη Γη τον Άλλο: π.χ. Ζαχαρία, κατά τους Ο΄ 2, 12-15 [στο Μασσωριτικό (εβρ. κείμενο), Ζαχ. 2, 8-11], Ησαΐα, 45, 1. 45, 14-15. 48, 12-16. Αμώς 4, 11, Μιχαίας 4, 6-7. 6, 1-2, Μαλαχίας 1, 9. 3, 1-5, Σοφονίας κεφ. 1, Ιερεμίας 11, 9-11 και 17. 12, 14. 14, 15. 17, 13. 23, 1-2 (ο προφήτης δεν θα έλεγε «το λαό μου», μόνον ο Θεός το λέει αυτό). 33, 4-5 (Ο΄, 40, 4-5). Δείτε επίσης και Έξοδος 21, 13. 31, 17. 34, 5-6, Δευτ. 28, 13-14 και 20 (μιλάει ο Θεός, όπως φαίνεται στους στ. 2 και 62, αλλά και στο 29, 1, λέει «σε διατάζω» και «με εγκατέλειψες» κι όμως παράλληλα αναφέρεται «στον Θεό» σα να πρόκειται για Άλλο Πρόσωπο) κ.λ.π. (επί του θέματος, «ξεναγός μου» στην Π.Δ. ήταν η εξαίρετη μελέτη του καθηγητή Νικόλαου Σωτηρόπουλου Ο Ιησούς Γιαχβέ).

Σημείωση: πάντα ο «Κύριος», που μιλάει διά του στόματος των προφητών, είναι ο Θεός, ανεξάρτητα αν είναι μετάφραση του Γιαχβέ ή του Αδονάι, του Ελοχείμ κ.τ.λ. Το επισημαίνω, για να προλάβω τυχόν βεβιασμένη απολογία μουσουλμάνων, ότι μπορεί κάποια «Κύριος» να υπονοούν κάτι ή κάποιον άλλο.

4. Η εμφάνιση του περίφημου «αγγέλου του Θεού», που συγχρόνως είναι και προσκυνητός και χαρακτηρίζεται επίσης Θεός ή Κύριος. Ας μιλήσουμε λίγο γι’ Αυτόν:

Εκείνος που εμφανίστηκε στο Μωυσή μέσα από τη φλεγόμενη βάτο χαρακτηρίζεται «άγγελος Κυρίου» (Έξοδος, 3, 2). Κατά τη θεόπνευστη απολογία του αγίου Στεφάνου στις Πράξ. 7, 38, Εκείνος ήταν που μίλησε στο Μωυσή. Στο Μωυσή όμως μίλησε μόνον ο Γιαχβέ –άρα ο άγγελος Κυρίου ήταν που ονόμασε τον Εαυτό Του «Γιαχβέ»!

Προφανώς είναι ο Ίδιος «άγγελος» που εμφανίστηκε στην περιπλανώμενη Άγαρ (Γέν. 16, 7-14) και της είπε «θα πολλαπλασιάσω τους απογόνους σου» («Εγώ», όχι «ο Θεός»). Ποτέ στην Αγία Γραφή ο απεσταλμένος του Θεού δε μεταφέρει τα λόγια του Θεού σα να ήταν ο ίδιος ο Θεός! Ακόμη και οι προφήτες, που μεταφέρουν λόγια του Θεού σε πρώτο πρόσωπο, πάντα ξεκινούν με τη φράση «τάδε λέγει Κύριος». Προφανώς το ίδιο ισχύει και στην περίπτωση του Κορανίου: ο αφηγητής του πληροφόρησε το Μωάμεθ ότι είναι «ο άγγελος Γαβριήλ», αλλιώς πώς το ήξερε ο Μωάμεθ;

Το Γέν. 16, 13, χαρακτηρίζει καθαρά Αυτόν τον άγγελο «Κύριο» και η Άγαρ Τον ονόμασε «ο Θεός ο επιδών με» και εξεπλάγη που αξιώθηκε να Τον αντικρίσει. Αν είχε κάνει λάθος, περνώντας έναν απλό άγγελο για το Θεό, εκείνος θα το διευκρίνιζε. Για του λόγου του αληθές, βλ. π.χ. Λουκ. 1, 11-20 και 26-38.

Μια ακόμη φορά που εμφανίζεται αυτό το «περίεργο» Ον είναι στο Γέν. 32, 24-32, στην πάλη του Ιακώβ με τον Θεό στο πέρασμα του Ιαβώκ. Ο Ιακώβ αντιμετωπίζει τον άγνωστο αντίπαλό του ως «το Θεό», Τον καλεί να τον ευλογήσει και εκπλήσσεται που Τον είδε πρόσωπο με πρόσωπο και επέζησε. Και ο Θεός Εκείνος μετονομάζει τον Ιακώβ σε Ισραήλ, κάνοντας μια χαρακτηριστική πράξη, την οποία κάνει μόνον ο Θεός (Γέν. 17, 5 και 15).

Για την ταύτιση του αγγέλου τούτου με το Θεό, παραθέτω και τις εξής μαρτυρίες: α) Στο Γέν. 31, 11-13, εμφανίζεται στον Ιακώβ «ο άγγελος του Θεού», ο οποίος του λέει: «Εγώ ειμί ο Θεός ο οφθείς σοι [=που σου φανερώθηκα] εν τόπω Θεού, ού ήλειψάς μοι εκεί στήλην…»! (εννοεί το όραμα της σκάλας προς τον ουρανό, στο Γέν. 28, 12-22).

β) Στο Γέν. 35, 1-15, ο Θεός στέλνει τον Ιακώβ να κατασκευάσει θυσιαστήριο «για το Θεό που του φανερώθηκε όταν έφευγε από τον αδελφό του», δηλαδή για Εκείνον, με τον οποίο πάλευε στο Ιαβώκ. Αυτό δηλώνει, αφενός, ότι «Ένας Θεός» τον διέταξε να φτιάξει θυσιαστήριο για έναν «άλλο Θεό», και αφετέρου ότι θα πρόσφερε θυσίες προς τιμήν του «αγγέλου», άρα ο άγγελος ήταν Θεός.

γ) Δίνοντας ο Ιακώβ την ευλογία του στα εγγόνια του, τα παιδιά του Ιωσήφ, λέει: «ο Θεός, ώ ευηρέστησαν οι πατέρες μου ενώπιον αυτού, Αβραάμ και Ισαάκ, ο Θεός ο τρέφων με εκ νεότητος έως της ημέρας ταύτης, ο άγγελος ο ρυόμενός με [=ο σώζων με] εκ πάντων των κακών ευλογήσαι τα παιδία ταύτα…» κ.τ.λ. (Γέν. 48, 15-16 – οφείλω την επισήμανση του τελευταίου χωρίου σε ομιλία του Μιχάλη Μαυροφοράκη δημοσιευθείσα στο διαδίκτυο).

Αυτός ο ορατός Θεός, που είναι συγχρόνως και «άγγελος» (αγγελιαφόρος) του Θεού, κατά τους χριστιανούς είναι ο Υιός, επειδή  Εκείνος χαρακτηρίζεται «μεγάλης βουλής άγγελος», Ησαΐα 9, 6, και «άγγελος της διαθήκης», Μαλαχία 3, 1. Είναι ο απεσταλμένος της μεγάλης βουλής (απόφασης) του Θεού για τη σωτηρία των ανθρώπων. Ολόκληρη η Π.Δ. είναι η προετοιμασία για την έλευσή Του (ως Ιησού Χριστού), που είναι και η εκπλήρωση της πρωταρχικής προφητείας, Γέν. 3, 15 και όλων των μεσσιανικών προφητειών.

5. Με την εμφάνιση της Σοφίας του Θεού, ενός ξεκάθαρα θεϊκού όντος, που μάλιστα μιλάει διά στόματος των προφητών σε πρώτο πρόσωπο, όπως μόνον ο Θεός κάνει, στα βιβλία Παροιμίες, Ιωβ, Σοφία Σολομώντος και Σοφία Σειράχ.

Εγώ από στόματος Υψίστου εξήλθον και ως ομίχλη κατεκάλυψα γην. εγώ εν υψηλοίς κατεσκήνωσα, και ο θρόνος μου εν στύλω νεφέλης. γύρον ουρανού εκύκλωσα μόνη και εν βάθει αβύσσων περιεπάτησα. εν κύματι θαλάσσης και εν πάση τη γη και εν παντί λαώ και έθνει εκτησάμην… έτι διδασκαλίαν ως προφητείαν εκχεώ [=θα αναβλύσω] και καταλείψω αυτήν εις γενεάς αιώνων. ίδετε ότι ουκ εμοί μόνω εκοπίασα, αλλά πάσι τοις εκζητούσιν αυτήν» (Σοφία Σειράχ, κεφ. 24).

«…και μετά σου η σοφία η ειδυία τα έργα σου και παρούσα, ότε εποίεις τον κόσμον… Εξαπόστειλον αυτήν εξ αγίων ουρανών και από θρόνου δόξης σου πέμψον αυτήν…» (Σοφία Σολομώντος, 9, 9-10).

Η Σοφία είναι παρούσα όταν ο Θεός έκτιζε τον κόσμο και προφητεύεται η αποστολή της στον κόσμο. «Εξήλθε το στόμα του Θεού» (δηλαδή είναι ο Λόγος Του) και θα αναβλύσει διδασκαλία και προφητεία, που θα την αφήσει για πάντα στη γη. Είναι «η μήτηρ της αγαπήσεως της καλής και της οσίας ελπίδος, του φόβου» (=της συστολής) «και της γνώσεως» (Σοφία Σειράχ, κεφ. 24) και, κατά τους χριστιανούς, ταυτίζεται με τον Υιό. «Χριστός, Θεού Δύναμις και Θεού Σοφία» κατά τον Παύλο (Α΄ Κορινθίους, 1, 24). «Νους, Λόγος, Σοφία, Υιός του Πατρός, και απόρροια, ως φως από Πυρός, το Πνεύμα» γράφει ήδη το 2ο αι. για τον Ιησού ο απολογητής άγιος Αθηναγόρας ο Αθηναίος (Πρεσβεία περί χριστιανών, κεφ. 24).

Σύγκρινε τις παραπάνω περιγραφές της Σοφίας με τις ακόλουθες αναφορές για τον Υιό, δηλ. το Χριστό:

«Εν αρχή ην ο Λόγος και ο Λόγος ην προς τον Θεόν [=δίπλα στο Θεό] και Θεός ην ο Λόγος. Ούτος ην εν αρχή προς τον Θεόν. πάντα δι’ αυτού εγένετο, και χωρίς αυτού εγένετο ουδέ έν ό γέγονεν. εν αυτώ ζωή ην, και η ζωή ην το φως των ανθρώπων. και το φως εν τη σκοτία φαίνει, και η σκοτία αυτό ου κατέλαβεν […] Ην το φως το αληθινόν, ό φωτίζει πάντα άνθρωπον ερχόμενον εις τον κόσμον. εν τω κόσμω ην, και ο κόσμος δι’ αυτού εγένετο, και ο κόσμος αυτόν ουκ έγνω [=δεν τον αναγνώρισε]. […] και ο Λόγος σαρξ εγένετο και εσκήνωσεν εν ημίν, και εθεασάμεθα [=είδαμε] την δόξαν αυτού [=το φως Του], δόξαν ως μονογενούς παρά πατρός, πλήρης χάριτος και αληθείας. […] Θεόν ουδείς εώρακε πώποτε [=κανείς δεν είδε ποτέ το Θεό]. ο μονογενής υιός ο ων εις τον κόλπον του πατρός, εκείνος εξηγήσατο» (Ιω. 1, 1-5. 9-10. 14. 18).

Σε απόλυτη συνάφεια ο απόστολος Παύλος αναφέρει για τον Υιό:

«…ός εστίν εικών του Θεού του αοράτου, πρωτότοκος πάσης κτίσεως [=γεννημένος πριν από κάθε δημιούργημα], ότι εν αυτώ εκτίσθη τα πάντα, τα εν ουρανοίς και τα επί της γης, τα ορατά και τα αόρατα, είτε θρόνοι είτε κυριότητες είτε αρχαί είτε εξουσίαι. τα πάντα δι’ αυτού και εις αυτόν έκτισται. και αυτός εστί προ πάντων, και τα πάντα εν αυτώ συνέστηκε, και αυτός εστίν η κεφαλή του σώματος, της εκκλησίας, ός εστίν αρχή, πρωτότοκος εκ των νεκρών, ίνα γένηται εν πάσιν αυτός πρωτεύων, ότι εν αυτώ ευδόκησε παν το πλήρωμα κατοικήσαι […]» (προς Κολοσσαείς, 1, 15-19).

Οι Παροιμίες είναι γραμμένες από τον προφήτη και βασιλιά Σολομώντα. Η θέση του βιβλίου του Ιώβ επίσης είναι αδιαμφισβήτητη εντός της Αγίας Γραφής. Για να προλάβω ωστόσο τυχόν υποβάθμιση των βιβλίων Σοφία Σολομώντος και Σοφία Σειράχ από τους αδελφούς μας μουσουλμάνους απολογητές, διευκρινίζω ότι: τα δύο βιβλία αυτά ανήκουν στην Παλαιά Διαθήκη κατά τους Ο΄. Είναι από τα βιβλία που γράφτηκαν απευθείας στα ελληνικά, γι’ αυτό δεν περιελήφθησαν ποτέ στο εβραϊκό Μασσωριτικό (Μ). Όμως το Ο΄ είναι η Παλαιά Διαθήκη που χρησιμοποιούν οι θεόπνευστοι συγγραφείς της Καινής Διαθήκης, οι οποίοι χρησιμοποιούν και τα βιβλία που λείπουν από το Μ. Μερικά παραδείγματα: Ματθ. 9, 36 (Ιουδίθ 11, 19), Ματθ. 22, 25-28 (Τωβίτ 3, 8 και 5, 11), Ματθ. 27, 41-43 (Σοφ. Σολ. 2, 12-20), Ρωμαίους, 1, 21 (Σοφ. Σολ. 13, 1), Ρωμαίους, 9, 21 (Σοφ. Σολ. 15, 7), Ρωμαίους, 10, 6 (Βαρούχ 3, 29), Ιάκ. 1, 19 (Σοφία Σειράχ 5, 11), Α΄ Πέτρ. 1, 6-7 (Σοφ. Σολ. 3, 5-6) κ.λ.π. Πρώτη φορά χριστιανοί απέρριψαν το Ο΄ και στράφηκαν στο Μ μετά την προτεσταντική μεταρρύθμιση (16ος αι.), νομίζοντας ότι ξέρουν καλύτερα από τους συγγραφείς της Καινής Διαθήκης και τους πρώτους χριστιανούς (στην πραγματικότητα, για να διαφοροποιηθούν από τους ρωμαιοκαθολικούς). Έτσι τα βιβλία αυτά «εξορίστηκαν» από τη χριστιανική Αγία Γραφή. Δυστυχώς και μερικές εκδόσεις που επιμελήθηκαν ορθόδοξοι (π.χ. Βάμβας) ακολούθησαν αυτό το λάθος, λόγω προτεσταντικών επιδράσεων.

Το όνομα Σοφία για το Χριστό είναι τόσο βασικό, που ο περίφημος καθεδρικός ναός της Κωνσταντινούπολης, ο αφιερωμένος σ’ Αυτόν, ονομάζεται Ναός της του Θεού Σοφίας, Αγία Σοφία. Ο ναός αυτός προκάλεσε σειρά ομώνυμων ναών στο Κίεβο, τη Θεσσαλονίκη και άλλες ορθόδοξες πόλεις.

6. Η ύπαρξη πολλών προσώπων στη Θεότητα φαίνεται και από τις προφητείες, κατά τις οποίες διά στόματος των προφητών μιλάει ο αναμενόμενος και μελλοντικά ερχόμενος Μεσσίας (βλ. π.χ. Ζαχαρίας, 11, 4-14, ιδ. 11-14). Εφόσον ο Μεσσίας μιλάει διά στόματος των προφητών, επομένως είναι Θεός, αφενός επειδή μόνον ο Θεός έχει αυτή την ιδιότητα (να μιλάει σε πρώτο πρόσωπο διά στόματος των προφητών) και αφετέρου επειδή και σε αυτές τις προφητείες (εκτός από τους προφητικούς ψαλμούς του Δαβίδ) οι προφήτες ξεκινούν με τη φράση «Αυτά λέει ο Κύριος».

Ένα παράδειγμα είναι το Ησαΐα 61, 1-2, που ο Χριστός το χρησιμοποίησε ως αναφορά στον εαυτό Του (Λουκ. 4, 17-21). Επομένως σ’ αυτό το κεφάλαιο δε μιλάει ο προφήτης, αλλά διά στόματος του προφήτη μιλάει ο μελλοντικός Μεσσίας, ο Υιός. Και Αυτός, ο Ίδιος, στο στ. 8 λέει: «διότι εγώ είμαι Κύριος που αγαπά τη δικαιοσύνη και μισεί την αδικία… και θα συστήσω γι’ αυτούς διαθήκην αιώνιον» κ.τ.λ.

Είπαμε ότι υπάρχουν και οι προφητικοί Ψαλμοί (χριστολογικοί/μεσσιανικοί), όπου ο Μεσσίας μιλάει διά του προφήτη. Μερικά παραδείγματα Ψαλμ. 68, 22 («μου έδωσαν χολή για τροφή και στη δίψα μου με πότισαν ξύδι», βλ. Ματθ. 27, 48), Ψαλμ. 21, 2 («Θεέ μου, Θεέ μου, πρόσεξέ με, γιατί με εγκατέλειψες;», βλ. Ματθ. 27, 46), Ψαλμ. 21, 19 («μοίρασαν μεταξύ τους τα ρούχα μου και έβαλαν κλήρο για τα ενδύματά μου», Ιω. 19, 23-24), κ.ά. (για τη θεία έμπνευση των Ψαλμών βλ. και στο Κοράνι, σούρα 4, 163).

[Σημείωση: Ο Ιησούς κραύγασε πάνω στο σταυρό «Θεέ μου, Θεέ μου, γιατί με εγκατέλειψες;», γιατί στην ανθρώπινη ζωή Του πέρασε όλα τα βάσανα που περνάει ο άνθρωπος, μεταξύ των οποίων και την αίσθηση ότι ο Θεός τον έχει εγκαταλείψει. Με αυτό τον τρόπο καθαγίασε τα βάσανα των ανθρώπων και τα μετέτρεψε σε δρόμο για να πλησιάσουμε το Θεό (αν τα υπομείνουμε με πίστη και υπομονή, όπως Εκείνος)].

2. Καινή Διαθήκη

Για τις τριαδολογικές αναφορές της Καινής Διαθήκης μιλήσαμε ήδη στα προηγούμενα. Αναφορές όπως: «βαπτίζοντες αυτούς Εις το όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος» (Ματθ. 28, 19) και «η χάρις του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού και η αγάπη του Θεού και Πατρός και η κοινωνία του Αγίου Πνεύματος είη μετά πάντων υμών» (Β΄ Κορινθ. 13), ξέρουμε πολύ καλά ότι υπάρχουν επειδή οι χριστιανοί ενώνονταν με τον Τριαδικό Θεό και δεν «πίστευαν» και «λάτρευαν» ένα «μονοπρόσωπο Θεό», με τον οποίο δεν είχαν άμεση επαφή, αλλά απλώς «διάβαζαν γι’ Αυτόν στην Π.Δ.».

Ο συγγραφέας του παρόντος παρακάτω προσπαθεί να μας πείσει ότι η εντολή του Χριστού για βάπτισμα στο όνομα της Αγίας Τριάδας δεν αποκαλύπτει την τριαδικότητα του Θεού. Η προσπάθεια αυτή είναι αστεία. Ξέρουμε πολύ καλά τι εννοεί ο Χριστός, γιατί έχει αποδειχθεί και επιβεβαιωθεί αναρίθμητες φορές στην ιστορία της Εκκλησίας, στις εμπειρίες των αγίων και πολλών απλών χριστιανών καθαρών στην καρδιά – δεν περιμένουμε από ένα μη χριστιανό να μας εξηγήσει εξετάζοντας τα κείμενα από φιλολογική άποψη.

Ας ξεκινήσουμε από αυτό που αποκαλύπτει η Κ.Δ. για την ακριβή σχέση του Χριστού προς το Θεό:

Για τη σχέση του Υιού με τον Πατέρα η Κ.Δ. είναι σαφής. Είναι «ο μονογενής υιός» του Πατρός (Ιω. 1, 14 και 18, Ιω. 3, 16 και 18). Στα δύο τελευταία χωρία ο Ίδιος ο Ιησούς χαρακτηρίζει έτσι τον εαυτό Του.

Ο όρος «ο μονογενής υιός» σημαίνει τα εξής:

α) Ο Πατήρ Τον γέννησε, δεν Τον δημιούργησε. Αν Τον είχε δημιουργήσει, θα μπορούσε να χαρακτηριστεί «υιός» μεταφορικά, όμως δεν θα ήταν ο μονογενής. Το να χαρακτηριστεί υιός μονογενής ένα δημιούργημα (κι όχι γέννημα) είναι κάτι το τραγικό και ταιριάζει μόνο σε στείρα ανθρώπινα ζευγάρια, όχι στο Θεό. Άλλωστε η Αγία Γραφή είναι και σ’ αυτό σαφής: «Υιός μου ει συ, εγώ σήμερον γεγέννηκά σε» (= σε γέννησα), Εβρ. 1, 5, από τον Ψαλμό 2, 7 (όλος ο Ψαλμός 2 αναφέρεται στο Μεσσία).

β) Ο Πατήρ δεν έχει άλλο υιό. Όλοι οι άλλοι που χαρακτηρίζονται «υιοί Θεού», άγγελοι ή άνθρωποι, είναι υιοί Του λόγω υιοθεσίας (Ρωμαίους, 8, 15, Γαλάτας, 3, 26), την οποία μάλιστα προκάλεσε ο Υιός «τοις πιστεύουσιν εις το όνομα αυτού» (σ’ αυτούς που πιστεύουν στο όνομά Του) δίνοντάς τους «την εξουσία» να γίνουν παιδιά του Θεού (Ιω. 1, 12). Ο Υιός όμως είναι φυσικός Υιός του Πατρός, όχι υιοθετημένος: υιός μονογενής.

γ) Όταν ο Θεός ονομάζεται «ο Πατήρ» (χωρίς άλλο προσδιορισμό, χωρίς δηλαδή να αναφέρεται τίνος Πατήρ είναι), ονομάζεται έτσι διότι είναι Πατήρ του Υιού. Ο Υιός πάλι λέγεται «ο Υιός» (χωρίς άλλο προσδιορισμό), ως ο Υιός του Πατρός. Βλ. π.χ. Λουκ. 10, 22, Ιω. 5, 19-26, Εβρ. 1, 1 κ.λ.π.

Εξυπακούεται ότι ο Θεός δεν γέννησε «σαν γυναίκα». Η γέννηση του Υιού, όπως και η εκπόρευση του Αγίου Πνεύματος, είναι «μυστηριώδης» και «θεοπρεπής» (=ταιριαστή στο Θεό), δε μοιάζει με οτιδήποτε μπορεί να φανταστούμε ως άνθρωποι. Γι’ αυτό, το να λέμε ότι «ο Θεός γέννησε» και «έχει Υιό» δεν αποτελεί σε καμία περίπτωση «ύβρη» γι’ Αυτόν.

Αυτός λοιπόν «ο μονογενής υιός», βρίσκεται σε απόλυτη ενότητα με τον Πατέρα και «όλα όσα έχει ο Πατήρ» τα έχει και Εκείνος. Και εδώ τίθενται τα επόμενα ερωτήματα:

α) ποια είναι αυτά που έχει ο Πατήρ και τα έχει δώσει «όλα» στον Υιό;

β) υπάρχει κάτι που έχει ο Πατήρ και ο Υιός δεν το έχει;

Η απάντηση στο β προφανώς είναι αρνητική: αν υπήρχε κάτι που το έχει ο Πατήρ και δεν το έχει ο Υιός, ο Κύριος δεν θα έλεγε ότι έχει «όλα» όσα έχει ο Πατήρ. Αυτό και μόνο αρκεί για να αποδείξει ότι ο Υιός είναι Θεός όπως και ο Πατήρ –γι’ αυτό άλλωστε είναι και «ο» Κύριος (με άρθρο), λέξη, που, όπως είδαμε, χρησιμοποιείται στην Παλαιά Διαθήκη για να αποδώσει το όνομα Γιαχβέ, και γενικά ως τίτλος ταιριάζει μόνο στο Θεό.

Ας το δούμε όμως αναλυτικότερα, διερευνώντας το ερώτημα α.

Ο Πατήρ είναι πάνσοφος και παντοδύναμος. Ο Υιός είναι; Προφανώς, αφού ο Ίδιος είναι η Σοφία και η Δύναμις του Θεού (Α΄ Κορινθίους, 1, 24). Άρα ο Θεός είναι πάνσοφος και παντοδύναμος ως Πατήρ και Υιός.

Ο Πατήρ έχει ζωή μέσα Του και ζωοποιεί όποιους θέλει, και ο Υιός έχει ζωή μέσα Του και ζωοποιεί όποιους θέλει (Ιω. 5, 21. 25-26). Μάλιστα τους νεκρούς θα τους αναστήσει ο Υιός, όχι ο Πατήρ! (Ιω. 5, 25-26. 6, 39).

Ο Πατήρ είναι προαιώνιος, όμως δημιούργησε «τους αιώνες» (όπως και «τα πάντα») διά του Υιού (Εβρ. 1, 2), άρα και ο Υιός υπάρχει πριν τους αιώνες (πριν το χρόνο –«προ πάντων», Κολ. 1, 17), επομένως είναι επίσης προαιώνιος.

Αυτά, λοιπόν, που πιστεύουμε γι’ Αυτόν οι χριστιανοί, δεν τα βγάλαμε από το κεφάλι μας, αλλά τα πιστεύουμε (και μάλιστα αμετακίνητα), επειδή ο Ίδιος τα δίδαξε και τα έγραψαν οι άγιοι και αξιόπιστοι αυτόπτες μάρτυρες, οι μαθητές Του.

Ας δούμε μερικά μόνο από τα αμέτρητα σημεία, στα οποία στηρίζουμε αυτή την άποψη:

● Σε όλη την έκταση των Ευαγγελίων ο Ιησούς ονομάζει πάντοτε το Θεό «Πατέρα Του» και αρκετές φορές τον εαυτό Του «ο Υιός». Όπως είπαμε, είναι φανερό ότι, όταν ο Θεός ονομάζεται «ο Πατήρ» (χωρίς άλλο προσδιορισμό, χωρίς δηλαδή να αναφέρεται τίνος Πατήρ είναι), ονομάζεται έτσι διότι είναι Πατήρ του Υιού. Ο Ιησούς πάλι λέγεται «ο Υιός» (χωρίς άλλο προσδιορισμό), ως ο Υιός του Πατρός. Βλ. π.χ. Λουκ. 10, 22, Ιω. 5, 19-26, προς Εβραίους 1, 1 κ.λ.π.

● Ενώ είναι σαφές στην Παλαιά Διαθήκη ότι μόνο στο Θεό πρέπει να πιστεύουν οι άνθρωποι και μόνον Αυτόν να λατρεύουν, ο Ιησούς ζητάει πίστη στον εαυτό Του (π.χ. Ιω. 3, 29, και 9, 35-38) και δηλώνει ότι η τιμή προς Αυτόν πρέπει να είναι ίση με την τιμή προς τον Πατέρα (Ιω. 5, 23, «ίνα πάντες τιμώσι τον υιόν καθώς τιμώσι τον πατέρα»). Στο μεγάλο προφητικό όραμα της Αποκάλυψης, κεφ. 22, 3-4, οι πιστοί στη νέα Ιερουσαλήμ (στον παράδεισο) θα λατρεύουν εξίσου «τον Θεόν και το Αρνίον» (το Χριστό). Ανάλογη αναφορά δες και στο Αποκάλυψη, 5, 13. Ενδιαφέρον εδώ ότι ο Θεός και το Αρνίον (ο Χριστός) έχουν τον ίδιο θρόνο, κοινό και για τους Δυο, ενώ η Αποκάλυψη μιλάει γι’ Αυτούς σε ενικό αριθμό αντί για πληθυντικό (όπως και στα Αποκάλυψη, 11, 15. 20, 6).

● Επίσης, ο Χριστός πάντα δεχόταν να Τον προσκυνούν οι άνθρωποι (π.χ. Ματθ. 28, 9 και 17, Ιω. 9, 38, και 18, 6), ακόμη και τα κακά πνεύματα (Μάρκ. 5, 6), πράξη τιμής που πρέπει να αποδίδεται μόνο στο Θεό, σύμφωνα και την εντολή «Κύριον τον Θεόν σου προσκυνήσεις και αυτώ μόνο λατρεύσεις» (Ματθ. 4, 10).

● Στην Παλαιά Διαθήκη το όνομα του Θεού φέρει τη δύναμη του Θεού, όμως στην Καινή Διαθήκη την ιδιότητα αυτή την έχει το όνομα του Ιησού. Ο Ιησούς δίνει εξουσία να γίνουν παιδιά του Θεού εκείνοι που πιστεύουν στο όνομά Του, όχι «στο όνομα του Θεού» (Ιω. 1, 12). Όταν συγκεντρώνονται άνθρωποι «εις το όνομα του Ιησού», Εκείνος βρίσκεται ανάμεσά τους (Ματθ. 18, 20). Οι απόστολοι κάνουν θαύματα λέγοντας το όνομα του Ιησού (π.χ. Λουκ. 10, 17, Πράξ. 3, 6 και 16, 18). Το όνομα του Ιησού μπορεί να τελεί θαύματα, ακόμη και αν απλώς προφέρεται από ανθρώπους που δεν είναι «πιστοί Του» (Ιω. 9, 49-50). Κατά τον απόστολο Πέτρο, οι προφήτες μαρτυρούν ότι, διά του ονόματός Του, θα λάβει συγχώρηση των αμαρτιών κάθε ένας που πιστεύει σ’ Αυτόν (Πράξεις των αποστόλων 10, 43). Οι απόστολοι Βαρνάβας και Παύλος «παραδεδώκασι τας ψυχάς αυτών» (=διακινδύνευσαν τη ζωή τους) «υπέρ του ονόματος του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού» (Πράξ. 15, 26), ο δε Παύλος είναι έτοιμος να πεθάνει «υπέρ του ονόματος του Κυρίου Ιησού» (Πράξ. 21, 13).

● Ας σημειωθεί βέβαια ότι η επίκληση του ονόματος του Θεού είναι μια πρόσκληση στο Θεό να παρέμβει, δηλαδή μια προσευχή. Ομοίως, η επίκληση του ονόματος του Ιησού είναι μια πρόσκληση στον Ιησού να παρέμβει, δηλαδή μια προσευχή προς Αυτόν: «ό,τι αν αιτήσητε εν τω ονόματί μου, τούτο ποιήσω, ίνα δοξασθή ο πατήρ εν τω υιώ. εάν τι αιτήσητε εν τω ονόματί μου, εγώ ποιήσω» (Ιω. 14, 13-14). Αυτό είναι κάτι άλλο (προσευχή προς τον Ιησού) και άλλο το «ό,τι αν αιτήσητε τον πατέρα εν τω ονόματί μου, δω υμίν» του Ιω. 15, 16 (προσευχή προς τον Πατέρα).

Η αποστολική Εκκλησία είναι απόλυτα σίγουρο ότι προσευχόταν προς τον Ιησού. Ο άγιος Στέφανος Του ζήτησε να παραλάβει το πνεύμα του (Πράξ. 7, 59 –και στο στ. 60 λέει «Κύριε, μη στήσης αυτοίς την αμαρτίαν ταύτην», όπου αμέσως πριν έχει ονομάσει «Κύριο» τον Ιησού!), ο απόστολος Παύλος προσεύχεται σ’ Αυτόν στο Πράξ. 22, 17-21 (ακόμη κι αν υποθέσουμε ότι η προσευχή του αρχικά απευθυνόταν στον Πατέρα, όμως συνεχίστηκε ως επικοινωνία με τον Ιησού), ενώ άλλοτε Του ζήτησε να τον απαλλάξει από τον κακό άγγελο που τον τυραννούσε (Β΄ Κορινθίους, 12, 8-9 –ο Κύριος εκεί είναι ο Ιησούς, όπως φαίνεται από το στίχο 9). Ο απόστολος και προφήτης Ιωάννης Τον παρακάλεσε να έρθει γρήγορα (Αποκάλυψη, 22, 20). Ο απόστολος Πέτρος λέει στον Αινέα, τον παράλυτο της πόλης Λύδδα, «Αινέα, ιάται σε Ιησούς ο Χριστός» (σε θεραπεύει ο Ιησούς, ο Χριστός, Πράξ. 9, 34), άρα ο Ίδιος ο Χριστός, εκείνη τη στιγμή, παρενέβη από τον ουρανό και τέλεσε τη θεραπεία.

Η προσευχή προς τον Ιησού, ενώ βρίσκεται στον ουρανό, είναι ακριβώς το ίδιο με αυτό που έκαναν οι άνθρωποι που Του ζητούσαν βοήθεια όσο ζούσε στη γη (π.χ. Ματθ. 9, 27. 15, 22, Μάρκ. 3, 10. 9, 17-29. 5, 22-23, κ.α.). Όπως έκανε αμέτρητα θαύματα εδώ, έτσι κάνει και από τον ουρανό. Αφού Εκείνος υποσχέθηκε ότι θα βρίσκεται μαζί μας όλες τις ημέρες μέχρι τη συντέλεια του αιώνος (Ματθ. 28, 20), γιατί να μην προσευχόμαστε σ’ Αυτόν; Εξάλλου είναι σε συνεχή επικοινωνία μαζί μας, όπως αποδεικνύει το όραμα της Δαμασκού, το όραμα του Ανανία (Πράξ. 9, 17), η θεραπεία του Αινέα, το Ματθ. 18, 20 κ.λ.π.

● Ο Χριστός επίσης κατέχει τα «κλειδιά της βασιλείας των ουρανών» και την εξουσία να συγχωρεί αμαρτίες (Λουκ. 7, 48-50, κ.α.), εξουσία που ανήκει μόνο στο Θεό (βλ. π.χ. Ησαΐα 43, 24) –και είναι δικά Του, δεν τα διαχειρίζεται απλώς εξ ονόματος του Πατρός, γι’ αυτό και μπορεί να τα μεταβιβάσει στους μαθητές Του (Ματθ. 16, 19, και 18, 18). Ομοίως, τους μεταβιβάζει και την εξουσία να κάνουν θαύματα (Λουκ. 9, 1-6). Αυτό φανερώνει ότι τα θαύματά Του τα πραγματοποιεί με τη δική Του δύναμη και όχι «με την άδεια του Θεού», όπως φαίνεται να λέει στο ισλαμικό κοράνι. Ας σημειωθεί ότι ο Ιησούς διακηρύσσει ότι έχει «όλα όσα έχει και ο Πατέρας» (βλ. Ιω. 10, 30. 14, 9-11. 16, 15. 17, 10 και 17, 21) και μάλιστα ότι, όπως ο Πατέρας, έτσι κι Εκείνος μπορεί να δίνει ζωή (ανάστησε μάλιστα τρεις νεκρούς όσο ήταν στη γη), πράγμα που θα κάνει σε όλη του τη μεγαλοπρέπεια όταν θα αναστήσει όλους τους νεκρούς, για να κάνει ο Ίδιος την τελική κρίση και την κατάταξη των ανθρώπων στον παράδεισο και την κόλαση (Ματθ. 25, 31-46, Ιω. 5, 25 και 28).

● Στο Ματθ. 23, 34-38, ο Ιησούς λέει προς τους εκπροσώπους της εβραϊκής θρησκείας ορισμένα εκπληκτικά πράγματα. Στίχ. 34: «διά τούτο ιδού εγώ αποστέλλω προς υμάς προφήτας και σοφούς και γραμματείς, και εξ αυτών αποκτενείτε» (θα σκοτώσετε) «και σταυρώσετε, και εξ αυτών μαστιγώσετε εν ταις συναγωγαίς υμών και διώξετε από πόλεως εις πόλιν…» – στίχ. 37-38: «Ιερουσαλήμ, Ιερουσαλήμ, η αποκτείνουσα τους προφήτας και λιθοβολούσα τους απεσταλμενους προς αυτήν. ποσάκις ηθέλησα επισυναγαγείν τα τέκνα σου ον τρόπον επισυνάγει όρνις τα νοσσία εαυτής υπό τας πτέρυγας, και ουκ ηθελήσατε. ιδού αφίεται υμίν ο οίκος υμών έρημος».

Αυτά τα λόγια όμως ταιριάζουν μόνο στον Θεό. Η Παλαιά Διαθήκη είναι γεμάτη από τέτοια λόγια και είναι όλα δικά Του λόγια. Κατ’ αρχάς, μόνο Εκείνος λέει «ιδού εγώ» (π.χ. Ζαχαρίας 12, 2, Ιερεμίας 23, 2, Μαλαχίας 3, 22, κ.α.) και μόνον Εκείνος στέλνει τους προφήτες, ενώ εδώ ο Ιησούς λέει ότι θα τους στείλει ο Ίδιος. Και, κατά δεύτερον, τίθεται το ερώτημα: πότε ο Ιησούς προσπάθησε να μαζέψει το λαό της Ιερουσαλήμ «κάτω απ’ τα φτερά Του», όπως η όρνιθα τα πουλιά της (και μάλιστα τόσο πολλές φορές, ώστε να θεωρεί πλέον πως είναι μάταιος κόπος); Η μόνη πιθανή απάντηση σ’ αυτό είναι: σε όλη τη διάρκεια της εβραϊκής ιστορίας. Είναι ο Θεός.

Για όλους αυτούς τους λόγους θεωρούμε πως, όταν στην Καινή Διαθήκη ο Ιησούς χαρακτηρίζεται «Θεός», π.χ. Ιω. 1, 1, Ιω. 20, 28 [ο Θωμάς «είπεν αυτώ» (σ’ Αυτόν) «ο Κύριός μου και ο Θεός μου»] κ.ά., αυτό γίνεται με την απόλυτη και κυριολεκτική έννοια που έχει το όνομα αυτό στον Πατέρα – και, όταν χαρακτηρίζεται «ο Κύριος», το όνομα αυτό έχει την ίδια έννοια με το όμοιο «ο Κύριος» που αναφέρεται στο Θεό.

Τέτοιες αναφορές βλ. και σε άλλα σημεία, όπως τα Πράξ. 20, 28, Ρωμαίους, 9, 5, Εφεσ. 5, 5 («εν τη βασιλεία του Χριστού και Θεού»), Α΄ Τιμ. 3, 16, Τίτ. 1, 10 («την διδασκαλίαν του σωτήρος ημών Θεού» –ο Χριστός δίδαξε, όχι ο Πατήρ), Τίτ. 2, 13 («επιφάνειαν της δόξης του μεγάλου Θεού και σωτήρος ημών Ιησού Χριστού, ος έδωκεν εαυτόν υπέρ πάντων» –η επιφάνεια [εμφάνιση] θα είναι του Χριστού, όχι του Πατρός), Εβρ. 3, 4, Β΄ Πέτρ. 1, 1, Α΄ Ιω. 5, 20 κ.ά.

Ας σημειώσω ότι οι αδελφοί μας μουσουλμάνοι –και όλες οι αντιτριαδικές αιρέσεις– «ξεφεύγουν» από το ακαταμάχητο αυτό τεκμήριο της θεότητας του Χριστού (το ότι στην Κ.Δ. χαρακτηρίζεται «Θεός») με διάφορους τρόπους: είτε λέγοντας ότι «η λέξη Θεός δεν σημαίνει μόνο το Θεό αλλά και… δυνατός» (επιχείρημα των Μαρτύρων του Ιεχωβά), είτε απαξιώνοντας (αυθαίρετα) την αξιοπιστία των αγίων αποστόλων και συγγραφέων της Κ.Δ.. Ο μουσουλμάνος απολογητής Α. Ελντίν κάπου γράφει: «δείξτε μου ένα σημείο, όπου ο Χριστός να λέει για τον εαυτό του ότι είναι Θεός, κι εγώ θα γίνω χριστιανός». Κι όμως, ακόμη κι αν υπήρχε τέτοιο σημείο, αμέσως κάθε μουσουλμάνος απολογητής θα το απέρριπτε ως «ψεύδος, κατασκευασμένο από τους καινοδιαθηκικούς συγγραφείς».

Ας προσθέσω σε όλα τα παραπάνω τη μαρτυρία του αγίου αρχαγγέλου Γαβριήλ, ο οποίος παρέδωσε στους ανθρώπους, μέσω ενός αγιορείτη μοναχού, τους στίχους «Άξιον εστίν ως αληθώς, μακαρίζειν σε την Θεοτόκον, την αειμακάριστον και παναμώμητον και μητέρα του Θεού ημών», που ετέθησαν από τον ίδιο στην αρχή του «Μικρού μεγαλυναρίου» της Παναγίας και ψάλλονται πλέον, ήδη από τα βυζαντινά χρόνια, κατά τη θεία λειτουργία, τον παρακλητικό κανόνα προς την Παναγία και σε άλλες περιστάσεις. Αψευδείς μάρτυρες του θαύματος είναι η τοποθεσία «Εν τω άδειν» (=στο ψάλσιμο) μέσα στα δάση του Αγίου Όρους, εκεί όπου συνέβη το γεγονός, και η θαυματουργή εικόνα της Παναγίας «Άξιον εστί», μπροστά στην οποία ψάλθηκαν πρώτη φορά και μας παραδόθηκαν οι στίχοι. Η επέτειος του γεγονότος εορτάζεται στην Ορθόδοξη Εκκλησία κάθε χρόνο στις 11 Ιουνίου. Είναι αξιοσημείωτο ότι ο άγιος άγγελος χαρακτήρισε την Παναγία «Θεοτόκο» και «Μητέρα του Θεού ημών», αποδεχόμενος τους χαρακτηρισμούς που της αποδίδουμε οι χριστιανοί [βλ. λεπτομερή περιγραφή του θαύματος στο βιβλίο του αγίου Νικόδημου του Αγιορείτη Νέον Μαρτυρολόγιον, εκδ. Αστήρ, σελ. 294-295 (πρώτη έκδ. περί το 1800), ληφθείσα από χειρόγραφο του ιερομονάχου Σεραφείμ του Θυηπόλου, «Πρώτου» του Αγίου Όρους περί το 1550 μ.Χ.].