Η μαρτυρία του αποστόλου Πέτρου για το Χριστό

Το ακόλουθο πολύ κατατοπιστικό και διαφωτιστικό άρθρο του θεολόγου Θ. Ι. Ρηγινιώτη το πήραμε από τη σελίδα http://www.oodegr.com/oode/islam/kd_mwameth/petros_1.htm), καθώς οι αναγνώστες μας πρότειναν να βάζουμε πιο πολλά άρθρα που να έχουν και θεολογικό περιεχόμενο.

——————————————————————————–

Ο προβληματισμός των μουσουλμάνων για τον απόστολο Παύλο

Στη συζήτηση για την εγκυρότητα του χριστιανισμού, ο απόστολος Παύλος αποτελεί το κατ’ εξοχήν «κόκκινο πανί» για τους μουσουλμάνους, όπως και για όλους τους αρνητές του χριστιανισμού. Συκοφαντείται ως απατεώνας και ψεύτης, που «αλλοίωσε» το νόημα της διδασκαλίας του Χριστού και «μεταμόρφωσε» το χριστιανισμό, δίνοντάς του τη μορφή που ξέρουμε. Μάλιστα, του προσάπτεται ως «επινόηση» η ιδέα της Θεότητας του Χριστού και της απολυτρωτικής σημασίας των Παθών Του για τους ανθρώπους.

Φυσικά, όπως αποδεικνύει η πείρα και η ιστορία των αγίων της αρχαίας και της ορθόδοξης Εκκλησίας, όλα αυτά δεν είναι καθόλου επινοήσεις του Παύλου, αλλά αποκάλυψη του Τριαδικού Θεού, διά του Χριστού και του Αγίου Πνεύματος, στους αποστόλους και σε όλους τους ανθρώπους που πλησιάζουν το Θεό και μεταμορφώνονται εν Χριστώ.

Ο Παύλος συκοφαντείται ως απατεώνας. Τι κι αν ο ίδιος είδε το Χριστό στο όραμα της Δαμασκού και άλλαξε 100% το δρόμο του στη ζωή; Τι κι αν ο Χριστός διατήρησε επικοινωνία μαζί του σε όλη του τη ζωή; (Πράξ. 18, 9-10: «Είπε δε ο Κύριος δι’ οράματος εν νυκτί τω Παύλω· μη φοβού, αλλά λάλει και μη σιωπήσης, διότι εγώ ειμί μετά σου», Πράξ. 22, 17-21, Β΄ Κορινθ. 12, 8-9, κ.λ.π.). Τι κι αν ο Παύλος αξιώθηκε να κάνει θαύματα, να θεραπεύσει δαιμονισμένους (π.χ. Πράξ. 16, 16-18, και 19, 11-12 – επικαλούμενος το όνομα του Χριστού κι όχι κάποια «δική του δύναμη», όπως θα έκανε αν ήταν μάγος ή απατεώνας), σε σημείο που πολλοί μάγοι της Εφέσου να καίνε δημόσια τα βιβλία τους; (Πράξ. 19, 19).

Τι κι αν αξιώθηκε να αναστήσει νεκρό (Πράξ. 20, 9-12), να ελευθερωθεί από τη φυλακή μέσω θαύματος (Πράξ. 16, 25-33), να μεταφερθεί στον ουρανό και εκεί να γνωρίσει ιδιαίτερες αποκαλύψεις, «άρρητα ρήματα»; (Β΄ Κορ. 12, 1-4)… Τι κι αν ο άγιος απόστολος Ανανίας καθοδηγήθηκε από το Χριστό προς τον Παύλο, με τη διαβεβαίωση ότι Εκείνος θα τον αποστείλει να υποστηρίξει το όνομά Του ενώπιον εθνών και βασιλέων και ότι θα πάθει πολλά υπέρ του ονόματος Του; (Πράξ. 9, 1-16). Τι κι αν, τέλος, βασανίστηκε και κινδύνεψε όντως αμέτρητες φορές (Πράξ. 16, 23, Β΄ Κορ. 11, 24-27, κ.λ.π.) και τελικά έδωσε και τη ζωή του για το Χριστό, τον Οποίο υπεραγαπούσε, προτιμώντας μάλιστα να πεθάνει για να βρεθεί κοντά Του παρά να συνεχίσει τη γήινη ζωή του; (προς Φιλιππησίους 1, 21-23).

Παρ’ όλα αυτά, δε γράφω το παρόν για να συζητήσουμε για τον Παύλο. Αφού τόσο ενοχλεί τους μουσουλμάνους αδελφούς μου η παρουσία του στη χορεία των αποστόλων του Ιησού Χριστού, Υιού του Θεού και Θεού, ας τον αφήσουμε.

Η αξιοπιστία του Πέτρου

Στο βιβλίο «Ο προφήτης Μουχάμμεντ στη Βίβλο», κεφ. «Μισπά», ο μουσουλμάνος συγγραφέας αναφέρεται στη μετονομασία του αποστόλου Σίμωνα από τον Ιησού σε «Πέτρο». Τονίζεται δε ιδιαίτερα ότι ο Ιησούς τον ονόμασε «Πέτρο» επειδή αυτό, κατά το συγγραφέα, παραπέμπει στα μισπά, δηλ. σε ιερά λίθων που εντοπίζει στην αρχαία παράδοση. Γράφει:

«Όταν ο Χριστός (αλέϊχι σαλάμ) ονόμασε τον πρώτο του μαθητή Σίμωνα με το χαρακτηρισμό “Πέτρος”, σίγουρα είχε στο μυαλό του την αρχαία ιερή “σάφα” [σ.σ. πέτρα] που πολλά χρόνια πριν είχε χαθεί… Τα λόγια του Χριστού: “Εσύ είσαι ο Πέτρος” (στα αραβικά: “άντας σάφα”) κ.τ.λ. (Ματθαίος, 16:18;  Ιωάννης, 1:42). Έτσι λοιπόν φαίνεται ότι αφού ο Σίμων (ή η ομολογία του) ήταν “Σάφα”, η εκκλησία η οποία επρόκειτο να χτιστεί πάνω σ’ αυτόν ήταν το “Μισπά” (ή “Μισφά”). Ποιο είναι όμως αυτό το μυστήριο που κρύβεται στη λέξη “σάφα”; Είναι ένας από τους μεγαλύτερους χαρακτηρισμούς του προφήτη Μουχάμμεντ (σαλλαλλάχου αλέϊχι ουά σαλάμ), το “Μουσταφά”».

Δε συμφωνώ με αυτή την τοποθέτηση. Η περί μισπά ιδέα είναι άγνωστη και αδιάφορη στο χριστιανισμό – ούτε ο ίδιος ο Πέτρος δεν ασχολήθηκε με κάτι τέτοιο, όπως θα είχε κάνει, αν όντως τον αφορούσε προσωπικά. Και φυσικά, όπως έχω καταδείξει στα σχόλια που δημοσιεύονται κάτω από το βιβλίο, ο ερχομός του Μωάμεθ δεν προαναγγέλλεται στις προφητείες της Αγίας Γραφής.

Αυτό που με ενδιαφέρει εδώ όμως είναι ότι ο συγγραφέας φανερά αναγνωρίζει ότι όντως ο άγιος απόστολος Πέτρος ευλογήθηκε από τον Ιησού και χαρακτηρίστηκε θεμέλιο της Εκκλησίας Του.

Είναι σημαντικό βέβαια να θυμηθεί κάθε μουσουλμάνος πότε ο Κύριος είπε στον Πέτρο αυτά τα λόγια: «επιβράβευσε» τον Πέτρο με αυτό το χαρακτηρισμό, επειδή εκείνος διακήρυξε προς τον Ιησού: «εσύ είσαι ο Χριστός, ο Υιός του Θεού του ζώντος» (Ματθ. 16, 13-20, Μάρκ. 8, 27-30, Λουκ. 9, 18-21)! Αυτό ο Ιησούς βεβαίωσε ότι του το αποκάλυψε ο Ίδιος ο Θεός Πατέρας. Και μόνο αυτά τα λόγια αρκούν, για να ανατρέψουν ολόκληρη τη χριστολογία του Ισλάμ.

Άλλωστε, και μόνο το γεγονός ότι ο Ιησούς έχει δική Του Εκκλησία, που την αποκαλεί «η Εκκλησία μου» (κι όχι «η Εκκλησία του Θεού»), φανερώνει τη θεότητά Του. Θα τολμούσε ποτέ ένας προφήτης –τόλμησε ο Μωάμεθ;– να πει κάτι αντίστοιχο για τη διδασκαλία του Θεού που (υποτίθεται ότι) μεταφέρει;

Επίσης, ο Ιησούς αμέσως παρακάτω λέει ότι θα δώσει στον Πέτρο τα κλειδιά της βασιλείας των ουρανών, ώστε να βάζει μέσα όποιον θέλει, συγχωρώντας τις αμαρτίες του. Αν ο συγγραφέας μας δέχεται ότι ο Χριστός πράγματι μετονόμασε το Σίμωνα σε Πέτρο, οφείλει να δεχτεί και ότι ο Χριστός έχει στη διάθεσή Του τα κλειδιά της βασιλείας των ουρανών και μπορεί να τα παραχωρεί σε όποιον θέλει. Και ποιος μπορεί να έχει τέτοια εξουσία, εκτός από τον Ίδιο το βασιλιά της βασιλείας αυτής, δηλαδή το Θεό;

Ο Ιησούς λοιπόν είπε γι’ αυτή την Εκκλησία ότι «πύλες Άδη δεν θα τη νικήσουν» (Ματθ. 16, 18). Θα είναι λοιπόν αιώνια, όχι προσωρινή ούτε μεταβατική «μέχρι να εμφανιστεί ένας άλλος εκλεκτός», όπως αυθαίρετα ισχυρίζονται οι μουσουλμάνοι. Αν ήταν έτσι, τότε τι είδους πέτρα ήταν αυτή; Ό,τι θεμελιώνεται στην πέτρα, δεν προορίζεται για κατάργηση ούτε αλλάζει ποτέ θεμέλια.

Εκτός από τα παραπάνω, ο «μουσουλμάνος απολογητής» Άχμεντ Ελντίν γράφει για τον απόστολο Παύλο: «Πώς τολμάει να εναντιώνεται στον Πέτρο, όταν ο Πέτρος είναι ευλογημένος από τον Ιησού;» (προς το τέλος του σχολίου). Προφανώς αναφέρεται στο ίδιο σημείο, στα λόγια του είπε ο Ιησούς στον Πέτρο κατά τη μετονομασία του από Σίμωνα. Ακόμη κι αν δεν αναφέρεται σ’ αυτό όμως (αλλά σε σημεία όπως π.χ. το Λουκ. 22, 31-32, ή το Ιω. 21, 15-17: «βόσκε τα αρνία μου»), γεγονός είναι ότι η μουσουλμανική απολογητική εμφανίζεται και στις δύο περιπτώσεις να αποδέχεται τον απόστολο Πέτρο ως αξιόπιστο μάρτυρα της αληθινής διδασκαλίας του Χριστού.

Ας δούμε λοιπόν τι έχει να μας πει για το Χριστό ο απόστολος Πέτρος.

Α. Η ομιλία του Πέτρου κατά την πεντηκοστή

Πράξεις των αποστόλων, κεφ. 2. Το αρχαίο κείμενο ολόκληρου του κεφαλαίου δημοσιεύεται στο http://www.myriobiblos.gr/bible/nt2/acts/2.asp.

Η πρώτη ομιλία του αγίου αποστόλου Πέτρου γίνεται την ημέρα της πεντηκοστής. Την ημέρα που οι μαθητές του Χριστού «ήταν όλοι συγκεντρωμένοι», όπως έκαναν κάθε μέρα, περιμένοντας την υπόσχεση του Χριστού για την αποστολή του Αγίου Πνεύματος σε αυτούς: «περιμένειν την επαγγελίαν του πατρός ην ηκούσατέ μου· ότι Ιωάννης μεν εβάπτισεν ύδατι, υμείς δε βαπτισθήσεσθε εν Πνεύματι Αγίω ου μετά πολλάς ταύτας ημέρας» (Πράξεις, 1, 4-5).

Ας σημειώσουμε ότι τα λόγια αυτά του Χριστού παραπέμπουν σε δύο σημεία από τα ευαγγέλια: στην υπόσχεσή του ότι, μετά την αποχώρησή Του, θα έρθει στους αποστόλους ο Παράκλητος (Ιω. 14, 26: «ο δε παράκλητος, το Πνεύμα το Άγιον ό πέμψει ο πατήρ εν τω ονόματί μου, εκείνος υμάς διδάξει πάντα…») και στην προφητεία του αγίου Ιωάννη του Προδρόμου «εγώ μεν βαπτίζω υμάς εν ύδατι εις μετάνοιαν· ο δε οπίσω μου ερχόμενος ισχυρότερός μου εστίν, ου ουκ ειμί ικανός τα υποδήματα βαστάσαι· αυτός υμάς βαπτίσει εν Πνεύματι Αγίω και πυρί» (Ματθ. 3, 11).

Ο άγιος ευαγγελιστής Λουκάς, στις Πράξεις των Αποστόλων, αρχή κεφ. 2, στ. 1-13, περιγράφει έτσι την κάθοδο του Αγ. Πνεύματος στους αποστόλους:

«Και όταν έφτασε η ημέρα της πεντηκοστής ήταν όλοι συγκεντρωμένοι. Και έγινε ξαφνικά ήχος από τον ουρανό, όπως όταν φυσάει βίαιος άνεμος και γέμισε όλο το σπίτι όπου βρίσκονταν. Και είδαν να διανέμονται γλώσσες σαν από φωτιά και κάθισε [από μία] πάνω σε κάθε έναν τους. Και γέμισαν όλοι Άγιο Πνεύμα και άρχισαν να μιλούν άλλες γλώσσες, όπως το Πνεύμα τους παραχωρούσε να μιλούν.

Κατοικούσαν λοιπόν στην Ιερουσαλήμ Ιουδαίοι, άντρες ευσεβείς από κάθε έθνος κάτω από τον ουρανό, και όταν έγινε ο ήχος αυτός το πλήθος μαζεύτηκε και εξεπλάγη, γιατί ο καθένας τούς άκουγε να μιλούν στη δική του διάλεκτο. Και εκπλήσσονταν όλοι και θαύμαζαν, λέγοντας μεταξύ τους: “Γαλιλαίοι δεν είναι όλοι αυτοί που μιλούν; Πώς εμείς ακούμε ο καθένας στη δική του μητρική γλώσσα, Πάρθοι και Μήδοι και Ελαμίτες, και οι κάτοικοι της Μεσοποταμίας, της Ιουδαίας και της Καππαδοκίας, του Πόντου και της Ασίας, της Φρυγίας και της Παμφυλίας, της Αιγύπτου και της περιοχής της Λιβύης της “κατά Κυρήνην”, και οι Ρωμαίοι που βρίσκονται εδώ, Ιουδαίοι και προσήλυτοι, Κρήτες και Άραβες, τους ακούμε να κηρύσσουν στις γλώσσες μας τα μεγαλεία του Θεού;”. Και εκπλήσσονταν όλοι και απορούσαν, και άλλος έλεγε: “Τι να είναι αυτό;”, ενώ άλλοι κορόιδευαν, λέγοντας ότι είναι μεθυσμένοι.»

Τότε ο απόστολος Πέτρος «στάθηκε μαζί με τους ένδεκα» (γιατί το Άγιο Πνεύμα ήρθε σε περισσότερους από εκατό μαθητές του Χριστού, μεταξύ αυτών και σε γυναίκες και στην ίδια την Παναγία, όπως φαίνεται από το Πράξ. 1, 14-15), μίλησε και εξήγησε το γεγονός, καλώντας όλους να πιστέψουν και να βαπτιστούν «στο όνομα του Χριστού». Παραθέτω σε μετάφραση την ομιλία του, παραπέμποντας στο πρωτότυπο με το δεσμό που έδωσα παραπάνω:

«Στάθηκε τότε ο Πέτρος μαζί με τους ένδεκα, σήκωσε τη φωνή του και τους είπε: “Άνδρες Ιουδαίοι και όλοι οι κάτοικοι της Ιερουσαλήμ, μάθετε τα εξής και βάλτε στ’ αφτιά σας τα λόγια μου: αυτοί δεν είναι μεθυσμένοι, γιατί είναι η τρίτη ώρα της ημέρας. Αλλά αυτό είναι που είχε ειπωθεί από τον προφήτη Ιωήλ: “Στις έσχατες ημέρες, λέει ο Θεός, θα εκχύσω από το πνεύμα μου σε κάθε σάρκα και οι γιοι και οι θυγατέρες σας θα προφητέψουν και οι νεαροί σας θα δουν οράματα και οι πιο ηλικιωμένοι θα δουν όνειρα· και πάνω στους δούλους μου και τις δουλες μου τις ημέρες εκείνες θα εκχύσω από το πνεύμα μου και θα προφητέψουν. Και θα δώσω τεράστια φαινόμενα [στο αρχαίο: τέρατα] στον ουρανό πάνω και σημάδια στη γη κάτω, αίμα και πυρ και ατμίδα καπνού· ο ήλιος θα μεταστραφεί σε σκότος και η σελήνη σε αίμα πριν έλθει η ημέρα του Κυρίου η μεγάλη και επιφανής. Και κάθε ένας που θα επικαλεστεί το όνομα του Κυρίου, θα σωθεί”.

Άνδρες Ισραηλίτες, ακούστε αυτά τα λόγια. Τον Ιησού το Ναζωραίο, άνδρα αποδεδειγμένο από το Θεό σε σας με δυνάμεις και τέρατα και σημεία, που έκανε ο Θεός δι’ αυτού ανάμεσά σας, όπως και εσείς ξέρετε, αυτόν, που σας παραδόθηκε σύμφωνα με την ορισμένη βουλή και πρόγνωση του Θεού, τον συλλάβατε και μέσω χεριών ανόμων τον σκοτώσατε σταυρώνοντας [στο αρχαίο: προσπήξαντες = στερεώνοντάς τον στο έδαφος]. Τον οποίο ο Θεός ανέστησε, λύνοντας τις ωδίνες του θανάτου, διότι δεν ήταν δυνατόν εκείνος να κρατηθεί απ’ αυτόν. Διότι ο Δαβίδ λέει γι’ αυτόν: “Έβλεπα πάντοτε τον Κύριο ενώπιόν μου, γιατί βρίσκεται στα δεξιά μου, για να μη σαλευθώ. Για τούτο ευφράνθηκε η καρδιά μου και αγαλλίασε η γλώσσά μου, ακόμη και το σώμα μου θα αναπαυθεί με ελπίδα [στο αρχαίο: έτι δε και η σάρξ μου κατασκηνώσει επ’ ελπίδι], γιατί δε θα εγκαταλείψεις την ψυχή μου στον Άδη, ουδέ θα αφήσεις τον όσιό σου να γνωρίσει φθορά. Μου γνώρισες οδούς ζωής, θα με γεμίσεις ευφροσύνη με την παρουσία σου [στο αρχαίο: μετά του προσώπου σου]”.

Άνδρες αδελφοί, μπορώ να σας πω με θάρρος για τον πατριάρχη Δαβίδ ότι πέθανε και ετάφη και το μνήμα αυτού βρίσκεται σε μας μέχρι σήμερα. Αλλά επειδή ήταν προφήτης και γνώριζε ότι ο Θεός του ορκίστηκε ότι θα αναδείξει από τους απογόνους του κατά σάρκα το Χριστό, για να καθίσει στο θρόνο του, προείδε και μίλησε για την ανάσταση του Χριστού, ότι δεν εγκαταλείφθηκε η ψυχή του στον Άδη, ούτε το σώμα του γνώρισε φθορά. Αυτόν τον Ιησού ανέστησε ο Θεός, πράγμα για το οποίο όλοι εμείς είμαστε μάρτυρες. Αφού λοιπόν υψώθηκε διά της δεξιάς του Θεού και λαμβάνοντας την επαγγελία του Αγίου Πνεύματος από τον Πατέρα, το εξέχυσε, αυτό που τώρα βλέπετε και ακούτε.

Διότι δεν ανέβηκε ο Δαβίδ στους ουρανούς, όμως λέει: είπε ο Κύριος στον Κύριό μου, κάθισε στα δεξιά μου, μέχρι να θέσω τους εχθρούς σου χαλί κάτω από τα πόδια σου [είπεν ο Κύριος τω Κυρίω μου, κάθου εκ δεξιών μου έως αν θώ τους εχθρούς σου υποπόδιον των ποδών σου]. Ας γνωρίζει λοιπόν με βεβαιότητα όλος ο λαός του Ισραήλ ότι και Κύριο και Χριστό αυτόν ο Θεός ανέδειξε, αυτό τον Ιησού, τον οποίο εσείς σταυρώσατε».

Ο λαός ένιωσε μεγάλη κατάνυξη όταν άκουσε τα λόγια του Πέτρου και είπε στον ίδιο και στους λοιπούς αποστόλους: «Τι να κάνουμε, άνδρες αδελφοί;». Και ο Πέτρος τους είπε: «Μετανοήστε και ας βαπτιστεί ο καθένας ας στο όνομα του Ιησού Χριστού για συγχώρηση των αμαρτιών και θα λάβετε τη δωρεά του Αγίου Πνεύματος. Γιατί η υπόσχεση είναι για σας και τα παιδιά σας και όλους όσοι βρίσκονται μακριά, όσους θα προσκαλέσει ο Κύριος ο Θεός μας».

Όσοι αποδέχτηκαν αυτά τα λόγια, βαπτίστηκαν και έτσι ιδρύθηκε η Εκκλησία. Οι άνθρωποι που πίστεψαν εκείνη την ημέρα και βαπτίστηκαν ήταν περίπου τρεις χιλιάδες (Πράξ. 2, 41). Όλοι αυτοί ζούσαν με άξονες «τη διδαχή των αποστόλων και την κοινωνία και την κλάση του άρτου [θεία μετάληψη] και τις προσευχές», έχοντας τα πάντα κοινά και προσφέροντας ό,τι μπορούσαν σε όποιον είχε ανάγκη (βλ. Πράξ. 2, 42-47).

ΣΧΟΛΙΑ: α) Ο Πέτρος ακολουθεί το σχήμα που ακολουθούν οι απόστολοι όταν μιλούν για την ανάσταση του Χριστού: ότι «ο Θεός τον ανέστησε». Παράλληλα όμως αναφέρει ότι ο Χριστός αναστήθηκε επειδή «δεν ήταν δυνατόν να κρατηθεί από το θάνατο». Συνεπώς, στην ίδια τη φύση του Χριστού υπήρχε η αιτία της ανάστασής Του. Αυτό πρέπει να το κατανοήσουμε σε συμφωνία και με το Ιω. 5, 26,, όπου ο Ιησούς λέει: «ώσπερ γαρ ο πατήρ έχει ζωήν εν εαυτώ, ούτως έδωκε και τω υιώ ζωήν έχειν εν εαυτώ».

Αν οι μουσουλμάνοι αδελφοί μας πιστεύουν πως τα λόγια του Πέτρου φανερώνουν πως ο Χριστός «δεν είναι Θεός», αυτό σημαίνει ότι αποδέχονται πως ο Πέτρος διακήρυξε τη σταύρωση και την ανάσταση ως αληθινά γεγονότα, και μάλιστα κεντρικά στην αποστολή του Χριστού, αντίθετα φυσικά με ό,τι ισχυρίζεται το Κοράνι. Αν το αποδεχτούν αυτό, τότε μπορούμε να συζητήσουμε για τα υπόλοιπα. Προκαταβολικά μόνον λέω ότι ο Υιός ονομάζεται «Ιησούς» και «Χριστός» ως άνθρωπος, και αυτό είναι και ο λόγος για τον οποίο οι απόστολοι διακηρύσσουν ότι ο Θεός Τον ανέστησε. Ως άνθρωπος επίσης ανέβηκε στον ουρανό και κάθισε «στα δεξιά του Θεού» (ανθρωπομορφισμός). Γι’ αυτό η ανθρωπότητα σώζεται διά του Χριστού, γιατί ένας άνθρωπος (ο νέος Αδάμ) ανέβηκε στο «χώρο του Θεού» και εμείς, καθώς ενωνόμαστε με Αυτό τον άνθρωπο, οδηγούμαστε από Αυτόν και μαζί Του στην ένωση με το Θεό.

β) Γίνεται φανερό ότι ο απόστολος Πέτρος ερμηνεύει τις προφητείες της Παλαιάς Διαθήκης ως αναφερόμενες στο Χριστό και όχι (όπως ισχυρίζονται κάποιοι μουσουλμάνοι ερμηνευτές και απολογητές) ως προαναγγελίες του ερχομού του Μωάμεθ. (Αυτό το αναλύουμε διεξοδικά εδώ). Θα προσθέσω μία μόνο παρατήρηση επ’ αυτού: οι προφητείες μιλούν (και έχει νόημα να μιλούν) για τον ερχομό ενός σωτήρα των ανθρώπων, δεν έχει νόημα να μιλούν για τον ερχομό ενός προφήτη, έστω «του μεγαλύτερου». Προαναγγέλλεται μόνον δευτερευόντως η άφιξη προφητών που συνδέονται άμεσα με τον ερχομό του Χριστού: του Προδρόμου (Ησαΐα 40, 3-11, Μαλαχία, 3, 1-3) και του Ηλία, που θα είναι ο πρόδρομος της Δευτέρας Παρουσίας (Μαλαχία 4, 4-5 [στο Μασσωριτικό, τέλος του κεφ. 3]).

Β. Η ομιλία του Πέτρου στο Ναό της Ιερουσαλήμ

Λίγο καιρό αργότερα, Πέτρος και Ιωάννης ανέβαιναν στο Ναό της Ιερουσαλήμ. Εκεί, ως γνωστόν, ο άγιος απόστολος Πέτρος θεράπευσε θαυματουργικά τον παράλυτο ζητιάνο, με τη φράση «εν τω ονόματι Ιησού Χριστού του Ναζωραίου έγειρε και περιπάτει» (Πράξ. 3, 6). Η αναφορά στο όνομα του Χριστού και όχι «του Θεού» (αναφορά που γίνεται γενικότερα κατά τα θαύματα, όπως και η βάπτιση των ανθρώπων «στο όνομα του Χριστού», που αναφέρθηκε παραπάνω) φανερώνει τη θεότητα του Χριστού. Αν ο Χριστός δεν είναι Θεός, είναι παράλογο να γίνεται αναφορά στο όνομά Του, αντί για «το όνομα του Θεού». Ο ίδιος ο Χριστός βέβαια το είχε διδάξει αυτό (Ιω. 14, 13-14 – θα το σχολιάσουμε παρακάτω) και ασφαλώς κανείς προφήτης δεν τόλμησε να πει κάτι ανάλογο για το δικό του όνομα.

Κατά την αναταραχή που προκλήθηκε από το θαύμα, ο Πέτρος βρήκε την ευκαιρία για μια δεύτερη δημόσια ομιλία (Πράξ. 3, 12-26), στην οποία είπε τα ακόλουθα (βλ. το αρχαίο εδώ: http://www.myriobiblos.gr/bible/nt2/acts/3.asp):

«Άνδρες Ισραηλίτες, γιατί εκπλήσσεστε με αυτό, ή γιατί μας κοιτάζετε σαν να κάναμε αυτόν να περπατά με τη δική μας δύναμη ή ευσέβεια;

Ο Θεός Αβραάμ και του Ισαάκ και του Ιακώβ, ο Θεός των πατέρων μας, δόξασε του δούλο Του, τον Ιησού [στο αρχαίο: τον παίδα αυτού Ιησούν]· τον οποίο εσείς μεν παραδώσατε και αρνηθήκατε ενώπιον του Πιλάτου, που ήθελε να τον αθωώσει· εσείς όμως αρνηθήκατε τον άγιο και δίκαιο και ζητήσατε να σας χαρίσουν ένα φονιά [σ.σ. εννοεί το Βαραβά], ενώ τον αρχηγό της ζωής τον σκοτώσατε, τον οποίο ο Θεός ανέστησε από τους νεκρούς, πράγμα, για το οποίο εμείς είμαστε μάρτυρες.

Και με την πίστη στο όνομά του, αυτόν που βλέπετε και είδατε, το όνομά του, και η πίστη που ενεργείται δι’ αυτού του χάρισε την πλήρη υγεία ενώπιον όλων σας. Ξέρω λοιπόν, αδελφοί, ότι ενεργήσατε από άγνοια, όπως και οι άρχοντές σας. Ο δε Θεός, αυτά που προανάγγειλε ότι θα πάθει ο Χριστός διά στόματος όλων των προφητών του, αυτά εκπλήρωσε. Μετανοήστε λοιπόν και επιστρέψτε, για να συγχωρηθούν οι αμαρτίες σας, ώστε να έρθουν εποχές αναψυχής εκ μέρους του Κυρίου και να αποστείλει τον Ιησού Χριστό, τον ήδη ορισμένο για σας, τον οποίο πρέπει να δεχτεί ο ουρανός μέχρι τον καιρό της αποκατάστασης όλων, όσα είπε ο Θεός διά στόματος όλων του αγίων προφητών του εδώ και αιώνες.

Διότι ο Μωϋσής είπε προς τους πατέρας ο Κύριος ο Θεός θα αναδείξει σε σας προφήτη σαν εμένα από τους αδελφούς σας· να τον ακούσετε σε όλα όσα θα σας πει. Και κάθε άνθρωπος που δεν θα υπακούσει στον προφήτη εκείνο, θα εξολοθρευτεί μέσα στο λαό. Και όλοι οι προφήτες, από το Σαμουήλ και εξής, όσοι μίλησαν και διακήρυξαν τούτες τις ημέρες. Εσείς είστε υιοί των προφητών και της διαθήκης, που διέθεσε ο Θεός προς τους προγόνους μας, λέγοντας προς τον Αβραάμ· και μέσω του σπέρματός σου θα ευλογηθούν όλα τα έθνη της γης. Σε σας πρώτα ο Θεός, αναστήσας το δούλο του, τον Ιησού [στο αρχαίο: τον παίδα αυτού Ιησούν], τον απέστειλε για να σας ευλογεί με το να απομακρύνει τον καθένα από την κακία του».

ΣΧΟΛΙΑ: α) Ο άγιος απόστολος Πέτρος ερμηνεύει ευθέως την προφητεία του αγίου προφήτη Μωυσή, για το μελλοντικό προφήτη που πρέπει να τον υπακούνε όλοι οι άνθρωποι (Δευτερονόμιο, 18, 18), ως αναφερόμενη στον Ιησού. Αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό, γιατί την προφητεία παρερμηνεύουν οι μουσουλμάνοι ερμηνευτές, ως δήθεν αναφερόμενη στο Μωάμεθ (έχουμε αναλύσει διεξοδικά το θέμα εδώ). [Βλ. και το δικό μας άρθρο
Αναφέρεται ο Μωάμεθ στο Δευτερονόμιο 18:18;]
β) Ο Πέτρος χαρακτηρίζει τον Ιησού «παίδα του Θεού» (=δούλο του Θεού). Αυτό μπορεί να δώσει αφορμή στους μουσουλμάνους αδελφούς μας να πανηγυρίσουν ότι ο άγιος δήθεν παραδέχεται πως ο Ιησούς δεν είναι Θεός, αλλά κοινός άνθρωπος. Δεν είναι έτσι. Ο χαρακτηρισμός του Ιησού ως «παιδός του Θεού» παραπέμπει στην περίφημη προφητεία του αγίου προφήτη Ησαΐα 52, 13 εξ. και 53. Εκεί ο Θεός, διά στόματος του προφήτη, χαρακτηρίζει το Μεσσία «ο παις μου» (ο δούλος μου). Ο προφήτης Ησαΐας, από το κεφ. 52, 13 ώς και το κεφ. 53, γράφει ξεκάθαρα ότι ο Μεσσίας θα βασανιστεί και θα σώσει τον κόσμο με το βασανισμό Του («σηκώνει τις αμαρτίες μας και υποφέρει για μας… τραυματίστηκε για τις αμαρτίες μας… οδηγήθηκε σαν πρόβατο στη σφαγή… από τις αμαρτίες του λαού μου οδηγήθηκε στο θάνατο…» κ.τ.λ.). Στο Ησ. 12, 6, ο «άγιος του Ισραήλ» (ο Θεός) είναι Εκείνος που «υψώθη εν μέσω της Σιών», δηλαδή ο Χριστός (βλ. Ησ. 52, 13: «ο παις μου υψωθήσεται και μετεωρισθήσεται σφόδρα» = ο δούλος μου θα υψωθεί και θα κρεμαστεί πολύ). Ο Ίδιος ο Χριστός ερμηνεύει την «ύψωση» ως σταύρωση (Ιω. 8, 28, και 12, 32-34). Προσοχή: ο Μεσσίας, κατά τον Ησαΐα, έρχεται για να σώσει τον κόσμο και όχι απλώς για να διδάξει ή για να μεταφέρει σ’ εμάς το θέλημα του Θεού.

Έτσι, ο Υιός του Θεού γίνεται δούλος του Θεού (άνθρωπος) για να φέρει τη σωτηρία στους ανθρώπους. Δέχονται οι μουσουλμάνοι αδελφοί μας ότι η προφητεία του Ησαΐα αναφέρεται στο Χριστό; Δέχονται επίσης όλα τα υπόλοιπα που αναφέρονται στην ομιλία του Πέτρου; Θα πρέπει να τα δεχτούν, αφού μιλούν οι αψευδείς μάρτυρες Ησαΐας και Πέτρος. Τότε ευχαρίστως να συζητήσουμε για το χαρακτηρισμό του Χριστού ως «παιδός του Θεού».

Ας επισημάνουμε εδώ ότι το όνομα «Ιησούς» και οι χαρακτηρισμοί «Χριστός» (εβρ. «Μεσσίας»), «Σωτήρας», «Υιός Δαβίδ», «Βασιλεύς του Ισραήλ», «Μέγας Αρχιερεύς» κ.τ.λ., αναφέρονται όλοι στον Υιό του Θεού ως άνθρωπο. Ως Θεός, ο Υιός χαρακτηρίζεται «Λόγος του Θεού», «Σοφία του Θεού», «Κύριος» κ.τ.λ. Δεν είναι αλήθεια ότι αυθαίρετα αναφερόμαστε στο Χριστό πότε ως άνθρωπο και πότε ως Θεό. Όταν οι απόστολοι μιλάνε για το απολυτρωτικό Του έργο, που επιτέλεσε με την ενανθρώπισή Του, αναφέρονται σ’ Αυτόν ως άνθρωπο, ως Μεσσία, ως «πάσχοντα δούλο» (παίδα) του Θεού.

γ) Σχετικά με το θαύμα που συντελέστηκε στο όνομα του Ιησού και όχι «στο όνομα του Θεού»: είναι μια αδιαμφισβήτητη απόδειξη ότι οι ίδιοι οι μαθητές του Χριστού εξαρχής Τον αντιμετώπιζαν ως Θεό, καθώς μόνο το όνομα του Θεού επιτρέπεται να επικαλείται ο άνθρωπος, όχι το όνομα ανθρώπου. Και δε μπορούμε να πούμε ότι οι απόστολοι, που είχε διαλέξει ο Ίδιος και τους είχε αφήσει τις ύψιστε παρακαταθήκες Του, πλανήθηκαν όλοι, όλοι, όλοι, και παρανόησαν ή διαστρέβλωσαν το νόημα της αποστολής Του δέκα μόλις μέρες μετά την αποχώρησή Του από τη γη.

Ας σημειωθεί ότι η επίκληση του ονόματος του Θεού είναι μια πρόσκληση στο Θεό να παρέμβει, δηλαδή μια προσευχή. Ομοίως, η επίκληση του ονόματος του Ιησού είναι μια πρόσκληση στον Ιησού να παρέμβει, δηλαδή μια προσευχή προς Αυτόν: «ό,τι αν αιτήσητε εν τω ονόματί μου, τούτο ποιήσω, ίνα δοξασθή ο πατήρ εν τω υιώ. εάν τι αιτήσητε εν τω ονόματί μου, εγώ ποιήσω» (Ιω. 14, 13-14). Αυτό είναι κάτι άλλο (προσευχή προς τον Ιησού) και άλλο το «ό,τι αν αιτήσητε τον πατέρα εν τω ονόματί μου, δω υμίν» του Ιω. 15, 16 (προσευχή προς τον Πατέρα).

Η αποστολική Εκκλησία είναι απόλυτα σίγουρο ότι προσευχόταν προς τον Ιησού. Ο άγιος Στέφανος Του ζήτησε να παραλάβει το πνεύμα του (Πράξ. 7, 59 –και στο στ. 60 λέει «Κύριε, μη στήσης αυτοίς την αμαρτίαν ταύτην», όπου αμέσως πριν έχει ονομάσει «Κύριο» τον Ιησού!), ο απόστολος Παύλος προσεύχεται σ’ Αυτόν στο Πράξ. 22, 17-21 (ακόμη κι αν υποθέσουμε ότι η προσευχή του αρχικά απευθυνόταν στον Πατέρα, όμως συνεχίστηκε ως επικοινωνία με τον Ιησού), ενώ άλλοτε Του ζήτησε να τον απαλλάξει από τον κακό άγγελο που τον τυραννούσε (Β΄ Κορ. 12, 8-9 –ο Κύριος εκεί είναι ο Ιησούς, όπως φαίνεται από το στίχο 9). Ο απόστολος και προφήτης Ιωάννης Τον παρακάλεσε να έρθει γρήγορα (Αποκ. 22, 20). Ο απόστολος Πέτρος λέει στον Αινέα, τον παράλυτο της πόλης Λύδδα, «Αινέα, ιάται σε Ιησούς ο Χριστός» (σε θεραπεύει ο Ιησούς, ο Χριστός, Πράξ. 9, 34), άρα ο Ίδιος ο Χριστός, εκείνη τη στιγμή, παρενέβη από τον ουρανό και τέλεσε τη θεραπεία.

Η προσευχή προς τον Ιησού, ενώ βρίσκεται στον ουρανό, είναι ακριβώς το ίδιο με αυτό που έκαναν οι άνθρωποι που Του ζητούσαν βοήθεια όσο ζούσε στη γη (π.χ. Ματθ. 9, 27. 15, 22, Μάρκ. 3, 10. 9, 17-29. 5, 22-23, κ.α.). Όπως έκανε αμέτρητα θαύματα εδώ, έτσι κάνει και από τον ουρανό. Αφού Εκείνος υποσχέθηκε ότι θα βρίσκεται μαζί μας όλες τις ημέρες μέχρι τη συντέλεια του αιώνος (Ματθ. 28, 20), γιατί να μην προσευχόμαστε σ’ Αυτόν; Εξάλλου είναι σε συνεχή επικοινωνία μαζί μας, όπως αποδεικνύει το όραμα της Δαμασκού, το όραμα του Ανανία (Πράξ. 9, 17), η θεραπεία του Αινέα, το Ματθ. 18, 20 κ.λ.π.

Γ. Η απολογία του Πέτρου στο Μέγα Συνέδριο

Λόγω της αναταραχής, που προκλήθηκε από τα παραπάνω, οι δύο άγιοι απόστολοι Πέτρος και Ιωάννης συνελήφθησαν και φυλακίστηκαν. Την επόμενη μέρα παρουσιάστηκαν ενώπιον του Μεγάλου Συνεδρίου, δηλαδή του ανώτατου θρησκευτικού οργάνου του Ισραήλ, εκείνου που είχε καταδικάσει σε θάνατο τον Ιησού, και ερωτήθηκαν στο όνομα τίνος και με ποια δύναμη κάνουν όσα κάνουν. Τότε ο Πέτρος, «πλησθείς Πνεύματος Αγίου» (γέμισε με το Άγιο Πνεύμα), πήρε το λόγο και είπε τα εξής (Πράξ. κεφ. 4, και στο διαδίκτυο http://www.myriobiblos.gr/bible/nt2/acts/4.asp):

«Άρχοντες του λαού και πρεσβύτεροι του Ισραήλ, αν εμείς σήμερα ανακρινόμαστε για την ευεργεσία ανθρώπου ασθενούς, για τον τρόπο με τον οποίο σώθηκε, ας είναι γνωστό σε όλους εσάς και σε όλο το λαό Ισραήλ ότι εν τω ονόματι του Ιησού Χριστού του Ναζωραίου, τον οποίο εσείς σταυρώσατε, τον οποίο ο Θεός ανέστησε από τους νεκρούς, αυτός ο άνθρωπος εμφανίστηκε ενώπιόν σας υγιής. Αυτός είναι ο λίθος που θεωρήθηκε άχρηστος από σας, τους οικοδόμους, όμως έγινε ακρογωνιαίος λίθος. Και η σωτηρία δεν επιτυγχάνεται μέσω κανενός άλλου· διότι ούτε άλλο όνομα υπάρχει κάτω από τον ουρανό που να έχει δοθεί στους ανθρώπους, μέσω του οποίου να πρέπει να σωθούμε».

ΣΧΟΛΙΟ: Εκτός των άλλων, στην απολογία του ο άγιος Πέτρος αναφέρεται και στο στίχο «λίθον ον απεδοκίμασαν οι οικοδομούντες, ούτος εγενήθη εις κεφαλήν γωνίας» (Ψαλμός ριζ΄ [117 – στο εβραϊκό (μασοριτικό) ριη΄], στ. 22). Το στίχο αυτό, μαζί με τον επόμενο παρέθεσε ως προφητική αναφορά στον εαυτό Του και ο Ίδιος ο Χριστός (Ματθ. 21, 42), υπαινισσόμενος τη θανάτωσή Του από τους Ιουδαίους, που, αντί να Τον οδηγούσε στον αφανισμό, θα Τον καθιστούσε θεμέλιο της σωτηρίας μας. Ο άγιος Πέτρος παραθέτει το στίχο αυτό και στην Α΄ επιστολή του, κεφ. 2, στ. 7.

Ολόκληρος ο Ψαλμός 117 είναι ένας από τους «μεσσιανικούς» (χριστολογικούς) ψαλμούς, όπου δηλ. διά στόματος του προφήτη μιλάει ο αναμενόμενος Μεσσίας. Η ύπαρξη των μεσσιανικών ψαλμών είναι ακόμη μια φανέρωση της θεότητας του Χριστού, γιατί μόνον ο Θεός μιλάει διά στόματος των προφητών.

Δ. Η δράση του Πέτρου στην αρχαία Εκκλησία

Δεν έχουμε λόγους να θεωρούμε ότι ο απόστολος Πέτρος ήταν «αρχηγός της Εκκλησίας», θέση που ανήκει πάντα προσωπικά στο Χριστό. Κανείς άνθρωπος δεν είναι «αρχηγός της Εκκλησίας», ούτε «αντικαταστάτης» ή «εκπρόσωπος» ή «αντιπρόσωπος» του Χριστού. Εκπρόσωπο ή αντιπρόσωπο έχει μόνο κάποιος που απουσιάζει, όμως ο Χριστός είναι πάντοτε παρών στην Εκκλησία Του, συνεπώς ο Ίδιος είναι η κεφαλή της και η Εκκλησία δεν είναι τίποτε άλλο, παρά το σώμα Του, δηλαδή «ο Χριστός παρατεινόμενος εις τους αιώνας».

Όλοι οι απόστολοι ήταν οι πνευματικοί ηγέτες των χριστιανών, όλοι ήταν προικισμένοι με τα θαυματουργικά χαρίσματα του Αγίου Πνεύματος (Πράξ. 15, 12-16), ο δε Πέτρος με την εισήγησή του κατά την αποστολική σύνοδο (Πράξ. 15, 7-12), κατά την οποία δεν επέδειξε καμιά αυθεντία, φανερώνει την ισότιμη θέση όλων των αποστόλων. Πέτρος και Ιωάννης πήγαν ως απεσταλμένοι των αποστόλων στη Σαμάρεια για να μεταδώσουν το Άγιο Πνεύμα στους νεοβαπτισμένους Σαμαρείτες (Πράξ. 18, 14-17). Παρόλα αυτά είναι φανερό ότι ο Πέτρος αποτελούσε μια ηγετική φυσιογνωμία στην πρώτη Εκκλησία, γι’ αυτό και στις Πράξεις των Αποστόλων γίνονται τόσες προσωπικές αναφορές σ’ αυτόν.

Το θαυματουργικό του χάρισμα ήταν ασύλληπτο: ασθενείς θεραπεύονταν όταν περνούσε από πανω τους η σκιά του (βλ. Πράξ. 15, 15-16: «ώστε κατά τας πλατείας εκφέρειν τους ασθενείς και τιθέναι επί κλινών και κραβάττων, ίνα ερχομένου Πέτρου καν η σκιά επισκιάση τινί αυτών. συνήρχετο δε και το πλήθος των πέριξ πόλεων εις Ιερουσαλήμ φέροντες ασθενείς και οχλουμένους υπό πνευμάτων ακαθάρτων, οίτινες εθεραπεύοντο άπαντες». Βλ. και Πράξ. 9, 33-35). Αξιώθηκε επίσης να αναστήσει νεκρό: την αγία Ταβιθά, την ελεήμονα, από την Ιόππη (Πράξ. 9, 36-42). Έλαβε μηνύματα και αποκαλύψεις από το Θεό (Πράξ. 10, 10-16 και 19-20). Απελευθερώθηκε από άγγελο, όταν συνελήφθη από τον Ηρώδη (Πράξ. κεφ. 12), κ.τ.λ.

Ο Πέτρος ήταν εκείνος, στον οποίο το Άγιο Πνεύμα έστειλε τον εκατόνταρχο Κορνήλιο, για να βαπτιστεί (Πράξ. κεφ. 10), ενώ επίσης στον Πέτρο έπεσε η ευθύνη να αντιμετωπίσει την ασέβεια του Ανανία και της Σαπφείρας, τους οποίους προειδοποίησε για τον επικείμενο θάνατό τους (μια σπάνια περίπτωση, όπου ο Θεός αφαιρεί τη ζωή ανθρώπων στην Καινή Διαθήκη, Πράξ. 5, 1-11 – σημειωτέον ότι εδώ ενέργησε το Ίδιο το Πνεύμα το Άγιο, δεν έβαλε χέρι πάνω στους ασεβείς κανένας άνθρωπος ως «εκτελεστής του θείου νόμου»· η εποχή της Παλαιάς Διαθήκης τελείωσε, όμως την επανέφερε το Ισλάμ).

Τα γράφω αυτά ως φανερώσεις τις αξιοπιστίας του αγίου και μεγάλου αποστόλου Πέτρου, που είναι ένας αυτόπτης μάρτυρας και ένας έγκυρος ερμηνευτής του Ιησού, της ζωής και της διδασκαλίας Του.

Ε. Η ομιλία του Πέτρου στους Ρωμαίους, στο σπίτι του Κορνήλιου

Το κεφ. 10 των Πράξεων των αποστόλων αφηγείται τη μεταστροφή του Ρωμαίου εκατόνταρχου Κορνήλιου και «των ανθρώπων του σπιτιού του» στο χριστιανισμό. Ο Κορνήλιος ήταν «ευσεβής και φοβούμενος τον Θεόν», ελεήμων και σπλαχνικός με το λαό. Είδε λοιπόν «εν οράματι φανερώς» άγγελο του Θεού, που του είπε: «οι προσευχές σου και οι ελεημοσύνες σου ανέβηκαν εις μνημόσυνον ενώπιον του Θεού· στείλε λοιπόν στην Ιόππη άνδρες και κάλεσε το Σίμωνα, τον επικαλούμενο Πέτρο» (Πράξ. 10, 4-5).

Την επαύριο, στην Ιόππη, ο Πέτρος είδε ένα όραμα: άνοιξε ο ουρανός και κατέβηκε ένα μεγάλο σεντόνι, μέσα στο οποίο υπήρχαν όλα τα τετράποδα της γης και τα θηρία και τα ερπετά και τα πετεινά του ουρανού. Και μια φωνή τού είπε: «Σήκω, Πέτρο, σφάξε και φάε». Ο Πέτρος απάντησε: «Όχι, Κύριε, ποτέ δεν έφαγα τίποτε ακάθαρτο» (επειδή μέσα υπήρχαν και ζώα που θεωρούνταν ακάθαρτα και απαγορευόταν η βρώση τους στον ιουδαϊσμό). Τότε η φωνή απάντησε: «Μη θεωρείς ακάθαρτα αυτά που ο Θεός καθάρισε». Η στιχομυθία αυτή επαναλήφθηκε τρεις φορές και κατόπιν το σεντόνι ανέβηκε στον ουρανό (Πράξ. 10, 9-16). Το όραμα αυτό, όπως κατάλαβε αργότερα ο άγιος, φανέρωνε ότι αίρεται η απαγόρευση του μωσαϊκού νόμου προς τους πιστούς να επισκέπτονται και να συναναστρέφονται ειδωλολάτρες, αφού και οι ειδωλολάτρες –και όχι μόνον οι Ιουδαίοι– είναι προσκεκλημένοι από το Θεό να βαφτιστούν χριστιανοί (βλ. στίχ. 28 και κάτω).

Αμέσως μετά το Άγιο Πνεύμα είπε στον Πέτρο: «Τρεις άντρες σε ζητούν. Κατέβα και πήγαινε μαζί τους χωρίς δισταγμό, γιατί εγώ τους έστειλα» (στ. 19-20). Αυτό το χωρίο είναι ένα από τα πολλά, όπου φαίνεται ότι το Άγιο Πνεύμα είναι ένα Πρόσωπο και όχι μια απρόσωπη δύναμη.

Έτσι ο Πέτρος ήρθε στο σπίτι του Κορνήλιου, στην Καισάρεια της Παλαιστίνης. Ο Κορνήλιος τον προσκύνησε, αλλά φυσικά ο άγιος δεν αποδέχτηκε την προσκύνηση. Όταν του εξήγησαν πώς έγινε και τον κάλεσαν εκεί, μίλησε και είπε (Πράξ. 10, 34-43, και στο διαδίκτυο εδώ: http://www.myriobiblos.gr/bible/nt2/acts/10.asp):

«Αναγνωρίζω πράγματι ότι ο Θεός δεν μεροληπτεί, αλλά σε κάθε έθνος όποιος τον σέβεται [στο αρχαίο: ο φοβούμενος αυτόν] και πράττει το δίκαιο είναι δεκτός σε αυτόν. Έστειλε το λόγο Του στους Ισραηλίτες, ευαγγελιζόμενος ειρήνη διά του Ιησού Χριστού. Αυτός είναι Κύριος των πάντων. Ξέρετε τι συνέβη σε όλη την Ιουδαία, αρχίζοντας από τη Γαλιλαία, μετά το βάπτισμα που κήρυξε ο Ιωάννης, για τον Ιησού από τη Ναζαρέτ, τον οποίο έχρισε ο Θεός διά Πνεύματος Αγίου και δυνάμεως, ο οποίος περιόδευσε ευεργετώντας και θεραπεύοντας όλους εκείνους που τυραννιούνταν από το διάβολο, επειδή ο Θεός ήταν μαζί του. Και εμείς είμαστε μάρτυρες όλων όσα έπραξε και στην Ιουδαία και στην Ιερουσαλήμ. Και τον οποίο θανάτωσαν κρεμώντας τον στο ξύλο. Αυτόν ο Θεός τον ανέστησε την τρίτη ημέρα και τον έκανε να εμφανιστεί, όχι σε όλο το λαό, αλλά σε μάρτυρες που τους είχε διαλέξει ο Θεός από πριν, σε μας, που φάγαμε και ήπιαμε μαζί του αφού αναστήθηκε από τους νεκρούς. Και μας παράγγειλε να κηρύξουμε στο λαό και να διαβεβαιώσουμε ότι αυτός είναι ο ορισμένος από το Θεό κριτής ζώντων και νεκρών. Γι’ αυτόν μαρτυρούν όλοι οι προφήτες, ότι κάθε ένας που πιστεύει σ’ αυτόν θα λάβει άφεση αμαρτιών διά του ονόματός του».

Ενώ ο Πέτρος μιλούσε, το Άγιο Πνεύμα «έπεσε πάνω σε εκείνους που τον άκουγαν» και τους πρόσφερε το χάρισμα της γλωσσολαλίας. Τότε ο Πέτρος φρόντισε και όλοι εκείνοι οι άνθρωποι βαφτίστηκαν χριστιανοί.

Στ. Η ομιλία του Πέτρου στην αποστολική σύνοδο

Η αποστολική σύνοδος (γενική συνέλευση των αποστόλων και των πρεσβυτέρων της Εκκλησίας) συγκλήθηκε στα Ιεροσόλυμα το 49 μ.Χ., μετά από αίτημα των αγίων αποστόλων Παύλου και Βαρνάβα, εξ αιτίας της επιμονής μιας ομάδας Ιουδαίων χριστιανών ότι οι ειδωλολάτρες, που γίνονταν χριστιανοί, δε μπορούν να σωθούν, αν δεν κάνουν περιτομή και δεν τηρούν τις διατάξεις του μωσαϊκού νόμου.

Η σύνοδος αποφάσισε ότι η τήρηση των διατάξεων του μωσαϊκού νόμου (συμπεριλαμβανομένης της περιτομής) δεν είναι απαραίτητη για τη σωτηρία. Αυτή είναι η «επίσημη πράξη» υπέρβασης του μωσαϊκού νόμου στο χριστιανισμό. Η απόφαση της συνόδου ελήφθη με το φωτισμό και την καθοδήγηση του Αγίου Πνεύματος, γι’ αυτό και οι απόστολοι έγραψαν «έδοξε το Αγίω Πνεύματι και ημίν» (Πράξ. 15, 28 – θεωρήθηκε από το Άγιο Πνεύμα και από μας). Την απόφαση αυτή την κοινοποίησαν στους χριστιανούς της Αντιόχειας μέσω των Παύλου και Βαρνάβα, που τους χαρακτηρίζουν «αγαπητούς», ανθρώπους που «παρέδωσαν τις ψυχές τους» (δηλ. διέθεσαν τη ζωή τους) «υπέρ του ονόματος του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού» (Πράξ. 15, 25-26) και δύο άλλων αδελφών, των Ιούδα Βαρσαββά και Σίλα.

Η αποστολική σύνοδος α) αποδεικνύει ότι ο απόστολος Παύλος, το έργο του και η διδασκαλία του είναι απόλυτα σύμφωνα με τον αυθεντικό χριστιανισμό, όπως παραδόθηκε από το Χριστό και ακολουθήθηκε από τους αγίους αποστόλους Του· β) λήγει το θέμα της ισχύος ή μη του μωσαϊκού νόμου στο χριστιανισμό, γνωμοδοτώντας την υπέρβαση του νόμου, αφού η εν Χριστώ πραγματικότητα είναι πλέον η εποχή των «εσχάτων», η εποχή της χάριτος, ενώ ο νόμος δεν ήταν παρά «παιδαγωγός εις Χριστόν» (έκφραση του Παύλου από την προς Γαλάτας, 3, 23-26). Ο νόμος δεν καταργείται, αλλά υπερβαίνεται.

Ας επισημάνουμε, προλαμβάνοντας πιθανές αντιδράσεις μουσουλμάνων αδελφών μας, ότι οι άγιοι απόστολοι του Χριστού δεν πλανήθηκαν ως προς την πίστη. Είναι άτοπο να υποθέσουμε ότι ο Χριστός επέλεξε μαθητές που επρόκειτο να πλανηθούν (και μάλιστα όλοι τους), καθώς και ότι ο Θεός θα επέτρεπε κάτι τέτοιο, χωρίς να αφήσει έστω και έναν που να διασώσει για πάντα, χωρίς διακοπή, την αυθεντική μορφή και το αυθεντικό νόημα της εν Χριστώ αποκαλύψεως. Συνεπώς αυτή η αυθεντική μορφή και το αυθεντικό νόημα είναι αυτά που διασώθηκαν στο χριστιανισμό.

Επιπλέον, πρέπει να επισημάνουμε ότι και το Κοράνι παραδέχεται την ειλικρίνεια και αξιοπιστία των μαθητών του Χριστού: στη σούρα 3, 52, φαίνεται ότι οι μαθητές του Ιησού είναι αληθινοί πιστοί του Θεού και χαρακτηρίζονται «μουσουλμάνοι» (=πιστοί). Στη σούρα 61, 14, επιβεβαιώνεται η προθυμία τους. Αντίθετα, εκείνοι που κατηγορούνται ότι «αλλοίωσαν την αλήθεια για το Θεό», κατά το Κοράνι, δεν είναι οι μαθητές του Χριστού, αλλά «οι χριστιανοί» αόριστα. Κατ’ εμάς, το Κοράνι δεν είναι αληθινό θείο βιβλίο, αλλά προσπαθεί να παραπλανήσει τους ανθρώπους ανακατεύοντας αλήθειες και ψεύδη. Όμως οι μουσουλμάνοι αδελφοί μας, που θεωρούν ότι το Κοράνι λέει την απόλυτη αλήθεια, θα πρέπει να προβληματιστούν: αναφέρει ότι οι απόστολοι είναι αληθινοί πιστοί κι όμως οι απόστολοι είναι αυτοί που καθόρισαν αυτά που δεν αποδέχεται το Κοράνι. Η αντίφαση αυτή, αν μη τι άλλο, δεν είναι υπέρ της αξιοπιστίας του Κορανίου.

Στην αποστολική σύνοδο σημαντικό ρόλο έπαιξε η εισήγηση του αγίου αποστόλου Πέτρου. Δημοσιεύεται στις Πράξεις, 15, 7-11, και στο διαδίκτυο βλ. όλη την ιστορία της συνόδου εδώ: http://www.myriobiblos.gr/bible/nt2/acts/15.asp. Λέει:

«Άνδρες αδελφοί, ξέρετε καλά ότι από τις πρώτες μέρες ο Θεός ανάμεσά μας επέλεξε από το στόμα μου να ακούσουν οι ειδωλολάτρες [στο αρχαίο: τα έθνη] το λόγο του ευαγγελίου και να πιστέψουν. Και ο καρδιογνώστης Θεός διαβεβαίωσε γι’ αυτούς, δίνοντάς τους το Πνεύμα το Άγιο όπως και σ’ εμάς, και καμιά διάκριση δεν έκανε ανάμεσα σε εμάς και αυτούς, καθαρίζοντας με την πίστη τις καρδιές τους. Τώρα λοιπόν, γιατί πειράζετε το Θεό φορτώνοντας στο στήθος των μαθητών ένα βάρος που ούτε οι πατέρες μας ούτε εμείς δε μπορέσαμε να κρατήσουμε; Αλλά δια της χάριτος του Κυρίου Ιησού πιστεύουμε ότι θα σωθούμε με τον ίδιο τρόπο που θα σωθούν και εκείνοι».

ΣΧΟΛΙΟ: Ο Πέτρος αναφέρεται στην περίπτωση του Κορνήλιου, που είδαμε παραπάνω. Ας σημειωθεί ότι ο άγιος Κορνήλιος, στη συνέχεια, κήρυξε το χριστιανισμό σε Φοινίκη, Κύπρο, Αντιόχεια και Έφεσο, αξιώθηκε να κάνει θαύματα και, παρότι υπέστη πολλές κακουχίες, κοιμήθηκε ειρηνικά. Η μνήμη του τιμάται στις 13 Σεπτεμβρίου.

Με την εισήγηση του Πέτρου συμφώνησε και ο άγιος Ιάκωβος ο Αδελφόθεος, ο οποίος είπε (Πράξ. 15, 13-21):

«Άνδρες αδελφοί, ακούστε με. Ο Συμεών μας εξήγησε πως αρχικά ο Θεός φρόντισε να αποκτήσει από εθνικούς λαό επί τω ονόματι Του. Και σ’ αυτό συμφωνούν οι λόγοι των προφητών, καθώς έχει γραφτεί: «Μετά από αυτά θα επιστρέψω και θα ανοικοδομήσω τη γκρεμισμένη σκηνή του Δαβίδ, και τα ερείπιά της θα ανοικοδομήσω και θα την ανορθώσω, ώστε οι υπόλοιποι άνθρωποι να αναζητήσουν τον Κύριο, και πάντα τα έθνη, στα οποία έχει κληθεί το όνομά μου, λέει ο Κύριος που τα πραγματοποιεί όλα αυτά. Στο Θεό, τα έργα του είναι γνωστά από την αρχή. Γι’ αυτό εγώ θεωρώ ότι πρέπει να μην παρεμποδίζουμε τους εθνικούς να επιστρέφουν προς το Θεό, αλλά να τους γράψουμε να απέχουν από το μολυσμό των ειδώλων και της πορνείας και του πνικτού και του αίματος. Γιατί ο Μωυσής από αρχαία χρόνια έχει σε κάθε πόλη εκείνους που τον κηρύσσουν, αφού διαβάζεται κάθε Σάββατο στις συναγωγές».

Αυτά έγραφε και η επιστολή της συνόδου προς τους χριστιανούς: να απέχουν από τη βρώση ειδωλοθύτων (ζώων θυσιασμένων στα είδωλα), πνιγμένων ζώων και αίματος και από την πορνεία. Αυτές ήταν οι μόνες εντολές του μωσαϊκού νόμου που παρέμειναν σε χρήση από τους χριστιανούς. Οι υπόλοιπες εντολές θεωρήθηκαν μη αναγκαίες πλέον για τη σωτηρία, στη νέα εν Χριστώ κατάσταση. Οι τελετές του νόμου έχουν ξεπεραστεί με τη θυσία του Χριστού και την αναίμακτη θυσία της θείας Μετάληψης (την «κλάση του άρτου», όπως αναφέρεται στην ΚΔ), ενώ οι ηθικές εντολές από την εντολή της αγάπης. «Εκείνος που αγαπά, έχει τηρήσει όλες τις εντολές του Θεού. Και το ου μοιχεύσεις και το ου φονεύσεις, ου κλέψεις, ουκ επιθυμήσεις» (εννοείται «ό,τι ανήκει στο συνάνθρωπό σου») «και όποια άλλη εντολή, όλες συνοψίζονται σ’ αυτό το λόγο, στο να αγαπήσεις τον πλησίον σου σαν τον εαυτό σου. Η αγάπη στον πλησίον δεν κάνει τίποτα κακό, επομένως είναι η εκπλήρωση όλου του νόμου» (Παύλος, προς Ρωμαίους, 13, 8-10).

Ζ. Η διδασκαλία του στην α΄ καθολική επιστολή

Το αρχαίο κείμενο της Α΄ Πέτρου είναι εδώ: http://www.myriobiblos.gr/bible/nt2/peter_1/default.asp. Η γνησιότητά της (δηλαδή ότι είναι στ’ αλήθεια γραμμένη από τον απόστολο Πέτρο) έγινε ομόφωνα δεκτή στην αρχαιότητα και δεν αμφισβητήθηκε παρά μόνο από νεότερους προτεστάντες (π.χ. Χάρνακ) χωρίς σοβαρά επιχειρήματα.

Α) Α΄ Πέτρ., κεφ. 1, στ. 1-2: «Πέτρος, απόστολος Ιησού Χριστού, εκλεκτοίς παρεπιδήμοις διασποράς Πόντου, Γαλατίας, Καππαδοκίας, Ασίας και Βιθυνίας, κατά πρόγνωσιν Θεού πατρός, εν αγιασμώ Πνεύματος, εις υπακοήν και ραντισμόν αίματος Ιησού Χριστού· χάρις υμίν και ειρήνη πληθυνθείη».

ΣΧΟΛΙΑ: α) Χαρακτηρίζοντας ο Πέτρος τον εαυτό του «απόστολο του Ιησού Χριστού», και όχι «απόστολο του Θεού», φανερώνει την πεποίθησή του, και όλης της πρώτης Εκκλησίας, ότι ο Χριστός είναι Θεός. Μόνον ο Θεός έχει αποστόλους, όχι ένας προφήτης. Οι μαθητές του Χριστού, ως γνωστόν, χαρακτηρίζονται «απόστολοι του Χριστού» σε όλη την έκταση της ΚΔ και στη συνέχεια σε όλη την ιστορία της Εκκλησίας.

β) Ο άγιος αρχίζει με μια τριαδολογική αναφορά: οι παραλήπτες του (οι χριστιανοί από τη διασπορά Πόντου, Γαλατίας [της Μ. Ασίας], Καππαδοκίας, Ασίας και Βιθυνίας) είναι «εκλεκτοί» κατά την πρόγνωση του Θεού Πατρός, με τον αγιασμό του Αγίου Πνεύματος και με την υπακοή τους στον Ιησού Χριστό και το «ραντισμό» τους στο αίμα του Ιησού Χριστού. Το τελευταίο ίσως παραπέμπει στο βάπτισμά τους, αφού το χριστιανικό βάπτισμα, με την τριπλή κατάδυση, είναι συμμετοχή στο θάνατο και την ανάσταση του Χριστού. Πάντως φανερώνει την καθοριστική σημασία του αίματος του Ιησού Χριστού για τη σωτηρία του ανθρώπου. Δύο χαρακτηριστικά του χριστιανού τονίζονται: η υπακοή στο λόγο του Χριστού και η σωτηρία διά του αίματός Του.

Η παρατακτική αναφορά των τριών προσώπων της Αγίας Τριάδας είναι μία από τις περιπτώσεις που φαίνεται στην ΚΔ η πίστη των πρώτων χριστιανών (εδώ δε των μαθητών του Χριστού) ότι ο Θεός είναι Τριαδικός.

Β) Α΄ Πέτρ., 1, 3: «Ευλογητός ο Θεός και πατήρ του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, ο κατά το πολύ αυτού έλεος αναγεννήσας ημάς εις ελπίδα ζώσαν δι’ αναστάσεως Ιησού Χριστού εκ νεκρών».

ΣΧΟΛΙΑ: Ο Θεός είναι Πατέρας του Ιησού Χριστού. ο Χριστός είναι «ο Κύριος ημών». Ο Θεός και Πατήρ «μας αναγέννησε» διά της αναστάσεως του Ιησού Χριστού εκ νεκρών: ο Χριστός λοιπόν όντως αναστήθηκε από τους νεκρούς (συνεπώς και σταυρώθηκε) και η ανάστασή Του προκάλεσε την αναγέννησή μας.

Γ) Α΄ Πέτρ. 1, 10-12: «περί ης σωτηρίας εξεζήτησαν και εξηρεύνησαν προφήται οι περί της εις υμάς χάριτος προφητεύσαντες, ερευνώντες εις τίνα ή ποίον καιρόν εδήλου το εν αυτοίς Πνεύμα Χριστού προμαρτυρόμενον τα εις Χριστόν παθήματα και τας μετά ταύτα δόξας· οίς απεκαλύφθη ότι ουχ εαυτοίς, υμίν δε διηκόνουν αυτά, α νυν ανηγγέλη υμίν δια των ευαγγελισαμένων υμάς εν Πνεύματι Αγίω αποσταλέντι απ’ ουρανού, εις α επιθυμούσιν άγγελοι παρακύψαι».

ΣΧΟΛΙΑ: οι προφήτες λοιπόν προφήτεψαν για τη χάρη που ήρθε στους χριστιανούς και προφήτευσαν μέσω του «Πνεύματος Χριστού» που προφήτευε «εν αυτοίς» (μέσα τους). Το άγιο Πνεύμα λοιπόν δεν είναι μόνο Πνεύμα του Θεού Πατρός, αλλά και «Πνεύμα Χριστού» και μάλιστα όχι μόνον τώρα, αλλά από τον καιρό των προφητών – μέσω του «Πνεύματος Χριστού» προφήτευαν οι προφήτες. Και οι απόστολοι, που έφεραν το ευαγγέλιο (το μήνυμα του χριστιανισμού) στους χριστιανούς, τους δίδαξαν μέσω του Αγίου Πνεύματος, που απεστάλη σ’ αυτούς από τον ουρανό.

Δ) Α΄ Πέτρ. 1, 18-19: «…ου φθαρτοίς, αργυρίω ή χρυσίω, ελυτρώθητε εκ της ματαίας υμών αναστροφής πατροπαραδότου, αλλά τιμίω αίματι ως αμνού αμώμου και ασπίλου Χριστού…».

ΣΧΟΛΙΟ: Οι άνθρωποι λοιπόν λυτρώθηκαν από τη μάταιη προηγούμενη θρησκεία τους όχι μέσω χρυσού ή αργυρίου (εννοεί προφανώς τα είδωλα) αλλά μέσω του τιμίου αίματος του άμωμου και άσπιλου αμνού, του Χριστού. Δε χρειάζεται παραπέρα σχόλια, νομίζω, εκτός από το ότι ο χαρακτηρισμός του Χριστού ως αμνού (λόγω της αθωότητάς Του και της σταυρικής θυσίας Του) είναι από τους πιο χαρακτηριστικούς στην ΚΔ (π.χ. Ιω. 1, 29, αλλά και σε όλη την έκταση της Αποκάλυψης) και παραπέμπει στην προφητεία του Ησαΐα 53, 7, που αναφέρεται στον «πάσχοντα δούλο του Θεού».

Ε) Α΄ Πέτρ. κεφ. 2: αναφορά στην αναγέννηση διά του βαπτίσματος: στ. 2 «ως αρτιγέννητα βρέφη το λογικόν άδολον γάλα επιποθήσατε», και στη θεία μετάληψη: στ. 3 «εγεύσασθε ότι χρηστός ο Κύριος» (στίχος από τον προφητικό Ψαλμό λγ [33], 9).

Οι χριστιανοί είναι «γένος εκλεκτόν, βασίλειον ιεράτευμα, έθνος άγιον, λαός εις περιποίησιν» (στ. 9) και προσφέρουν «πνευματικάς θυσίας ευπροσδέκτους τω Θεω δια Ιησού Χριστού» (στ. 5): όχι λοιπόν θυσίες αίματος, αλλά πνευματικές, προσφερόμενες στο Θεό Πατέρα διά του Ιησού Χριστού: αυτό ακριβώς κάνουμε κατά τη θεία λειτουργία (η οποία προσφέρεται στον Πατέρα διά του Υιού εν Αγίω Πνεύματι), για την οποία, κατά τη γνώμη μου, γίνεται η αναφορά αυτή.

Στ) Α΄ Πέτρ. 2, 21-25. Προτρέποντάς τους σε υπομονή και αγάπη εν μέσω διωγμών και παθημάτων, φέρνει το παράδειγμα και την παρακαταθήκη του Χριστού. Παραθέτω σε μετάφραση: «…ο Χριστός έπαθε υπέρ υμών, αφήνοντάς σας υπόδειγμα, για να ακολουθήσετε τα ίχνη του· ο οποίος αμαρτία δεν διέπραξε, ούτε βρέθηκε δόλος στο στόμα του· ο οποίος, ενώ τον συκοφαντούσαν δε συκοφαντούσε, ενώ έπασχε δεν απειλούσε αλλά άφηνε την κρίση σ’ εκείνον που κρίνει δίκαια· ο οποίος σήκωσε τις αμαρτίας μας στο σώμα του πάνω στο ξύλο, ώστε να απαλλαγούμε από τις αμαρτίες και να ζήσουμε με τη δικαιοσύνη· διά της πληγής του οποίου θεραπευτήκατε. Διότι ήσασταν ως πρόβατα πλανώμενα, αλλά τώρα επιστρέψατε επεστράφητε στον ποιμένα και επίσκοπο [=προστάτη, φύλακα] των ψυχών σας».

ΣΧΟΛΙΑ: Οι φράσεις του αποστόλου «ο οποίος αμαρτία δεν διέπραξε, ούτε βρέθηκε δόλος στο στόμα του» (στο αρχαίο: «ος αμαρτίαν ουκ εποίησεν, ουδέ ευρέθη δόλος εν τω στόματι αυτού») και «διά της πληγής του οποίου θεραπευτήκατε» (στο αρχαίο: «ου τω μώλωπι αυτού ιάθητε») προέρχονται από τη μεγάλη προφητεία του Ησαΐα 52, 13 – 53, 12, για τον «πάσχοντα δούλο», που αναφέραμε παραπάνω. Ο Ίδιος ο Χριστός υπαινίσσεται αυτή τη φράση, ρωτώντας για τον εαυτό Του «τις εξ υμών ελέγχει με περί αμαρτίας; ει δε αλήθειαν λέγω, διατί υμείς ου πιστεύετέ μοι;» στο Ιω. 9, 46, και σε όλη τη σχετική συνάφεια. Επίσης, η αναφορά στα πρόβατα και τον ποιμένα παραπέμπει στις ανάλογες παραβολές του Χριστού, που βρίσκονται στο Ματθ. 18, 12-13, και Ιω., κεφ. 10.

Ζ) Α΄ Πέτρ. 3, 18-22: «…ότι και Χριστός άπαξ περί αμαρτιών έπαθε, δίκαιος υπέρ αδίκων, ίνα ημάς προσαγάγη τω Θεώ, θανατωθείς μεν σαρκί, ζωοποιηθείς δε πνεύματι· εν ω και τοις εν φυλακή πνεύμασι πορευθείς εκήρυξεν, απειθήσασί ποτε, ότε απεξεδέχετο η του Θεού μακροθυμία εν ημέραις Νώε κατασκευαζομένης κιβωτού, εις ην ολίγαι, τούτ’ έστιν οκτώ ψυχαί, διεσώθησαν δι’ ύδατος. ό αντίτυπον νυν και ημάς σώζει βάπτισμα, ου σαρκός απόθεσις ρύπου, αλλά συνειδήσεως αγαθής επερώτημα εις Θεόν, δι’ αναστάσεως Ιησού Χριστού, ος εστιν εν δεξιά του Θεού πορευθείς εις ουρανόν, υποταγέντων αυτω αγγέλων και εξουσιών και δυνάμεων».

ΣΧΟΛΙΑ: Ο Χριστός όντως υπέστη τα πάθη Του, για να μας προσαγάγει (οδηγήσει) στο Θεό, άρα τα πάθη του Χριστού είναι εκείνα που έσωσαν την ανθρωπότητα. Με το πνεύμα Του πήγε και κήρυξε «τοις εν φυλακή πνεύμασι»: η κάθοδός Του δηλαδή στον Άδη σήμαινε την ένωση των προ Χριστού ψυχών με τις μετά Χριστόν, καθώς ο Κύριος κήρυξε στον Άδη, όπως είχε κάνει και στη Γη, σώζοντας ακόμη και τους αρχαίους νεκρούς. Τέλος, το βάπτισμα μας σώζει λόγω της αναστάσεως του Χριστού, ο οποίος βρίσκεται στα δεξιά του Θεού (προφητεία του Ψαλμού 109, 1, «είπεν ο Κύριος τω Κυρίω μου κάθου εκ δεξιών μου…», και αναφορές σε Μάρκ. 16, 19, Πράξ. 7, 55-56, προς Εβραίους, 1, 3) και σ’ Αυτόν υποτάσσονται και οι αγγελικές δυνάμεις.

Η) Α΄ Πέτρ. 4, 11: «ει τις λαλεί, ως λόγια Θεού· ει τις διακονεί, ως εξ ισχύος, ης χορηγεί ο Θεός· ίνα εν πάσι δοξάζηται ο Θεός δια Ιησού Χριστού, ώ εστίν η δόξα και το κράτος εις τους αιώνας των αιώνων, αμήν».

Στο στίχο αυτό η δόξα και το κράτος φαίνεται ότι αποδίδονται στο Χριστό, όχι «στο Θεό», πράγμα που αποτελεί πολύ ισχυρή αναφορά στη Θεότητα του Χριστού.

Η. Η διδασκαλία του στη β΄ καθολική επιστολή

Το αρχαίο κείμενο της Β΄ Πέτρου είναι εδώ: http://www.myriobiblos.gr/bible/nt2/peter_2/default.asp. Η γνησιότητά της (δηλαδή ότι είναι στ’ αλήθεια γραμμένη από τον απόστολο Πέτρο) αμφισβητήθηκε κατά κόρον από νεότερους φιλολόγους, κυρίως προτεστάντες και παπικούς. Οι λόγοι που προβάλλουν είναι φιλολογικοί:

Α) Ο συντάκτης της Β΄ Πέτρου δίνει πολλά αυτοβιογραφικά στοιχεία, γνωστά από τα ευαγγέλια, ενώ στο Β΄ Πέτρ. 3, 1, αναφέρει και την επιστολή του ως «δευτέρα» (με σαφή υπαινιγμό στην Α΄ Πέτρου), σα να προσπαθεί να πείσει τους αναγνώστες του ότι είναι ο απόστολος Πέτρος. Αυτό θεωρήθηκε «ύποπτο», δεδομένου ότι στην Α΄ Πέτρου ο απόστολος δεν δίνει καθόλου αυτοβιογραφικά στοιχεία – δε χρειάζεται να πείσει κανένα, αφού ο ίδιος ξέρει ότι στ’ αλήθεια είναι ο Πέτρος. Το επιχείρημα αυτό βέβαια δεν είναι ακαταμάχητο. Αν όμως υποθέσουμε ότι το δεχτούμε, συνηγορεί υπέρ της γνησιότητας της Α΄ Πέτρου, που δεν έχει τέτοια στοιχεία.

Β) Η Β΄ Πέτρου αναφέρει πράγματα που θεωρήθηκαν μεταγενέστερα από την εποχή του αποστόλου Πέτρου: μιλάει π.χ. για διωγμούς (που όμως μπορεί να είναι διώξεις από πλευράς των Ιουδαίων ή ανεπίσημες πρώτες διώξεις από ειδωλολάτρες), για τις επιστολές του αποστόλου Παύλου έτσι, που μοιάζει να έχει υπόψιν του κάποια συλλογή (Β΄ Πέτρ. 3, 15-16), την οποία ήδη κάποιοι είχαν αρχίσει να παρερμηνεύουν. Και αυτός ο λόγος δεν είναι πολύ ισχυρός, διότι οι περιοχές, όπου απευθύνεται η Β΄ Πέτρου (οι ίδιες με την Α΄ Πέτρου, αφού, όπως είπαμε, αναφέρεται ως «δευτέρα»), είχαν δεχτεί επιστολές του Παύλου (προς Γαλάτας, Εφεσίους, Κολοσσαείς, Α΄ και Β΄ προς Τιμόθεον, Τίτον και Φιλήμονα), πράγμα που προφανώς ο Πέτρος γνώριζε.

Γ) Στη Β΄ Πέτρου φαίνεται ότι οι χριστιανοί άρχισαν να αμφιβάλλουν για το χρόνο της ημέρας του Κυρίου (δευτέρας παρουσίας του Χριστού), ενώ στην Α΄ Πέτρου θεωρούσαν ακόμη ότι θα συμβεί από μέρα σε μέρα, συνεπώς μεταξύ των δύο επιστολών ασφαλώς παρεμβάλλονται κάποια χρόνια. Και αυτό όμως ακόμη δεν αποκλείει τη συγγραφή της από το ίδιο πρόσωπο.

Δ) Τέλος, το ύφος και το λεξιλόγιο της Β΄ Πέτρου διαφέρει εντελώς από της Α΄ Πέτρου, πράγμα όμως που επίσης δεν αποδεικνύει τίποτε, γιατί στην αρχαιότητα, ως γνωστόν, τα κείμενα γράφονταν μέσω γραμματέα και συχνά έπαιρναν στοιχεία από το δικό του ύφος (στην Α΄ Πέτρου, 5, 12, π.χ. ρητά αναφέρεται ως γραμματέας του Πέτρου ο Σιλουανός).

Η διδασκαλία του αποστόλου στη Β΄ Πέτρου, έτσι κι αλλιώς, δεν διαφέρει από αυτήν στην Α΄ Πέτρου, γι’ αυτό και το πρόβλημα της γνησιότητάς της δεν αλλάζει τίποτε απολύτως από τα συμπεράσματα του παρόντος άρθρου. Θα μπορούσα και να την παραλείψω εντελώς, αλλά δεν το κάνω, για να μη θεωρηθεί ότι «συγκαλύπτω» το ζήτημα.

Κατά τη γνώμη μου, η Β΄ Πέτρου είναι γνήσια, διότι αλλιώς δεν θα είχε περιληφθεί στην ΚΔ. Εξάλλου, αν και αναφέρεται ρητά πρώτη φορά από τον Ωριγένη (ο οποίος επισημαίνει και τις αμφιβολίες κάποιων ήδη από τότε), υπάρχουν υπαινιγμοί σ’ αυτήν και κοινή ορολογία σε κείμενα πρωτοχριστιανών συγγραφέων, όπως ο Κλήμης Ρώμης, ο άγιος Ιγνάτιος ο Θεοφόρος, η νόθα «Επιστολή Βαρνάβα», ο άγιος Ιουστίνος και ο Θεόφιλος Αντιοχείας (βλ. λεπτομέρειες στο Παν. Ν. Τρεμπέλα, καθηγητή πανεπιστημίου Αθηνών, «Υπόμνημα εις τας Επιστολάς της Κ. Διαθήκης», τόμ. Γ΄, 3η έκδ., Αθήνα 1982).

Αν όμως υποθέσουμε, για χάρη της συζήτησης, ότι θεωρήσουμε αμφίβολη τη γνησιότητά της, τότε μας προσφέρει σοβαρά τεκμήρια για τη γνησιότητα της Α΄ Πέτρου, των ευαγγελίων και των επιστολών του Παύλου.

Της Α΄ Πέτρου, επειδή το νόθο ακολουθεί και μιμείται το γνήσιο και όχι ένα άλλο νόθο. Των ευαγγελίων, γιατί αναφέρει στοιχεία από τα ευαγγέλια (π.χ. τη μεταμόρφωση του Χριστού, Β΄ Πέτρ. 1, 16-18, που περιγράφεται στα Ματθ. 17, 1-13, Μάρκ. 9, 2-13, Λουκ. 9, 28-36, και το λόγο του Χριστού «η ημέρα Κυρίου θα έρθει σαν κλέφτης μέσα στη νύχτα», Β΄ Πέτρ. 3, 10, που αναφέρεται και από τον Παύλο στην Α΄ προς Θεσσαλονικείς, 5, 2, και Ματθ. 24, 42-44), και των επιστολών του Παύλου λόγων της αναφοράς τους στο Β΄ Πέτρ. 3, 15-16. Επειδή η Β΄ Πέτρου, ακόμη κι αν είναι νόθα, είναι σίγουρα γραμμένη το αργότερο στις αρχές του 2ου αιώνα (δηλ. περί το 100 ή και νωρίτερα), αλλιώς δεν θα μπορούσε να περαστεί ως γνήσια στα μέσα του 2ου αιώνα, συνεπώς η μαρτυρία της για τα λοιπά βιβλία της ΚΔ (τα οποία θεωρεί γνήσια, γι’ αυτό και «αντιγράφει από αυτά») είναι πάρα πολύ πρώιμη.

Αν ωστόσο η Β΄ Πέτρου είναι γνήσιο έργο του Πέτρου (όπως θεωρεί η Εκκλησία και γι’ αυτό την εντάσσει στην ΚΔ), τότε ο Πέτρος δεν αντιγράφει από τα ευαγγέλια κ.τ.λ., αλλά παραθέτει στ’ αλήθεια τις προσωπικές του μαρτυρίες, οι οποίες παράλληλα είναι καταγεγραμμένες και στα ευαγγέλια.

Η διδασκαλία του Πέτρου στη δεύτερη επιστολή του, όπως είπαμε, δεν διαφέρει από αυτήν στην Α΄ Πέτρου. Σημαντικό «νέο» στοιχείο, που περιέχει, είναι η αναλυτικότερη αναφορά στη Δευτέρα παρουσία του Χριστού και στο «καινούργιο σύμπαν» που θα ακολουθήσει και θα συνεχιστεί στην αιωνιότητα (Β΄ Πέτρου, ιδίως κεφ. 2 και 3)

Γι’ αυτό, αρκούμαι να παραθέσω δύο μόνο σημεία:

Α) Β΄ Πέτρ. 1, 1: «Συμεών Πέτρος, δούλος και απόστολος Ιησού Χριστού, τοις ισότιμον ημίν λαχούσι πίστιν εν δικαιοσύνη του Θεού ημών και σωτήρος Ιησού Χριστού». Στον αρχικό αυτό στίχο, ο απόστολος αναφέρει τον εαυτό του ως δούλο του Ιησού Χριστού (συνεπώς θεωρεί Θεό το Χριστό), ενώ παρακάτω Τον αναφέρει ξεκάθαρα ως Θεό και σωτήρα. Η αναφορά αυτή («του Θεού ημών») γίνεται στο Χριστό και όχι στον Πατέρα, γιατί ιδού πώς μιλάει στο στ. 2, όπου η αναφορά περιλαμβάνει και τους δύο: «χάρις υμίν και ειρήνη πληθυνθείη εν επιγνώσει του Θεού και Ιησού του Κυρίου ημών».

Β) Το τέλος της επιστολή (Β΄ Πέτρ. 3, 18): «αυξάνετε δε εν χάριτι και γνώσει του Κυρίου ημών και σωτήρος Ιησού Χριστού. Αυτώ η δόξα και νυν και εις ημέραν αιώνος· αμήν». Εδώ ο άγιος όχι μόνο χαρακτηρίζει τον Ιησού Κύριο και σωτήρα μας, αλλά και Του αποδίδει «τη δόξα» «και νυν και εις ημέραν αιώνος». Η δοξολογία αυτή δεν μπορεί να αναφέρεται παρά μόνο στο Θεό.

Θ. Η περίφημη «διαφωνία» του με τον απόστολο Παύλο

Το στιγμιότυπο της διαφωνίας Παύλου και Πέτρου περιγράφεται από τον Παύλο στην προς Γαλάτας, 2, 11-14. Ευρισκόμενος ο Πέτρος στην Αντιόχεια, όταν ήρθαν από τα Ιεροσόλυμα μερικοί φανατικοί ιουδαιοχριστιανοί, για να μην τους σκανδαλίσει και να αποφύγει τη διαμάχη εναντίον τους έπαψε να τρώει μαζί με τους πρώην ειδωλολάτρες χριστιανούς (που δεν είχαν κάνει περιτομή). Η τακτική του αυτή παρέσυρε τον άγιο απόστολο Βαρνάβα και άλλους. Τότε ο Παύλος τον έλεγξε για υποκρισία, επειδή δίστασε να εφαρμόσει ανοιχτά και δημόσια την απόφαση της αποστολικής συνόδου, για να μη συγκρουστεί με τους ιουδαιοχριστιανούς.

Στο επεισόδιο αυτό είναι φανερό ότι δίκιο είχε ο Παύλος. Είναι όμως επίσης φανερό ότι η στάση του Πέτρου, που βρέθηκε σε ανθρώπινη αδυναμία, δεν αναιρεί αυτά που ο ίδιος είχε εισηγηθεί στην αποστολική σύνοδο, ούτε ακυρώνει τις αποφάσεις της συνόδου, ούτε όμως και θίγει την αξιοπιστία της διδασκαλίας του για το Χριστό και τη σωτηρία. Είναι χαρακτηριστικό ότι ο Πέτρος δεν φαίνεται πουθενά να αντέδρασε στα λόγια του Παύλου, ούτε μαρτυρείται από καμία πηγή κάποια απάντησή του ή διαμάχη του με τον άλλο άγιο απόστολο. Το επεισόδιο αυτό δεν έπαιξε κανένα απολύτως ρόλο στην πορεία της Εκκλησίας, ούτε επηρέασε την ενότητά της ή τη διδασκαλία της.

Συμπεράσματα

Στη διδασκαλία του αγίου αποστόλου Πέτρου, που καταγράφεται στην Καινή Διαθήκη, περιλαμβάνονται πολλά θέματα που καταρρίπτουν θεμελιώδεις ισχυρισμούς του Ισλάμ. Τέτοια είναι:

  • ξεκάθαρες αναφορές στη θεότητα του Χριστού,
  • ρητές αναφορές στη σταύρωση και την ανάστασή Του καθώς και στη σωστική σημασία τους,
  • ο χαρακτηρισμός Του ως Κυρίου και Σωτήρα,
  • η ερμηνεία των προφητειών της Παλαιάς Διαθήκης ως αναφερόμενες στον Ιησού και όχι (όπως αιώνες αργότερα θα ισχυριστούν οι μουσουλμάνοι) στο Μωάμεθ,
  • η εισήγηση του αποστόλου, στην αποστολική σύνοδο, για απαλλαγή των εξ εθνικών χριστιανών από την υποχρέωση τήρησης του μωσαϊκού νόμου, που οδήγησε στην ουσιαστική κατάργηση του μωσαϊκού νόμου στην πράξη, μια και είχε ξεπεραστεί από τη νέα εν Χριστώ πραγματικότητα,
  • αναφορές στο βάπτισμα και τη σωστική σημασία του, καθώς και στη θεία Μετάληψη, κ.λ.π.

Μήπως πλανήθηκε ο άγιος απόστολος; Δε μπορεί να συνέβη κάτι τέτοιο, διότι τότε πλανήθηκαν όχι μόνον όλοι οι απόστολοι, αλλά και ο ίδιος ο Χριστός, που (κατά τους Μουσουλμάνους) τον χαρακτήρισε θεμέλιο της Εκκλησίας Του.

Μήπως απομένει μια τελευταία ελπίδα, να μην είναι η αληθινή διδασκαλία του αποστόλου Πέτρου όλα αυτά; Ούτε αυτή η ελπίδα απομένει, μουσουλμάνοι αδελφοί μου. Και τούτο, όχι μόνον γιατί οι Πράξεις των Αποστόλων και οι επιστολές Πέτρου (ιδίως η Α΄, αν έχετε αμφιβολίες για τη Β΄) είναι αδιαμφισβήτητες αυθεντικές καταγραφές της διδασκαλίας του από την εποχή, αλλά και διότι, αν ήταν αλλιώς, κάπου θα είχε διασωθεί κάποια άλλη «αυθεντική διδασκαλία» αποδιδόμενη στον απόστολο Πέτρο. Κάτι τέτοιο όμως πουθενά δεν υπάρχει ούτε μαρτυρείται ότι υπήρξε ποτέ.

Οι Πράξεις των Αποστόλων δεν αμφισβητήθηκαν ποτέ από την αρχαία Εκκλησία. Το ύφος τους είναι ακριβώς το ίδιο με του κατά Λουκάν ευαγγελίου. Είναι γραμμένες από άνθρωπο σύγχρονο με τα γεγονότα που περιγράφει, αυτόπτη μάρτυρα σε πολλά απ’ αυτά, τα οποία αφηγείται σε πρώτο πληθυντικό πρόσωπο (τα λεγόμενα «ημείς εδάφια», π.χ. Πράξ. 16, 11-18. 20, 13-16. 21, 1-18). Είναι έργο του ευαγγελιστή Λουκά και γράφτηκαν πιθανότατα πριν το 65 μ.Χ., αφού δεν περιγράφουν το διωγμό του Νέρωνα. Γράφτηκαν λοιπόν ενώ ο απόστολος Πέτρος ήταν ακόμη ζωντανός. Ακόμη κι αν υποθέσουμε ότι έγιναν ευρύτερα γνωστές λίγα χρόνια μετά τη συγγραφή τους (αφού ο Πέτρος είχε σταυρωθεί), ήταν πολύ κοντά στα γεγονότα για να μπορούν να περάσουν μια πλαστή εικόνα της διδασκαλίας του Πέτρου (αποδεκτής μάλιστα από όλους τους αποστόλους), και μάλιστα σε τέτοια έκταση, και να κατορθώσουν να επιβάλουν αυτή την εικόνα σε όλη την Εκκλησία χωρίς κανείς να αντιδράσει και χωρίς να διασωθεί το παραμικρό ίχνος, ούτε η παραμικρή μαρτυρία γι’ αυτό. Κάθε τέτοια προσπάθεια, πλαστογράφησης της διδασκαλίας των αποστόλων, θα έπεφτε στο κενό. (Υπ’ όψιν ότι οι «διαφορετικές διδασκαλίες» των διαφόρων αιρέσεων, που συνιστούσαν πλαστογραφίες και όντως έπεσαν στο κενό, ούτε διαφοροποιούν κάτι στη διδασκαλία του αποστόλου Πέτρου, ούτε και δικαιώνουν σε κάτι τις ιδέες που διακήρυξε αργότερα το Ισλάμ).

Φοβούμαι τώρα ότι ίσως κάποιοι αρχίσουν να ρίχνουν λάσπη στον απόστολο Πέτρο, για να μειώσουν την αξιοπιστία του, γράφοντας ότι δήθεν «δε μπορεί να είναι αληθινά θεόπνευστος και άγιος κάποιος που αρνήθηκε τρεις φορές τον Ιησού».

Αν γραφτεί κάτι τέτοιο, αυτόματα συνιστά παραδοχή της σταύρωσης του Χριστού ως ιστορικού γεγονότος (πράγμα αντίθετο με το Κοράνι, που ισχυρίζεται ότι δε σταυρώθηκε), αφού η άρνηση του Πέτρου συνέβη κατά τη δίκη, που κατέληξε στη σταύρωση του Ιησού. Θα πρέπει όμως να τονίσω ότι ο Πέτρος μετανόησε, «έκλαυσε πικρώς» (Ματθ. 29, 75) και αποκαταστάθηκε στο αποστολικό αξίωμα (Ιω. 21, 15-18). Γι’ αυτό και ο άγγελος, που διακήρυξε την ανάσταση στις μυροφόρες, είπε: «Πείτε στους μαθητές του και στον Πέτρο, ότι θα τους συναντήσει στη Γαλιλαία» (Μάρκ. 16, 7), επειδή ήξερε ότι ο Πέτρος θα ντρέπεται να τον αντικρίσει, λόγω της άρνησης.

Η αποκατάσταση του μετανοημένου αρνητή Πέτρου στο αποστολικό αξίωμα (όπως και η ανάδειξη του πρώην διώκτη Παύλου σε μέγα απόστολο και τελικά μάρτυρα για το Χριστό) είναι και η ακατανίκητη ελπίδα όλων εκείνων, που σε στιγμή αδυναμίας αρνήθηκαν το Χριστό: είναι η βέβαιη υπόσχεση του Κυρίου Ιησού ότι τους περιμένει με αγάπη, για να τους δεχτεί πίσω με ανοιχτές αγκάλες, μόλις βρουν το θάρρος να επιστρέψουν.

Επειδή ο Κύριος γνώριζε και την άρνηση του Πέτρου (του την προανάγγειλε, Ματθ. 26, 31-35) και τη μετάνοια και αποκατάστασή του, ορθά τον χαρακτήρισε «θεμέλιο της Εκκλησίας Του». Επίσης προείπε το μαρτυρικό του θάνατο (Ιω. 21, 18), που συνέβη, ως γνωστόν, στη Ρώμη κατά το διωγμό των χριστιανών από το Νέρωνα: εκεί ο άγιος σταυρώθηκε, ζήτησε δε ο ίδιος να σταυρωθεί ανάποδα, θεωρώντας ότι δεν είναι άξιος να πεθάνει με τον ίδιο τρόπο που πέθανε και ο αγαπημένος του Δάσκαλος. Συνεπώς, η θλίψη για το στιγμιαίο κλονισμό του (την άρνηση του Χριστού) βασάνιζε τη συνείδησή του μέχρι το τέλος.

Τέλος είπα; Δεν υπάρχει τέλος, μόνο ο αιώνιος παράδεισος για τους αγίους του Θεού και η ελπίδα του παραδείσου εν Χριστώ, για μας τους αρχάριους και γεμάτους ελαττώματα πιστούς Του. Αμήν.

Τι είναι η «θέωση»;

Η θέωση είναι ένας όρος τον οποίο αγνοούσαμε όσοι προήλθαμε από το Ισλάμ, αλλά και όσοι ήταν πρώτα χριστιανοί και ασπάστηκαν το Ισλάμ αργοτερα. Πρόκειται για θεμελιώδες δόγμα της Εκκλησίας του Χριστού, το οποίο τονίστηκε πάρα πολύ από τον άγιο Γρηγόριο Παλαμά όταν η δυτική διαστροφή του Χριστιανισμού προβλήθηκε στην Ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία (κοινώς «Βυζάντιο») ως η ορθή θεολογία από τον μοναχό Βαλαάμ τον Καλαβρό.

http://vardavas.blogspot.com/2009/09/1.html

Τι είναι η θέωση (1)

Επιμέλεια Θεόδωρος Ι. Ρηγινιώτης
Καθώς ο άνθρωπος προχωρά σε μια προσωπική σχέση ταπεινής αγάπης με το Θεό, διαποτίζεται από τη θεία χάρη (την αγαθή ενέργεια του Θεού), «αλλοιώνεται» και, από τον τρόπο ύπαρξης του ανθρώπου που ξέρουμε (το δικό μας), περνάει σε ένα άλλο επίπεδο ύπαρξης, που ονομάζεται «καινή κτίσις», δηλαδή καινούργια δημιουργία (απόστολος Παύλος, Β΄ προς Κορινθίους, 5, 17, προς Γαλάτας, 6, 15 κ.α.). Η κατάσταση αυτή ονομάζεται «πρωτόκτιστον κάλλος», γιατί, κατά το χριστιανισμό, ταυτίζεται με το επίπεδο, στο οποίο θα είχαν φτάσει οι πρωτόπλαστοι, αν δεν είχαν διακόψει τη σχέση τους με το Θεό με σκοπό να γίνουν οι ίδιοι θεοί, αν δηλαδή δεν είχαν διαπράξει το προπατορικό αμάρτημα.Ο άνθρωπος που φτάνει στο σημείο αυτό γίνεται «όμοιος με το Θεό» (πραγματοποιεί το περίφημο «καθ’ ομοίωσιν») και χαρακτηρίζεται «άγιος».
Άγιος είναι ο άνθρωπος που έχει ανοιχτεί διάπλατα απαντώντας ναι στο αιώνιο προσωπικό αγαπητικό κάλεσμα του Τριαδικού Θεού και έτσι έχει γίνει ο ίδιος θεός –δεν είναι πλέον κοινός άνθρωπος. Είναι θεός σε όλα εκτός από τη θεϊκή ουσία (παραμένει άνθρωπος για τα άλλα όντα, δεν είναι «ο Θεός τους», αντίθετα με τον άνθρωπο που θεοποιεί τον εαυτό του απομακρυσμένος απ’ το Θεό). Χώρος και χρόνος δεν έχουν πλέον απόλυτη σημασία γι’ αυτόν, δε συνιστούν δεσμευτικές συνθήκες. Και, το κυριότερο, είναι ενωμένος με τα άλλα όντα (ανθρώπους και μη), μπορεί να τα καταλαβαίνει, να επικοινωνεί και να συνεργάζεται μ’ αυτά –έχει θεραπεύσει τη διάσπαση που προκάλεσε στην ανθρώπινη ψυχή και σε όλη την κτίση το προπατορικό αμάρτημα.«Ο άνθρωπος δημιουργήθηκε από το Θεό ως μακροκοσμικό ον, γι’ αυτό είναι φυσικό και λογικό να υπάρχει μέσα του μακροκοσμική αίσθηση και συνείδηση του κόσμου». Με το προπατορικό αμάρτημα ωστόσο «ο άνθρωπος εφεύρε το θάνατο και τον εγκατέστησε μέσα του και σε όλα τα όντα γύρω του». Όμως «ο άνθρωπος που δεν τον έχει διασπάσει η αμαρτία αισθάνεται την οργανική ενότητα όλων των δημιουργημάτων. Αισθάνεται τη χαρά και τη λύπη των δημιουργημάτων ως δική του, γιατί κατά κάποιο μυστικό τρόπο είναι ο φορέας του κλήρου όλων των δημιουργημάτων. Παράδειγμα, ο Αδάμ. Στον Αδάμ δέσποζε η αίσθηση της πανενότητας μέχρι την πτώση. Όταν όμως έπεσε, παρέσυρε μαζί του στην αμαρτία και το θάνατο όλη την κτίση…». «Οι άγιοι είναι αναγεννημένες και ολοκληρωμένες ψυχές, που βαθμιαία θεραπεύουν από την αμαρτία και την κτίση γύρω τους και την επαναφέρουν στην πρωταρχική της πανενότητα. Ως κατά χάριν υιοί Θεού, σώζουν την κτίση από το θρυμματισμό, από τη φθορά και τη διάσπαση της ενότητας» (π. Ιουστίνος Πόποβιτς, Άνθρωπος και Θεάνθρωπος, εκδ. Αστήρ, σελ. 24-25).
Αυτή η κατάσταση είναι που έκανε

  • τον άγιο Σεραπίωνα το Σινδόνιο να δίνει και τα ρούχα του στους φτωχούς και τελικά να πουληθεί δούλος για να φέρει στο χριστιανισμό κάποιους αιρετικούς ή ειδωλολάτρες,
  • τον άγιο Παυλίνο, επίσκοπο Καμπανίας, τον 5ο αι. μ.Χ., να δαπανήσει μέχρι δεκάρας τον πλούτο της Εκκλησίας και το δικό του για να εξαγοράζει αιχμαλώτους από τους Βανδάλους και τελικά ν’ ανταλλάξει τον εαυτό του με την ελευθερία ενός ακόμη απ’ αυτούς,
  • τον άγιο Πέτρο τον Τελώνη, τον 6ο αι., να παραιτηθεί από το διοικητικό αξίωμά του, να μοιράσει την περιουσία του και τελικά να πουληθεί δούλος και να δώσει το ποσό της πώλησής του στους φτωχούς,
  • τον άγιο Βονιφάτιο της Γερμανίας, το 754 μ.Χ., να αρνηθεί να αμυνθεί, όταν δέχτηκε επίθεση βαρβάρων στα δάση πέραν του Ρήνου, και να σκεπάσει απλά τον εαυτό του με το χειρόγραφο του ευαγγελίου,
  • τους Ρώσους αγίους πρίγκηπες Μπόρι και Γκλεμπ, το 1015, να παραδοθούν στον αδερφό τους Σβιατοπόλκο και να θανατωθούν, για να μη θυσιάσουν τη ζωή των στρατιωτών τους βάζοντάς τους να πολεμήσουν για χάρη τους,
  • τον άγιο Διονύσιο, στη μονή Αναφωνήτριας, στη Ζάκυνθο, γύρω στο 1600, να συγχωρήσει το φονιά του αδερφού του σώζοντάς τον από τα χέρια της αστυνομίας,
  • τον άγιο Αχμέντ τον Τούρκο, όταν ρωτήθηκε ποιο είναι το σπουδαιότερο πράγμα στον κόσμο, ν’ απαντήσει «η πίστη των χριστιανών», θυσιάζοντας τη ζωή του το 1682,
  • τον άγιο δούλο Μωυσή τον Ούγγρο να προτιμήσει μακροχρόνια βασανιστήρια και τελικά θάνατο από το να γίνει εραστής της κυρίας του,
  • τον επτάχρονο άγιο Ιβάν Τσι Τσουνγκ, μετά το βασανισμό του στο Πεκίνο το καλοκαίρι του 1900, να πει πως δεν είναι σκληρό να πονάς για το Χριστό και να ζητήσει απλά να ταφεί κοντά στην εκκλησία όπου βαφτίστηκε,
  • τον άγιο νεομάρτυρα Βουκάσιν από τη Σερβία ν’ απαντήσει «κάνε, παιδί μου, τη δουλειά σου», όταν ο ουστάσι Ζήλε Φριγκάνοβιτς, το 1942, βουτηγμένος σε αίμα παιδιών, του έκοβε τ’ αφτιά και τη μύτη και τον απειλούσε πως θα του ξεριζώσει την καρδιά, πράγμα που τελικά έκανε…

Αλλά και τους στυλίτες ασκητές να ζουν χειμώνα καλοκαίρι προσευχόμενοι υπέρ απάντων πάνω σε στύλους, τους σαλούς να δοκιμάζουν την τετράγωνη λογική των βολεμένων αστών χριστιανών προσποιούμενοι τρέλα στους δρόμους των πόλεων –ο άγιος Ανδρέας, ο διά Χριστόν σαλός, πήγε και πέθανε στο δρόμο με τα πορνεία της Κωνσταντινούπολης μετά από ολονύκτια προσευχή, ο άγιος Νικόλαος του Πσκωφ σταμάτησε στο δρόμο τον Ιβάν τον Τρομερό και του πρόσφερε να φάει ωμό κρέας, για να στηλιτεύσει την αιμοσταγή βασιλεία του, ο άγιος Βασίλειος της Μόσχας έφτυνε τους τοίχους των εκκλησιών, για να φύγουν οι δαίμονες, και φιλούσε τους τοίχους των πορνείων, για να τιμήσει τους θλιμμένους αγγέλους που έμεναν έξω απ’ αυτά…Σε όλα τα παραπάνω δεν υπάρχει κανένα θαύμα, εκτός απ’ το μεγαλειώδες θαύμα της μεταμόρφωσης του ανθρώπου και της αγάπης που αγκαλιάζει το σύμπαν.Εκπληρώνεται έτσι η προφητεία του Ησαΐα ότι στη βασιλεία του Θεού η αρκούδα θα κάνει παρέα με το βόδι, το νήπιο θα βάζει άφοβα το χέρι του στη φωλιά των φιδιών κ.τ.λ. (Ησαΐας 11, 7-9). Οι άγιοι ζουν ήδη τον παράδεισο σα να ήταν πρωτόπλαστοι –εννοείται από αυτή τη ζωή, όχι μόνο μετά θάνατον. Άγιοι δεν είναι κάποιοι που έλαβαν έναν τιμητικό τίτλο από ανθρώπους για κάποια εξαιρετικά έργα ή υπηρεσίες που πρόσφεραν. Μπορεί να μη λάβουν ποτέ από τους ανθρώπους αυτό τον «τίτλο», αλλά να μείνουν άγνωστοι. Άλλωστε κάθε άνθρωπος είναι άγιος στο βαθμό που έχει πλησιάσει το Θεό έστω κι ένα βήμα (αγαπώντας). Αλλά οι κατ’ εξοχήν άγιοι, που δίνουν δείγματα της παρουσίας τους ως μεταμορφωμένοι, ενωμένοι με το Θεό, θεωμένοι άνθρωποι πλέον, είναι εκείνοι που ξεπέρασαν το μέτρο και άπλωσαν την αγάπη τους σε όλη την κτίση, όπως και ο Θεός.
Η ιδιότητα των αγίων να αισθάνονται τη χαρά και τη λύπη των πλασμάτων ως δικά τους μαρτυρείται αρκετές φορές στις βιογραφίες τους. Ο γέροντας Πορφύριος είχε νιώσει τον πόνο των ανθρώπων, που σκοτώνονταν στις οδομαχίες που συνόδευσαν την πτώση του Τσαουσέσκου στη Ρουμανία, ενώ ο γέροντας Γεννάδιος (1983), που ασκήτευε στα νότια του νομού Ρεθύμνης, «άκουγε» από το κελί του τις μάχες στο Λίβανο και την Περσία, ενώ μια φορά μεταφέρθηκε αιφνιδίως σε μια μάχη στο Λίβανο (Βλ. Στυλ. Παπαδογιαννάκη, Γεννάδιος και Ιωακείμ, δύο Ρεθύμνιοι άγιοι ασκητές, Ρέθυμνο 2003, σελ. 68-69). [Σημειωτέον ότι «γέροντας» λέγεται ο ορθόδοξος πνευματικός διδάσκαλος, άσχετα από την ηλικία του –αν και συνήθως είναι και ηλικιωμένος]. Ο γέροντας Σωφρόνιος του Essex, το 1932, έγραφε στο Δαβίδ Μπάλφουρ (έναν Άγγλο με πολυτάραχη ζωή και πολυκύμαντη σχέση με την ορθοδοξία) λεπτομέρειες για την πνευματική του κατάσταση –του Μπάλφουρ– τις οποίες βίωνε κατά την ώρα της προσευχής του (βλ. τη μετά θάνατον έκδοση της αλληλογραφίας τους με τον τίτλο Αρχιμανδρίτου Σωφρονίου, Αγώνας θεογνωσίας, έκδ. Ιεράς Σταυροπηγιακής Μονής Τιμίου Προδρόμου, Έσσεξ Αγγλίας, 2004, σελ. 114 κ.εξ.). Ο ίδιος έγραφε ότι «κατά την υπέρ του κόσμου προσευχήν» η ψυχή «ταχέως αντιλαμβάνεται ότι βαρύ νέφος αντιπαθείας, ως και πρότερον, κρέμαται επάνω της γης», από τη συσσώρευση της κακίας των ανθρώπων που «αγαπούν περισσότερο το σκότος του μίσους από το φως της αγάπης του Θεού» (Αρχιμανδρίτου Σωφρονίου (Σαχάρωφ), Περί προσευχής, έκδ. Ιεράς Σταυροπηγιακής Μονής Τιμίου Προδρόμου, Έσσεξ Αγγλίας, 1994, σελ. 93-94). Προσθέτει όμως ότι, αν δεν υπήρχαν άνθρωποι που προσεύχονται με ένταση υπέρ του κόσμου, η «εξουσία του σκότους» θα ισχυροποιούσε την κυριαρχία της σε πολύ μεγαλύτερο βαθμό απ’ ό,τι σήμερα.

Όλα αυτά δεν είναι κόλπα ούτε θεωρίες περιθωριακών μυστικιστών ή πνευματιστών, αλλά «καθημερινά» βιώματα, από τα οποία είναι γεμάτα τα κείμενα και οι βιογραφίες των αγίων. Φυσικά είμαστε ελεύθεροι να τα θεωρήσουμε ψεύδη ή φαντασιώσεις στοχαζόμενοι από το γραφείο μας, αλλά η ζωή των «ορθόδοξων αγωνιστών» (των «εργατών της προσευχής» και «εργατών της αγάπης»), ιδίως στα μεγάλα μοναστικά κέντρα της ορθοδοξίας, προσφέρεται για μια αληθινή επιτόπια επιστημονική έρευνα.
Οι άγιοι και τα ζώα

Με τη ζωή πολλών αγίων όλων των εποχών συνδέθηκαν τα πλάσματα της φύσης. Δεν τα υποτάσσουν, συνεργάζονται μαζί τους για τον καθαγιασμό όλου του κόσμου, υλικού και πνευματικού, καθαγιασμό που θεωρούμε πως κορυφώνεται, όταν το ψωμί και το κρασί γίνονται Σώμα και Αίμα Χριστού κατά τη θεία Μετάληψη.Έτσι, ένα λιοντάρι ζούσε κοντά στον άγιο Γεράσιμο τον Ιορδανίτη, στην έρημο του Ιορδάνη, ενώ ο άγιος Μάμας, ορφανό που γεννήθηκε στη φυλακή και θανατώθηκε με βασανιστήρια σε ηλικία 15 ετών, κατέφυγε καταζητούμενος στα βουνά κι έζησε ένα διάστημα με τη βοήθεια των άγριων ζώων (εικονίζεται να ιππεύει ένα λιοντάρι κρατώντας ένα αρνάκι στην αγκαλιά του και θεωρείται προστάτης άγιος των κτηνοτρόφων). Ο βίος του σημαίνει πολλά για τον τρόπο που ένα ορφανό περιθωριακό αγόρι μπορεί να υπερνικήσει την κακία με την αγάπη και να κάνει τις επιλογές του. Άλλωστε, εξαιτίας του μαρτυρίου του, κάθε ορφανό περιθωριακό αγόρι, ή κορίτσι, έχει το φύλακα άγιό του, αν τον θέλει.Ο άγιος Κασσιανός ο Ρωμαίος ζούσε σε μια σπηλιά, συντροφιά με δύο λιοντάρια. Ένα λιοντάρι της παλαιστινιακής ερήμου βοήθησε με τα νύχια του τον άγιο Ζωσιμά να σκάψει τον τάφο της αγίας Μαρίας της Αιγυπτίας, μιας πρώην πλούσιας πόρνης που απαρνήθηκε κάθε άλλο έρωτα εκτός απ’ του Θεού κι έγινε δασκάλα της αγιότητας ζώντας στην έρημο δεκαετίες. Μια αρκούδα ζούσε κοντά στον άγιο Σέργιο του Ραντονέζ (1314-1392), που όταν είχε μόνον ένα κομμάτι ψωμί το έδινε σ’ εκείνη και ο ίδιος έμενε νηστικός, μια άλλη κοντά στον άγιο Σεραφείμ του Σάρωφ (1833) και μια τρίτη κοντά στην αγία Σοφία την «ασκήτισσα της Παναγιάς» (1883-1974) στην Καστοριά.Γύρω στο 1400, στη Ρωσία, ο άγιος Σέργιος της Νούρμα είχε δει τον άγιο Παύλο της Ομπνόρα περικυκλωμένο από τα ζώα του δάσους. «Ένα πλήθος από πουλιά περικύκλωνε το θαυμαστό αναχωρητή. Μικρά πουλιά κούρνιαζαν στο κεφάλι και τους ώμους του κι αυτός τα έτρεφε με το χέρι του. Κοντά του έστεκε μια αρκούδα περιμένοντας την τροφή της από τον ερημίτη. Αλεπούδες, κουνέλια κι άλλα ζώα περιφέρονταν χωρίς καμιά έχθρα μεταξύ τους και χωρίς να φοβούνται την αρκούδα. Να η ζωή του αθώου Αδάμ στην Εδέμ» (βλ. λεπτομέρειες στο Πέτρου Μπότση (μετάφραση-επιμέλεια), Η Θηβαΐδα του Βορρά, Αθήνα, σελ. 68-71). Σημειωτέον ότι ο άγιος Παύλος της Ομπνόρα είχε ζήσει τρεις ολόκληρους χειμώνες μέσα στην κουφάλα μιας φλαμουριάς, που είχε σκεπαστεί ολόκληρη από τα χιόνια. Τέτοιοι δεντρίτες ασκητές, απρόσβλητοι από το ψύχος, έχουν ζήσει και στην εποχή μας στο Άγιο Όρος. Μερικές περιπτώσεις τις καταγράφει λεπτομερώς ο γέροντας Παΐσιος στο βιβλίο του Αγιορείται Πατέρες και αγιορείτικα.

Ο π. Παΐσιος ο Αγιορείτης (1924-1994) κυριολεκτικά επικοινωνούσε με τα ζώα του δάσους, ενώ σε συχνή επαφή μαζί τους ερχόταν κι ο μεγάλος σύγχρονος άγιος της Ρουμανίας π. Κλεόπας Ελίε (1912-1998).Στη βιογραφία του π. Κλεόπα καταγράφεται και η επικοινωνία του μ’ έναν άγνωστο ασκητή από τα Καρπάθια, πρώην επίσκοπο που «δραπέτευσε» από το αξίωμά του γιατί τον τραβούσε η άσκηση των βουνών και που τον επισκεπτόταν συνοδευόμενος από ζώα του δάσους και έδινε σημεία ζωής περίπου μέχρι το 1955. Από τότε χάθηκαν τα ίχνη του (προφανώς «κοιμήθηκε») και το όνομά του έμεινε άγνωστο σε όλους, εκτός ίσως από τον ίδιο τον π. Κλεόπα (Κλείτου Ιωαννίδη, Γεροντικό του 20ού αιώνα, εκδ. Παναγόπουλος, Αθήνα 1999, σελ. 510-512).(Βλ. πολλά συμπληρωματικά στοιχεία εδώ: http://www.impantokratoros.gr/agioi_zoa.el.aspx).

Θαύματα;

Σημειωτέον ότι η θεραπεία των ασθενειών του σώματος δεν είναι ο σκοπός της «σπουδής στην αγιότητα» των ορθόδοξων χριστιανών. Σκοπός είναι η θεραπεία της διάσπασης ανάμεσα στον άνθρωπο και τον εαυτό του, τα άλλα όντα και το Θεό – με δυο λόγια, η θεραπεία του θανάτου, με την αποκατάσταση της εν αγάπη αιώνιας ενότητας που ονομάζουμε θέωση, για την οποία μιλήσαμε και θα μιλήσουμε ξανά παρακάτω. Η αποκατάσταση της σωματικής υγείας είναι κάτι πρόσκαιρο, ο άνθρωπος τελικά θα πεθάνει, αν όχι σύντομα, μετά από χρόνια, αν όχι από μία αιτία, από κάποια άλλη αιτία.Θεραπείες τέτοιου είδους, κατά το χριστιανισμό, συμβαίνουν επειδή οι άνθρωποι τις ζητούν με επιμονή, με δάκρυα και συντριβή ή με μανία, όμως δεν είναι η θεραπεία του μεγάλου προβλήματος του ανθρώπου, που κάνει τον άνθρωπο τραγικό ον, της διάσπασης που αναφέραμε. Η διάσπαση αυτή θεραπεύεται με κίνηση του ίδιου του ανθρώπου για τον εαυτό του, όμως όχι του ανθρώπου σε μόνωση, αλλά του ανθρώπου σε σχέση με τους αδελφούς του και το Θεό. Αυτή η σχέση, όταν λειτουργεί υγιώς (με πλήρη αγάπη, κατανόηση, ταπείνωση, αλλά και ελευθερία –εντελώς αντίθετα από τον καταπιεστικό ηθικισμό με τον οποίο εκφράστηκαν πολλοί χριστιανοί κατά καιρούς), λειτουργεί και θεραπευτικά και, τότε μόνο, συνιστά το ίδιο το «γεγονός της Εκκλησίας» στην αυθεντική του μορφή επί της Γης.Ωστόσο, η αγιότητα είναι μια τέτοια κατάσταση, που επιτρέπει σε διορατικούς γέροντες όλων των εποχών, όπως ο Πορφύριος των Αθηνών (1906-1991), ο Παΐσιος ο Αγιορείτης (1924-1994), ο Γεώργιος Καρσλίδης της Δράμας (1901-1959), ο άγιος Νεκτάριος της Όπτινα (1853-1928), ο Ευμένιος του Ρεθύμνου (1912-2005) κ.π.ά. να κάνουν διαγνώσεις ασθενειών μ’ ένα βλέμμα ή και χωρίς να δουν καν τον ασθενή (ο καθηγητής Καρδιολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών Γεώργιος Παπαζάχος κατέθετε ότι «είναι χιλιάδες εκείνοι που δέχτηκαν τη διαγνωστική ενέργεια του γέροντα Πορφύριου και που οι ασθένειές τους επιβεβαιώθηκαν στη συνέχεια και επιστημονικά» -βλ. http://www.oodegr.com/oode/sygxronoi/porfyrios/porfyrios1.htm), και κάποιους απ’ αυτούς, αλλά και άλλους, προικισμένους με το «χάρισμα των ιαμάτων», όπως ο άγιος Αγαπητός ο Ιαματικός (11ος αι.), ο άγιος Σεραφείμ του Σάρωφ (1754-1833), ο άγιος Ιωάννης της Κρονστάνδης (1829-1908), ο άγιος Αρσένιος ο Καππαδόκης (1840-1924), ο άγιος Σεραφείμ της Βίριτσα (1866-1949), η αγία Ματρώνα της Μόσχας (1882-1952), ο άγιος Ιωάννης Μαξίμοβιτς (1896-1966) κ.π.ά. –για να επικεντρωθώ σε νεώτερους αγίους– να θεραπεύουν τις ασθένειες των ανθρώπων με την προσευχή τους.Αναφέρομαι σε αγίους που επιτελούσαν θαύματα ενώ ακόμη ζούσαν. Άγιοι θαυματουργοί μετά θάνατον υπάρχουν πάμπολλοι. Η επιστήμη απλώς ερμηνεύει τις θεραπευτικές παρεμβάσεις τους στη ζωή των ανθρώπων ως αποτέλεσμα αυθυποβολής των ασθενών. Η περίπτωση όμως αγίων θαυματουργών εν ζωή είναι εντελώς διαφορετική. Δεν αναλαμβάνεις υπό την ευθύνη σου μια ασθένεια, αν δεν ξέρεις ότι μπορεί να θεραπευτεί. Το σημαντικότερο, κανείς από τους παραπάνω δεν ισχυριζόταν ότι ο ίδιος θεραπεύει τους ασθενείς, ότι έχει τη δύναμη να θεραπεύσει. Οι θεραπείες γίνονταν με την επίκληση του ονόματος και τη δύναμη του Χριστού (και φυσικά χωρίς ανταμοιβή, δεν έχουμε να κάνουμε με ύποπτους «επαγγελματίες»).Το χάρισμα των αγίων να κάνουν θαύματα μαρτυρείται πολλές φορές στην Αγία Γραφή, τόσο στην Παλαιά Διαθήκη (π.χ. ο προφήτης Ηλίας ανάστησε το γιο της χήρας στα Σαρεπτά της Σιδωνίας στο Γ΄ Βασιλειών, κεφ. 17, και ο προφήτης Ελισσαίος το γιο της Σωμανίτιδας στο Δ΄ Βασιλειών, κεφ. 4) όσο και στην Καινή: ο Κύριος δίνει στους 12 και στους 70 αποστόλους την εξουσία να θεραπεύουν ασθενείς και δαιμονισμένους (Λουκ. 9, 1 και 10, 17-20), πράγμα που, μετά την πεντηκοστή, οι απόστολοι κάνουν κατ’ επανάληψιν (Πράξεις των αποστόλων 3, 1-10. 5, 12-16. 8, 4-8. 9, 17-18 και 40-43. 14, 8-10, κ.λ.π.). Επίσης ο Κύριος τους λέει πως, αν έχουν πίστη σαν το σπόρο του σιναπιού, μπορούν να διατάξουν ένα βουνό να σηκωθεί και να πέσει στη θάλασσα και θα το κάνει (Ματθ. 17, 20-21), καθώς και ότι όποιος πιστεύει σ’ Αυτόν θα κάνει έργα όμοια με τα δικά Του και μεγαλύτερα, ζητώντας τα διά του ονόματός Του (Ιω. 14, 12-14).Βέβαια ο Ίδιος τονίζει πως πολλοί, που θα φτάσουν στο σημείο κάποτε να κάνουν θαύματα, τελικά θα χάσουν τη βασιλεία των ουρανών (Ματθ. 7, 21-23). Αυτή η εκπληκτική προειδοποίηση σημαίνει πως ο χριστιανός δεν καλείται να εμπιστεύεται κάθε θαυματοποιό και φαινομενικό άγιο, αλλά ούτε και να θεωρεί άγιο τον ίδιο τον εαυτό του, αν ξαφνικά διαπιστώσει πως απόχτησε θαυματουργικό χάρισμα.Η ιδιότητα της θεραπείας αντιμετωπίζεται με δύο τρόπους από το δυτικό κόσμο, εκτός φυσικά από την πλήρη άρνηση. Επιχειρείται να ερμηνευτεί είτε ως «ανάπτυξη εσωτερικών δυνάμεων» ινδουιστικού τύπου είτε ως επίδραση «κάποιου άγνωστου είδους ενέργειας που εκλύεται με την προσευχή». Και στις δύο περιπτώσεις ο δυτικός άνθρωπος απλώς αρνείται να παραδεχτεί ότι μπορεί να υπάρχει ο Θεός, ότι μπορεί ο χριστιανισμός να έχει δίκιο. Είναι, κατά κάποιο τρόπο, δικαιολογημένος: αν το παραδεχτεί, οφείλει να σπάσει το πολύτιμο κέλυφος της εσωστρέφειάς του, στο οποίο έχει ταμπουρωθεί. Άλλωστε πώς να δώσει δίκιο στο χριστιανισμό; Ο μόνος χριστιανισμός που ξέρει είναι μεσαιωνικός, ηθικιστικός ή βεβιασμένα «εκσυγχρονιστικός» και δεν ικανοποιεί μια βαθύτερη, εναγώνια πνευματική αναζήτηση.Ωστόσο υπάρχουν και άλλα χαρίσματα του Αγίου Πνεύματος, που δε θέλω να τα περιγράψω, γιατί θα θεωρηθούν απίστευτα. Αρκούμαι να πω ότι α) οι περιορισμοί του χώρου και του χρόνου, αλλά και των φυσικών νόμων, δεν περιορίζουν έναν άγιο, β) οι περιπτώσεις των σύγχρονων αγίων, που είναι άμεσα προσβάσιμες στο μελετητή, πρέπει να μας κάνουν να αναθεωρήσουμε τη βεβαιότητά μας για το τι μπορεί να είναι «αλήθεια» και τι «μύθος» στις διάφορες παραδόσεις των λαών για ανθρώπους που επικοινωνούσαν με τα ζώα ή ήταν προικισμένοι με διάφορα εξαιρετικά χαρίσματα. Ας έχουμε υπόψιν ότι ο Θεός μπορεί να δώσει χαρίσματα σε αγαθούς ανθρώπους ανεξάρτητα από τη θρησκεία τους, αλλά και ότι «χαρίσματα» δε δίνει μόνον ο Θεός –και σταματώ εδώ, γιατί αυτό το βιβλίο θέλω να κρατηθεί σε κάποια «ρεαλιστικά» όρια. Το να δεις έναν άνθρωπο που αγαπά, είναι σπουδαιότερο από το να δεις αγγέλους, έλεγε τον 4ο αιώνα ο (χαρισματούχος) άγιος Παχώμιος ο Μέγας.
Για τα υπόλοιπα, ας ανατρέψει ο αναγνώστης στις βιογραφίες τους. Γνωρίζοντας όμως κάτι, που γράφεται για την πνευματική σχέση του αγίου Ιωάννη Μαξίμοβιτς με τον ορθόδοξο Αμερικανό ιερομόναχο και θεολόγο π. Σεραφείμ Ρόουζ:«Το γεγονός ότι ήταν θαυματουργός ήταν ευρύτερα γνωστό. Οπουδήποτε κι αν είχε πάει –Κίνα, Φιλιππίνες, Ευρώπη, Αφρική και Αμερική– αμέτρητες θεραπείες πραγματοποιήθηκαν μέσα από τις προσευχές του. Έσωσε πολλούς ανθρώπους από επικείμενο κίνδυνο, χάρις στην πληροφορία που του αποκάλυψε ο Θεός. Ορισμένες φορές είχε εμφανιστεί σε ανθρώπους που τον είχαν ανάγκη όταν, σύμφωνα με τους φυσικούς νόμους, ήταν αδύνατο να βρεθεί κοντά τους εκείνες τις στιγμές. Επίσης τον είχαν δε στο ιερό να αιωρείται πάνω απ’ το έδαφος στη διάρκεια της προσευχής, περιβαλλόμενος από ουράνιο φως»Όπως σημείωσε αργότερα ο Ευγένιος [ο π. Σεραφείμ], τέτοια θαύματα δεν ήταν από μόνα τους άξια προσοχής: “Όλα αυτά μπορούν εύκολα να τα μιμηθούν απατεώνες θαυματοποιοί… Στην περίπτωση του αρχιεπισκόπου Ιωάννη, όσοι πίστεψαν μέσα από κείνον συγκινήθηκαν όχι κυρίως από τα θαύματά του, όσο από κάτι σ’ αυτόν που μιλούσε στις καρδιές τους”. Ο Ευγένιος άκουσε ιστορίες για τη βαθύτατη συμπόνια του αρχιεπισκόπου: πώς είχε πάει στις πιο επικίνδυνες περιοχές της Σαγκάης για να σώσει παραμελημένα παιδιά από οίκους ανοχής και άλλα εγκαταλελειμμένα σε κάδους σκουπιδιών, για περιπτώσεις συναισθηματικά τραυματισμένων παιδιών που κλείστηκαν στον εαυτό τους αφότου έγιναν αυτόπτες μάρτυρες βιαιοπραγιών, πολέμων, επαναστάσεων, κι όμως άνθιζαν με μια μόνο λέξη από τα χείλη του, για τις επισκέψεις που έκανε πάντα σε αρρώστους στα νοσοκομεία, μετά απ’ τις οποίες πιστοί και άπιστοι θεραπεύονταν με τη χάρη που ανέβλυζε απ’ αυτόν, για περιπτώσεις σκληρόκαρδων εγκληματιών που ξαφνικά και ανεξήγητα ξεσπούσαν σε λυγμούς, μόλις τον έβλεπαν να τους επισκέπτεται έναν προς έναν στη φυλακή, αν και δεν τον είχαν ξαναδεί ποτέ στη ζωή τους […].»Όπως στην παραβολή του Χριστού για τον άνθρωπο που ρίχνει σπόρους στη γη και αργότερα βλέπει να βλασταίνουν φυτά και να μεγαλώνουν με τρόπο που και ο ίδιος δεν ξέρει («και ο σπόρος βλαστάνη και μηκύνηται ως ουκ οίδεν αυτός» Μάρκ. 4, 27), έτσι οι γενναίες πράξεις αγάπης και ελέους του αρχιεπισκόπου Ιωάννη συνέχισαν να φέρνουν αναπάντεχες ευλογίες του Θεού στις ζωές των ανθρώπων» (Ιερομονάχου Δαμασκηνού, Πατήρ Σεραφείμ Ρόουζ, η ζωή και τα έργα του, τ.Α΄, Μυριόβιβλος 2005, σελ. 352-353).
Άγιοι επιστήμονες

Φυσικά δεν αποκλείεται ένας άγιος να διαθέτει και επιστημονικές γνώσεις με την κλασική δυτική έννοια. Αυτό αφορά στη θεραπεία των άλλων πλευρών του επιστητούαλλά είναι σημαντικό και για το διάλογό του με την εκτός αγιότητας ανθρωπότητα, πράγμα που είναι βέβαια από μόνο του εξαιρετικά σημαντικό.Άγιοι που ανήκουν στο χώρο της επιστήμης, όπως την εννοεί ο δυτικός κόσμος, είναι π.χ. ο γιατρός άγιος Λουκάς ο Ευαγγελιστής, οι γιατρίνες αγίες Ερμιόνη, Φιλονίλλα και Ζηναΐδα, η αγία Αικατερίνα, ο μέγας Βασίλειος, ο άγ. Γρηγόριος Νύσσης, ο άγ. Μάξιμος ο Ομολογητής, ο μέγας Φώτιος, ο άγ. Γρηγόριος ο Παλαμάς, οι άγιοι ανάργυροι Κοσμάς και Δαμιανός οι εκ Ρώμης, εξ Ασίας και εξ Αραβίας (τρία ζεύγη αδελφών με τα ίδια ονόματα), Κύρος και Ιωάννης, Παντελεήμων, Φώτιος και Ανίκητος, Σαμψών ο Ξενοδόχος (ιδρυτής του θεσμού των νοσοκομείων) κ.ά., ο άγ. Λουκάς ο Ιατρός (1877-1961), ο άγ. Ιννοκέντιος της Αλάσκας [1797-1879. Ιδιαίτερα χαρισματική προσωπικότητα, πολύτεκνος και ιδεαλιστής, εξάπλωσε το ευαγγέλιο στις φυλές του αμερικανικού βορρά ζώντας μαζί τους, σεβόμενος τον πολιτισμό τους και συμμεριζόμενος τα πάθη τους. Έγραψε, μεταξύ άλλων: Σημειώσεις επί των νήσων της περιοχής Ουναλάσκα, Κύρια χαρακτηριστικά των Αλεούτων που ζουν στα νησιά, Παρατηρήσεις επί των Αλεούτων και Κουσιανών της Άτκα, Παρατηρήσεις στη γλώσσα των Κολουσκανών και των Κοντιάκων, και (στη γλώσσα των Αλεούτων, της οποίας επινόησε το αλφάβητο) Υπόδειξη του δρόμου προς τη βασιλεία των ουρανών. Συνέταξε επίσης γραμματική της γλώσσας των Αλεούτων και αλεουτο-ρωσικό λεξικό. Βλ. σχετικά Γεωργίου Εμμ. Πιπεράκι, Άγιοι της Αλάσκας – Ορθόδοξο Συναξάρι, Μυριόβιβλος, Αθήνα 2004, σελ. 35-54. Ας σημειωθεί παρακαλώ ότι οι Αλεούτοι έχουν τουλάχιστον δύο ορθόδοξους αγίους, μέλη της φυλής τους, τον άγ. Πέτρο το νεομάρτυρα (1815) και τον άγ. Ιάκωβο Νετσέτωφ, τον εν Αλάσκα (1802-1865] κ.π.ά. Σίγουρα η συνεισφορά τους θα ήταν καθοριστική, αν ο τρόπος που προσέγγιζαν την πραγματικότητα λαμβανόταν υπόψιν. Αυτό όμως προϋποθέτει μια διαφορετική κοσμοαντίληψη, που αντιμετωπίζει το σύμπαν όχι ως το μηχανικό αποτέλεσμα νόμων που διαμορφώθηκαν από την τύχη, αλλά ως διάλογο κτιστού και ακτίστου, ως διάλογο όλων των όντων και του Θεού και συνεπώς ως μια δυναμική και εν πολλοίς απροσδιόριστη πραγματικότητα, πραγματικότητα σχέσης, που θα ολοκληρωθεί μόνο στα έσχατα.

Ποιοι γίνονται άγιοι;

Και τώρα το κρίσιμο ερώτημα: ποιοι είναι αυτοί οι περίεργοι άνθρωποι, που «έφτασαν στη θέωση» και απέκτησαν τόσα ασυνήθιστα χαρίσματα;Η αγιότητα, κανονικά, είναι το τέρμα του δρόμου για κάθε χριστιανό και πολλοί καθημερινοί άνθρωποι φτάνουν στο σημείο να γίνουν «μικροί άγιοι». Καθένας από μας, στο βαθμό που πλησιάζει το Θεό έστω κι ένα βήμα, είναι «λίγο άγιος». Έτσι, άγιος είναι κάθε ένας που «κερδίζει τον παράδεισο». Ο παππούς μας, η γιαγιά μας, οι γονείς μας, ο μπακάλης μας, ο ζητιάνος της γωνίας, ένας έφηβος που πέθανε από ναρκωτικά, ένα ανώνυμο μαυράκι της Ουγκάντα ή του Μπρονξ πιθανόν να είναι άγιος, στο βαθμό που πραγμάτωσε τη μία και μοναδική ηθική εντολή του χριστιανισμού, που υπερβαίνει και κατ’ ουσίαν «αντικαθιστά» τις δέκα εντολές της Παλαιάς Διαθήκης: την εντολή της αγάπης (Ιω. 13, 34-35, 15, 12-17 κ.α.). Υπάρχουν πολλές μαρτυρίες αγίων ή απλά ενάρετων ανθρώπων, που «είδαν» άγνωστους και φαινομενικά άσημους ανθρώπους περιβεβλημένους με το φως της αγιότητας, καθώς και συγκλονιστικές καταγραφές ανθρώπων της διπλανής πόρτας που έφτασαν σε μεγάλα ύψη (βλ. π.χ. τον τόμο Ασκητές μέσα στον κόσμο, ένα σύγχρονο βιβλίο που εκδόθηκε από το Ησυχαστήριο «Άγ. Ιωάννης ο Πρόδρομος» στη Μεταμόρφωση Χαλκιδικής). Οι κατεξοχήν άγιοι όμως είναι ιδιαίτερες περιπτώσεις (πολλές χιλιάδες), γιατί έσπασαν το φράγμα και κατάργησαν κάθε όριο στην ταπείνωση και την αγάπη. Είναι άνθρωποι κάθε εποχής, φύλου, ηλικίας και κοινωνικής τάξης, που έφτασαν πιο πέρα από εκεί που θέλουμε να φτάσουμε εμείς. Η ζωή τους, όπως γράφει ο άγιος γέροντας Ιουστίνος Πόποβιτς, δείχνει «πώς ένας νέος γίνεται άγιος νέος, μία κόρη (=κοπέλα) γίνεται αγία κόρη, πώς ένας γέρος γίνεται άγιος γέρος, πώς μία γερόντισσα γίνεται αγία γερόντισσα, πώς ένα παιδί γίνεται άγιο παιδί, πώς οι γονείς γίνονται άγιοι γονείς, πώς ένας υιός γίνεται άγιος υιός, πώς μία θυγατέρα γίνεται αγία θυγατέρα, πώς μία οικογένεια γίνεται αγία οικογένεια, πώς μία κοινωνία γίνεται αγία κοινωνία, πώς ένας ιερεύς γίνεται άγιος ιερεύς, πώς ένας επίσκοπος γίνεται άγιος επίσκοπος, πώς ένας βοσκός γίνεται άγιος βοσκός, πώς ένας γεωργός γίνεται άγιος γεωργός, πώς ένας βασιλεύς γίνεται άγιος βασιλεύς, πώς ένας εργάτης γίνεται άγιος εργάτης, πώς ένας δικαστής γίνεται άγιος δικαστής, πώς ένας δάσκαλος γίνεται άγιος δάσκαλος, πώς ένας καθηγητής γίνεται άγιος καθηγητής, πώς ένας στρατιώτης γίνεται άγιος στρατιώτης, πώς ένας αξιωματικός γίνεται άγιος αξιωματικός, πώς ένας κυβερνήτης γίνεται άγιος κυβερνήτης, πώς ένας γραμματεύς γίνεται άγιος γραμματεύς, πώς ένας έμπορος γίνεται άγιος έμπορος, πώς ένας μοναχός γίνεται άγιος μοναχός, πώς ένας οικοδόμος γίνεται άγιος οικοδόμος, πώς ένας ιατρός γίνεται άγιος ιατρός, πώς ένας τελώνης γίνεται άγιος τελώνης, πώς ένας μαθητής γίνεται άγιος μαθητής, πώς ένας επαγγελματίας γίνεται άγιος επαγγελματίας, πώς ένας φιλόσοφος γίνεται άγιος φιλόσοφος, πώς ένας επιστήμων γίνεται άγιος επιστήμων, πώς ένας πολιτικός γίνεται άγιος πολιτικός, πώς ένας υπουργός γίνεται άγιος υπουργός, πώς ένας πτωχός γίνεται άγιος πτωχός, πώς ένας πλούσιος γίνεται άγιος πλούσιος, πώς ένας δούλος γίνεται άγιος δούλος, πώς ένας δεσπότης (=αφέντης) γίνεται άγιος δεσπότης, πώς οι σύζυγοι γίνονται άγιοι σύζυγοι, πώς ένας συγγραφεύς γίνεται άγιος συγγραφεύς, πώς ένας καλλιτέχνης γίνεται άγιος καλλιτέχνης» (π. Ιουστίνου Πόποβιτς, Άνθρωπος και Θεάνθρωπος, ό.π., σελ. 93-94).(1) Βλ. πολλά συμπληρωματικά στοιχεία στον ιστότοπο http://www.impantokratoros.gr/Empeiriki-Theologia.el.aspx.